Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον Δ'. 1843-1851. κεφ. 3

Συνέντευξις τοῦ Μακρυγιάννη μετὰ τοῦ νέου πρωθυπουργοῦ. - Κακὴ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἀθήναις. - Συνέντευξις τοῦ Μακρυγιάννη μετὰ τοῦ Βασιλέως περὶ τῆς τάξεως. - Ἀποκάλυψις συνωμοσίας κατὰ τοῦ Συντάγματος. - Τὰ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς 25 Μαρτίου 1845. - Ἀνάκρισις κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη ὡς ἐκφρασθέντος κατὰ τοῦ στρατοῦ. - Νέαι καταδρομαὶ κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἀπόπειρα δολοφονίας κατ᾿ αὐτοῦ. - Πατριωτικαὶ ἐνέργειαι. - Παραίτησις τοῦ ὑπουργοῦ Ἀ. Μεταξᾶ. - Δυσαρέσκειαι στρατιωτικαὶ κατὰ τοῦ Κωλέτη. - Ἔκδοσις ἐφημερίδος ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ Μακρυγιάννη. - Νέα δολοφονικὴ σκευωρία κατ᾿ αὐτοῦ. - Προοίμια βουλευτικῶν ἐκλογῶν. - Ἕνωσις Μεταξᾶ καὶ Μαυροκορδάτου. - Ἀντιπολίτευσις στρατιωτικῶν κατὰ τοῦ Κωλέτη. - Ἀπόπειρα τοῦ Κωλέτη πρὸς ἔλκυσιν τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἀνταρσία τοῦ Θ. Γρίβα ἐν Ἀκαρνανίᾳ, τοῦ Ἰ. Φαρμάκη ἐν Ναυπακτίᾳ, τοῦ Ν. Κριεζώτη ἐν Χαλκίδι, τοῦ Παπακώστα, Βελέτζα κ.λπ. ἐν Φθιώτιδι καὶ καταστολὴ αὐτῶν. - Ἐκλογαί. - Ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτάς. - Ἐπικράτησις αὐτῆς. - Μνησικακία τοῦ Κωλέτη κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἐξόργισις αὐτοῦ. - Συμφιλίωσις. - Θάνατος τοῦ Κωλέτη. - Ἀνάρρησις τοῦ Κίτσου Τζαβέλλα εἰς τὴν πρωθυπουργίαν. - Παράτολμοι ἐνέργειαι πρὸς ἐξέγερσιν τῶν ὑποδούλων ἐν Τουρκίᾳ ὁμογενῶν. - Φρόνιμος διαγωγὴ τοῦ Μακρυγιάννη. - Μακρὰ συνέντευξις αὐτοῦ μετὰ τοῦ Βασιλέως. - Σχηματισμὸς ὑπουργείου ὑπὸ τὸν Γ. Κουντουριώτην.

Τελείωσαν οἱ ἐκλογές. Βῆκε ὁ Κωλέτης. Ὅτ᾿ ἦταν καὶ ἡ προσπάθειά μας αὐτείνη. Βήκαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα βουλευταὶ ὁ Μεταξᾶς, ὁ Καλλεφουρνᾶς κι ὁ Βλάχος. Εἶπε ὁ Πρωτοϋπουργὸς νὰ κάμη κ᾿ ἐμένα γερουσιαστὴ καὶ ῾πασπιστὴ τοῦ Βασιλέως. Τοῦ εἴπα· «Ἐγὼ φκαριστιῶμαι ὁποῦ μπήκετε εἰς τὰ πράματα καὶ λείψαμεν ἀπὸ τὰ κακά, καὶ δὲν θέλω τίποτας. Τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ εἶμαι καὶ νὰ μὴν εἶμαι. – Ὄχι, ἀγαπητέ μου, μοῦ λέγει, πρέπει νὰ μπῆς καθὼς μιλήσαμεν καὶ μὲ τὸν Γαρδικιώτη, νὰ τηράξωμεν κι᾿ ὅποτε βροῦμεν τὴν περίσταση συνφώνως καὶ τὰ ἔξω. Καὶ πρέπει νὰ εἶσαι εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ῾πασπιστής. Καὶ θὰ σοῦ δώσω καὶ τὸν Μεγαλόσταυρον. – Τοῦ λέγω, ἀπὸ αὐτὰ δὲν θέλω τίποτας, οὔτε ἡ ὑγεία μου μοῦ τὸ συχωρεῖ διὰ ῾πηρεσίες. Καὶ σταυροὺς ἔχω κολλημένους εἰς τὸ σῶμα μου, ὁποῦ μοῦ τοὺς ἔδωσαν τὰ ντουφέκια τῶν Τούρκων καὶ δὲν μοῦ τοὺς παίρνει κανένας κι᾿ οὔτε ξεκολλᾶνε ἀπὸ τὸ σῶμα μου ὅσο νὰ πάγω εἰς τὸν τάφο. Ὅμως ἕνα σὲ περικαλὼ· εἰς τὴν πρωτεύουσα ἐδῶ νὰ βάλης ἕναν τίμιο δοικητή, ἕναν ἀστυνόμον τοιοῦτον, ἕναν ἀγρονόμον διὰ νὰ φυλᾶν τὴν τάξη. Ὅτ᾿ εἶναι καὶ ξένοι ἄνθρωποι καὶ θὰ κατηγοριέσαι ἐσὺ καὶ οἱ συντρόφοι σου. Καὶ νὰ βάλης καὶ δυὸ ἀρχηγοὺς τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰς τὰ Ντερβένια καὶ εἰς τὸν δρόμον τῆς Χαλκίδος ν᾿ ἀραδίζουν οἱ ἄνθρωποι ἐλεύτερα, νὰ μὴν τοὺς γυμνώνουν καὶ κατηγοριέται ἡ πατρίδα καὶ ἐσύ· καὶ θὰ μᾶς λένε θερία ὁ ξένος κόσμος. Ὅτι τώρα εἶναι οἱ Βουλὲς καὶ θ᾿ ἀραδίζουν πολὺς κόσμος. Βάλε ἀρχηγοὺς ἀξιωματικούς της μπιστοσύνης σου· βάλε ἀπὸ τὸν Ρωπὸ τὸν Σκουρτανιώτη ὁποῦ ῾ναι φίλος σου, κατὰ τῆς Φήβας τὸν δρόμον τὸν Κριεκούκη, ὁποῦ ῾ναι κι᾿ αὐτὸς φίλος σου καὶ ντόπιοι καὶ οἱ δυό. Τὸ ἴδιον κᾶμε καὶ σὲ ὅλον τὸ Κράτος νὰ σβέση ἡ διχόνοια καὶ νὰ ἑνωθῆ πίσου τὸ Ἔθνος, νὰ μὴν εἴμαστε εἰς αὐτείνη τὴν ἄχλια κατάστασιν καὶ νὰ σκοτώνωνται ἄνθρωποι κάθε ὀλίγον· εἴμαστε λίγοι καὶ νὰ μὴν χαθοῦμεν ἀδίκως. – Μοῦ λέγει, σὲ εὐκαριστῶ, ἀγαπητέ, διὰ τὴν πρότασίν σου· εἶναι πατριωτικὴ καὶ θὰ τὴν ἀκολουθήσω. Εἶναι χρέος μου». Καὶ σύναξε σὲ ὀλίγον καιρὸν καὶ τρογύρισε τὴν πρωτεύουσα μὲ τοὺς πλέον μπερμπάντες. Κι᾿ ἀστυνόμο – ἔβγαλε ἕναν ἀπὸ τὴν φυλακή, Γιαννάκη Κυργιακὸ τὸν λένε. Κι᾿ ὁ δήμαρχος κι᾿ αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος ὁ Κυργιακὸς φίλοι στενοί του Καλλεφουρνά· καὶ τοιοῦτο καὶ τὸ Δημοτικὸν Συνβούλιον· ὅτι τραβηχτήκαμεν οἱ ἄλλοι ἀπὸ μέσα, ὂσ᾿ εἴχαμεν συνείθησιν. Δὲν κόταγε ἄνθρωπος νὰ περπατήση τὴν νύχτα εἰς τοὺς δρόμους. Τοιοῦτοι ὅλοι αὐτεῖνοι καὶ οἱ κλήτορες. Καὶ γίνονταν οἱ μεγαλύτερες κλεψὲς κι᾿ ἀτιμίες· καὶ σκότωμα τὴν νύχτα τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι δὲν ἦταν μ᾿ αὐτοὺς καὶ εἶχαν καὶ κατάστασιν. Ἀπὸ τὸν Περαία ὡς ἐδῶ γύμνωναν τοὺς ἐμπόρους καὶ δὲν μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κάμουν τὴν δουλειὰ τοὺς μόνοι τους, νὰ πᾶνε ἀπάνου καὶ κάτου χωρὶς συντροφιά. Κι᾿ ὅποτε ἔρχονταν χρήματα τοῦ ταμείου ἔπρεπε νὰ τὰ συντροφέψουν μὲ δύναμη εἰς τὴν Οἰκονομία ἀπὸ τὸν Περαία. Καὶ σκότωσαν καὶ γύμνωσαν τόσους ἀνθρώπους.1
Ὁ Μαυροκορδάτος καὶ οἱ φίλοι του, ὁποῦ γύρευαν νὰ σκοτωθοῦν οἱ κάτοικοι, ὅμως νὰ βγοῦν αὐτεῖνοι βουλευταί, δὲν ἐβῆκε οὔτε αὐτός, οὔτε ἐκεῖνοι. Βήκαν καμόσοι μὲ τὸν Μεταξά· τὸν ἀκολούθησαν πίσου κι᾿ ἀπὸ τοὺς παλιούς του φίλους· καὶ τὸ κόμμα τὸ περισσότερόν του Μαυροκορδάτου μ᾿ αὐτόν. Καὶ οἱ φίλοι του ὁποῦ γύρισαν καὶ οἱ ἄλλοι ἦταν περισσότερον τὸ χατίρι τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Οἰκονομίας κι᾿ ὄχι τοῦ Μεταξά. Ὅτι τὰ σκυλιὰ ὅταν τὰ μαθαίνουν εἰς τὸ χασαπαρειὸ οἱ πιστικοί, μένουν πλέον εἰς αὐτό· ὅσο ψωμὶ νὰ ξοδιάση ὁ τζοπάνης, ῾στὸ μαντρὶ δὲν πηγαίνουν ἄλλη φορᾶ νὰ φυλάξουν πρόβατα, νὰ μὴν τὰ φάγη ὁ λύκος. Καὶ πρέπει ὁ τζοπάνης νά ῾χη γνώση ὅταν πηγαίνη πράματα εἰς τὸν χασάπη, τὰ σκυλιὰ νὰ μὴν τὰ παίρνη μαζί του, ὅτι γνωρίζουν τὸν χασάπη τότε καὶ θέλουν νὰ τρῶνε κοιλιὲς κι᾿ ἄντερα. Τὸ λοιπὸν συνάχτηκαν ὅλα τὰ σκυλιά, οἱ φίλοι του Μεταξᾶ καὶ τῶν ἀλλουνῶν, ὅταν τὸν εἶδαν εἰς τὸ χασαπαρειὸ τῆς Οἰκονομίας, κι᾿ αὐτὸς παντύχαινε μὲ τὰ σωστά του ὅτ᾿ εἶναι πλέον δικά του καὶ τὰ τάγιζε κομμάτια. Κι᾿ ἄρχισε ν᾿ ἀντιπολεμὴ τὸν Κωλέτη. Κι᾿ ὄντως συνάχτη ἕνα μεγάλο μέρος καὶ εἶχαν τὴν πολυψηφίαν. Ὅμως ἀνόγητα κινήματα κακὸ ἔβγαλαν κι᾿ ὄχι καλό. Ἀφοῦ ἔβλεπε αὐτὰ ὁ Κωλέτης καὶ τὴν καταισκύνη ὁποῦ τὸ ῾καναν εἰς τῆς Βουλές, μὲ πλατειὰ καρδιὰ τραβοῦσε αὐτὰ καμόσον καιρόν. Τράβησε πίσου τοὺς φίλους του Μεταξᾶ καὶ τὸν ἄφησε μ᾿ ὀλίγους – εἶχε καὶ τὸν Βασιλέα βοηθὸν – κι᾿ ἔτζι δυνάμωσε. Εἶχε ἔρθη κι᾿ ὁ φίλος του Μεταξᾶ ὁ Γρίβας ἀπὸ τὸ Μισίρι. Τὸν δέχτη ὁ Μεταξᾶς καὶ οἱ συντρόφοι του κι᾿ ὁ Φιλήμονας μὲ τόσα ἐγκώμια, στεφάνια ἀσημένια, σὲ κάδρα τύπωμα κι᾿ ἄλλα πολλά. Ἀφοῦ ἀπόλαψε ὅλα αὐτά, πάγει μὲ τὸν Κωλέτη αὐτός, ὁ Κριτζώτης κι᾿ ἄλλοι. Τότε ἔβλεπες, ἦταν μία χαρὰ ἡ πρωτεύουσα – κι᾿ ὁ Καλλεφουρνᾶς ἑνωμένος – καὶ κλεψὲς κι᾿ ἄλλες ἀκαταστασίες πλῆθος. Πγιάσαν κάτι ξένους σημαντικοὺς καὶ τοὺς γύμνωσαν. Ἦρθε καὶ μία γυναίκα ἀπὸ τὴ Σμύρνη μὲ μεγάλη κατάστασιν καὶ δυὸ κορίτζα νὰ τὰ παντρέψη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μείνη ἐδῶ, νὰ φκειάση σπίτι καὶ ν᾿ ἀγοράση χτήματα. Πῆγαν μίαν βραδειά της πῆραν καὶ τὰ χρήματα καὶ τὰ τζιβαϊρκά της καὶ τ᾿ ἀσήμια της κι᾿ ὅλα της τὰ πράματα. Καὶ διακόνευαν καὶ ζοῦσαν. Ὅθεν μίλησαν, δικαιοσύνη δὲν εἶδαν. Τότε κατάντησαν νὰ γένουν ἄτιμες νὰ τρῶνε ψωμί.