Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον Γ'. 1833-1843. κεφ. 7

Μύησις τοῦ Δημητρίου Καλλέργη εἰς τὴν συνωμοσίαν. - Μύησις Σπυρομήλιου. - Κατάστρωσις τοῦ σχεδίου τῆς ἐπαναστάσεως. - Ἀπιστία Δημητρίου Καλλιφρονᾶ. - Μεταμέλεια τοῦ Καλλέργη. - Ἀποκλεισμὸς τῆς οἰκίας τοῦ Μακρυγιάννη ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς. - Ὑσταται ἀποφάσεις τῶν συνωμοτῶν. - Νυκτερινὴ ἐπίθεσις κατὰ τῆς οἰκίας τοῦ Μακρυγιάννη. - Δεινὴ θέσις αὐτοῦ. - Λοιδορίαι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν πολιορκούντων. - Προσευχὴ τοῦ Μακρυγιάννη. - Κατασκευὴ σημαίας. - Σύνταξις τῆς διαθήκης αὐτοῦ. - Προσφώνησις πρὸς τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ ὀλίγους ἐπαναστάτας. - Γενναία ἀπάντησις αὐτῶν. – Ἔλευσις τοῦ Γιαννηκώστα καὶ ἄλλων εἰς βοήθειαν τοῦ Μακρυγιάννη. - Πυροβολισμὸς κατ᾿ αὐτῶν ὑπὸ τῶν πολιορκούντων. - Θάνατος ἐνωμοτάρχου. - Ἐξακολούθησις τὸν ἀμοιβαίου πυροβολισμοῦ. - Ἀπιστία δημάρχου καὶ ἀστυνόμου. – Μετάβασις τοῦ Μακρυγιάννη εἰς τὰ Ἀνάκτορα. – Ἀγόρευσις πρὸς τὸ πλῆθος. - Σύγκλησις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. - Καταρτισμὸς τοῦ καταλόγου τῶν νέων ὑπουργῶν ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ὑπογραφὴ τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. - Ἀγόρευσις τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸ πλῆθος ὑπὲρ τῆς τάξεως. - Ἀναχώρησις τῶν Βαυαρῶν. - Παρουσίασις τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Βασιλέα. - Προκήρυξις ἐκλογῶν πληρεξουσίων. - Διορισμὸς τοῦ Μακρυγιάννη ἀρχηγοῦ τῆς πολιτοφυλακῆς. - Διαίρεσις μεταξὺ τῶν τέως ἐπαναστατῶν. - Δημοσιογραφικὴ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ψυχρότης μεταξὺ τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξᾶ καὶ τοῦ Μακρυγιάννη. - Κομματικαὶ διαιρέσεις. - Προσπάθεια τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς ἕνωσιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. - Τὰ κατὰ τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως.

Μαθαίνοντας αὐτὸ ὁ Μεταξᾶς καὶ ἡ συντροφιὰ ἔλαβαν ψυχή. Ὅμως ἐδῶ ἦταν ὁ Καλλέργης ἀρχηγὸς τοῦ ἱππικοῦ καὶ εἶχε κ᾿ ἐπιρρογὴ εἰς τὸ ταχτικὸν πεζικόν· ἦταν καὶ εἰς τὸ ταχτικὸν ἀρχηγὸς ὁ γενναῖος κι᾿ ἀγαθὸς Σκαρβέλης – γνωρισμένοι ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Φαβγέ, ὁποῦ ἤμουν κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸ ταχτικόν. Πάντοτες ἤμαστε φίλοι καὶ ξηγώμαστε τὰ αἰστήματά μας. Πάντοτες τὸν ηὗρα τίμιον στρατιωτικὸν κι᾿ ἀγαθὸν πατριώτη. Μίαν ἡμέρα τὸν Ἄγουστον μήνα τὰ 1843 ἀνταμώνω τὸν Καλλέργη εἰς τὸ παζάρι, τοῦ λέγω· Καϊμένε Καλλέργη, σὲ τόσους ἀγῶνες τῆς πατρίδας κιντυνέψαμεν καὶ ἤμαστε ὡς ἀδελφοί· τώρα οὔτε μὲ γνωρίζεις, οὔτε σὲ γνωρίζω. Ἐπιθυμοῦσα ν᾿ ἀνταμωθοῦμεν μίαν ἡμέρα. – Μοῦ λέγει, τὸ δείλι ἔρχομαι εἰς τὸ σπίτι σου κι᾿ ἀνταμωνόμαστε». Σηκώθη καὶ ἦρθε. Μπήκαμεν εἰς ὁμιλία διὰ τὰ δεινά της πατρίδας. Τότε ἀγροικηθήκαμεν σὲ ὅλα· μείναμεν σύνφωνοι καὶ τὸν ὅρκισα. Ὅμως δὲν τὸ ῾δειξα τὸν ὅρκο μὲ τῆς ὑπογραφές, ὅτι ἔχει σκέσες ξένες. Μείναμεν σύνφωνοι νὰ μιλήση καὶ τοὺς Σπυρομήλιου ν᾿ ἀνταμωθοῦμεν. Ἦρθε τὴν ἄλλη ἡμέρα, μιλήσαμεν καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν καλὸν πατριώτη· ἦταν δοικητὴς εἰς τὸ Σκολεῖον τῶν Εὐελπίδων. Μείναμεν σύνφωνοι ν᾿ ἀνταμωθοῦμεν καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ Σκολείον. Μίλησα μὲ τὸν Καλλέργη, πήγαμεν εἰς τὸ Σκολεῖον καὶ ξηηθήκαμεν οἱ τρεῖς. Τοὺς πῆρα καὶ πήγαμεν εἰς τὴν ἐκκλησιὰ καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα μείναμεν σύνφωνοι ν᾿ ἀνταμωθοῦμε εἰς τοῦ Μεταξᾶ καὶ μ᾿ ὅλους τους ἄλλους.
Ἀφοῦ ἀνταμωθήκαμεν ὅλοι, ἐκρίθη εὔλογον νὰ μὴ μαζωνώμαστε πολλοὶ νὰ μιλοῦμεν, νὰ μὴν προδοθούμεν· νὰ εἶναι ὁ Μεταξάς, ὁ Καλλέργης κ᾿ ἐγὼ νὰ σκεδιάσωμεν πότε θὰ γένη τὸ κίνημα· κ᾿ ἐκρίναμεν εὔλογον καὶ οἱ τρεῖς νὰ κινηθοῦμεν τῆς δυὸ Σεπτεβρίου. Νὰ συνάξω ἐγὼ ἀνθρώπους εἰς τὸ σπίτι μου τὸ βράδυ καὶ ν᾿ ἀρχίσω τὸν ντουφεκισμόν· τότε νὰ βγῆ ὁ Καλλέργης μὲ τὸ ἱππικὸ κι᾿ ὁ Σκαρβέλης μὲ τὸ πεζικὸ πρὸς καταδίωξιν ἐμένα καὶ νὰ μπλοκάρωμεν συνχρόνως τὸ Παλάτι. Μείναμεν σύνφωνοι εἰς αὐτὸ καὶ νὰ ῾νεργήση καθένας τὰ χρέη του. Ἐγὼ πῆγα εἰς τὸ σπίτι μου, σύναξα πολλοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὅρκιζα, καθὼς καὶ τοὺς ῾πιτρόπους τῆς ἐκκλησίας – τὴν ὥρα ἐκείνη τὴν νύχτα, ὁποῦ θ᾿ ἀκούσουνε τὸν ντουφεκισμόν, νὰ βαρέσουν τῆς καμπάνες νὰ πάρουν χαμπέρι οἱ πολίτες, νὰ ξυπνήσουνε.
