Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον Γ'. 1833-1843. κεφ. 5

Τὰ ἀπὸ τοῦ 1840. - Ἀναδρομικὴ εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1824 συνωμοτικά. - Συνωμοσία ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας. - Τὰ κατὰ τὸν Ἱλαρίωνα Καράτζογλουν. - Ἰστορικαὶ ἀποκαλύψεις Λουκᾶ Λεονταρίδου. - Ῥωσσικαὶ ἐνέργειαι ἐν Ἑλλάδι. - Καὶ πάλιν ἡ Φιλορθόδοξος Ἐταιρία. - Πρόοδος τῆς ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας κ.λπ. συνωμοσίας. - Ἀπιστία Τσάμη Καρατάσσου. - Ἐκστρατεία Μακεδόνων εἰς Ἅγιον Ὄρος. - Σύλληψις Ἱλαρίωνος Καρατζόγλου. - Ἀπόλυσις καὶ θάνατος αὐτοῦ. - Ἀποτυχία τοῦ κινήματος. - Μυστικαὶ ἐνέργειαι ὑπὲρ τῆς Κρήτης. - Ἀγγλικαὶ ἀντιδράσεις. - Ματαίωσις τοῦ κινήματος. - Ἔριδες ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ Ἀθηναίων. - Ὑποψίαι τῆς κυβερνήσεως κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Παρουσίασις αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα. - Τὰ κατὰ τὸν Ἰωάννην Βελέτζαν.

Τὰ 1844 τὸν Σεπτέμβριον μήνα πῆγα εἰς τὴν Τῆνο νὰ προσκυνήσω. Ἔκαμα εἰς τὴν χάρη της εἰκοσιτρεῖς ἡμέρες καὶ πῆρα καὶ τὸ ἴδιον καὶ τὸ ἔφερα ἐδῶ. Καὶ θὰ σημειώσω ὅσα ἔγιναν ἀπὸ τότε ὡς τὴν σήμερον, 10 Ὀκτωβρίου 1844. Αὐτὰ ὁποῦ θὰ ἰδῆτε ἐδῶ δὲν μποροῦσα νὰ τὰ γράφω μὲ τ᾿ ἄλλο, ὅτι κιντύνευα τὴν ζωή μου. Καὶ τὰ σημείωνα καὶ εἶχα ἕναν τενεκὲ καὶ τὰ ῾βαινα μέσα καὶ τά ῾χωνα. Καὶ τώρα ὁποῦ ῾φερα τὸ ἴδιον θέλω τὰ γράψη ἐδῶ καθὼς ἔτρεξαν τὰ πράματα.
Ὅταν ἤμουν εἰς τὴ Νύδρα καὶ τῆς δυὸ φορές, ὁποῦ τὴν φοβέριζαν οἱ Τοῦρκοι, ἤτανε κι᾿ ὁ Καρατάσιος ἐκεῖ καὶ ἤμουνε φιλιωμένος μὲ τοὺς ἀξιωματικούς του καὶ καταξοχὴ μὲ τὸν Βελέτζα καὶ μ᾿ ἕνα γενναῖον παληκάρι – τὸ εἶχε ὁ Καρατάσιος πολὺ ἀγαπημένον – τὸν ἔλεγαν Λαρίων Καράτζογλον, ἡ πατρίδα του ἀπὸ τὴν Καβάλλα, τοῦ Μεμεταλῆ τὴν πατρίδα· φιλελεύτερος καὶ πολὺ γενναῖος ἄντρας. Τὸν εἶχα φίλον στενώτερον ἀπὸ ἀδελφόν, καὶ εἰς τὴ Νύδρα αὐτεινοῦ καὶ τοῦ Βελέτζα τοὺς ξήγαγα τὰ αἰστήματά μου καὶ πάντοτε τοὺς ηὗρα πρόθυμους αὐτοὺς τοὺς ἀγαθοὺς ἀνθρώπους κι᾿ ὅλους τους ἀξιωματικούς του Καρατάσιου, καθὼς καὶ τὸν ἴδιον αὐτὸν τὸν μακαρίτη καὶ τὸν γενναῖον Γάτζο. Κι᾿ ὡς σύνφωνοι εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰστήματα ὁρκιστήκαμεν νὰ βαστάξωμεν τὸν δρόμον μας μὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γένουν νόμοι, ν᾿ ἀποκατασταθοῦμεν κ᾿ ἐμεῖς ἔθνος. Καὶ βαστήσαμεν τὸν ὅρκο μας ὅταν κιντύνευαν οἱ νόμοι ἀπὸ τὴν μάχαιρα τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ Δυσσέα κι᾿ ἀλλουνῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ὁποῦ ξηγήθηκα. Κι᾿ ὡς σύνφωνοι μὲ τὸν Καρατάσιον κι᾿ ἄλλους τοῦ ἀξιωματικούς, ἦρθα τότε ἐδῶ εἰς Ἀθήνα καὶ τοὺς ἔμπασα εἰς τὴν Πελοπόννησο αὐτοὺς ὅλους καὶ τὸν Γκούρα καὶ διαλύσαμεν τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος.