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τῆς κακῆς συντροφιᾶς δὲν εἶχε συμμεθέξη εἰς αὐτὰ τότε, εἶχε τραβηχτή, ἀλλὰ ἡ συντροφιὰ εἶχε πίστη εἰς αὐτόν· ἔρχεται καὶ μοῦ ξηγέται αὐτὰ ὁποῦ κάνουν αὐτεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, δολοφονίες, κλεψὲς κι᾿ ἄλλα. Μοῦ λέγει νὰ μὴ μαθευτῆ αὐτὸς καὶ κιντυνεύει εἰς τὴν ζωή του – νὰ τοῦ δώσω ἕναν πιστόν μου ἄνθρωπον νὰ πᾶνε σὲ μέρος νὰ τοῦ δείξη ὅλα τ᾿ ἀντικλείδια καὶ τῆς κλεψές· καὶ τὰ χρήματα τῆς γυναικὸς καὶ τ᾿ ἀσήμια της κι᾿ ὅλο της τὸ βίον καὶ ξένα ρωλόγια κι᾿ ἄλλα τά ῾χουν ῾σ ἕνα νησὶ σὲ μίαν τρύπα. Ἐγὼ ἤμουν ἁπλὸς πολίτης, καμμίαν ἐξουσίαν δὲν εἴχα· νὰ τὸ εἰπῶ τοῦ δοικητῆ, εἶναι σύντροφός του ἀστυνόμου· τοῦ Μεταξά, εἶχα πολὺν καιρὸ ὁποῦ δὲν τοῦ ἔκρινα, οὔτε μὸ ῾κρινε. Τὸ λοιπὸν ἀποφάσισα νὰ τὸ εἰπῶ τοῦ Βασιλέως, νὰ δώση ἕναν ἄνθρωπον κι᾿ ἂς ὑπάγη νὰ ἰδῆ αὐτά. Ἀφοῦ τὰ εἶπα τῆς Μεγαλειότης του, μοῦ λέγει· «Μπορεῖς αὐτὰ νὰ τ᾿ ἀποδείξης εἰς τὸ κριτήριον; – Τοῦ λέγω, τί ἔχει αὐτὸ ὁποῦ σου λέγω ἐγὼ μὲ τὸ κριτήριον; Δῶσε ἕναν ἄνθρωπον πιστόν σου νὰ πάγη μαζὶ μ᾿ ἐκεῖνον νὰ ἰδοῦνε· κι᾿ ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅλα αὐτά, νὰ πάρης μέτρα, ὅτι πηγαίνει ἡ κοινωνία κακά· ἔγινε ρουμάνι ἡ πρωτεύουσά σου καὶ δὲν μποροῦνε νὰ κινηθοῦν οἱ ἄνθρωποι διὰ τῆς δουλειές τους». Μοῦ λέγει τὸ ἴδιον, νὰ τ᾿ ἀποδείξω εἰς τὸ κριτήριον. Τοῦ λέγω· «Δὲν ἔχω καμμίαν δουλειὰ μὲ τὰ κριτήρια. Ἐμένα μὲ κιντυνεύουν καθημένον εἰς τὸ σπίτι μου κι᾿ ὄχι ν᾿ ἀνακατώνωμαι εἰς κριτήρια. – Μοῦ λέγει, εἰς τὸ ἑξῆς νὰ εἶσαι ἑνωμένος μὲ τὸν πρωτοϋπουργόν μου. – Τοῦ λέγω, δὲν συνείθισα νὰ ἀπατῶ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ὄχι τὴν Μεγαλειότη σου. Δὲν εἶμαι σύνφωνος μ᾿ αὐτόν. – Σὲ διατάττω ἐγὼ νὰ εἶσαι σύνφωνος! – Τοῦ λέγω δὲν μ᾿ ἔχεις σκλάβον ἡ Μεγαλειότη σου· ὑπήκογον μ᾿ ἔχεις». Σὰν τοῦ εἶπα αὐτό, βαρυθύμωσε πολύ. Τοῦ λέγω· «Τὸ βλέπεις ἐκεῖνο τὸ παλεθύρι, Μεγαλειότατε; – Τὸ βλέπω, μοῦ λέγει. – ῾Σ ἐκεῖνο τὸ παλεθύρι νὰ εἶναι τρακόσοι, τετρακόσοι ὑπήκοοί σου, οἱ πλέον τίμιοι, πολιτικοί, στρατιωτικοί, θρησκευτικοί, ἐκεῖνοι ὁποῦ σου διατηροῦν τὸν θρόνο σου, καὶ νὰ εἶναι ὁ Κωλέτης μ᾿ ἕναν μὲ δυὸ μόνον φίλους του ἀπὸ ῾κείνους τοὺς μπερμπάντες ἢ Κλεομένη, ἢ Σοφιανόπουλον, ἢ ἄλλον τοιοῦτον, κ᾿ ἕνας μόνον ἀπὸ αὐτοὺς νὰ τοῦ εἰπή· «Ρίξε αὐτοὺς ὅλους τους τίμιους ἀνθρώπους κάτου, εἰδὲ θὰ πέσω ἐγώ», ἔχει τέτοια ψυχή, ὁποῦ ρίχνει ὅλους ἐκείνους κάτου νὰ σκοτωθοῦν διὰ νὰ γλυτώση ἕναν μπερμπάντη. Γιὰ χατίρι αὐτεινῶν τῶν μπερμπάντων εἶναι ἕτοιμος νὰ χαλάση κάθε τίμιον ἄνθρωπον, κάθε ἠθική, τὸ Ταμεῖον, τὸ ἱερὸν Κράτος σου ὅλο καὶ νὰ μὴν ἀφήση κανένα γερὸν πράμα καὶ τίμιον. Καὶ μὲ τοὺς τοιούτους τήρα σὲ τί ἄχλιαν κατάστασιν εἶναι ἡ ἴδια σου πρωτεύουσα». Μοῦ λέγει ῾σ ἀπάντηση καὶ πάλε νὰ εἶμ᾿ ἑνωμένος. Τοῦ λέγω· «Ὡς κυβέρνησή σου ὑποτάζομαι, ὡς ἄτομον δὲν θέλω νὰ ῾νεργήση τὴν θέλησή του ῾σ ἐκεῖνο ὁποῦ δὲν εἶναι δίκιον». Τὸ ῾καμα τὸ σκήμα κ᾿ ἔφυγα. Μαθαίνει αὐτὰ ὁ Κωλέτης, ἄρχισε νὰ λαβαίνη μέτρα ἀναντίον μου κακά. Συχνὰ ἔλεγε τοῦ Βασιλέα διὰ νὰ τὸν ἀποκοιμίση, κι᾿ ἄν μου κάμη τίποτας, νὰ εἶναι προϊδεασμένος. Τοῦ ἔλεγε· «Αὐτὸς ὁ Μακρυγιάννης εἶναι καλὸς ἄνθρωπος, ὅμως ἁπλὸς κι᾿ ὅ,τι τοῦ λένε τὰ πιστεύει· ποτὲ δὲν ἡσυχάζει· καὶ εἶναι ἐπικίντυνος πολύ». Σὲ λίγον καιρὸν γίνονται κι᾿ ἄλλες κλεψὲς ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον καὶ τοὺς κλητῆρες τοῦ – μπαίνουν σὲ ἀνάκρισιν ἀπὸ τὸν ῾σαγγελέα καὶ μαρτυροῦνε τὰ νέα κλεψιμιὰ καὶ τὰ παλιά· μπαίνουν ὁ ἀστυνόμος εἰς τὴν χάψη καὶ οἱ κλήτορες. Ὡς τὴν σήμερον εἶναι χάψη εἰς τὸ μπουντρούμι τῆς Χαλκίδος κι᾿ ἀπὸ χρήματα καὶ τζιβαϊρκὰ οἱ ἄνθρωποι ὡς τὴν σήμερον δὲν πῆραν τίποτας – ἀσήμαντα πράματα πῆραν, τ᾿ ἄλλα τὰ ῾φαγαν ὅλα αὐτεῖνοι οἱ καλοὶ ἄνθρωποι. Μὲ χιλιάδες μέσα τρόμαξαν νὰ λευτερώσουν τὸν σύντροφόν τους ἀστυνόμο Γιαννάκον Κυργιακὸν διὰ τὴν τιμή τους, ὅτι τοὺς ἔβαλαν οἱ ἄνθρωποι ὀμπρὸς κι᾿ ὅλες οἱ ῾φημερίδες. Καὶ μὲ πολὺν καιρὸν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν χάψη.
Βάλθηκαν νὰ χαλάσουν τὸ Σύνταμα. Φκειάνουν μίαν ἐταιρίαν πρώτα· ῾σ ἕναν καιρὸν νὰ σκοτώσουν ὅλους τους Σεπτεβριανούς, ὅσοι δὲν βουλλώθηκαν μὲ τὴν βούλλα τους. Τὸν ὅρκον τὸν εἶχε ὁ συνταματάρχης Γιώργη Ζέρβας Σουλιώτης εἰς τὴν κασσέλλα του· κατηχοῦσαν μ᾿ αὐτὸν καὶ πάλε τὸν ἔβαιναν μέσα. Ἦταν κ᾿ ἕνας μ᾿ ἐμᾶς καὶ τὸν παντύχαιναν δικό τους· κι᾿ ἀφοῦ ἔμαθε αὐτά, βῆκε ἔξω μίαν ἡμέραν ὁ συνταματάρχης, ὁ ἄνθρωπος ἔκλεψε τὸν ὅρκον αὐτὸν καὶ τὸν πῆγε τοῦ Γιάννη Κώστα κι᾿ αὐτὸς τὸν ἤφερε ἐμένα. Σύναξα τοὺς Σεπτεβριανοὺς Κριτζώτη κι᾿ ἄλλους καὶ τὸν εἶδαν. Σὲ ὀλίγες ἡμέρες ἔστειλα καὶ τοῦ Μεταξᾶ καὶ ἦρθε εἰς τὸ σπίτι μου, ὅτ᾿ εἴχαμεν ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Συνέλεψης νὰ κρίνη ἕνας τὸν ἄλλον. Ἀφοῦ τὸν εἶδε τὸν ὅρκον τρόμαξε. Καὶ τότε τοῦ λέγω· «Ἐπειδήτις εἴχαμεν τέτοια ἀρετὴ κι᾿ ὁμόνοια παθαίνομεν αὐτά, καὶ θὰ μᾶς φᾶνε καὶ τὰ κεφάλια μας· κι᾿ ἂς ἑνωθοῦμε ὀπίσου, ἴσως καὶ σωθοῦμεν. Τὸν Καλλέργη κι᾿ ἄλλους τοὺς ἔκαμαν ἐξορίαν, ἐμᾶς θὰ μᾶς φᾶνε». Κ᾿ ἑνωθήκαμεν πίσου τὸν Μάρτιον μήνα τὸ 1845.
Διατάττει ὁ Κωλέτης εἰς τὸ τόξον τῆς γιορτῆς τῆς 25 Μαρτίου νὰ μὴν βάλουν τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Συντάματος. Καὶ πηγαίνοντας ὁ Βασιλέας εἰς τὴν ἐκκλησιὰ κ᾿ ἐμεῖς οἱ ἀξιωματικοί, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ – εἶχε δυὸ συντροφιὲς κάμη, μίαν μὲ τὸν Γιαννάκο τὸν Κυργιακὸ κι᾿ ἄλλη μ᾿ ἄλλους τοιούτους: ἡ μία κομπανία νὰ εἰπῆ «κάτου τὸ Σύνταμα», ἡ ἄλλη νὰ εἰπῆ «κάτου τὸ Ὑπουργεῖον», καὶ τότε νὰ βάλη τὴν στρατιωτικὴ δύναμιν νὰ πελεκήση ἐμᾶς. Αὐτὸ τὸ ῾μαθα ἐγὼ ἀπὸ φίλον στενόν· καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ σκέδιον ῾νεργούσε κι᾿ αὐτός· τοὺς ἔκανε τὸν φίλον. Τότε μαθαίνοντας αὐτό, ἀντάμωσα τοὺς ὁπλαρχηγοὺς ὅλους Κριτζώτη, Γρίβα, Παπακώστα κι᾿ ἄλλους πολλοὺς καὶ τοὺς εἶπα αὐτὸ τὸ σκέδιον· καὶ τοὺς εἶπα ῾κείνη τὴν ἡμέρα νὰ μὴν πᾶμε κανένας εἰς τὴν ἐκκλησίαν· κι᾿ ἂν ἰδοῦμεν τίποτας νὰ συναχτοῦμεν ὅλοι ῾σ ἕνα μέρος καὶ νὰ συνάξωμεν καὶ τὸν λαόν· κι᾿ ὁ αἴτιος ἂς δώση λόγον εἰς τὸν Θεόν. Μείναν σύνφωνοι ὅλοι νὰ συναχτοῦνε εἰς τὸ σπίτι μου ὡς παράμερον μέρος. Τὸ κόμμα τοῦ Μαυροκορδάτου ἦταν κι᾿ αὐτὸ πολὺ φοβιμένο, ὡς ἀγαναχτισμένοι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτοὺς διὰ τὰ ὅσα ἀκολούθησαν εἰς τὴν κυβέρνησή τους, καὶ δὲν ἤξεραν τί τρέχει. Ἐγὼ ἤμουν γγισμένος μ᾿ αὐτούς, ὄχι ὅμως νὰ θέλω καὶ τὸ κακό τους. Στέλνει ὁ Μαυροκορδάτος τὸν Κοντογιάννη κ᾿ ἔρχεται εἰς τὸ σπίτι μου. Τοῦ εἶπε· «Σύρε ἀντάμωσε τὸν Μακρυγιάννη κι᾿ ἂν εἶναι κανένα κακόν, θὰ σοῦ τὸ εἰπῆ, ὅτι αὐτὸς δὲν μπαίνει μέσα εἰς αὐτά». Ἦρθε κι᾿ ὁ Σπυρομήλιος κι᾿ ἄλλοι. Τοὺς εἶπα τὰ τρέχοντα καὶ τοὺς εἶπα τί ἀποφασίσαμεν· κι᾿ ἂν τύχη τίποτας ποὺ θὰ συναχτοῦμεν. Τότε μαθαίνει αὐτὰ ὁ Κωλέτης, στέλνει τὸν Γαρδικιώτη, πήγαμεν ἐκεῖ. Μοῦ λέγει· «Τ᾿ εἶναι αὐτὲς οἱ ὑποψίες ὁποῦ βάνεις τῶν ἀνθρώπων χωρὶς νὰ ὑπάρχουν; Καὶ πρέπει ὅλοι νὰ πᾶτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὁποῦ θὰ πάγη κι᾿ ὁ Βασιλέας. – Τοῦ λέγω, δὲν πάμεν πουθενά· κι᾿ ὅ,τι ἐργάζεστε τὰ ἐργάζεστε μ᾿ ἀνθρώπους καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ λένε τῶν ἀνθρώπων». Φύγαμεν μὲ τὸν Γαρδικιώτη. Τοῦ λέγω· «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπατεώνας καὶ ξένη κρεατούρα. Ἐσὺ πρέπει νὰ μιλήσης τοῦ Βασιλέως καὶ νά ῾χης τὸν νοῦ σου». Τότε ὁ Κωλέτης σὰν εἶδε αὐτά, διάταξε τὸν δοικητὴ κ᾿ ἔβαλε τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Συντάματος εἰς τὸ τόξον καὶ μίλησε τῆς συντροφιᾶς τους νὰ νεκρώσουνε αὐτὸ τὸ σκέδιον. Δὲν πῆγε κανένας ἀπ᾿ ὅσους μιλήσαμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, οὔτε βήκαμεν ἀπὸ τὰ σπίτια μας. Ἄρχισε ὁ Κωλέτης νὰ λαβαίνη μέτρα ἀναντίον μου καὶ νὰ στέλνη νὰ μὲ μπλοκάρη τὴν νύχτα μ᾿ ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας2 διὰ νὰ μὲ κακοσυσταίνη ὅτ᾿ εἶμαι ἄγριον θερίον τῆς κοινωνίας καὶ πρέπει νὰ λείψω ἀπὸ ῾δω, νὰ ἡσυχάση αὐτείνη ἡ κοινωνία.3
Εἰς τὸ κατάστημα ὁποῦ συνάζονταν οἱ Βουλὲς εἶχαν βάλη μπαρούτι κρυφίως ἀπὸ κάτου νὰ τοὺς ἀναποδογυρίσουν, ὅταν συναχτοῦν. Αὐτὸ μαθεύτηκε, ἔγινε ἕνα μεγάλο πατριντί. Ἐγὼ ἤμουν ἀστενής· πῆγα εἰς τοῦ Κριτζώτη τὸ κονάκι. Συνάχτηκαν πολλοὶ ὁπλαρχηγοὶ κι᾿ ἄλλοι, πιάστη ἡ ὁμιλία αὐτείνη. Ἐγὼ τοὺς εἶπα πρέπει νὰ προσέχουν ἐκεῖνοι ὁποῦ φυλᾶνε βάρδιες καὶ νὰ μὴν γένωνται παρόμοια. Αὐτὸ εἶπα. Φιλονίκησαν καμπόσο. Σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα. ῾Ρεθίζουν τὸ ταχτικὸν ὅτι τοὺς ἀτίμησα καὶ θέλει ὁ στρατὸς ῾κανοποίηση ἀπὸ ῾μένα. Τὸ Φρουραρχεῖον μὲ προσκάλεσε νὰ μὲ ξετάξη –σύντροφός τους κι᾿ ὁ φρούραρχος – καὶ τρόμαξα νὰ ξεμπερδέψω ἀπὸ τὴν ἄδικη κατηγορίαν.