Εἶχα βάλη εἰς τὸν ὅρκον τὸν Καλλεφουρνά, ὅτι τὸν εἶχα στενὸν φίλον, κι᾿ αὐτὸς ἐπῆγε εἰς τὸν Μεταξᾶ κι᾿ ἄλλους καὶ εἶπε ὅτι τὸν ὅρκισα· καὶ πρόδωσε καὶ τῆς ὑπογραφές. Ἐγὼ ὅσους ἤξερα ὁποῦ δένουν συνφέροντα μὲ τοὺς ξένους καὶ μὲ τοὺς διαφταρμένους τοὺς ἐδικούς μας, ἢ πολιτικοὶ ἢ στρατιωτικοί, δὲν τοὺς ἔλεγα τὸν ὅρκον, μήτε τῆς ὑπογραφές· κάθε ἑνοῦ τὸ ῾λεγα τὸ κέφι του καὶ συνφέροντα τῆς μερίδας του καὶ ντόπιων καὶ ξένων. Χάρις εἰς τὴν γνώση τοῦ Μεταξᾶ μίλησε μὲ τὸν Καλλεφουρνὰ καὶ μ᾿ ὅσους ἄλλους εἶχε μιλήση ὁ Καλλεφουρνᾶς καὶ πρόφτασε αὐτὸ τὸ κακόν. Ἦρθαν καὶ ῾σ ἐμένα ἄλλοι καὶ μοῦ εἶπαν αὐτὸ τοῦ Καλλεφουρνά· τοὺς εἶπα κι᾿ αὐτεινῶν ἄλλα καὶ τοὺς ἡσύχασα νὰ μὴν μαθευτῆ τὸ μυστικὸν καὶ διακοποῦμεν. Ἀφοῦ μὲ πρόδωσε ὁ Καλλεφουρνᾶς, πρῶτος μου φίλος, ὁποῦ τὸν ἀνάστησα εἰς τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἐξ αἰτίας τοῦ διχονοιεύτηκα μὲ τοὺς σημαντικοὺς Ἀθηναίους διατὶ νὰ τὸν ῾περασπίζωμαι, τότε φοβώμουν νὰ βάλω κι᾿ ἄλλους σημαντικοὺς Ἀθηναίους. Τότε μιλῶ τοῦ Καλλεφουρνᾶ – ἔκανα ὅτι δὲν γνωρίζω τίποτας· τοῦ λέγω· «Καμμιὰ ἡμέρα, ἂν μάθης καὶ κλειστῶ ἐγὼ μέσα, ἐσὺ νὰ ῾θουσιάζης τοὺς κατοίκους»· καὶ μείναμεν σύνφωνοι εἰς αὐτό. Ἔστειλα κι᾿ ἀνθρώπους ν᾿ ἀνάβουν φωτιὲς μεγάλες εἰς τὰ ψηλὰ μέρη, καθὼς καὶ εἰς τὸ κάστρο, νὰ ἐλπίζη ἡ ἐξουσία ὅτ᾿ εἶναι μεγάλες δύναμες.
Ἔγιναν ὅλα αὐτά· τὰ ῾βαλα σὲ τάξη. Γιόμωσα τὸ περιβόλι μου ἀνθρώπους. Μετανογάει ὁ Καλλέργης κι᾿ ὅλο τὸ ταχτικό, οἱ ἀξιωματικοί, καὶ δὲν βαροῦνε. Τότε προδοθήκαμεν, ἀλλὰ δὲν ἤξεραν ἀκόμα τί τρέχει ἡ ἐξουσία. Τότε οἱ συντρόφοι μου ὅλοι αὐτεῖνοι καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄλλος ἢ θὰ κρυφτῆ εἰς πρεσβεῖα κι᾿ ἄλλος θὰ φύγη μὲ καΐκι νὰ γλυτώση κι᾿ ὁ Μακρυγιάννης κι᾿ ὅλη του ἢ οἰκογένεια ἦταν εἰς τὸν χαμόν. Διάλυσα τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς περικάλεσα νὰ μὴ μὲ προδώσουν. Τὴν αὐγὴ μὲ πλάκωσε ὁ Τζῆνος μὲ πολλοὺς χωροφύλακες κι᾿ ἄλλους ἀπὸ τὰ τάματα τῶν Σπαρτιάτων· μὸ ῾ζωσαν τὸ σπίτι μου... Εἶχα ὁρκισμένον τὸν ἀρχηγὸν τῶν Σπαρτιάτων τὸν Πιερράκο, κι᾿ αὐτὸς τὴν ἀρετὴ τὴν εἶχε εἰς τὰ παπούτζα τοῦ – τύχη θέλουν αὐτεῖνοι κι᾿ ὄχι πατρίδα! Τὸ πρωὶ ἔρχεται ὁ Ζυγομαλᾶς εἰς τὸ σπίτι μου, εἰς τῆς δυό του μηνός, κι᾿ ὁ Ἀλέξαντρος Μετζέλος ὡς γιατροί, ὅτι ἔκαμα τὸν ἄρρωστον – ὁ Μιχαὴλ Τζῆνος κ᾿ οἱ ἄλλοι μου κρατοῦσαν τὸν μπλόκο – καὶ μ᾿ αὐτοὺς παράγγειλα τοῦ Μεταξᾶ καὶ Καλλέργη κι᾿ ἀλλουνῶν καὶ τοὺς ἔλεγα τὴν ἀπιστιὰ ὁποῦ μὸ ῾καμαν καὶ χάνομαι μ᾿ ὅλο μου τὸ σπίτι. Ἀφοῦ πῆγαν τόσοι ἄνθρωποι, ἀποφάσισαν νὰ βαρέσουμεν τὸ βράδυ ξημερώνοντας τρεῖς του μηνός.
Αὐτὸ τὸ κίνημα τὸ ἤξεραν καὶ οἱ πρέσβες τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας καὶ Ρουσσίας· ὅμως τοὺς ἔλεγα αὐτεινῶν καὶ τῆς μερίδες τῶν δικῶνε μας ὁποῦ ἦταν μ᾿ αὐτούς, ὅτι δι᾿ αὐτοὺς δουλεύομεν. Ὁ Μεταξᾶς ἔδειξε χαραχτήρα, ἦταν ξεμακρυσμένος ἀπὸ τοὺς ξένους· στάθη καθὼς μιλήσαμεν, κατὰ τὸν ὅρκον μας. Τὸ βράδυ πάλε συνάζω ἀνθρώπους καὶ βάνω τὸ σκέδιον εἰς τὴν ἐνέργειαν. Ὁ Θεὸς στράβωσε τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐνέκρωσε, ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη ὁποῦ εἶχε· κι᾿ ὁ Βασιλέας κι᾿ ὅλοι αὐτεῖνοι κοιμάτον. Συνάζονταν ἄνθρωποι μὲ τ᾿ ἅρματά τους κι᾿ ἔρχονταν εἰς τὸ περιβόλι μου καὶ εἰς τὸ σπίτι μου καὶ οἱ δραγάτες. Τότε πλάκωσε ὁ Τζῆνος μὲ πλῆθος χωροφύλακες πεζοὺς καὶ καβαλλαραίους κι᾿ ἄλλοι πολλοί, ὁ Σταῦρο Γρίβας καὶ δυὸ τάματα τῆς Σπάρτης, καὶ πιάνουν τὸ νοσοκομεῖον καὶ μὲ κλείνουν ἐμένα μέσα· καὶ πιάνουν γύρα τὸ σπίτι μου καὶ περιβόλι μου· καὶ μπῆκαν μέσα εἰς τὸ περιβόλι πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Ἀπὸ τοὺς δικούς μου ἄλλοι ἔφυγαν, ὅτ᾿ ἦταν ὀλίγοι, κι᾿ ἄλλους τοὺς ἔπιασαν. Καὶ μένω μ᾿ ἑφτὰ ἀνθρώπους καὶ τέσσερα παιδιὰ – ὅλοι αὐτεῖνοι ἤμαστε. Καὶ κυρίεψαν οἱ ἀναντίοι παντοῦ· κι᾿ ἄνοιξαν καὶ μασγάλια εἰς τὸν τοῖχο τοῦ περιβολιοῦ ὡς τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου. Τότε ἀπολπίστηκα· καὶ ἤμουν χαμένος μ᾿ ὅλο μου τὸ σπίτι. Ἤθελαν ἡ ἐξουσία νὰ μᾶς ἔχουν κλεισμένους καὶ νὰ μὴ ρίξουν ἀναντίον μας ὅσο νὰ φέξη νὰ ῾ρθῆ ὁ ῾σαγγελέας. Κ᾿ ἑτοίμασαν καὶ τὸ στρατοδικεῖον νὰ μᾶς καταδικάσουνε μὲ τὸν νόμο. Καὶ εἶχαν ἐνενήντα διὰ τὴν τζελατίνα καὶ ῾στὴν κορφὴ ἐμένα.
Τώρα, ἀναγνῶστες, νὰ σᾶς δείξω τί κάνει ὁ πανάγαθος Θεός· κι᾿ ἄν σας εἰπῶ τὸ παραμικρὸ ψέμα, αὐτός, ὁ δίκιος Θεός, νὰ μή μου πάρη τὴν ψυχή. Ἀφοῦ ἤμαστε κλεισμένοι, τὰ παιδιά μου καὶ ἡ φαμελιά μου εἶδαν τὸ τέλος τῆς ζωῆς τους κι᾿ ἄρχισαν καὶ κλαίγαν πικρὰ καὶ φώναζαν· κι᾿ ἀκόμα ἕνα μωρὸ εἰς τὸ βυζὶ κ᾿ ἐκεῖνο κρέμασε τὸ κεφάλι του καὶ τὸ κύριεψε μιὰ μεγάλη λύπη. Βλέποντας αὐτὸ μὸ ῾δωσε μεγάλη λύπη καὶ χαμὸν τοῦ μυαλοῦ μου. Πρωτύτερα ὁ στοχασμός μου ἦταν αὐτός· νὰ βάλω φωτιὰ εἰς τὸν τζεμπιχανὲ νὰ χαθοῦμεν, ὅταν ἰδῶ καὶ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀντισταθῶ, καὶ νὰ καγοῦμεν ὅλοι νὰ μὴν μείνη σπορὰ ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν μου, ὅτι θὰ τοὺς θεωροῦνε οἱ ἄλλοι ὡς εἵλωτες κι᾿ Ὁβραίους. Καὶ ἤμουν εἰς αὐτὸ τὸ σκέδιον. Τ᾿ ἀσκέρια τῆς ἐξουσίας μὲ βρισὲς ἄσκημες μὸ ῾λεγαν σὲ ὀλίγον μὲ τελειώνουν ἐμένα καὶ τοὺς ὀπαδούς μου. Τότε θύμωσα ἀπὸ τῆς ἄτιμες βρισὲς ὁποῦ μου κάναν κι᾿ ἄνοιξα τὴν πόρτα καὶ βήκα εἰς τὸ φῶρο καὶ τοὺς εἴπα· «Γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας, ὀπαδοὶ τῆς ἀδικίας κι᾿ ἀτιμίας!» Τότε αὐτεῖνοι μὲ διατίμησαν περισσότερον. Θύμωσα εἰς αὐτὸ κι᾿ ἀνοίγω τὴν αὐλόπορτα καὶ σηκώνω τὸ ντουφέκι νὰ ρίξω εἰς τὸ σωρό· τὸ ῾χα μὲ κομμάτια γιομίση κι᾿ ἂν ἔπαιρνε φωτιά, ἐκεῖνο ἦταν ὁ θάνατός μας κι᾿ ὁ χαμὸς ὁλουνῶνε μας μέσα εἰς τὸ σπίτι· ὅτ᾿ ἦταν ὁδηγημένοι νὰ πρωτορρίξωμεν ἐμεῖς, καὶ τότε ὡς ἀδύνατούς μας κυριεῦαν καὶ χανόμαστε. Τραβώντας τὸ σκάνταλο τοῦ ντουφεκιοῦ εἰς τὸ σωρό, ἕνα χέρι πιάνει τὴν ταμπάτζα. Τότε ἔκλεισα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα μέσα. Μοῦ λέγει ἡ φαμελιά μου· «Τί νὰ σοῦ εἰπῶ, ἀδελφέ, ὅ,τι νὰ μιλήση κανένας, παίρνεις τὰ χέρια σου σὰν τὴ γάτα μὲ τὰ νύχια καὶ τοῦ ρίχνεσαι ἀπάνου καὶ τοῦ βγάζεις τὰ μάτια· καὶ δὲν ἀκοῦς κανέναν. Τὸ ἔκαμες αὐτὸ εἰς τ᾿ Ἄργος μὲ τὸν Ἀγουστίνο, ὅμως εἶχες τὸ σπίτι σου γιομάτο ἀνθρώπους κι᾿ ὅλον τὸ μαχαλά. Τὸ ἴδιον κ᾿ ἐδῶ μὲ τὸν Ἀρμασπέρη, ὁποῦ σὲ εἶχε τόσες ἡμέρες κλεισμένον ὅσο ὁποῦ ῾ρθε ὁ Βασιλέας. Τώρα, χωρὶς ἀνθρώπους, τί ῾ναι αὐτὸ ὁποῦ ἔκαμες; Κ᾿ ἐσὺ τώρα χάνεσαι κ᾿ ἐμεῖς ὅλοι· νὰ σὲ ἀναθεματίσουμεν δὲν βγαίνει τίποτας. Ὁ Θεὸς σχωρέση ἐσέναν κ᾿ ἐμᾶς». Τότε βλέποντας αὐτείνη τὴν δυστυχία τοῦ σπιτιοῦ μου καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τῆς φωνὲς καὶ δαρμούς τους, μοῦ ῾ρθε ἀπὸ αὐτὰ ὅλα μία πικρὴ λύπη καὶ μοῦ εἶπε ὁ λογισμός μου πῆρα ἀθώους ἀνθρώπους εἰς τὸ λαιμό μου κ᾿ ἔγινα εἰς τὴν φαμελιά μου Κάις. Τότε χάνεται ὅλως διόλου ὁ λογισμός μου· καὶ ῾στὸ μυαλό μου τί στοχάστηκα; Μόνον παρηγοριὰ ῾σ αὐτείνη τὴν κατάστασιν ὁποῦ ἔγινα. Σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τῆς εἰκόνες καὶ κάνω τὴν προσευκή μου καὶ λέγω· «Κύριε, βλέπεις σὲ τί κατάστασιν ἔφτασα. Ὁ μόνος σωτήρας εἶναι ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ ἐσπλαχνία σου ῾σ ἐμᾶς ὁποῦ κιντυνεύομεν καὶ εἰς τὴν ματοκυλισμένη μας πατρίδα». Τότε ἡ ἄπειρη ἐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγαθότης τού μου ῾δωσε φώτισιν καὶ θάρρος. Πιάνω καὶ φκειάνω μίαν σημαία καὶ γράφω· «Ἐθνικὴ Συνέλεψη, Σύνταμα». Λέγω· «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς βασιλείας τοῦ σηκώνεται ἡ σημαία τῆς πατρίδος!» Καὶ τὴν εἶχα ἕτοιμη. Τελειώνοντας αὐτό, ἔφκειασα τὴν διαθήκη μου (ὅτι ἄλλαξα ἰδέα τὸ νὰ καγοῦμεν ὅλοι· εἶπα μπορῶ νὰ βγῶ ἔξω νὰ σκοτωθῶ. Τὸ λοιπὸν σκοτώνομαι ἐγὼ καὶ μένουν αὐτεῖνοι οἱ ἀδύνατοι. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ εἶναι θερία). Φκειάνω τὴν διαθήκη μου κ᾿ ἔβαλα καὶ κηδεμόνας τίμιους ἀνθρώπους. Τότε τὴν διαθήκη τὴν δίνω τῆς γυναικός μου καὶ τῆς λέγω· «Πάρ᾿ τὸ αὐτὸ τὸ χαρτὶ καὶ βάλ᾿ τὸ σὲ μίαν πέτρα ἀπὸ κάτου νὰ εἶναι σίγουρο, νὰ μὴν κάψουν τὸ σπίτι καὶ καγή· κι᾿ ἂν πάθω ἐγώ, νὰ τὸ ῾χετε ἐσεῖς καὶ ν᾿ ἀκολουθήσετε καθὼς γράφω». Μὲ φωνὲς καὶ δαρμοὺς τὸ πῆρε ἡ φαμελιά μου ὅλη καὶ τὸ ἔκρυψαν. Τότε ἡσύχασε ἡ ψυχή μου καὶ τὸ σῶμα μου ἔλαβε ἄλλη ψύχωσιν. Ὅτι μ᾿ ἔτυπτε ἡ συνείθησή μου δι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀδύνατους καὶ μ᾿ αὐτό μου φάνηκε ὅτι τοὺς δίκιωσα. Τότε συγύρισα ὅλα μου τὰ ὅπλα, τὰ ῾βαλα εἰς τὴν θέσιν τους. Κατέβηκα μὲ τὴν σημαία κάτου εἰς τὸ σπίτι καὶ εἶδα τί ἄνθρωποι μείναν· καὶ μέτρησα ὅλους ἑφτὰ καὶ τέσσερα παιδιά. Τότε τοὺς λέγω· «Ἀδελφοί, ἔκαμα αὐτὸ τὸ κίνημα ὅτι ἀδικέσασταν ἐσεῖς οἱ ἀγωνισταὶ κι᾿ ὅλο τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς Κυβέρνησές μας καὶ εἶπα ἴσως καὶ μ᾿ αὐτὸ σώνονταν τὰ δεινά μας ὁλουνῶν τῶν Ἑλλήνων. Δὲν ἦταν τυχερόν. Ἔχομεν ἀκόμα ἁμαρτίες νὰ μᾶς παιδέψουν. Ἐμεῖς, ὂσ᾿ εἴμαστε ἐδῶ, εἴμαστε τώρα ἀδύνατοι καὶ οἱ ἄλλοι ὁποῦ μας ἔχουν κλεισμένους πολλοί· νὰ μὴν χαθῆτε κ᾿ ἐσεῖς ἀδίκως ἐλᾶτε νὰ σᾶς ἀνοίξω τὴν πόρτα νὰ φύγετε. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἔχω εἰς τὸ λαιμό μου νὰ χαθῆτε κ᾿ ἐσεῖς. Κ᾿ ἐγὼ μένω εἰς τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ σάβανον ἔχω τὴν σημαία ὁποῦ ῾φκειασα· καὶ ῾σ αὐτείνη ἀπάνου θέλω νὰ πεθάνω ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου καὶ θρησκείας μου». Τότε, μὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πατρίδας, μὲ δάκρυα καυτερὰ θυμῶμαι ἐκείνη τὴν βραδειὰ καὶ τὴν ἀπάντησιν αὐτεινῶν τῶν γενναίων ἀντρῶν καὶ τῶν ἀθώων παιδιών· «Δὲν ἤρθαμεν εἰς τὸν γάμο σου νὰ χαροῦμεν, ἤρθαμεν νὰ πεθάνωμεν ἐκεῖ ὁποῦ θὰ πεθάνης ἐσὺ μὲ τὴν σημαίαν τῆς πατρίδος μας καὶ θρησκείας μας. Ἐσὺ τὴν θέλεις σάβανο καὶ δὲν τὴν θέλομεν ἐμεῖς; Θέλομεν νὰ ζοῦμεν εἵλωτες τῶν Μπαυαρέζων κι᾿ ἀλλουνῶν ὅμοιών τους, ὁποῦ μας καταδικοῦνε; Δὲν μετρηθήκαμεν νὰ φύγωμεν ὅσοι μείναμεν, μετρηθήκαμεν νὰ πεθάνωμεν· καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι ὅ,τι ὁδηγίες θὰ μᾶς πῆς ν᾿ ἀκολουθήσωμεν». Τοὺς ἀγκάλιασα καὶ τοὺς φίλησα, τοὺς ἔδωσα κι᾿ ἀπὸ ῾να» κρασί. Δοξάσαμεν τὸν Θεὸ καὶ τὴν βασιλεία του καὶ τοὺς ὁδήγησα εἰς τῆς πόρτες κι᾿ ἄλλες θέσες, ὅποτέ μας ριχτοῦνε νὰ πεθάνομεν.