Ἀπὸ τότε ὁποῦ ἔπεσε ὁ Μαυροκορδάτος καὶ ἡ φατρία τοῦ ἔπεσε ὅλως διόλου καὶ ἡ ἐπιρροὴ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ δύναμη τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας. Ἐλαμπρύνθη ὁ Κωλέτης καὶ ἡ συντροφιά του κι᾿ ὅλες οἱ ξεκλησμένες παντιέρες καὶ οἱ σαβοῦρες τοῦ τόπου. Κι᾿ ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἦταν τὸ πᾶν καὶ κοντὰ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἦταν τὸ «λύσε» καὶ τὸ «δέσε» καὶ γενικὸς συβουλάτορας σὲ ὅλα ὁ κύριος Πισκατόρης· κι᾿ ἀδελφὸς στενός του πρώτου ὑπουργοῦ Κωλέτη. Κι᾿ ὅ,τι ὁδηγίες ἔστελνε ὁ Φίλιππας ὁ βασιλέας τῆς Γαλλίας καὶ ἡ κυβέρνησή του ἐκεῖνο γένονταν. Κι᾿ ὅλος ὁ ἀγώνας τους, τόρα ὁποῦ ἔλαβαν ἐπιρροὴ καὶ τὰ μέσα ἐδῶ, εἶναι διὰ τὴν θρησκείαν· σκολειὰ γαλλικά, μοναστήρια, ἐκκλησίες καὶ πλῆθος ἄλλα μέσα καὶ κατήχησες εἰς τὸν κόσμο γιὰ νὰ προβοδέψουν αὐτὸ τὸ ἔργον. Μάσαν κι᾿ ὅλους τους μπερμπάντες δικούς μας καὶ ξένους κι᾿ ἀγωνίζονται εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον μὲ μεγάλη προθυμία. Καὶ ποιοὶ ἐργάζονται εἰς αὐτό; Μεγάλοι ἄντρες, βασιλέας πλούσιος ἀπὸ σοφία, ἀπὸ κατάστασιν, ἀπὸ ὑπηκόγους. Καὶ τί ἀγωνίζεται αὐτός; Ν᾿ ἀλλάξη τὴν θρησκείαν ἑνοῦ ξεψυχησμένου καὶ μικρούτζικου ἔθνους – νὰ πάρη μισὸ δράμι νερὸν νὰ τὸ ρίξη εἰς τὴν θάλασσα νὰ τὴν γλυκάνη, νὰ πγῆ νερὸ αὐτός. Μεγάλε βασιλέα, δὲν εἶναι δική σου δουλειὰ αὐτείνη. Οἱ θρησκεῖες εἶναι ἔργα ἑνοῦ ἀνώτερου βασιλέα, τοῦ Θεοῦ. Θέλει αὐτὸς ν᾿ ἀκούγη δοξολογίαν ξεχωριστῆ ἀπὸ τὴν δική σου. Θέλει κάθε ἔθνος κατὰ τὴν θρησκείαν του νὰ τὸν σέβεται, νὰ τὸν λατρεύη καὶ νὰ τὸν δοξάζη. Οἱ ψεῦτες καὶ οἱ κόλακες, ὁποῦ σας κάνουν ὅλους ἐσᾶς τοὺς βασιλεῖς μὲ τὴν γλυκὴ τοὺς γλώσσα καὶ χάνετε τὴν δικαιοσύνη σας καὶ γίνεστε ἐπίορκοι εἰς τὸν Θεὸν καὶ δοξολογᾶτε τὸν διάβολον, αὐτεῖνοι δὲν πιστεύουν Θεόν. Δὲν δουλεύουν διὰ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία αὐτεῖνοι, δουλεύουν οἱ γενναῖγοι ἄντρες καὶ σκοτώνονται δι᾿ αὐτά. Ἐκεῖνοι θέλουν νά ῾χουν τὴν θρησκεία τους καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸν μὲ τὸ μέσον τῆς θρησκείας, καὶ τότε λέγεστε κ᾿ ἐσεῖς δίκαιοι βασιλεῖς, ἐπίτροποι τοῦ Θεοῦ, ὅταν τοὺς ἀφίνετε ἐλεύτερους εἰς τὰ αἰστήματά τους. Καὶ ζῆτε δοξασμένοι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόγους σας κι᾿ ὄχι ἀπὸ τοὺς τεμπέληδες. Ὄχι νὰ κάθεσαι ἐσύ, ἕνας μεγάλος βασιλέας, καὶ νὰ καταγένεσαι ν᾿ ἀλλαξοπιστήσης μίαν χούφτα ἀνθρώπους, ὁποῦ ἦταν τόσους αἰῶνες χαμένοι καὶ σβυσμένοι ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Ἐκεῖνος ὁποῦ τοὺς κυρίεψε τοὺς ἔκαιγε εἰς τοὺς φούρνους, τοὺς ἔκοβε γλῶσσες, τοὺς παλούκωνε ν᾿ ἀλλάξουν τὴν θρησκείαν τους καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τίποτας. Τώρα ὁ Θεός, ὁ δίκιος καὶ παντοδύναμος, ὁποῦ ὁρίζει κ᾿ ἐσένα, ἀνάστησε αὐτεῖνο τὸ μικρὸ ἔθνος καὶ θέλει νὰ δοξάζεται ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μικρὸ ὀρθόδοξο ἔθνος ὀρθοδόξως κι᾿ ἀνατολικῶς, καθὼς οἱ ἐδικοί σου ὑπήκοοι τὸν δοξάζουν δυτικῶς. Κ᾿ ἐσὺ ὁ μεγάλος χριστιανὸς δυτικὸς βασιλέας, ὁ ἐπίτροπος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν λαόν σου, πρέπει νὰ προσέχης νά ῾χη αὐτὸς ὁ λαὸς ἀρετὴ καὶ ἠθικὴ καὶ νὰ τὸν παρακινῆς νὰ δοξάζη τὸν Θεὸν κατὰ τὴν θρησκείαν του· κ᾿ ἐσέναν καὶ τὴν πατρίδα του νὰ σᾶς σέβεται, κι᾿ ὄχι νὰ χάνης τῆς βασιλικές σου στιμὲς καὶ τῆς πολυτίμητες· νὰ ὁδηγῆς τὸν «γκενεράλ» Κωλέτη σου, (ὁποῦ δὲν ἤξερε πὼς βάνουν τὴν πέτρα εἰς τὸ ντουφέκι καὶ τὸν ὀνόμασες καὶ γκενεράλη· ὅτι οἱ Μεγαλειότες σας ὅλους τους τοιούτους τοὺς τιμᾶτε καὶ δοξάζετε, ὅτι αὐτεῖνοι ἐκτελοῦν τὴν θέλησή σας), καὶ καταγίνεται νὰ γυρίση ἀπὸ τὴν θρησκεία τοὺς τοὺς ἀπογόνους τῶν παλιῶν Ἑλλήνων, τὰ παιδιὰ τοῦ Ρήγα, τοῦ Μάρκο Μπότζαρη, τοῦ Καραϊσκάκη, τοῦ Δυσσέα, τοῦ Διάκου, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Νικήτα, τοῦ Κυργιακούλη, τοῦ Μιαούλη, τοῦ Κανάρη, τῶν Ὑψηλάντων κι᾿ ἀλλουνῶν πολλῶν, ὁποῦ θυσιάσαν καὶ τὴν ζωή τους καὶ τὴν κατάστασίν τους δι᾿ αὐτείνη τὴν ὀρθόδοξη θρησκεία καὶ δι᾿ αὐτείνη τὴν ματοκυλισμένη μικρή τους πατρίδα. Ἡ Μεγαλειότη σου μπορεῖ νὰ μὴν τὰ ξέρης αὐτά· ὁ Κωλέτης καὶ οἱ συντρόφοι του δὲν τὰ ξέρουν; Ὁ Μαυροκορδάτος καὶ οἱ ὀπαδοί του δὲν τὰ ξέρουν; Καὶ οἱ ἄλλες φατρίες δὲν τὰ ξέρουν, νὰ σᾶς εἰποῦνε, τῆς Μεγαλειότης σας καὶ τῆς συντροφιᾶς σας, ὄτι· «Αὐτὸ δὲν γένεται εἰς τὴν θρησκεία μας καὶ εἰς τὴν πατρίδα μας, ὅτι αὐτείνη ἡ θρησκεία κι᾿ αὐτείνη ἡ πατρίδα εἶναι δική μας καὶ μᾶς τίμησε κιόλα καὶ μᾶς γιόμισε δόξες, σταυροὺς καὶ μᾶς ἔδωκε βαρυοὺς μιστοὺς καὶ ἔκαμεν Ἐκλαμπρότατους καὶ μᾶς τιμάει καὶ μᾶς σέβεται, ὁποῦ ἤμαστε πρῶτα τουρκοκόπελα καὶ τώρα ἐγίναμεν τοιοῦτοι». Ἂν εἶναι τοιοῦτοι αὐτεῖνοι ὅλοι, προδότες τῆς θρησκείας τους κι᾿ ὅλων τῶν τίμιων ὀρθόδοξων Χριστιανῶν, ὁ Βασιλέας μας διατὶ ἀμελεῖ ἀπάνου εἰς αὐτό; Ὅταν δέχτη νὰ ῾ρθῆ νὰ βασιλέψη κι᾿ ὁρκίστη ὅτι θὰ βασιλέψη καὶ θὰ δοικήση Ἕλληνες ὀρθόδοξους χριστιανοὺς καὶ θὰ τοὺς διατηρήση θρησκεία, τιμή, κατάσταση καὶ συνταματικῶς θὰ κυβερνάγη – ὅλα αὐτὰ ἡ Μεγαλειότης τοῦ διατὶ τὰ ἀμέλησε καὶ τὰ τζαλαπάτησε;
Μάθαινα ἀπὸ ἀνθρώπους τίμιους ὅτι ἡ κατήχηση τῶν ξένων ἀναντίον τῆς θρησκείας μας προοδεύει. Τότε κάπνισαν τὰ μάτια μου. Πάγω εἰς τὸν κουμπάρο μου τὸν Κωλέτη, τὸν παίρνω σὲ μίαν κάμαρη, τοῦ λέγω πὼς ἦρθε εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα, ξυπόλυτος, γυμνός. Οἱ ἄλλοι γιατροὶ ὁποῦ ῾ρθαν φέραν κι᾿ ἀπὸ ῾να γλυστήρι καὶ γιατρικὰ καὶ τήραγαν τοὺς ἀστενείς· «Ἐσύ, τοῦ εἶπα, οὔτε αὐτὰ ἤφερες, οὔτε ἀστενεῖς κύταξες. Ἐτιμήθης, δοξάστης ἀπὸ τὴν πατρίδα σου. Γιόμωσες σταυρούς, χρήματα· –δὲν μᾶς ἀφίνεις πλέον ἥσυχους νὰ ζήσουμεν ἐδῶ εἰς τὴν ματοκυλισμένη μας πατρίδα μὲ τὴν θρησκεία μας, ἀλλά μας τζαλαπατᾶς καὶ μᾶς διαιρεῖς;» Ἀφοῦ τοῦ εἶπα πολλά, τοῦ λέγω· «Γνωρίζομεν τῆς ἐνέργειες τῆς μυστικὲς τῶν ξένων ὁποῦ ἐργάζονται διὰ τὴν θρησκεία μας – θρησκείαν δὲν ἀλλάζομεν ἐμεῖς, οὔτε τὴν πουλοῦμεν! Σοῦ εἶπα καὶ εἰς Ἄργος, ὅταν γύρισες μὲ τὸν Ἀγουστίνο καὶ γέλαγες ἐμᾶς τοὺς ἄλλους· τὸ κεφάλι τοῦ Καποδίστρια ἔγινε μία τρύπα κ᾿ ἐσένα θὰ γένη καυκιά. Τότε, ὅταν ῾σ ἀπάτησαν εἰς τὰ νιτερέσια σου καὶ θὰ σὲ σκότωναν, γύρισες μ᾿ ἐμᾶς καὶ τρομάξαμεν νὰ σὲ σώσωμεν καὶ νὰ σωθοῦμεν κ᾿ ἐμεῖς, ὅσοι μείναμεν. Τώρα θὰ γένης κομμάτια ἀπὸ αὐτὰ ὁποῦ ἐργάζεσαι ἐσὺ μὲ τοὺς ὅμοιούς σου κι᾿ ἀφίνεις καὶ τοὺς ξένους κ᾿ ἐργάζονται διὰ τὴν θρησκείαν μας». Ἦρθε κ᾿ ἔγινε κατακίτρινος καὶ πέρασε καμπόσο διάστημα νὰ μοῦ δώση ἀπάντησιν. Μοῦ λέγει· «Ἡ Κυβέρνηση πρέπει νὰ λάβη μέτρα διὰ ῾σένα. – Τοῦ εἶπα, κουσούρι νὰ μὴν κάμης ἐσὺ καὶ ἡ Κυβέρνησή σου!» Σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα. Τότε ἔστειλε στρατιῶτες, τὴν νύχτα, μοῦ τρογύριζαν τὸ σπίτι. Ὅτι καθὼς ἐγίναμεν κουμπάροι τοὺς εἶχε σηκώση· σὰν εἶδε ὁποῦ δὲν ἀπόλαψε τίποτας ἀπὸ τὴν κουμπαριά του, ἔβαλε ἐκ νέγου στρατιῶτες καὶ φίλους τοῦ πιστοὺς κι᾿ ἀφοῦ μὲ φύλαγαν, ἔρχονταν καὶ πέτρες εἰς τὸ σπίτι μου διὰ νὰ βγῶ νὰ τοὺς μιλήσω, νὰ κάμουν τὸν κακό τους σκοπόν. Αὐτὸ τὸ πετροβόλησμα τὸ ἀκολουθοῦσαν πάντοτες. Μίλησα τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Τζαβέλα, τοῦ κάκου. Τὸ ῾βαλα εἰς τὴν ῾φημερίδα. Ἔρχονταν πάντοτες ἄνθρωποι καὶ μὸ ῾λεγαν νὰ φυλαχτῶ, ὅτι θὰ μὲ σκοτώσουνε. Μίαν ἡμέρα ἔρχεται ὁ ὑποστράτηγος Γιατράκος· ἦταν κι᾿ ὁ Μαμούρης ὀμπροστά· μου ῾χε παραγγείλη κι᾿ ἄλλες φορές· αὐτὸς ἦταν μ᾿ αὐτούς, ὅμως ὡς συναγωνιστῆ τὸν εἶχα καὶ εἰς τὸν ὅρκον πρωτύτερα. Μοῦ λέγει ὀμπρὸς εἰς τὸ Μαμούρη ὄτι· «Σου παράγγειλα τόσες φορὲς θὰ σὲ σκοτώσουν χωρὶς ἄλλο καὶ θ᾿ ἀφήσης τόση φαμελιὰ εἰς τοὺς πέντε δρόμους. Σοῦ εἶπα νὰ ῾νωθής μ᾿ αὐτούς, καθὼς ἑνωθήκαμεν ὅλοι· ἐσὺ δὲν θέλεις. Σὰν δὲν θέλης, φυλάξου, ὅτι θὰ σὲ σκοτώσουν. Ἔχεις πολλοὺς ὀχτρούς. – Τοῦ λέγω, ὀχτροὺς ἂν τοὺς ἔκαμα, δὲν λυπῶμαι, ὅτι κακὸ κανενοῦ δὲν ἔκαμα διὰ τὸ νιτερέσιόν μου. Ὅταν μου πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ῾νεργήσω κι᾿ ὅ,τι θέλουν ἄς μου κάμουν». Εἶχε κάμη μεγάλη κάψη· καὶ οἱ κόρυζες καὶ τὰ κουνούπια μας ἀφάνισαν κλεισμένους ὅλους μέσα· καὶ μ᾿ ἀρρώστησε ὅλη μου ἡ φαμελιά.