Ἴσως μου τοὺς ἔστειλες ἐσύ, Λεωνίδα, ὅτι μείναν ὅταν σκοτώθης· ὅτι οἱ γενναῖοι αὐτοὶ καθαροὶ ἀπογόνοι σου – κ᾿ ἐσὺ καὶ οἱ συντρόφοι σου ὑπὲρ τῆς πατρίδος σας σκοτωθήκετε καὶ τῆς θρησκείας σας – κ᾿ ἐμεῖς ῾σ αὐτὸ ἑτοιμαζόμαστε. Ἡ ἀγαθότη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, τοὺς μωροὺς κάνει σοφούς, τοὺς σοφοὺς μωρούς, τοὺς ἀντρείους δειλούς, τοὺς δειλοὺς ἀντρείους, διὰ νὰ δοξάζεται ὁ πλάστης τοῦ παντός. Ἐκεῖ ὁποῦ τελειώσαμεν αὐτὰ κι᾿ ἑτοιμαζόμαστε νὰ πεθάνωμεν ἕντεκα, ὁ Θεὸς στέλνει καὶ τὸν ἀγαθὸν καὶ γενναῖον πατριώτη τὸν Γιάννη Κώστα μ᾿ ἄλλους πέντε· κι᾿ ἀπὸ μέσα ἀπὸ αὐτοὺς – ὁ Θεὸς τοὺς στραβώνει καὶ δὲν τοὺς βλέπουν. Καὶ τοὺς ἀνοίγω καὶ μπαίνουν αὐτὰ τὰ ἕξι λιοντάρια. Σὲ ὀλίγον μὸ ῾ρχεται κι᾿ ὁ γενναῖος Κυργιάκος Ἀργυροκαστρίτης μ᾿ ἄλλους ὀχτὼ πατριῶτες του ἀπὸ τὸν Περαία· ὅτι τὸν εἶχα εἰς τὸν ὅρκον καὶ τοῦ παράγγειλα· καὶ τὸ ἴδιον στράβωσε τοὺς ἀπατεῶνες ὁ Θεὸς – μπῆκαν κ᾿ αὐτεῖνοι οἱ γενναῖοι ἄντρες ἄβλαβοι, οἱ ἀπόγονοί του Πύρρου. Σὲ κάνα δυὸ ὧρες ἔρχονται καὶ οἱ γενναῖοι κι᾿ ἀγαθοὶ πατριῶτες ὁ Γιαννάκη Σούλιος μὲ τὸν ἀδελφόν του Δημητράκη καὶ γαμπρὸ τοῦ Γκίτζα κι᾿ ὁ Μελέτης Παπαδάμη Κουντουργιώτης μὲ εἰκοσιπέντε ἀνθρώπους, καὶ μὲ μεγάλον κίντυνον τῆς ζωῆς τοὺς αὐτεῖνοι ὅλοι σώθηκαν μέσα, ὅτι τοὺς εἶδαν τὰ στρατέματα αὐτούς· τότε ἄρχισε τὸ ντουφέκι ἀπὸ τοὺς ἀναντίους, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ γενναῖοι κι᾿ ἀγαθοὶ πατριῶτες ὅλοι, οἱ εἰκοσιπέντε, ἀπὸ μέσα ἀπ᾿ οὔλους τους ἀναντίους ρίχτηκαν ὡς λιοντάργια· τοὺς ρίχτηκαν ἀπάνου τοὺς οἱ ἀναντίοι ὅλοι. Ρίξαν καὶ σκότωσαν μόνον ἕναν νωματάρχη. Αὐτὸς μόνον ἐσκοτώθη εἰς τὸ Σύνταμα· ὅτι ὅσα ῾νεργάγει ἡ Θεία Πρόνοια ἔτζι γένονται. Τότε μπῆκαν ὅλοι μέσα κι᾿ ἀνάψαμεν τὸ ντουφέκι καὶ οἱ μέσα καὶ οἱ ἔξω. Ὅμως ἐμεῖς δὲν θέλαμεν νὰ ρίξωμεν εἰς τὸ κρέας, ὅτι ἦτον ἀδελφοί μας κι᾿ ἐκεῖνοι. Τότε ντουφεκισμοὺς ἐμεῖς κι᾿ ἐκεῖνοι, κι᾿ ἀρχίσαμεν ἐμείς· «Ζήτω τὸ Σύνταμα κ᾿ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλεψη!» Ἄρχισαν ἀπὸ τὸ κάστρο ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾χα ὁδηγήση καὶ οἱ φωτιὲς ἀπὸ τὰ βουνά. Τῆς καμπάνες πῆγε ὁ προδότης δήμαρχος Ἀνάργυρος Πετράκης κι᾿ ὁ ἀστυνόμος Μιμίκος Μισαραλιώτης καὶ οἱ ὀπαδοί τους καὶ δὲν ἄφησαν νὰ βαρέσουν. Μάλιστα ἦρθαν εἰς τὸ σπίτι μου, εἰς τὸν καφφενέ μου, καὶ γύρευαν μὲ προδοσιά, ὡς φίλοι, νὰ μὲ βγάλουν ἔξω νὰ μιλήσωμεν, νὰ μὲ πιάσουν μ᾿ ἀπιστιὰ νὰ μὲ δώσουν εἰς τοὺς φίλους τους. Αὐτὸ τὸ σκέδιον τ᾿ ἀπέτυχαν. Τότε κινήθη καὶ τὸ ταχτικὸν καὶ ἱππικὸν μὲ τὸν Καλλέργη καὶ Σκαρβέλη, ἀκούγοντας τοὺς ντουφεκισμούς μας, καὶ πῆγαν εἰς τὸ Παλάτι. Εὐτὺς κι᾿ ἐγὼ ἄφησα τὴν ἀναγκαία φρουρὰ καὶ πῆγα κι᾿ ἐγώ. Βγαίνοντας ἔξω μ᾿ ἀκολούθησαν ὅλοι οἱ πολίτες. Ἦρθαν κι᾿ ἀπὸ τὰ χωριά, ὁποῦ τοὺς εἶχα παραγγείλη. Καὶ μᾶς πῆραν εἰς τὰ χέρια ὅλους ὁ λαός. Χάλευαν νὰ μποῦνε ἀπὸ τὰ παλεθύρια εἰς τὸ Παλάτι. Τότε τοὺς μίλησα νά ῾χουν τὴν μεγαλύτερη ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν· «Ἐμεῖς θέλομεν νὰ μᾶς δώση ὁ Βασιλέας μας ἐκεῖνο ὁποῦ ἀποχτήσαμεν μὲ τὸ αἷμα μας καὶ θυσίες μας, ὁποῦ τὸ καταπάτησε κι᾿ ὁ Καποδίστριας. Οἱ Δύναμες τὸν ὁδήγησαν νὰ μᾶς δώση σύνταμα, ὅταν τὸν ἀναγνώρισαν βασιλέα μας καὶ ἦρθε ἐδὼ· καὶ ὑποσκέθη· κι᾿ ὡς σήμερον δὲν τὸ ῾βαλε ῾σ ἐνέργεια. Νὰ τὸ βάλη τώρα καὶ εἶναι Βασιλέας μας. Καὶ νὰ μᾶς κυβερνάγη συνταματικῶς. Δι᾿ αὐτό, ἀδελφοί, σηκωθήκαμεν καὶ κιντυνέψαμεν, κι᾿ ὄχι νὰ κάμωμεν ἀταξίες· οὔτε εἰς τὸ περιβόλι νὰ μὴν πλησιάση κανένας καὶ πειράξετε οὒτ᾿ ἕνα φύλλο».