Μίαν ἡμέρα καθόμουν εἰς τὴν κρεββάτα· ἦταν κι᾿ ἄλλοι ἄνθρωποι, καὶ μιλούσαμεν. Ἀπόξω τὰ τείχη τοῦ περιβολιοῦ μου πέρναγαν δυὸ ἄνθρωποι, καὶ καταπάταγαν τὸν τόπον. Λέγει ἕνας· «Αὐτεῖνοι δὲν εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι». Καὶ πιάσαμεν πάλε τὴν ὁμιλίαν. Τὸ βράδυ ἦρθαν ἐναδυὸ φίλοι εἰς τὸ σπίτι μου κι᾿ ὁ δήμαρχος τῶν Μεγάρων. Φάγαμεν ψωμί. Ἔπεσαν νὰ κοιμηθοῦν εἰς τὴν ταράτζα· καὶ εἶχα καὶ δυὸ τρεῖς δικούς μου. Τὴν νύχτα σηκώθηκα· ἀπὸ μέσα τὸ περιβόλι μου, εἰς τ᾿ ἀγκωνάρι τοῦ σπιτιοῦ μου φύλαγαν ἄνθρωποι, μὸ ῾δωσαν ἕνα ντουφέκι – πέρασε ἀπὸ τὸ μπλέφαρό μου· δὲν μὲ πῆρε. Ρίχτηκα ἐγὼ πῆρα τὸ ντουφέκι μου, ἔρριξα· ἔρριξαν κ᾿ ἐκεῖνοι πάλε. Φύγαν. Τότε βήκαμεν ἔξω ἀναντίον αὐτεινῶν. Πῆραν ποδάρι, νύχτα, φύγαν. Ἦταν καὶ τ᾿ Ἁλώνια – ἀνακατεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι. Ἄλλοι, συντρόφοι τοὺς αὐτεινῶν, ἔλπιζαν ὅτι μὲ σκότωσαν· εἴπαν· «Τρόμαξε νὰ βγῆ ὄξω ἡ νύφη, ὁποῦ κοπιάζαμεν τόσον καιρό». Αὐτὸ τ᾿ ἄκουσαν οἱ ἄνθρωποι εἰς τ᾿ Ἁλώνια, δὲν γνώρισαν τοὺς ἀνθρώπους. Τὴν ἡμέρα ἦρθε ὁ ἀστυνόμος, ὁ μοίραρχος – τῆς συντροφιᾶς τους – νὰ ξετάσουνε. Δὲν θέλησα νὰ τοὺς μιλήσω τίποτας.
Τότε ἔφκειασα μίαν ἔκθεσιν εἰς τὸν τύπον, ἔβαλα καὶ τὴν κόπια τοῦ ὅρκου, ὁποῦ θὰ σκότωναν τοὺς Σεπτεβριανούς, καὶ τ᾿ ἄλλα ὅλα. Σηκώθηκα καὶ πῆγα καὶ μίλησα καὶ τοῦ Βασιλέα καμπόσα καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ. Τοὺς εἶπα, εἰς τὸ ἑξῆς τόμως ἰδῶ ἄνθρωπον ὁποῦ νὰ μὲ φυλάγη, θὰ ρίξω νὰ τὸν σκοτώσω. Τότε μὲ προσκαλεῖ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Στρατιωτικοῦ καὶ βάνουν ἀνακριτᾶς καὶ μ᾿ ἀνάκρεναν τόσες ἡμέρες. Προσκάλεσα κι᾿ ὅσους ἦταν εἰς τὸ σπίτι μου μάρτυρες. Ὁ Γιατράκος ἀρνήθη ὅλως διόλου, ὁποῦ τὸν ἄκουσε κι᾿ ὁ Μαμούρης, ὁ Χατζηχρῆστος κι᾿ ἄλλοι τόσοι ἀξιωματικοί. Τὸν φώναξε ὁ Κωλέτης καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ κ᾿ ἔγινε ἐπίορκος. Σὲ λίγον καιρὸν ἔφκειασαν τοῦ ἀδελφοῦ του τὸ κεφάλι εἰς τὴν πατρίδα τοῦ σκαφίδα, τὸν δολοφόνησαν τὴν νύχτα. Τότε βάργε τὸ κεφάλι του ὁ ὑποστράτηγος.
Οἱ Βουλὲς κι᾿ ὅλες οἱ ῾φημερίδες θέλανε ἡ Κυβέρνηση ν᾿ ἀποδείξη τοὺς αἴτιους τῆς ἐταιρίας ὁποῦ ῾ναι ἀναντίον τῶν Σεπτεβριανῶν καὶ τοῦ Συντάματος. Ἔβαλαν ῾πιτροπή οἱ Βουλὲς νὰ συναγροικιέται μὲ τὴν Κυβέρνησιν περὶ αὐτῆς τῆς ἐταιρίας. Ὁ Κωλέτης ἀντὶς διὰ τὸν συνταματάρχη Ζέρβα, ὁποῦ ῾χε τὸν ὅρκον, τὸ ἔρριξε εἰς ἕναν Ἀντώνη Πατέρα λοχαγό. Τὸν φαρμάκωσαν κι᾿ αὐτόν, πέθανε. Καὶ γύρα γύρα, σήμερα ταχιά, σὰν εἶδε ὅτι τὸ πράμα χοντραίνει, γύρισε καὶ καμόσους ἀπὸ τὴν ῾πιτροπή βουλευτὲς καὶ γερουσιαστὲς κ᾿ ἔμεινε ὡς τὴν σήμερον νεκρὸ καὶ παγωμένο.
Ἐγώ, ἀφοῦ ἔγινε ἡ μεταβολὴ τῆς Τρίτης Σεπτεβρίου καὶ κατατρέχτηκα ἀπ᾿ οὔλους αὐτούς, Μεταξά, Μαυροκορδάτο, Κωλέτη καὶ συντροφιές τους, ἀκολουθοῦσα νὰ ῾νεργάω τὸν ὅρκον διὰ τὰ ἔξω· κ᾿ ἔστελνα τίμιους ἀνθρώπους καὶ κατηχούσαν· καὶ σύσταιναν καὶ ῾πιτροπές. Κι᾿ ἀγροικιώμουν παντοῦ μέσα κ᾿ ἔξω. Καὶ μὸ ῾στελναν κ᾿ ἐμένα ἀνθρώπους καὶ γράμματα. Ἦρθε ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν Γουργαροσερβία στελμένος ῾σ ἐμένα καὶ εἰς τὸν Χατζηχρῆστο καὶ τὸν Κωλέτη, ἐπειδὴ ἦταν εἰς τὰ πράματα καὶ εἶχε κι᾿ αὐτὸς αὐτείνη τὴν ἰδέα καὶ τὴν μίλησε καὶ εἰς τὸ βῆμα τῆς Συνελέψεως. Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ῾στελνα ἔξω, ὡς φαίνεται, κανένας εἶχε φίλον κι ἕναν σημαντικὸν Τοῦρκον – ἦταν ἀναντίος τοῦ Σουλτάνου. Σὰν ἔγινε ἡ μεταβολὴ τῆς Τρίτης Σεπτεβρίου κ᾿ ἔμαθε ὁ Τοῦρκος αὐτὸς ὅτι ῾νέργησα κ᾿ ἐγὼ κατὰ δύναμιν, ὑποπτεύτηκε νὰ μὴν κινηθοῦμεν μ᾿ αὐτείνη τὴν ὁρμὴ καὶ διὰ ἔξω ἀναντίον τους. Βρίσκει ὁ Τοῦρκος ἐκεῖνος ἕναν φρόνιμον Ρωμιὸν καὶ τὸν ὁρκίζει καὶ τοῦ δίνει τὰ μέσα καὶ τοῦ λέγει νὰ ῾ρθῆ νὰ μ᾿ ἀνταμώση. Μοῦ λέγει· «Ὁ τάδε Τοῦρκος μ᾿ ἔστειλε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω – νὰ μὴν ξέρη ἄλλος κανένας, ὅτι προδίνεται καὶ χάνεται. Μοῦ εἶπε νὰ σοῦ εἰπῶ, ἂν ἔχετε σκοπὸν νὰ κινηθῆτε ὅποτε εἶναι καιρός, νὰ βάλωμεν ἕνα καβούλι νὰ μᾶς φυλάξετε τιμὴ καὶ κατάστασνι καὶ νά ῾χωμεν κ᾿ ἐμεῖς τὰ ἴδια δικιώματα· κι᾿ αὐτός σας βρίσκεται μὲ δέκα χιλιάδες ἀνθρώπους». Ἔκατζε ῾δω καπόσες ἡμέρες. Τοῦ λέγω μίαν ἡμέραν· «Νὰ πᾶς νὰ εἰπῆς αὐτὰ τοῦ Κωλέτη». Τὸν ἔπιασε τρομάρα τὸν ἄνθρωπον. «Δὲν πηγαίνω, μοῦ λέγει, εἰς αὐτόν, ὅτι χανόμαστε. –Του λέγω, νὰ πᾶς καθὼς θὰ σοῦ εἰπῶ ἐγώ, ὅτι θέλω νὰ μάθω τί φρονεῖ αὐτὸς διὰ τὰ ἔξω· νὰ τὸν ὁρκίσης καὶ νὰ τοῦ εἰπῆς «ἕνας Τοῦρκος μ᾿ ἔστειλε» – οὔτε τ᾿ ὄνομά του, οὔτε τὴν πατρίδα του· καὶ νὰ τοῦ εἰπῆς ὅσα μου εἶπες ἐμένα. «Καὶ μ᾿ ἔστειλε, νὰ τοῦ εἰπῆς, ῾σ ἐσένα καὶ εἰς τὸν Μακρυγιάννη, κι᾿ ὅποτε εἶναι καιρὸς ἀγροικιέστε ἐσεῖς οἱ δυὸ μ᾿ ἐμένα κ᾿ ἐγὼ μ᾿ αὐτόν». Καὶ τοῦ εἴπα· «Νὰ μὴν τοῦ εἰπῆς ὅτι μ᾿ ἀντάμωσες ἐμένα καὶ μοῦ μίλησες, ἀλλὰ πρωτοπῆγες εἰς αὐτόν». Πῆγε τὸν ἀντάμωσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγη τὸ βράδυ, τοῦ λέγει αὐτὰ κι᾿ ὅτι τὸν ἔστειλε ὁ Τοῦρκος ῾σ αὐτὸν καὶ ῾σ ἐμένα. Τοῦ λέγει ὁ Κωλέτης· «Νὰ μὴν πῆγες εἰς αὐτόν; – Ὄχι. Πρῶτα ἦρθα εἰς τὴν Ἐκλαμπρότη σου, ἔτζι εἶμαι διαταμένος. – Μὴν πᾶς ῾σ αὐτὸν τὸν μπερμπάντη. Αὐτὸς εἶναι εἰς τὴν ὀργὴ τοῦ Βασιλέως, ὅτι ἀπάτησε τὸν λαὸν καὶ τοὺς ὅρκισε καὶ τοὺς πῆρε τῆς ὑπογραφὲς τοὺς κ᾿ ἔκαμε αὐτὸ τὸ μπερμπάντικο πράμα. Καὶ μ᾿ αὐτὸ ὁποῦ ῾καμεν θὰ λάβη τὰ ῾πίχειρα τῆς κακίας του». Τὸν ὁρκίζει νὰ μή μου εἰπῆ ἐμένα παρόμοιον, οὔτε ἀλλουνοῦ αὐτό. Τοῦ εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔχει ῾νεργήση καὶ μ᾿ ἄλλους σημαντικοὺς κι᾿ ὅποτε εἶναι καιρός, «ἔχομεν ὅλες της ἑτοιμασίες καὶ θὰ λευτερώσουμεν ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη». Πῆγαν ἄνθρωποι πολλοί – του εἶπε νὰ γυρίση τὴν ἄλλη ῾μερα νὰ τοῦ μιλήση ἀκόμα. Τὸν ἄνθρωπο τὸν στένεψε νὰ μάθη τ᾿ ὄνομα τοῦ Τούρκου. Ἔρχεταί μου λέγει αὐτά, καταλυπημένος διατὶ νὰ τὸν στείλω ἐκεῖ, καὶ μπορεῖ νὰ προδοθῆ. Τοῦ λέγω· «Αὐτὰ ἤθελα νὰ μάθω ἐγώ. Σήκου νὰ πᾶς εἰς τὴν δουλειά σου καὶ νὰ μὴ ματαπατᾶς εἰς αὐτόν». Τοῦ εἶπα τί νὰ μιλήση καὶ τοῦ Τούρκου. Καὶ πάγει κι᾿ αὐτὸς εἰς τὴν δουλειά του· καὶ δὲν τὸν ματάειδε ὁ Κωλέτης. Καὶ βήκα κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἀπάτη, ὁποῦ νόμιζα κάτι μπορεῖ νὰ βγῆ ἀπὸ αὐτὸν διὰ τοὺς ἀδελφούς μας τοὺς σκλαβωμένους.