Σᾶς λέγω, ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, ὅτι ὁ εὐλογημένος ὁ λαὸς τῆς πρωτεύουσας δὲν βήκαν ἔξω ἀπὸ τὸν γενναῖον πατριωτισμό τους κι᾿ ἀπὸ τὴν ἀπερίγραφη ἀρετή τους οὔτε μίαν τρίχα. Πέφταν μαντήλια τῶν ἀνθρώπων, ταμπακέλλες ἀσημένιες κι᾿ ἄλλα ῾σ ἐκεῖνον τὸν πληθυσμὸν κ᾿ ἔβαιναν ντελάλη καὶ φώναζε, καὶ τὰ ῾διναν ἐκεινῶν ὁποῦ τά ῾χασαν. Τ᾿ ἀργαστήρια ὅλα ἄνοιξαν καὶ κάναν τὴν δουλειά τους, ὁ ῾σπράχτορας ὁ δημοτικός του πήγαιναν χρήματα οἱ κάτοικοι ἀπὸ φόρους καὶ σύναζε ἀπὸ τὸ μεσημέρι καὶ πέρα. Ἀφοῦ πήγαμεν εἰς τὸ Παλάτι, τότε κατεβήκαμε εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Συβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοὺς συνάξαμεν ὅλους μὲ τὴν μεγαλύτερη προθυμίαν καὶ πατριωτισμόν. Στείλαμεν κι᾿ ἀνθρώπους βάρδιες εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ σὲ ὅλους τους σημαντικοὺς καὶ εἰς τὴν Τράπεζα καὶ σὲ ὅλα τὰ καταστήματα καὶ πρόσεχαν. Συνάζοντας ὅλοι οἱ Σύβουλοι τῆς Ἐπικρατείας μιλήσαμεν νὰ γένουν νέοι ὑπουργοί. Τότε ὁ Μεταξᾶς κι᾿ ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ συντρόφοι μας, μὲ διορίζουν ἐμένα νὰ ἐκλέξω τοὺς νέους ὑπουργούς. Τότε ἀφοῦ συβουλεύτηκα μ᾿ ὅλους, ἔκλεξα τὸν Μεταξᾶ πρωτοϋπουργὸν καὶ τοῦ Ἐξωτερκοῦ, τὸν Λόντο τοῦ Στρατιωτικοῦ, τὸν Κανάρη τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν Μελὰ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν Σκινὰ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ, τὸν Μανσόλα τῆς Οἰκονομίας, τὸν Παλαμήδη τοῦ Ἐσωτερκοῦ. Ὁ Μεταξᾶς ἤθελε κι᾿ ὁ Λόντος νὰ βάλω καὶ τὸν Ζωγράφο, ἐγὼ δὲν θέλησα ὅτ᾿ ἦταν εἰς τὴν ὀργὴ τῶν ἀνθρώπων· ὅτ᾿ εἶναι ἄξιος ἄνθρωπος καὶ σύντροφός μας, εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅμως ῾στὸν κόσμο εἶπα νὰ μὴ βάλωμεν ὑπόνοιες καὶ οἱ ἀναντίοι τοὺς ῾ρεθίσουν. Αὐτὸ στοχάστηκα καὶ δὲν τὸ ἔκαμα. Εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ αὐτείνη. Κι᾿ ὁ Μεταξᾶς ἐπικράθη πολὺ ἀναντίον μου.
Ἀφοῦ ἔγιναν οἱ νέοι ὑπουργοὶ καὶ τοὺς ἀναγνώρισαν κι᾿ ὅλοι οἱ Σύβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, τότε οἱ νέοι ὑπουργοὶ ἔφκειασαν ἕνα ἔνγραφο διὰ τὸν Καλλέργη κ᾿ ἐμένα νὰ τὸ ὑπογράψη ὁ Βασιλέας δι᾿ ἀσφάλειά μας, ἕνα εὐκαριστήριον ὅτι βαστάξαμεν τὴν ἡσυχίαν. Τότε πῆγαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ὑπογράψη τὸ Σύνταμα κι᾿ αὐτό. Ἦταν καὶ οἱ Πρέσβες τῶν Δυνάμεων εἰς τὸ Παλάτι· καὶ τὰ ὑπόγραψε ὅλα· καὶ τοῦ ἔγινε ἕνα μεγάλο «ζήτω» ἀπ᾿ οὔλους τους πολίτες τῆς πρωτεύουσας. Τότε μαζώχτη πολὺς λαὸς ἀπ᾿ ὅλα τὰ χωριὰ κι᾿ ἀπὸ τὰ νησιά. Διὰ νὰ μὴν γένη καμμιὰ ἀταξία τοὺς σύναξα ὅλους ἔξω εἰς τὸν κάμπο καὶ τοὺς βάvω ἕνα λόγο, πὼς σηκώσαμεν τὴν ἀπανάστασιν, πὼς ἤμαστε εἰς τὸν ἀγώνα ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοί της περισσότερες φορές· πόσοι σκοτώθηκαν, πόσοι σκλαβώθηκαν, πόσοι τούρκεψαν· κ᾿ ἔγινε γῆς Μαδιὰμ ἡ πατρίδα μας· καὶ τίποτας δὲν κέρδησαν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ἀνοησία μας καὶ κακία μας, ἐμᾶς κ᾿ ἐκεινῶν ὁποῦ μας κυβερνοῦσαν ἀρχὴ καὶ τέλος· ὅλο ἐφύλιους πολέμους κι᾿ ἄλλες ἀκαταστασίες κάναμεν. Καὶ χάθηκαν εἰς αὐτὰ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πολέμους τῶν Τούρκων· «Ἰδού, ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πάλε ἔκαμεν τὸ ἔλεός του καὶ μᾶς ἔφερε μόνος του τὸ ἀγαθό του δῶρο καὶ μᾶς προστάτεψε κ᾿ ἐμᾶς καὶ τὸν Βασιλέα μας, οὔτε αὐτὸς ν᾿ ἀγαναχτήση ἀναντίον μας, οὔτε ἐμεῖς εἰς τὸν Βασιλέα μας. Καὶ φώτισε καὶ τὰ δυὸ μέρη εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ζήσωμεν μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ ὡς πατέρας μὲ τὰ παιδιά. Διώχνομεν αὔριον καὶ τοὺς Μπαυαρέζους. Καὶ νὰ εἴμαστε γενναῖοι εἰς αὐτούς, νὰ μὴν θυμηθῆ κανένας πάθος ἀπὸ ῾μας νὰ πειράξη κανέναν, ἢ τὸν διατιμήση ὅσο νὰ πᾶνε εἰς τὴν εὐκὴ τοῦ Θεοῦ. Τώρα ἐσεῖς ὅλοι οἱ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι νὰ πάγη ὁ καθένας εἰς τὸ σπίτι τοῦ ν᾿ ἀφήση τ᾿ ἅρματά του, καθὼς τ᾿ ἄφησα κ᾿ ἐγὼ καὶ βαστῶ εἰς τὸ χέρι μου τὸ μπαστούνι μου, ὁποῦ βλέπετε· καὶ πῆρα τὸ σκαλιστήρι μου κ᾿ ἐργάζομαι εἰς τὸν κῆπο μου καὶ εἰς τ᾿ ἀμπέλι μου κ᾿ ἐλιές μου, ὅτι ζυγώνει κι᾿ ὁ τρύγος. Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς εἰπῶ, ἀδελφοί». Σὲ δυὸ ὧρες δὲν ἔμεινε κανένας ἀπὸ αὐτούς.