Ἀφοῦ κι᾿ ὁ Μεταξᾶς τὸν γνώρισε καλά, ἀπαρατήθη. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι εἰς τὴν Οἰκονομίαν ὅσο ἐστάθη ἔκαμεν τὰ χρέη τοῦ πολλὰ τίμια καὶ πατριωτικά· κι᾿ ὠφέλησε τὸ δημόσιο κι᾿ ἄφησε καὶ καμόσα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον. Καὶ βγαίνοντας αὐτός, τὰ πάστρεψε ὁ Κωλέτης καὶ ἡ συντροφιά. Πῆρε μὲ τὸ μέρος τοῦ πολλοὺς βουλευτᾶς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ῾διοτελείς ὅλους, Κριτζώτη, Γριβαίους, Παπακώστα κ᾿ ἐπίλοιπους κ᾿ ἔκαμεν διὰ ῾νεργείας αὐτεινῶν τοὺς κακούς του σκοποὺς – ὠφελήθηκαν κι᾿ αὐτεῖνοι. Κι᾿ ἀφοῦ τοὺς καταλάσπωσε, τοὺς δίνει μίαν κλωτζά. Καὶ τοὺς κατατρέχει ὅλους. Τότε κι᾿ αὐτεῖνοι θέλησαν νὰ δείξουν τὰ πατριωτικὰ τοὺς αἰστήματα εἰς τὴν Βουλὴ – γύρισαν μὲ τὴν ἀντιπολίτεψιν. Ὁ Κωλέτης εἶχε κάμη ὅλα του τὰ θελήματα εἰς τὴν Βουλὴ καὶ τότε ὁποῦ δὲν τοὺς εἶχε ἀνάγκη τοὺς κυνήγησε. Καὶ γίναμεν συντρόφοι. Ὅταν ἦταν μ᾿ αὐτὸν μὲ κατάτρεχαν κι᾿ αὐτεῖνοι ὅλοι. Τώρα μὸ ῾λεγαν· «Πῶς τὸν γνώρισες ἐσὺ κ᾿ ἐμεῖς ἀπατηθήκαμεν; – Κ᾿ ἐσεῖς, τοὺς εἶπα, τὸν γνωρίζεταν καλύτερα ἀπὸ ῾μένα, ὅμως ἡ ῾διοτέλεια τὰ ῾κάνε αὐτά».
῾Νέργησα κ᾿ ἔγιναν συντρομηταὶ εἰσὲ ὅλο τὸ Κράτος καὶ κάμαμεν μίαν ἐφημερίδα «Ἐθνοκρατία» καὶ βαρούγαμεν μὲ φρονιμάδα τὰ κακά. Αὐτείνη ἡ ῾φημερίδα πείραζε τὸν Κωλέτη καὶ συντροφιά του διατὶ μιλοῦσε μὲ ἠθικὴ κ᾿ ἔλεγε τὰ σφάλματά τους. Ἦταν τρεῖς καλοὶ νέοι καὶ μὲ μεγάλη ἀρετὴ ὁποῦ γράφαν κ᾿ ἐγὼ ἤμουν ταμίας.
Ἕνα βράδυ, τὴ νύχτα, νὰ ἕνας ἄνθρωπος βαλμένος νὰ μὲ δολοφονήση. Ἤξερε τὴν ὥρα αὐτείνη, ὁποῦ καθόμουν μόνος μου εἰς τὴν κάμαρά μου, παράμερη. Εἶχε κι᾿ ἄλλους τέσσερους ἀνθρώπους· δυὸ ἄφησε εἰς τὴν αὐλόπορτα, δυὸ ἤφερε ἀπάνου εἰς τὴν ἄλλη πόρτα κι᾿ αὐτὸς μπῆκε μέσα. Εἶχαν καὶ τὰ διαβατήρια τους βγαλμένα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες πρωτύτερα. Μπῆκε μέσα, εἶδε τοὺς ἀνθρώπους, μοῦ λέγει· «Ἔβγα ῾στὴν σάλλα, κάτι θὰ σοῦ μιλήσω μυστικά. – Τοῦ λέγω, μίλησέ μου ἐδῶ. – Ὄχι, λέγει, ἔξω. – Σύρε, τοῦ λέγω, εἰς τὴν σάλλα κ᾿ ἔρχομαι». Μπῆκε εἰς τὴν σάλλα. Οἱ ἄνθρωποί μου ἔτρωγαν ψωμὶ κάτου εἰς τὸ ὑπόγειον κλεισμένοι ὅλοι, ὅτ᾿ ἦταν κρύο πολύ. Τότε τοὺς λέγω νὰ ῾ρθουν ἀπάνου. Ἐγὼ πῆρα τὸ μαχαίρι μου καὶ τὸ εἶχα ἀπὸ κάτου εἰς τὴν καπότα μου· καὶ πῆγα κ᾿ ἔκατζα κοντά του, εἰς τὰ δεξιά του. Τοῦ λέγω· «Τί ὁρίζεις, ἀδελφέ; Ἄλλη βολὰ εἰς τὸ σπίτι μου δὲν ἐκόπιασες. – Ἦρθα κι᾿ ἄλλη βολά, μοῦ λέγει, μὲ τὸν ἀρχηγό μου τὸν Γρίβα. – Τί θέλεις τώρα τὴ νύχτα; – Θέλω, λέγει, ὠρέ, τὰ δίκια μου! – Τί δίκια ζητεῖς ἀπὸ ῾μένα; Βασιλέας εἶμ᾿ ἐγώ, Κυβέρνηση εἶμαι, Βουλὲς εἶμαι; Ὁ ἀρχηγός, ὁποῦ εἶσαι, εἶναι Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, εἶναι βουλευτής. Ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἰδιώτης κατατρεμένος· κάθομαι εἰς τὸ σπίτι μου. – Ἀπὸ ῾σένα θέλω τὰ δίκια μου!» Εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν μπῆκαν καὶ οἱ ἄνθρωποί μου μέσα. Τότε ἄρχισε νὰ χάνη τὴν γενναιότητα. Τοῦ εἶπα· «Πήγαινε εἰς τὴν δουλειά σου καὶ νὰ μὴ ματαρθῆς ἐδῶ». Βγαίνοντας ἔξω, εἴδαμεν καὶ τοὺς συντρόφους του ἀρματωμένους. Αὐτὸ τὸ πράμα τὸ εἶπα κι᾿ ἀλλουνῶν, κ᾿ ἕνας φίλος μου εἶπε ὅτ᾿ εἶχαν βγάλη καὶ τὰ διαβατήρια τους πρὸ ἡμερῶν – ἦταν εἰς τὴν ἀστυνομίαν ὅταν τὰ ῾βγαλαν. Οὔτε πῆγαν πουθενά. Κι᾿ ὅταν πῆγαν εἰς τὴν πατρίδα τους τὸ καυκήθηκαν αὐτό, ἔμαθα, μ᾿ ὅλον ὁποῦ δὲν πέτυχαν τὸν σκοπόν τους.
Ἀφοῦ ὁ Κωλέτης ἔκαμεν τὴν δουλειάν του καθὼς ἤθελε μὲ τῆς Βουλές, τότε τοὺς διάλυσε γιὰ νὰ ῾νεργήση νὰ γένουν νέες. Τότε ὁ Κριτζώτης, Γρίβας, Παπακώστας, Μαμούρης κι᾿ ἄλλοι ἑνώνονται μὲ τὸν Μεταξᾶ καὶ Μαυροκορδᾶτο καὶ γίνονται ἕνα. Μοῦ λένε κ᾿ ἐμένα νὰ ἑνωθῶ. Τοὺς λέγω δὲν θέλω μήτε ὑπέρ, μήτε κατά. Ὅταν ἰδῶ πράματα πατριωτικὰ καὶ φρόνιμα, εἶμαι μαζί τους, εἰδὲ δὲν εἴμαι· «Καὶ δὲν εἶμαι καὶ προδότης νὰ σᾶς προδίνω», εἶπα τοῦ Μεταξᾶ καὶ Μαυροκορδάτου. Ὁ Κωλέτης, σὰν φύγαν αὐτεῖνοι, μοῦ στέλνει τὸν Γαρδικιώτη νὰ πάγω, μὲ θέλει. Σηκώθηκα πῆγα. «Ἀγαπητὲ κουμπάρε, τόσον καιρὸν ἐδῶ πλησίον σου καὶ νὰ μὴν ἔρθης νὰ σὲ ἰδῶ; – Τοῦ λέγω, ἔχεις πολλὲς δουλειὲς καὶ δὲν σὲ βαρύνω κ᾿ ἐγὼ μὲ τὴν παρουσίαν μου. Τί μὲ θέλεις; – Σὲ θέλω νὰ σὲ ἰδῶ». Τοῦ λέγει ὁ Γαρδικιώτης· «Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι κουμπάρος μας, νὰ ἔμπη τώρα εἰς τῆς ἐκλογὲς τῆς νέες βουλευτὴς αὐτὸς κι᾿ ὁ Βλάχος, νὰ ῾μπης κ᾿ ἐσὺ κι᾿ ὁ Καλλεφουρνᾶς. Καὶ νὰ ἑνωθοῦμεν ὅλοι. – Ἀγαπητὲ Γαρδικιώτη, ὁ Μακρυγιάννης νὰ ῾μπη βουλευτής; Ἐγὼ τὸν ἔχω νὰ τὸν κάμω γερουσιαστή! Ἐγὼ θὰ τὸν κάμω ἀρχηγὸ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, θὰ τὸν κάμω ῾πασπιστή τοῦ Βασιλέως – ὅσα μιλήσαμεν οἱ τρεῖς ὅταν ὁρκιστήκαμεν· κι᾿ ὅποτε βροῦμεν τὸν καιρόν, νὰ τηράξωμεν διὰ τὰ ἔξω, ν᾿ ἀξήνωμεν τὴν πατρίδα μας. Ὁ Μακρυγιάννης ἔφκειασε αὐτὸ τὸ τραπέζι, ὁποῦ καθόμαστε, καὶ μᾶς σύναξε ὅλους· κι᾿ ἀφοῦ τὸ ῾στρωσε, σηκώθη κ᾿ ἔφυγε καὶ μᾶς ἄφησε μοναχούς. Ἐγὼ τοῦ εἶχα τὸν Μεγαλόσταυρον ἕτοιμο. «Ὁ Μακρυγιάννης (λένε τοῦ Βασιλέα, λένε ἐμέναν) κάνει νέους ὅρκους καὶ παίρνει ὑπογραφές». Ἐγὼ λέγω τοῦ Βασιλέα· «Ψέματα, Μεγαλειότατε». Ὁ «Μακρυγιάννης τώρα εἰς τῆς νέες Βουλὲς πρέπει νὰ συντρέξη τὴν Κυβέρνησιν νὰ μποῦνε ἐκεῖνοι ὁποῦ θὰ διορίσω κ᾿ ἐγώ, διὰ ν᾿ ἀκούγεται καὶ εἰς τοὺς ἔξω ἀνθρώπους ὅτι ὁ Κωλέτης εἶναι μὲ τὸ μέρος του...4 καὶ τὸν ὑπολήπτονται οἱ Ἕλληνες. Ὁ Μακρυγιάννης πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ εἶναι μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως. – Κύριε Κωλέτη, στάσου νὰ σοῦ μιλήσω κ᾿ ἐγώ. – Σ᾿ ἀκούω, ἀγαπητέ. – Δὲν ἦρθα μόνος μου ἐδὼ· ἔστειλες τὸν Γαρδικιώτη καὶ μὲ φώναξες: Οὔτε βουλευτὴς θέλω, οὔτε γερουσιαστής, οὔτε ἀρχηγός, οὔτε ῾πασπιστής, οὔτε σταυρὸ – οὔτε ἐσύ μου τὰ δίνεις, οὔτε ἐγὼ τὰ φαντάζομαι. Ὑπογραφὲς κι᾿ ὅρκους νέους ὁποῦ μου λὲς δὲν ἔκαμα καὶ κανένας ἀπό σας δὲν θέλω νὰ ἔχη ἐσπλαχνία ῾σ ἐμένα. Ὁμιλίες καὶ συνωμοσίες εἶχα κάμη νέες, νὰ βάλω ἐσέναν ῾στὰ πράματα καὶ τοὺς φίλους σου, ὁποῦ εἴσαστε ὡς τὴν σήμερον. Εἰς αὐτείνη τὴν συνωμοσίαν ἔβαλα καὶ τὸν ἴδιον Βασιλέα, νὰ σὲ βάλη εἰς τὰ πράματα, ὁποῦ εἶσαι. Ἂν ἔστρωσα τὸ τραπέζι καὶ κάθεστε καὶ τρῶτε ἐσεῖς, ἂν ἔφαγα καμμίαν χαψιά, νὰ σᾶς πλερώσω τὸ κόστος. Συντροφιὰ δὲν θέλω ἂν δὲν ἰδῶ νὰ κυβερνάγη ἡ ἀρετὴ κι᾿ ὁ πατριωτισμός. Τί μὲ γυρεύεις σύντροφον; Ἐσὺ στέλνεις ἕνα λόχο καὶ κάποτε δυὸ καὶ μὲ τρογυρίζεις ὡς νὰ «ἤμουν ὁ μεγαλύτερος κακοῦργος, διὰ νὰ μὲ δείχνης εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα ὅτ᾿ εἶμαι τοιοῦτος κ᾿ ἐσὺ προσέχεις διὰ ῾μένα τὸν κακὸν ἄνθρωπον, διὰ ν᾿ ἀσφαλίσης τὸ Κράτος καὶ τὸν Βασιλέα ἀπὸ ῾να ληστή. Πόσες ληστεῖες εἶδες ἀπὸ ῾μένα κι᾿ ἀπ᾿ ὅσους ὁδηγοῦσα ὅταν ἤσουνε εἰς τὰ πράματα, εἰς τὴν Ἐπανάστασιν; Τότε ὁποῦ ἤμουν νέος καὶ χωρὶς γυναίκα καὶ παιδιά, ἤμουν φρόνιμος· τώρα ὁποῦ γέρασα καὶ εἶμαι φορτωμένος τόσον κόσμο φαμελιά, τρελλάθηκα; Θὰ κάτζω εἰς τὸ σπίτι μου· οὔτε τὴν Κυβέρνησιν βοηθῶ, οὔτε εἶμαι ἀναντίος της. Κι᾿ αὐτείνη τὴν ὑποψίαν ὁποῦ ῾χεις, τώρα ὁποῦ τραβήχτη ὁ Κριτζώτης καὶ οἱ ἄλλοι, νὰ μὴν ἑνωθῶ μ᾿ ἐκείνους, δὲν ἑνώνομαι, ὅτ᾿ εἶναι ἐγωιστὲς καὶ δὲν κάνουν δουλειὰ πατριωτική». Καὶ σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα.