Φέραμεν καὶ πλοῖα καὶ μπαρκαρίσαμεν ὅλους τους Μπαυαρέζους. Τοὺς πῆγα εἰς τὸν Περαία, ὁποῦ εἶχαν Ἕλληνες ἀδικήση, κατατρέξη, χτυπήση – τοὺς μεταχειρίζονταν χερότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Δὲν στάθη τρόπος νὰ θυμηθῆ κανένας Ἕλληνας παραμικρὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ κατατρέξουν κανέναν. Τοὺς μπαρκαρίσαμε ὅλους καὶ πᾶνε εἰς τὴν δουλειά τους.
Εἰς τῆς τρεῖς ἡμέρες παρουσιάστηκα εἰς τὸν Βασιλέα. Εἶπα καὶ τοῦ Γαρδικιώτη νὰ εἶναι παρών· ὅτι παρουσιάστη πρωτύτερα ὁ Καλλέργης καὶ γονάτισε ὀμπρός του καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ τὸν συχωρέση δι᾿ αὐτὸ ὁποῦ ἔκαμεν. Πῆρα τὸν Γαρδικιώτη καὶ παρουσιάστηκα. Τοῦ λέγω· «Βασιλέα, παρουσιάζομαι ὀμπρός σου καὶ μ᾿ ἕναν τρόπον μὲ τύπτει ἡ συνείθησή μου καὶ μ᾿ ἄλλον μ᾿ ἀφίνει ἥσυχον». Μοῦ λέγει ἡ Μεγαλειότης του· «Πὼς μὲ τὸν ἕναν τρόπον σὲ τύπτει ἡ συνείθησή σου καὶ μὲ τὸν ἄλλο σ᾿ ἀφίνει ἥσυχο; – Θὰ σοῦ κάμω τὴν ἐξήγησιν. Αὐτὸς ὁ τόπος, ἡ πατρίδα μας, ὁποῦ βασιλεύεις, ἦταν πρῶτα ρουμάνι· ὅτ᾿ εἶχε γένη βάλτος τόσα χρόνια· κ᾿ ἔκαμεν πολλὰ ἄγρια δέντρα καὶ παλιοχόρταρα· κ᾿ ἕνα μέρος ἀπὸ ῾μας τοὺς ντόπιους κι᾿ ἀπὸ τὰ ἔξω μέρη πολλοὶ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι πῆραν τὰ τζαπιά, τὰ τζεκούρια, τὰ φκυάρια· κ᾿ ἔκοψαν ὅλες αὐτὲς τῆς ἀκαθαρσίες καὶ δούλεψαν αὐτὸν τὸν τόπο καὶ δίνει τώρα ῾σοδήματα, καρποὺς καὶ φροῦτα ἀξιόλογα. Ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀγωνίστηκαν, ἀπὸ μέσα κι᾿ ἀπ᾿ ὄξω, λίγοι ἦταν καὶ χάθηκαν οἱ περισσότεροι· κι᾿ ὅσοι μείναν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς γκεζεροῦν ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ μέσα τὰ σοκάκια αὐτεινῆς τῆς πατρίδας τους· καὶ οἱ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ τῶν ἀγωνιστῶν διακονεύουν· καὶ οἱ νειες τοὺς πατοῦνε οἱ διαφταρμένοι τὴν τιμὴ τοὺς στανικῶς νὰ φᾶνε κομμάτι ψωμί. Λίγοι ἀγωνιστήκαμεν –εἰς τὸν καρπὸν πολλοὶ πλάκωσαν· καὶ παίρνουν τὸ ξύλο καὶ βαροῦνε τοὺς ἀγωνιστᾶς».
«Ποτὲς δικαιοσύνη δὲν εἴδαμεν – κι᾿ ὅλο συχνοὺς ἐφύλιους πολέμους καὶ σκοτωμούς. Χάθηκαν δι᾿ αὐτὰ τὰ καλύτερα παληκάρια κι᾿ ἔπαθε καὶ παθαίνει ἡ πατρίδα ὅσα δὲν ἔπαθε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Δὲν μπορέσαμεν νὰ ἰδοῦμεν κυβέρνησιν ἀπὸ τοὺς δικούς μας, ἠφέραμεν τὸν Καποδίστρια – κι᾿ αὐτὸς ἀναμέρησε ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη· δυὸ χρόνια μας κυβέρνησε ἀγγελικῶς, ὕστερα, τ᾿ ἀδέλφια τοῦ φταίγαν, αὐτὸς δὲν ξέρω. Ἐσκοτώθη αὐτός, διατιμήθη ἡ πατρίδα καὶ διατιμιέται ὡς τὴν σήμερον, ὅτι σκοτώθη ὁ ἀρχηγός της. Καλά, αὐτὸς ἐσκοτώθη – ἁπλὸς Ἕλληνας, δὲν τὸν ζήτησε κανένας. Ἂν σκοτωθῆς ἡ Μεγαλειότη σου, εἶσαι βασιλέας, θὰ σὲ ζητήσουνε οἱ ἄλλοι οἱ βασιλείς· τότε διατὶ νὰ χάσουμεν ἐσένα τὸν Βασιλέα καὶ τὴν πατρίδα μας; Τέσσερες φορὲς σὲ γλύτωσα ἐγὼ ἀπὸ τὸν σκοτωμό, μποροῦσε κι᾿ ἄλλος πολίτης νὰ σὲ γλυτώση ἄλλες τόσες. Τέλος μποροῦσαν κακοὶ ἄνθρωποι νὰ ῾περισκύσουνε καὶ νὰ γένη τὸ μεγάλο κακὸ αὐτὸ καὶ νὰ χαθῆς καὶ νὰ χαθοῦμεν. Δὲν σοῦ εἶπα ἐγὼ τί ἀδικίες κάνουν τῶν ἀγωνιστῶν; Καὶ γιόμωσαν οἱ χάψες ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστᾶς ἀδίκως, ἀπὸ τῆς φατρίες τῶν δικῶνε μας καὶ τῆς Ἀντιβασιλείας; Καὶ πέθαιναν οἱ ἀγωνισταὶ ἐδῶ μέσα τὰ παλιοκλήσια ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία κι᾿ ἀπὸ τὸν βαρὺ χειμώνα; Δὲν ἄφησα τὸν μιστόν μου, μ᾿ ὅλον ὁποῦ ῾μαι κι᾿ ἐγὼ δυστυχής, νὰ μεραστῆ εἰς αὐτούς; Ὅτι καθεμερινῶς μὲ καταβασάνιζαν οἱ ἄνθρωποι γυρεύοντάς μου ἐλεημοσύνη. Καὶ τὸ ἔβαλα καὶ εἰς τὸν τύπον νὰ τὸ ἀκολουθήσουν κι᾿ ἄλλοι ὁποῦ ῾χουν κατάστασιν, ν᾿ ἀφήσουν κ᾿ ἐκεῖνοι τὸν μιστὸν τοὺς ὅσο νὰ λάβη μέτρα ἡ Ἀντιβασιλεία, νὰ δικιώση τοὺς ἀγωνιστᾶς. Κι᾿ αὐτὸ τὸ ἀθῶον κίνημα ὁποῦ ἔκαμα τὸ ἔκαμαν ἔγκλημα ὁ Κωλέτης καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία καὶ θὰ μὲ πήγαιναν εἰς τὸ Παλαμήδι, καὶ ἡ Μεγαλειότη σου μὲ γλύτωσες. Δὲν σοῦ εἶπα ὁ Ἀρμασπέρης τί ἔκαμεν ἐδῶ μὲ τοὺς ὀπαδούς του, ὁποῦ γύμνωσαν τὸ κράτος σου, καὶ σοῦ ῾στειλα κι᾿ ἀναφορὰ ὅταν ἤσουνε εἰς τὴν Μπαυαρία, καὶ τὸ ῾μαθε ὁ Ἀρμασπέρης καὶ μὲ κιντύνεψε καὶ ἤμουν ρέστο ὅσο ὁποῦ κόπιασες; Αὐτὲς κι᾿ ἄλλες πλῆθος ἀδικίγες ἐγένονταν καὶ γένονται. Καὶ ἡ ἀγανάχτηση ἦταν εἰς τὴν Μεγαλειότη σου. Τότε καμπόσοι ἄνθρωποι μιλήσαμεν κ᾿ ἔγινε αὐτό, νὰ δώσης ἐκεῖνο ὁποῦ ῾χες ὑποσκεθῆ ὅταν κόπιασες. Δόξαζε τὸν Θεὸν ὁποῦ ἔγινε μὲ τὴν εὐλογία του, καὶ δὲν σοῦ πειράχτη ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ περιβόλι σου. Φύλαξες τὰ βασιλικά σου δικαιώματα καὶ τὸ ἔθνος ἀπόχτησε τὰ δικά του. Βάστα τὸν βασιλικόν σου λόγο καὶ τὴν ὑπογραφή σου, κι᾿ ὅλοι οἱ τίμιοι ἄνθρωποι πεθαίνομεν διὰ τὸ νύχι σου εἰς τὴν πόρτα τοῦ παλατιοῦ σου! – Μοῦ εἶπε, ἐγὼ θέλω βαστάξη ὅλα ὅσα ὑποσκέθηκα κ᾿ ὑπόγραψα». Τὸν ἐχαιρέτησα κ᾿ ἔφυγα.
Ἡ νέα κυβέρνηση διάταξε νὰ γένουν εἰς τὸ Κράτος οἱ ἐκλογὲς τῶν πληρεξουσίων κατὰ τὸν πληθυσμὸν κάθε ἐπαρχίας. Διόρισαν κ᾿ ἐμένα πανψηφεῖ ἀπὸ τὴν πατρίδα μου Λιδορίκι κι᾿ ἀπὸ ῾δω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Εἶχαν εὐκαρίστησιν καὶ οἱ Ἀρτηνοὶ ὁποῦ ῾ναι εἰς τὴ Πάτρα κι᾿ ἀλλοῦ νὰ μὲ κάμουν. Μαθαίνοντας ὅτι ἔγινα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέρη διόρισαν τὸ Μόστρα καὶ τοῦ εἶπαν ν᾿ ἀγροικέται καὶ μ᾿ ἐμένα, νὰ πηγαίνωμεν σύνφωνοι. Ἡ γνώμη τοῦ Μεταξᾶ ἦταν νὰ βάλωμεν καὶ τὸν Λεβίδη καὶ Φιλήμονα, τοὺς τυπογράφους του. Ἐγὼ τοῦ εἶπα ἀθώα νὰ μὴν πειράξωμεν τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς ἀγαναχτήσωμεν – νὰ τοὺς ἔχωμεν βοηθοὺς σὲ κάνα περιστατικόν, ὅτι πίσου εἶναι τὰ δεινά μας. Ἔμεινε ἡ καρδιά του εἰς αὐτό. Μπῆκε ὁ Καλλεφουρνᾶς, ὁ Βλάχος, ὁ Βρυζάκης κ᾿ ἐγώ. Οἱ πολίτες τῆς πρωτεύουσας ὅλοι πρόσφεραν χρήματα νὰ φκειάσουν δυὸ σπαθιὰ τοῦ Καλλέργη κ᾿ ἐμένα. Ἐγὼ εἶπα ἂς φκειάσουν δυὸ σπαθιὰ καὶ νὰ γράψουν ὅλα τὰ ῾νόματα τῶν ἀξιωματικῶν ὁποῦ λάβαν μέρος εἰς τὴν μεταβολὴ καὶ νὰ τ᾿ ἀφιερώσουν σὲ μίαν ἐκκλησία. Συνάχτη καὶ τὸ Δημοτικὸν Συνβούλιον κ᾿ ἔκαμεν μίαν πράξη – ἤμουν ἐγὼ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου – μὲ διόρισαν ἀρχηγόν τους, τῶν Ἀθηναίων, καὶ ὑποαρχηγοὺς τὸν Γιάννη Κώστα καὶ Καλλεφουρνά. Ἔγινε καὶ πράξη – εἰς τὸ σπίτι μου, ὁποῦ ἄρχισε ἀπὸ ἐκεῖ τὸ κίνημα τοῦ Συντάματος, ῾σ ἐκείνη τὴν πιάτζα ὁποῦ ῾ναι μπροστὰ εἰς τὸ σπίτι μου καὶ Νοσοκομεῖον, νὰ γένη ἕνα τρόπαιον καὶ νὰ γραφτοῦν ὅλα τὰ ῾νόματα· καὶ νὰ λέγεται κι᾿ ὁ δρόμος αὐτὸς ὁδὸς Μακρυγιάννη. Ἐγὼ τοὺς εἶπα ἂς ξοδιαστοῦν τὰ χρήματα ῾σ ἐκεῖνο τὸ τρόπαιον, ἢ ἂς γένη ἕνα ῾στὴν πιάτζα τοῦ Παλατιοῦ. Αὐτεῖνοι δὲν θέλησαν σὲ κάνα μέρος. Ἔφκειασαν ἕνα σπαθὶ τοῦ Καλλέργη, καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ χρήματα τὰ ῾φαγε ὁ Λεβίδης. Βοηθοῦσαν τὸν Καλλέργη ὅτ᾿ ἦταν τὸ σύστημά τους. Ἄρχισαν νὰ φατριάζωνται – τὰ παλιὰ συνειθισμένα. Τότε, σὰν δὲν θέλησα νὰ γένη ὁ Ζωγράφος ὑπουργός, διὰ τὰ αἴτια ὁποῦ σημείωσα, κι᾿ ὁ Λεβίδης κι᾿ ὁ Φιλήμονας πληρεξούσιοι τῶν Ἀθηνῶν, ἄρχισαν νὰ μὲ βαροῦν μὲ τοὺς τύπους τους. Πάγω μίαν ἡμέρα εἰς τὸν Μεταξά, ἦταν κι᾿ ὁ Καλλέργης, τοὺς λέγω· «Τί μὲ βαροῦνε ἀδίκως αὐτεῖνοι οἱ τύποι τῆς συντροφιᾶς μας;» Ὁ κύριος Μεταξάς μου ἀποκρίνεται θυμωμένος καὶ μοῦ λέγει· «Ὅποιος δὲν τοῦ ἀρέση ἂς κάμη ὅπως θέλη. – Τοῦ λέγω, αὐτὸν τὸν λόγο θὰ σοῦ τὸν ἔλεγα ἐγὼ ὁ στρατιωτικὸς καὶ νὰ τὸν χωνέψης ἐσὺ ὁ πολιτικός. Ἂς γένω ἐγὼ ἐσὺ κ᾿ ἐσὺ ἐγώ. Τί στοχάζεσαι, κύριε Πρωτοϋπουργέ, ὅτι τελείωσαν τὰ δεινά μας καὶ ῾νεργάτε διχόνοιες; Πρέπει νά ῾χετε περισσότερη ἀρετὴ καὶ γνώση. Θὰ μᾶς κιντυνέψη ἐκεῖνος ὁποῦ πήγαμεν καὶ τὸν κλείσαμε μέσα εἰς τὸ παλάτι τοῦ κ᾿ ὑπόγραψε στανικῶς τὸ Σύνταμα. Θὰ μᾶς κιντυνέψουν δικοί μας ἀντίζηλοι, θὰ μᾶς κιντυνέψουν οἱ ξένοι – ὅτι τὸ Σύνταμα τὸ δικό μας εἶναι ξεβράκωτο – κι᾿ ἅς σας ποτίζουν σαμπάνιες τώρα καὶ συχνὰ τραπέζα ὁποῦ τρῶτε. Ἐγώ, καὶ μὲ προσκάλεσαν τόσες φορές, δὲν ζύγωσα εἰς κανέναν, οὔτε θὰ ζυγώσω ποτές. Τὸ δίχτυ ὁποῦ ῾ρριξα ἐγὼ κι᾿ ἀγωνιζόμουν τόσα χρόνια – τὸ ψάρι ὁποῦ ῾θελα τὸ ῾πιασα· δὲν ματαζυγώνω σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτούς. Καὶ ξέρω πόση ἀρετὴ θυσιάζει καθένας διὰ τὴν πατρίδα μου καὶ πόση θὰ θυσιάση καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Αὐτὰ εἶναι ὅλα, κόντη μου, κι᾿ ἄλλη βολὰ δὲν ματαζυγώνω εἰς τὰ᾿ ἀρχοντικό σου». Τότε μετανόησε καὶ πῆρε τὴν συχώρεση· κ᾿ ἔμεινα εἰς τὴν φιλία μας μὲ τὴν ἴδια ῾λικρίνεια ὁποῦ εἶχα. Ὅμως τὸ πρόβατο εἶναι πρόβατο καὶ σὲ μαντρὶ ζῆ, καὶ τὸ γουρούνι πάντοτες γουρούνι καὶ εἰς τὰ ξένα σοκάκια γκεζεράγει.