Ὁ Κριτζώτης, Γρίβας, Μαμούρης, Παπακώστας κι᾿ ἄλλοι ἑνώθηκαν μὲ τὸν Μεταξά, Μαυροκορδάτο κι᾿ ἄλλους καὶ πᾶνε διὰ τῆς νέες ἐκλογὲς νὰ κάμουν δύναμιν νὰ ῾ρθούνε ἀναντίον τῆς Κυβέρνησης. Καὶ συνομίλησαν νὰ γένη μίαν ἡμέρα κίνημα παντοῦ, ὥστε ἡ Κυβέρνηση νὰ μὴν μπορῆ νὰ προφτάση. Δὲν ἦταν πατριωτικὴ ἡ καρδιά τους. Πῆγε ὁ Γρίβας εἰς τὴν Βόνιτζα, σήκωσε τὴν σημαία. Τὸν πλάκωσαν χωρὶς νὰ ρίξη ντουφέκι, τὸν ἔρριξαν εἰς τὴν θάλασσα. Ἂν δὲν τὸν σώναν οἱ Ἄγγλοι, ἦταν χαμένος. Πῆγε εἰς τὴν Ἁγιομαύρα μὲ καμμίαν ὀγδοηνταριὰ ἀνθρώπους ὁποῦ ῾χε, ἔκατζε καμόσες ἡμέρες κι᾿ ἀπὸ ῾κει πῆγε εἰς τὴν Πρέβεζα κι᾿ ἀπὸ ῾κει ῾στὰ Γιάννενα. Τελειώνοντας αὐτός, σηκώνεται ὁ Φαρμάκης μ᾿ ἄλλους εἰς τὸν Ἔπαχτον. Παίρνει ὁ Μαμούρης τοῦ Μεταξᾶ καὶ Μαυροκορδάτου τριάντα πέντε χιλιάδες δραχμές, ὁποῦ σύναξαν συνεισφορὰ διὰ νὰ βοηθήσουνε αὐτὸ τὸ κίνημα, τοὺς γέλασε καὶ γύρισε μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Πῆγε καὶ σκοτώνεταν μὲ τοὺς συντρόφους του, τὸν Φαρμάκη καὶ τοὺς ἄλλους. Γύμνωσε κι᾿ ἕνα χωριόν, κεφαλοχώρι τοῦ Κράβαρι, ὁποῦ ἦταν ὁ Φαρμάκης μέσα καὶ τ᾿ ἄφησε κ᾿ ἔφυε· μπῆκε ὁ Μαμούρης μὲ τὸ φουσσάτο τῆς Κυβέρνησης, δὲν τοὺς ἄφησαν οὔτε στάχτη. Καταπολέμησαν τὸν Φαρμάκη, τὸν νίκησαν. Τὸν ἔπιασαν μ᾿ ἄλλους καὶ τὸν πῆγαν εἰς τὸ Παλαμήδι. Σηκώνεται ὁ Κριτζώτης εἰς τὴν Χαλκίδα. Πάγει ὁ Γαρδικιώτης μ᾿ ὅλη τὴν δύναμη, πολεμοῦν. Κόβει τὸ κανόνι τὸ χέρι τοῦ Κριτζώτη. Σώθη εἰς τὴν Χιόν. Ρήμαξε τὸ Γριπονήσι τὸ φουσσάτο κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς Γαρδικιώτης. Καὶ σκοτώθη τόσος κόσμος. Σηκώνεται ὁ Παπακώστας, Κοντογιανναῖγοι, Μπαλατζός, Βελέτζας κι᾿ ἄλλοι πολλοί, δὲν μπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτας. Πᾶνε εἰς τὴν Τουρκιά. Καταφανίστηκαν κι᾿ αὐτεῖνοι κι᾿ ὁ τόπος. Οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ τοὺς ἐδῶ νεκρωμένοι· μὲ δόλο τὸ ἕνα μέρος μὲ τ᾿ ἄλλο ῾μονοιασμένοι, μὲ τὰ χείλη κι᾿ ὄχι μὲ τὴν καρδιά· ἄλλα ῾νεργούσε τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τὸ ἄλλο ἄλλα. Ὅσοι σηκώθηκαν ἔπαθαν κι᾿ αὐτεῖνοι, οἱ δυστυχισμένοι, κι᾿ ὁ τόπος ῾σ ἄχλιαν κατάστασιν.
Ὅταν σηκώθηκε ὁ Βελέτζας μὲ τοὺς ἄλλους, ηὗρα κ᾿ ἐγὼ τὸν διάβολό μου. Ὁ ὑπουργὸς τοῦ Πολέμου ὁ Τζαβέλας εἶπε ὅτι τοῦ ἔδωσα τὰ μέσα καὶ τὸν ἔβγαλα ἔξω κι᾿ ὅτι καὶ τοῦ Κριτζώτη τοῦ ἔστειλα ἀνθρώπους· κι᾿ ἂν ἀνακατώθηκα εἰς αὐτὰ ὅλα, εἶμαι ἄτιμος ἄνθρωπος. Μὲ φύλαξε ὁ Θεὸς καὶ μὲ φώτισε, ὅτι ἔβλεπα τὴν συντροφιὰ τοὺς ὁλουνῶν, καὶ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, καὶ τὴν ῾λικρίνειάν τους, καὶ δὲν ἀνακατώθηκα. Καὶ τρόμαξα νὰ σωθῶ ἀπὸ αὐτείνη τὴν ἀδικίαν. Ὅτι μὲ διαβάλαν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα.
Ὁ Κωλέτης ἄρχισε νὰ κάμη τῆς ἐκλογές. Ἂν δὲν εἶχαν οἱ συντρόφοι τοῦ ψήφους πολλοὺς κατὰ τὸν νόμον, γιόμιζαν τῆς κάλπες αὐτοὶ καὶ τῆς Κυβέρνησης τὰ ὄργανα. Παντοῦ εἰς τὸ Κράτος γίνηκαν σκοτωμοὶ κι᾿ ἀφανισμὸς τῶν κατοίκων. Ὁ Κωλέτης πῆρε ὅλες της ἐκλογές, κι᾿ ὁ Μαυροκορδάτος οὔτε εἰς τῆς ἑκατὸ μία. Ἔχει ὅμως τὴν δόξαν ὁ Μαυροκορδάτος ὅτι ῾σ τῆς πρῶτες ἐκλογὲς ἔδειξε αὐτὸς μὲ τοὺς συντρόφους τοῦ τὸ παράδειμα. Βῆκε κι᾿ ὁ Κωλέτης ἀπὸ τὴν Ἀθήνα βουλευτὴς κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸν Καλλεφουρνά, τὸν Βρυζάκη καὶ Πετράκη, ἀνθρώπους τῆς μπιστοσύνης του. Τ᾿ ἄλλο τὸ μέρος Μεταξάς, Βλάχος, Ζαχαρίτζας, Σκουρτανιώτης ἀπέτυχαν. Ἐγὼ καθόμουν εἰς τὸ σπίτι μου, δὲν ἀνακατώθηκα οὔτε ῾στό ῾να τὸ μέρος, οὔτε ῾στ᾿ ἄλλο. Ἀφοῦ ὁ Κωλέτης κιντύνεψε τὸν Κριτζώτη κι᾿ ἀλλουνοὺς καὶ τοὺς ἔδιωξε ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ὁποῦ ῾χυσαν τὸ αἷμα τοὺς εἰς τους κιντύνους της, καὶ πᾶνε εἰς τοὺς Τούρκους νὰ βροῦνε ἄσυλο, ἦρθε καὶ ἡ ἀράδα ἡ δική μου νὰ μὲ βγάλη ἀπὸ τὰ μάτια του. Κάνει συβούλιον μὲ τοὺς φίλους του πὼς νὰ μπορέσουν νὰ μὲ συλλάβουν τὴν νύχτα. Ἔρχονταν καὶ μὲ φύλαγαν νὰ βροῦνε καιρό. Φίλοι ἦρθαν μου εἶπαν ὅτι μιλοῦσε αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος αὐτὰ ῾σ ἑνοῦ Δεσπότη φίλου του τὸ σπίτι, ὁποῦ ὀϊντίζει κ᾿ ἐκεινοῦ τοῦ ἅγιου ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ μ᾿ ἐκεινοῦ. Ἦρθαν κι᾿ ἄλλοι, ὁποῦ ἄκουσαν τὰ ἴδια μέσα-εἰς τὴν Γραμματείαν. Εἶδα καὶ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ μὲ τρογύριζαν ἐκ νέου νὰ μοῦ κάμουν αὐτείνη τὴν τιμή. Ἄλλοι μὲ βιάζαν νὰ φύγω νὰ σωθῶ. Ἐγὼ τοὺς ἔλεγα ἀπὸ τὸ σπίτι μου δὲν μπορῶ νὰ φύγω κι᾿ ὅ,τι μ᾿ εὕρῃ νὰ μ᾿ εὕρῃ ἐδῶ. Τότε κάθομαι καὶ φκειάνω μίαν ἔκθεσιν κ᾿ ἔλεγα πὼς μὲ ζήτησε ὁ Κωλέτης τόσες φορὲς καὶ τί ἦταν οἱ σκοποί του, τί δουλεύει διὰ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία, πὼς πιάστηκα μ᾿ αὐτόν, πὼς ἔστειλε εἰς τὸ ὑστερνὸ τὸ Γαρδικιώτη καὶ πῆγα ἐκεῖ· κι᾿ ὅ,τι μου εἶπε κι᾿ ὅ,τι τοῦ εἶπα. Τὸ ῾φκειασα αὐτό, τὸ ῾δωσα ἑνοῦ φίλου μου· τοῦ εἶπα, ἂν κλειστῶ εἰς τὸ σπίτι μου –μὲ βιάσουν αὐτεῖνοι, ἢ μὲ διώξουν, ἢ μὲ σκοτώσουνε – αὐτὸς εὐτὺς νὰ τὸ δώση εἰς τοὺς τύπους· καὶ τοὺς ὅρκιζα ὅλους νὰ τὸ βάλουν. Ἔσασα τ᾿ ἅρματά μου ὅλα, μίλησα καὶ πέντ᾿ ἕξι παιδιῶν νὰ ῾τοιμαστούν νὰ τὸ βροντήσουμεν ὦσο νὰ λυώσουμεν. Ἕτοιμοι αὐτεῖνοι οἱ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι· «Πεθαίνομεν, μοῦ λένε, ὅποτε θέλεις!».
Τότε ἔκρινα εὔλογον νὰ πάγω νὰ τοὺς μιλήσω πρῶτα ἐκεινῶν. Πῆγα εἰς τὸν Γαρδικιώτη, ὁποῦ ἦταν παρὼν ὅταν μίλησα τοῦ Κωλέτη, ὁποῦ ῾ρθε ὁ Γαρδικιώτης καὶ μὲ πῆγε. Δὲν τὸν ηὗρα τὸ Γαρδικιώτη. Εἶχε πάγη εἰς τὴν Κόρθο νὰ συβιβάση τὰ ὀτζάκια τῶν Νοταράδων, ὅτι τρώγονταν. Πῆγα εἰς τὸν Παλαμήδη· ἦταν ὑπουργὸς τοῦ Ἐσωτερκοῦ. Τοῦ εἶπα ὅσα μου κάνει ὁ ἀφέντης του κι᾿ αὐτεῖνοι καὶ νὰ τὰ εἰπῆ τοῦ Βασιλέα ὅλα κι᾿ ἐκεινοῦ τοῦ μπερμπάντη. Μοῦ εἶπε ὅτι πάγει καὶ μιλεῖ, ὅμως τὴν ἔκθεση νὰ μὴν τὴ δώσω εἰς τὸν τύπον. Πῆγε καὶ μίλησε. Συχρόνως ἦρθε κι᾿ ὁ Γαρδικιώτης. Τοῦ μίλησα κι᾿ αὐτεινοῦ. Τὸ δειλινὸ βλέπω τὸν κουμπάρο μου τὸν Κωλέτη κ᾿ ἔρχεται εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοῦ κάνει χιλιάδες τζιριμόνιες· κι᾿ ἔκατζε περίτου ἀπὸ τέσσερες ὧρες. Οὔτε καταδέχτηκα νὰ τοῦ μιλήσω δι᾿ αὐτά, οὔτε μοῦ μίλησε· ἀλλά μου εἶπε πρέπει νὰ ἑτοιμαζώμαστε διὰ ἔξω – ὅσα εἴχαμε μιλημένα πρὸ καιροῦ. Ὅτι ἔστειλε τὰ μέσα τοῦ Γκιουλέκα καὶ πολεμάγει εἰς τὴν Ἀρβανιτιὰ καὶ νὰ μὴν τὸν ἀφήσουμεν νὰ χαθῆ. Μοῦ εἶπε αὐτὰ κ᾿ ἔφυγε. Μοῦ σήκωσε καὶ τὸν μπλόκον.
Σὲ δυὸ τρεῖς ἡμέρες τὸν κολλάγει ἕνας νεφρίτης καὶ γύριζε καὶ φώναζε νύχτα καὶ ἡμέρα. Τοῦ βαστήχτη τὸ κάτουρό του. Μαζώχτηκαν ὅλοι οἱ γιατροί. Πῆγε κι᾿ ὁ Βασιλέας τόσες φορές. Τὸν ἔκαμε κι᾿ ἀντιστράτηγον. Εἶδε ὁποῦ θὰ πεθάνη, συβούλεψε τὸν Βασιλέα νὰ μὴν ἀλλάξη τὸ σύστημά του – καὶ τὸ βαστάγει ὡς τὴν σήμερον. Μπῆκε ὁ Τζαβέλας πρωτοϋπουργός. Τὸν ἔκαμαν βουλευτή, ἢ νὰ εἰπῶ καλύτερα ἔγινε μόνος του μὲ τὴν βοήθεια τῆς συντροφιᾶς του· γιόμωσαν τῆς κάλπες ψήφους. Κ᾿ ἔδειξε κι᾿ αὐτὸς ἀρετὴ καὶ δείχνει σὰν τὸν μακαρίτη κατὰ τῆς ὁδηγίες ὁποῦ ἄφησε εἰς τὸν πεθαμό του – δὲν ἀλλάξαμεν οὔτε γιώτα. Καὶ κυβερνιώμαστε καὶ τώρα καθὼς πρῶτα καὶ χερότερα. Καὶ σὲ ὅλες της τάξες ἀπὸ τὴν μεγαλύτερη καὶ κάτου καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ Βουλὲς καὶ παντοῦ εἰς τὸ Κράτος δὲν γνωρίζει τὸ σκυλὶ τὸν ἀφέντη του. Κλεψὲς ῾στὰ ταμεῖα καὶ ῾στὰ ῾σοδήματα, ληστεῖες. Ἡ ἀρετή, ἡ ἀλήθεια, ὁ πατριωτισμὸς ἐχάθηκαν. Ὅτι ὅποιος ἔχει αὐτὰ τὸν κιντυνεύουν, κι᾿ ὅθεν ψεύτης καὶ κατρεγάρης καὶ κλέφτης, ἢ ντόπιος ἢ ξένος, ἐκεῖνος ἔχει τὴν τύχη του.
Τὸν Μαυροκορδάτο καὶ Μεταξᾶ καὶ συντρόφους τοὺς κατατρέχουν ἐπειδήτις ἦταν ἀντιπολιτευόμενοι κ᾿ ἔγιναν αὐτὰ τὰ κινήματα ἔξω, χωρὶς νὰ βγάλουν κι᾿ αὐτεῖνοι κάνα πατριωτικὸν ἀποτέλεσμα· ὅτι ποτὲς δὲν στοχάστηκαν πατριωτικῶς καὶ νὰ εἶναι σύνφωνα καὶ τὰ δυὸ μέρη, ἀλλὰ ἄλλα ἔκανε τὸ ῾να τὸ μέρος κι᾿ ἄλλα τὸ ἄλλο· καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἔχασαν, ὁποῦ τοὺς ἄκουγαν, καὶ ἡ πατρίδα ἔπαθε τόσα κακά.
Εἶχε ἔρθη ἕνας ἀξιωματικὸς – εἶχε ἀγωνιστὴ ἐδῶ καὶ εἶχε πάγη εἰς τὴν Σερβογουργαρίαν· ἦταν ἀπὸ ῾κεῖνα τὰ μέρη – τὸν ἔστειλαν ἀπὸ ῾κει ἔμποροι κι᾿ ἄλλοι νὰ ῾ρθῆ εἰς τὸν Χατζηχρῆστον καὶ ῾σ ἐμένα νὰ μᾶς εἰπῆ ἐκεινῶν τὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἑτοιμασίαν τους καὶ νὰ τοῦ εἰποῦμεν κ᾿ ἐμεῖς τὰ ἐδὼ· λέγοντας αὐτὰ τοῦ Χατζηχρήστου – δὲν εἶχε ἔρθη ἀκόμα ῾σ ἐμέναν – αὐτὸς ὁ εὐλογημένος, ἄκακος ἄνθρωπος κι᾿ ὡς ῾πασπιστής τοῦ Βασιλέως, τοῦ τὸ εἶπε· τὸ εἶπε καὶ τοῦ Γαρδικιώτη. Ὕστερά μου τὸ εἶπαν κ᾿ ἐμένα. Τοῦ λέγω τοῦ Χατζηχρήστου νὰ πάη νὰ εἰπῆ τοῦ Βασιλέα ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνακατώνομαι εἰς αὐτὰ – πρέπει νὰ τὰ ξέρη πρῶτα ἡ Μεγαλειότης του· ὅτι καὶ τὰ καλὰ εἶναι δικά του καὶ τὰ κακά. Τὸ εἶπαν αὐτὸ τοῦ Βασιλέα καὶ τοῦ ἄρεσε. Τότε πῆρα τὸν Χατζηχρῆστο καὶ πήγαμεν εἰς τὸν Γαρδικιώτη καὶ τοῦ εἶπα, αὐτὰ θέλουν μυστικότη καὶ νὰ ῾νεργούνε ἄνθρωποι μὲ συνείθησιν καὶ πολὺ μυστικοί, ὅτι κιντυνεύομεν ἀπὸ τοὺς δυνατούς. «Κι᾿ ἂν θέλετε, ν᾿ ἀγροικιέσαι ἐσύ, Γαρδικιώτη, κι᾿ ὁ Χατζηχρῆστος κ᾿ ἐγὼ· καὶ τὸν Βασιλέα νὰ τὸν ἔχωμεν πολὺ φυλαμένον». Τοῦ ἄρεσε κι᾿ αὐτεινοῦ. Τὸ εἶπε καὶ τῆς Μεγαλειότης του καὶ τ᾿ ἄρεσε. Τότε πηγαίνω καὶ τοῦ λέγω· «Αὐτὰ θέλουν καὶ ἱκανοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰ πράματα καὶ καταξοχὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Πολέμου. Ὁ Τζαβέλας δὲν εἶναι ἄξιος εἰς αὐτά». (Κι᾿ ὅταν ζοῦσε ὁ Κωλέτης καὶ ὕστερα αὐτὸς ἔστειλαν προξένους παντοῦ ἀνίκανούς τους περισσότερους. Ὁ Τζαβέλας εἶχε κάμη μίαν ἐταιρίαν μὲ τὸν Τισαμενόν, Βέικον, Χατζηπέτρο κι᾿ ἄλλους καὶ γελούγαν τοὺς ἀνθρώπους ἔξω ὅτι θὰ κινηθοῦν ἀναντίον τῆς Τουρκιάς· καὶ συνάχτηκαν τόσα χρήματα παντοῦ – τὰ ῾φεραν αὐτεινῶν καὶ τὰ ῾φαγαν ὅλα χωρὶς νὰ χρησιμέψουν πουθενά. Καὶ τότε πιάστηκαν ἀναμεταξύ τους καὶ τὰ ῾βαλαν αὐτὰ ὅλα εἰς τοὺς τύπους καὶ τὸ ῾μαθε κι᾿ ὅλη ἡ Εὐρώπη· καὶ ἡ Τουρκιὰ πειράχτη πολύ· κ᾿ ἔπαθαν τόσοι χριστιανοί. Τί κάνει ὁ Θεός! Καίγεται τὸ σπίτι τοῦ Τζαβέλα κι᾿ ὅλο του τὸ πράμα. Κόντεψαν νὰ καγοῦνε κι᾿ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέσα. Μὲ μίαν μπουνάτζα ἔλυωσε ὅλο αὐτὸ μόνον· καὶ κολλητὰ τοῦ ἦταν σπίτια μὲ τζατμάδες κι᾿ ἄλλα καρσὶ καὶ δὲν πειράχτη τίποτας ἀλλουνοῦ, ὁποῦ ἂν ἦταν ὀλίγος ἀγέρας, καθὼς ἦταν εἰς τὸ κέντρο τοῦ παζαριοῦ, θὰ κιντύνευε ἡ περισσότερη πολιτεία). Εἶπα τοῦ Γαρδικιώτη ὅτι ὁ Τζαβέλας δὲν κάνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἦταν καλὸ νὰ βάλη ὁ Βασιλέας τὸν Μεταξᾶ ὑπουργὸ τοῦ Πολέμου. Ὅτι καὶ εἰς τὰ σαράντα ὁποῦ μπῆκε ὁ Μαυροκορδάτος κ᾿ ἔβαλε αὐτὸν ὑπουργὸν τοῦ Πολέμου, ἐφέρθη τιμίως ὅσον καιρὸν ἔκαμε, καθὼς καὶ εἰς τὴν Οἰκονομίαν. Τὴν ἀλήθειαν νὰ τὴν λέμε. «Ποῦ θέλει νὰ τοὺς ξέρη, μοῦ λέγει, αὐτοὺς ὁ Βασιλέας; (Μαυροκορδάτο καὶ Μεταξά). – Τοῦ λέγω, διατί; – Ὅτ᾿ εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι. – Κ᾿ ἐσένα, τοῦ λέγω, νὰ σ᾿ ἀφήση ὁ Βασιλέας χωρὶς μιστὸν κ᾿ ἐμένα – δὲν γενόμαστε ἔθνος ἔτζι, τοῦ λέγω. Καὶ κατατρέχετε κ᾿ ἐμένα ὁποῦ εἶμαι φίλος αὐτεινῶν. Ὅσα ἔκαμεν ὁ Κωλέτης καὶ τοῦτοι ὁποῦ εἶναι τώρα εἶναι πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ κάμαν ἐκεῖνοι. Πὲς τοῦ Βασιλέως τὴν γνώμη μου. Πρέπει νὰ ἑνωθῆ μ᾿ ὅλους τους τίμιους ἀνθρώπους».
Ὅταν ἔγινε ἡ Δημοκρατία τῆς Γαλλίας καὶ πῆραν φωτιὰ κι᾿ ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, ἄρχισαν κ᾿ ἐδῶ τὰ κόμματα καὶ οἱ φατρίες καὶ καταξοχὴ τὸ παρτίδο τοῦ Κωλέτη καὶ τουτουνῶν ὁποῦ μας κυβερνοῦν, οἱ ἄνθρωποι τῆς διαθήκης τοῦ Κωλέτη. Αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς δημοκρατίας δὲν τὸ θέλαμεν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, ὅτι τὸ γευτήκαμεν κι᾿ αὐτό. Πῆραν μπούγιον οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ, γύρευαν αὐτὸ τὸ σύστημα· ῾νεργούσαν ἀπάνου εἰς αὐτὸ καὶ νὰ κινηθοῦνε νὰ πᾶνε νὰ πάρουν καὶ τὴν Κωσταντινόπολη. Ἔρχονταν πολλοὶ τοιοῦτοι εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μὲ ζητούγαν κ᾿ ἐμένα σύντροφόν τους νὰ συνπράξωμεν. Τοὺς ἔλεγα· «Αὐτὸ τὸ σύστημα, ὁποῦ τὸ ῾χαμεν καὶ πρῶτα, τί καρπόν μας ἤφερε καὶ ποὺ καταντήσαμεν φαίνεται. Πρέπει νὰ περιμένωμεν, νὰ ἰδοῦμεν αὐτείνη ἡ φωτιὰ τῆς Εὐρώπης ποὺ θὰ καταντήση, καὶ τότε νὰ τηράξωμεν καὶ διὰ τὰ ἔξω· νὰ κάμη ἡ Κυβέρνηση ἀμνηστείαν, νὰ μποῦνε μέσα οἱ ἀγωνισταὶ ὁποῦ ῾ναι εἰς τὴν Τουρκιὰ καὶ νὰ βγάλωμεν καὶ τοὺς ἄλλους ἀγωνιστᾶς ἀπὸ τῆς φυλακές, ὁποῦ ῾ναι γιομάτα ἀπὸ αὐτοὺς ὅλα τὰ μπουντρούμια τοῦ Κράτους, καὶ τότε γένονται αὐτὰ μὲ τὸν καιρόν τους – νὰ μὴν χάσουμεν κι᾿ αὐτὰ ὁποῦ ῾χομεν». ῾Σ αὐτὰ ὁποῦ τοὺς ἔλεγα αὐτεῖνοι μο᾿ ῾λεγαν· «Ἔχασες κ᾿ ἐσὺ τὸν ἐθνισμό σου, ἔγινες ἕνα μὲ τοὺς ἄλλους καὶ εἶσαι ἀντιπατριώτης. – Τοὺς λέγω, σάν μου λέτε αὐτό, κοπιάστε βάλτε τὰ μέσα ὅλα, ὁποῦ χρειάζεται τὸ κίνημα αὐτεῖνο, νὰ κινηθοῦμεν. Ἔχετε τὰ μέσα; –Βάνουμεν, μοῦ λένε, ἕνα σπίτι, ὁποῦ ῾χει ἕνας ὁποῦ ῾ναι ῾σ τὴν ἐταιρίαν· τὸ πουλοῦμεν καὶ κάνομεν τὰ μέσα. – Πόσο ἀξίζει αὐτὸ τὸ σπίτι; – Δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές. – Γένεται κίνημα μὲ δεκαπέντε χιλιάδες;» Καὶ τί ἄνθρωποι μό᾿ λεγαν αὐτά; Ἄνθρωποι προκομμένοι. Τότε ἀπολπίστηκα καὶ εἶπα εἶναι ὀργὴ Θεοῦ νὰ χαθοῦμεν. Πάγω εἰς τὸ κονάκι τοῦ Μεταξᾶ καὶ εἶπα νὰ στείλη νὰ ῾ρθῆ κι᾿ ὁ Μαυροκορδάτος, ὅτι κάτ᾿ ἔχω νὰ τοὺς μιλήσω καὶ τῶν δυωνῶν. Ἦρθε ὁ Μαυροκορδάτος. Τοὺς λέγω· «Ἀδελφοί, ἡ πατρίδα χάνεται – τί κάνετε σίγρι; Αὐτείνη εἶναι ἡ πατρίδα ὁποῦ ῾ρθετε νέοι κι᾿ ἀγωνιστήκετε καὶ γεράσετε; Αὐτείνη ἔγινε γῆς Μαδιάμ! Διατὶ χαθήκαμεν ὅλοι ἐμεῖς; Μόνον διὰ νὰ δοξαστῆτε ἐσεῖς οἱ μεγάλοι πολιτικοί μας. Πάντοτές σας ἔχομε κεφαλὲς εἰς τὰ πράματα τῆς πατρίδος κι᾿ ἀπολάψετε ἐκεῖνο ὁποῦ ἀγωνίζεται κάθε σημαντικὸς ἄνθρωπος ν᾿ ἀπολάψη, δόξα καὶ τιμή. Αὐτὰ τ᾿ ἀπολάψετε. Ὅμως σὰν χαθῆ ἡ πατρίδα, ποῦ θὰ ζήσετε κ᾿ ἐσεῖς κ᾿ ἐμεῖς ὅλοι; Καὶ καθὼς φαίνεται ἀπὸ τὴν τρέλλα μας χάνεται· θὰ κινηθοῦν οἱ τρελλοὶ ἄνθρωποι καὶ θὰ μᾶς εἰποῦνε· Κοπιάστε κ᾿ ἐσεῖς ὀμπρός». Νὰ μὴν πάμεν, μᾶς σκοτώνουν, ἢ θὰ μᾶς εἰποῦνε τουρκολάτρες· νὰ πᾶμεν ἐμεῖς μ᾿ ἄσπρα μουστάκια κοντὰ εἰς αὐτοὺς κι᾿ ἀπὸ τὴν ἀνοησία μας ὁλουνῶν νὰ χαθῇ ἡ πατρίδα, δὲν εἶναι ἁμαρτία; Δὲν θὰ εἰποῦνε οἱ μεταγενέστεροι, σὰν ἰδοῦνε αὐτό, δὲν θὰ εἰποῦνε· «Αὐτείνη ἡ πατρίδα δὲν εἶχε ἀνθρώπους τέλειους καὶ χάθηκαν ἀδίκως;» Τότε δὲν θὰ κατηγορηθῆτε ἐσεῖς πρῶτα κ᾿ ἐμεῖς ὕστερα; – Μοῦ λένε, τὸ βλέπουμεν. Τί νὰ κάμωμεν ὁποῦ τῶν ἀνθρώπων τὰ κεφάλια ἄναψαν ὁλουνῶν; – Ἐμεῖς σὰν θέλομεν τὰ σβένομεν καὶ ἡσυχάζουν. – Πῶς; μοῦ λένε. – Ἐσύ, Μαυροκορδᾶτο, νὰ στείλῃς νὰ φωνάξῃς τὸν τάδε, τὸν τάδε (καμμιὰ δεκαριά), ἐσύ, Μεταξᾶ, τὸ ἴδιο κ᾿ ἐγὼ τὸ ἴδιο καὶ κάθε τίμιος πατριώτης. Καὶ νὰ μιλοῦμεν ὅλοι μίαν γλώσσα, νὰ τοὺς παρηγοροῦμεν καὶ νὰ τοὺς λέμε· «Ἑτοιμαζόσαστε ὁλοένα, ὅμως χρειάζεται μυστικότη ὦσο νὰ ἑτοιμαστοῦμεν καὶ νὰ ἰδοῦμεν καὶ τὴν Εὐρώπη πὼς θ᾿ ἀποκαταντήσουν αὐτὰ τὰ κινήματά της». Κ᾿ ἔτζι ἀκολουθήσαμεν. Κ᾿ ἔσβυσε ἡ μεγάλη φωτιὰ ἡ ἀνόητη, ὁποῦ ῾ρθε εἰς τὸ κεφάλι μας.