Ἦρθε κι᾿ ὁ Μαυροκορδάτος, ὁποῦ ἦταν πρέσβυς εἰς τὴν Κωσταντινόπολη. Πῆγα τὸν εἶδα, ἦρθε καὶ εἰς τὸ σπίτι μου. Εἶναι εὐκαριστημένος πολὺ διὰ τὴν μεταβολὴ ὁποῦ ῾γινε. Ἦρθε κι᾿ ὁ Κωλέτης, ὁποῦ ἦταν πρέσβυς εἰς τὴ Γαλλία. Πῆγε εἰς τὸν Βασιλέα· ἀπὸ ἐκεῖ ἦρθε εἰς τὸ σπίτι μου. Τοῦ εἴπα· Κύριε Κωλέτη, ἐξ ἀρχῆς ἤμασταν στενοὶ φίλοι. Ὕστερα μαλλώσαμεν διὰ τὴν πατρίδα μας. Ὅτι πόσα καλὰ καὶ κακὰ τῆς κάμαμεν τὰ γνωρίζεις καὶ τὰ γνωρίζω· καὶ δι᾿ αὐτὸ γγιχτήκαμεν. Τώρα ὁποῦ κόπιασες νὰ θυσιάσης ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν, ὅτι ἠλικιώθης, καζάντησες καὶ δοξάστης ἀπὸ αὐτείνη τὴν πατρίδα. Ἤσουνε σὲ ἕνα φωτισμένο ἔθνος τόσα χρόνια πρέσβυς, εἶδες πὼς διοικοῦν τὴν πατρίδα τοὺς ἐκείνοι· νὰ διοικήσης κι᾿ ἐσὺ συνφώνως μὲ τὸν Μεταξά, μὲ τὸν Μαυροκορδάτο κι᾿ ἄλλους νὰ γένωμεν κ᾿ ἐμεῖς ἔθνος κατὰ τοὺς ἀγῶνες μας. Πάψετε εἰς τὸ ἑξῆς τῆς διχόνοιες ἀναμεταξύ σας καὶ νὰ μονοιάσωμεν ὅλοι. Τοῦτο ὁποῦ ῾γινε, τὸ Σύνταμα, δὲν εἶναι ἔργο οὔτε τοῦ Μεταξά, οὔτε ἐμένα, οὔτε τῶν ἀλλουνῶν, εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· ἐλυπήθη αὐτὸ τὸ δυστυχισμένο ἔθνος, ὁποῦ ῾χυσε τόσα αἵματα ἀπὸ τοὺς συχνοὺς ἐφύλιους πολέμους καὶ συντάματα. Δὲν εἶναι τοῦτο τὸ Σύνταμα σὰν τὰ δικά μας, ὁποῦ χάνονταν τόσοι ἄνθρωποι καὶ γυμνώνονταν οἱ κάτοικοι ἀπὸ πλούτη καὶ τιμή. Ἐκεῖνα ἦταν δικά μας συντάματα· τοῦτο εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν μάτωσε μύτη, οὔτε πειράχτη κανένας ἄνθρωπος σὲ ὅλο τὸ Κράτος. Συνακουστῆτε ὅλοι νὰ κάμωμεν φρόνιμη Συνέλεψη, νὰ σωθοῦν τὰ δεινά της πατρίδος καὶ τοῦ Βασιλέα μας. Κᾶμε πράματα καλὰ νὰ σὲ συχωρᾶνε οἱ πατριῶτες σου· ἂν κάμης κακά, θὰ χ… εἰς τὸ μνῆμα σου – καὶ εἰς τὸ δικό μου, ἂν κάμω κακά». Ὑποσκέθη ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ εἶναι καθαρὸς πατριώτης κ᾿ ἐπιθυμάγει τὴν ἕνωση καὶ μὲ τὸ Μεταξᾶ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους.
Οἱ νέοι κυβερνῆται μας ἄρχισαν νὰ διαιροῦνται κι᾿ ἀπὸ τὰ δικά τους αἰστήματα κι᾿ ἀπὸ τῶν ξένων τὴν ἀρετὴ καὶ νιτερέσια τους. Τὰ τραπέζια ὁποῦ κάνουν οἱ πρέσβες τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας καὶ οἱ ἄλλοι καὶ τὰ καθεμερινὰ προσκαλέσματα ῾στοὺς πληρεξούσιους – ἕνας τους ἀφίνει, ὁ ἄλλος τοὺς προσμένει – αὐτὰ τὰ τραπέζια πολὺ γλύκαναν τοὺς συντρόφους μας καὶ καταξοχὴ τὸν Λόντο καὶ Καλλέργη. Κι᾿ ὁ Παλαμήδης πολὺ ἀχαραχτήριστος κι᾿ αὐτός· στάθη τὸ σκάνταλο σὲ ὅλους. Καὶ εἰς τὸ Κράτος δὲν γράφει νὰ γένωνται οἱ ἐκλογὲς κατὰ τὸν πληθυσμὸν τοῦ κάθε μέρους. Ἀφοῦ ἦρθε ὁ φίλος του ὁ Κωλέτης καὶ ἡ θέληση τοῦ Πισκατόρη – ἄλλαξαν τὰ μυαλά του καὶ γράφει εἰς τὸ Κράτος «κάμετε καὶ μία καὶ δυὸ καὶ τρεῖς ἐκλογές». Κι᾿ αὐτὰ εἶναι μπερμπάντικα πράματα. Θέλει αὐτὸ τὸ Σύνταμα νὰ τὸ καταπατήση μὲ τῆς συβουλὲς τοῦ παλιοῦ του φίλου Κωλέτη, σὰν ἐκεῖνα τὰ συντάματα τὰ περασμένα, ὁποῦ ἀφανίζονταν ὅλος ὁ τόπος. Καὶ τοῦτοι οἱ δυὸ ὁποῦ ῾ρθαν τώρα, Κωλέτης καὶ Μαυροκορδάτος, ῾σ ἐμᾶς κάνουν τὸν φίλο κι᾿ ἀπόξω μὲ τοὺς ντόπιους φίλους του καὶ μὲ τοὺς Πρέσβες ῾νεργούνε νὰ κάμουν κόμματα καὶ φατρίες – αὐτὰ μαθαίνομεν. Καὶ εἶπα τοῦ Μεταξᾶ κι᾿ ἀλλουνῶν νὰ ῾μπη κι᾿ ὁ Κωλέτης εἰς τὴν Κυβέρνηση κι᾿ ὁ Μαυροκορδάτος καὶ μὲ χίλιες προσπάθειες τρόμαξαν νὰ δεχτοῦνε. Ἄρχισαν νὰ ὑποκινοῦν συχνὲς ὀχλαγωγίες, νὰ διατιμοῦν τοὺς παλιοὺς ὑπουργοὺς καὶ πηγαίνω καθεμερινῶς καὶ διαλῶ αὐτὸ μὲ λόγια πατριωτικά. Καὶ οἱ εὐλογημένοι οἱ πολίτες τῆς πρωτεύουσας, ἀφοῦ ἀκοῦνε πατριωτικὲς συβουλές, μ᾿ ἀκοῦνε καὶ διαλυῶνται.
Ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης ῾ρέθισε τοὺς στρατιωτικοὺς κι᾿ ἄλλους πολλοὺς μ᾿ ἐπίβουλον σκοπόν. Κι᾿ αὐτὸ τὸ ῾μαθε ἡ Κυβέρνηση καὶ μίλησε μὲ τὸν Βασιλέα δι᾿ αὐτόν. Καὶ τὸν ἀπόβαλε ὁ Βασιλέας ὁποῦ τὸν εἶχε ῾πασπιστή. Ζήτησε ἡ Κυβέρνηση καὶ τὸν ἔκαμεν ἐξορία διὰ τὴν Μπαυαρία, κι᾿ ὅσο νὰ κατεβῆ κάτου εἰς τὸν Περαία συντροφιασμένος μὲ τὸν Τζαβέλα, ὑποκίνησαν τὸν λαὸν οἱ ἀνόητοι καὶ κόντεψαν νὰ τοὺς σκοτώσουν εἰς τὸν δρόμον καὶ τοὺς δυό. Καὶ εἶχαν ἑτοιμάση ἀνθρώπους καὶ εἰς τὸν Περαία, κι᾿ ἐκεῖ πάθαν τὰ ἴδια. Καὶ γύρισαν ὀπίσου· καὶ κρυφίως εἰς τοὺς Τρεῖς Πύργους μπαρκαρίστη ὁ Γενναῖος κι᾿ ἐσώθη. Ἐγὼ ἤμουν ἀστενής· μαθαίνοντας αὐτὰ μίλησα φρόνιμα σὲ πολλούς· «δὲν εἶναι καλὴ ἡ ὀχλαγωγία· σήμερα τὸ κάνουν αὐτεινῶν κι᾿ αὔριο θὰ τὸ πάθωμεν ἐμεῖς». Ἤθα κάμουν ἐξορία καὶ τὸν Γαρδικιώτη, καὶ τὸν πῆρα ἀπάνου μου καὶ δὲν ἄφησα νὰ τοῦ κάμουν τίποτας.