Παραγγέλνω τοῦ Βασιλέως μὲ τὸν Χατζηχρῆστο· «Ὁ ἀγέρας ὁποῦ φυσάγει» εἰς τὴν Εὐρώπη (πὲς τοῦ Βασιλέως) ἀναποδογύρισε βατζέλα. Ἐμεῖς εἴμαστε μισὴ φελούκα· καὶ θὰ μᾶς πάρη αὐτὸς ὁ κακὸς ἀγέρας καὶ δὲν θὰ ἰδοῦμεν ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ κοιμῶνται οἱ τίμιοι ἄνθρωποι κι᾿ ὁ Βασιλέας». Πῆγε τοῦ τὰ εἶπε. Τοῦ λέγει ὁ Βασιλέας· «Σύρε πὲς τοῦ Μακρυγιάννη νὰ ῾ρθῆ ἐδῶ». Ἐγὼ εἶχα νὰ πάγω νὰ παρουσιαστὼ ἀπὸ τὸν καιρὸ ὁποῦ πῆγα καὶ τοῦ μίλησα διὰ τῆς ληστεῖες ὁποῦ γένονταν εἰς τὴν πρωτεύουσα, ὁποῦ μου εἶπε νὰ ἑνωθῶ μὲ τὸν πρωτοϋπουργόν του καὶ δὲν δέχτηκα· καὶ ἤμουν εἰς τὴν ὀργή του. Παρουσιάστηκα εἰς τὴν Μεγαλειότη τοῦ κατὰ τὴν διαταγήν του. Μοῦ λέγει· «Τί θὰ μοῦ εἰπῆς; – Ὅ,τι ἰδέα εἶχα κ᾿ ἐγὼ ὡς πολίτης σου τὴν παράγγειλα μὲ τὸν ῾πασπιστή σου. – Τί θέλεις νὰ μοῦ εἰπῆς τώρα; –Ψέματα θέλεις νὰ σοῦ εἰπῶ ἢ ἀλήθεια; – Ἐγώ, μοῦ λέγει, ποτὲς δὲν ἀκῶ ψεύματα· ὅλο ἀλήθειες. – Τοῦ λέγω, ἐγὼ ἔχω γιομάτες δυὸ τζέπες μίαν μὲ ψέματα, τὴν ἄλλη μ᾿ ἀλήθειες. Τώρα τί ἀγαπᾶς ἡ Μεγαλειότη σου; – Ἀλήθειά» μου λέγει. Γυρίζω τὰ μάτια μου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ εἰπῶ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἐμπροστὰ εἰς τὸν « Βασιλέα τῆς πατρίδος μου. Τοῦ λέγω· «Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὴ καὶ θὰ μὲ πάρης πίσου εἰς τὴν ὀργή σου. Ὅμως διὰ πάντα νὰ εἶμαι εἰς τὴν ὀργή σου, τὴν ἀλήθεια θὰ σοῦ λέγω, ὅτ᾿ εἶναι τοῦ Θεοῦ· τὸ ψέμα τοῦ διαβόλου. Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ κρύβεται ἡ ἀλήθεια. (Τοῦ εἶπα)· Θυμᾶσαι πόσον καιρὸν ἔχω νὰ παρουσιαστὼ μπροστά σου; Ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ μου εἶπες νὰ εἶμαι σύνφωνος μὲ τὸν πρωτοϋπουργόν σου καὶ σοῦ εἶπα δὲν εἶμαι, ὅτ᾿ εἶναι δόλιος. Τί σου εἶπα; Θὰ σοῦ χαλάση τὸ Κράτος σου, θ᾿ ἀφανίση τὸ Ταμεῖον, θὰ σὲ τρογυρίση μὲ κακοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ κιντυνέψωμε. Ὅλα τὰ ἔκαμεν αὐτὰ καὶ εἶναι τὰ ὡς τὴν σήμερον. Αὐτὸς πάγει εἰς τὴν δουλειά του, ὅμως τὴν φωτιὰ τὴν κακὴ τὴν ἄφησε εἰς τὸ κράτος σου. – Μοῦ λέγει, μὴν τὸν καταριέσαι. – Δὲν μπορῶ καὶ νὰ τὸν συχωρέσω, ὅτι ῾σ ἄλλη πατρίδα δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ζήσω μ᾿ εἴκοσι ψυχές. Εἶναι καιρὸς νὰ τρογυριστὴς μὲ τοὺς τίμιους ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς μπιστευτῆς, νὰ διορθώσης τὰ ἐσωτερκά σου, τὰ κριτήριά σου, ὁποῦ ἀφανίστη ὁ κόσμος, γενικῶς τὸ κράτος σου. Αὐτεῖνοι ὁποῦ κυβερνοῦνε εἶναι τὸ σύστημα τῆς Γαλλίας, ὁποῦ ῾χε ὁ Κωλέτης. Ἔπεσε αὐτό· κάμαν δημοκρατία. Τοῦτο ἐπιθυμοῦν κι᾿ αὐτεῖνοι ἐδῶ. Σὰν γένη αὐτό, δὲν θὰ εἶσαι βασιλέας ἡ Μεγαλειότη σου. Τοὺς ἔπιασες τόσα πολεμοφόδια καὶ φέρνουν τόση ἀνησυχία εἰς τὸ κράτος σου. Φαίνονται ποιοὶ τὰ κάνουν αὐτά. Ὅμως εἶναι ἀδύνατοι καὶ δὲν μποροῦν νὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεώς τους. Ὅτι ὅλοι οἱ τίμιοι ἄνθρωποι δὲν θέλομεν αὐτό. Νὰ κάμης καὶ γενικὴν ἀμνηστείαν, νὰ ἑνωθοῦμεν ὅλοι. Κι᾿ ἄν σου ἔφταιξε κανένας, οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι συχωροῦν τοὺς μικρούς, μ᾿ ὅλον ὁποῦ ὁ αἴτιος ἦταν ὁ Κωλέτης. Ὅτι τοὺς ἔκλεισε ἀπὸ τὰ δίκια τους, καθώς μου ἔκαμεν κ᾿ ἐμένα τὸ ἴδιο καὶ ἤθα χανόμουν ἀδίκως. Καὶ νὰ πάρης καὶ τὸν Μαυροκορδάτο καὶ Μεταξᾶ ῾σ αὐτὲς τῆς περίστασες. Διατί, Μεγαλειότατε, δὲν τοὺς δίνεις κι᾿ αὐτοὺς νὰ ζήσουνε ἀπὸ τὸν ἀγώνα τους; Αὐτὸ φέρνει ὅλον αὐτὸν τὸν ῾ρεθισμόν. – Μοῦ εἶπε, νὰ τοὺς μιλήσης ἂν θέλουν. – Τοῦ εἶπα, νὰ γένῃ ἕνας νόμος διὰ τοὺς παλιοὺς ἀγῶνες τους. Καὶ νὰ τοὺς φωνάξῃς νὰ τοὺς ἑνώσῃς· καὶ νὰ τοὺς μιλήσης – ῾σ αὐτὲς τῆς περίστασες νὰ τρογυριστῆς μ᾿ ἀνθρώπους ἱκανούς». Λέγοντάς του αὐτὰ κι᾿ ἄλλα τέτοια πλῆθος, μὲ βάσταξε περίτου ἀπὸ τέσσερες ὧρες. Τὸ βράδυ τοὺς φώναξε καὶ τὸν Μεταξᾶ καὶ τὸν Μαυροκορδάτο. Δὲν δέχτηκαν. Εἶχαν δίκιον. Ἤθελαν νὰ κυβερνήσουν μὲ τὸ ἴδιον σύστημα. Διόρισε ὕστερα τὸν Κουντουργιώτη πρώτον ὑπουργὸν κ᾿ ἔκαμεν ὑπουργεῖον.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Τὸν καιρὸν τοῦ Κυβερνήτη ὅσον καιρὸν στάθηκα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴ δύναμη, 27 μῆνες, ἀπὸ τὴν Μοθώνη καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη τῆς Πελοπόννησος ἕνας στρατιώτης κι᾿ ὁ ἀγωγιάτης ἤφερναν τὰ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Κυβέρνησης. Οἱ Ἕλληνες εἶναι εὐλογημένο ἔθνος ὅταν τοὺς κυβερνάη ἡ ῾λικρίνεια.
2. Ὁ Τζαβέλας μόνον εἶναι καλὸς ἄνθρωπος. Ἀγωνιστῆ νὰ μὴν ἰδῆ μὲ τὰ μάτια του καὶ χῆρες κι᾿ ὀρφανά. Κ᾿ ἐπειδήτις εἶναι μισὸς ἄνθρωπος εἰς τ᾿ ἀνάστημα, τοῦ φαίνεται ὅτ᾿ εἶναι ὁ πλέον ψηλότερος κι᾿ ἀπάνου εἰς τὸ κυπαρίσσι· καὶ τηράγει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κάτου ὡς μυῖγες. Ἀγριοκυτάγει καὶ κακοσυσταίνει κ᾿ ἐμένα πολύ. Ὁ πνιμένος βροχὴ δὲ φοβᾶται. Εἶναι κι᾿ αὐτὸς παιδὶ τοῦ Κωλέτη.
3. Πρῶτα θέλησε νὰ μοῦ βαφτίση ἕνα παιδί. Μοῦ τὸ εἶχε ζητήση πρὶν μπῆ εἰς τὰ πράματα· καὶ μοῦ εἶχε δώση ὁ Θεὸς δυὸ μαζί. Σὰν τοῦ τὸ εἶχα τάξη ὅταν ἤμαστε φίλοι, μοῦ τὸ ζήτησε· τοῦ εἶπα νὰ κοπιάση νὰ τὸ βαφτίση μ᾿ ἄλλους δυὸ εἰς τὸ κάθε παιδὶ – αὐτὸς καὶ ὁ Γαρδικιώτης κι᾿ ὁ Γκόσσος τὸ ἔνα· ὁ Χατζηχρῆστος, ὁ Παπακώστας κι᾿ ὁ Γιάννη Κώστας τὸ ἄλλο· ἡ Ἁγία Τριάδα εἰς τὸ καθένα. Ἔκαμα ἑτοιμασίες καὶ ἦρθε καὶ ἡ Ἐκλαμπρότης του μὲ πρέσβες καὶ πρεσβίνες. Τοὺς δέχτηκα, φάγαμεν, ἔπιαμεν. Εἶχα κι᾿ ὅλους τους σημαντικοὺς καλεσμένους. Αὐτὸς εἶχε τ᾿ ὄνομά του καὶ πῆγε εἰς τὸ σπίτι του, ὅτ᾿ εἶχε ἀνθρώπους. Οἱ ἄλλοι ὅλοι μείναν κ᾿ εὐθυμήσαμεν.
4. Μιὰ λέξη δυσανάγνωστη.