Ὅταν ἦρθε ὁ Κυβερνήτης, ὁποῦ ὀργάνισε τὰ στρατέματα, ἀδικήθηκαν πολλοὶ ἀγωνισταί, ἀδικήθη κι᾿ ὁ Λαρίων. Γύρευε νὰ πάγη κλέφτης· τὸν συβούλεψα νὰ πάγη εἰς τὴν πατρίδα του νὰ μπορέση νά ῾χη ἀνθρώπους ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του καὶ νὰ ἰδοῦμεν, ὅποτε εἶναι ἁρμόδιος καιρός, νὰ τηράξουμεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες μυστικῶς νὰ λευτερώσουμεν καὶ τ᾿ ἄλλα μέρη τῆς Τουρκιᾶς ὁποῦ ῾ναι εἰς τὴν τυραγνίαν τοῦ Σουλτάνου, καὶ νὰ ῾νεργήσουμεν τὸν ὅρκον τῆς Ἐταιρίας. Ὁρκιστήκαμεν εἰς αὐτὸ νὰ μὴν προδοθοῦμεν καὶ ν᾿ ἀγροικιώμαστε καὶ νὰ ἰδοῦμεν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Καποδίστρια τί λευτεριὰ θέλει τῶν Ἑλλήνων. Ὅτ᾿ εἴδαμεν ὁποῦ χάλασε τὸ Βουλευτικὸν καὶ τοὺς νόμους, ὁποῦ ηὖρε κι᾿ ὁρκίστη εἰς αὐτοὺς – κ᾿ ἔγινε ἐπίορκος καὶ τοὺς χάλασε. Βάλαμεν σινιάλο «φουσέκι» νὰ μοῦ λέγῃ ὅταν θὰ μοῦ στέλνη ἄνθρωπον, διὰ νὰ τὸν γνωρίζω ὅτ᾿ εἶναι δικός του, κ᾿ ἐγὼ «ντουφέκι». Πῆγε ὁ Λαρίων εἰς τὸ Ὄρος καὶ πάσκισε καὶ μπῆκε καπετάνος εἰς τὰ Μαντεμοχώρια· καὶ ἦταν ἀρκετὸν καιρὸν ἐκεῖ. Καθὼς ὁποῦ ἤμαστε ὁρκισμένοι, ἄρχισε καὶ κατηχοῦσε τοὺς ἀνθρώπους μὲ μεγάλη μυστικότη· καὶ πήγαινε προβοδεύοντας πολύ. Ὅρκισα ἐγὼ καὶ τὸν Βασίλη Ἀθανασίου· ἦταν ἀρχηγὸς τῆς καβαλλαρίας εἰς τὴν Κρήτη καὶ ἦρθε εἰς τ᾿ Ἄργος καὶ τὸν στεφάνωσα· ἦταν κι᾿ αὐτὸς Μακεδόνας. Μίλησα ὕστερα τοῦ Ἁγιντὲκ καὶ τὸν ἔκαμεν μοίραρχον. Πολλὰ τίμιος ἄνθρωπος καὶ γενναίος· κι᾿ ἀγροικιώταν κι᾿ αὐτὸς μὲ τὸν Λαρίων, ὅτι ἦταν εἰς τὴν Λαμίαν. Ἦταν κι᾿ ὁ Βελέτζας ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη· κι᾿ ἀγροικιώμουν καὶ μ᾿ αὐτόν. Γενναῖον παληκάρι ὁ Βελέτζας· τὸν κατάτρεξαν τόσες φορὲς καὶ τὸν φυλάκωσαν εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ τράβησα κ᾿ ἐγὼ τόσα δεινὰ κ᾿ ἔξοδα ὅσο νὰ σωθῇ. Ὅτι οἱ Μπαυαρέζοι καὶ οἱ ὀπαδοί τους Ἕλληνες θέλαν νὰ μᾶς φᾶνε κι᾿ ὁ Θεός μας γλύτωσε ἀπὸ τοὺς κακούς τους σκοπούς. Καὶ πασκίζαμεν ἔξω καὶ μέσα μὲ τρόπον καὶ κατηχούσαμεν τοὺς ἀνθρώπους ἴσως καὶ κινηθοῦμεν διὰ τὰ ἔξω καὶ λευτερωθοῦμεν κ᾿ ἐμεῖς ἐδῶ μέσα καὶ κάμωμεν νόμους στέρεους καὶ διοικηθοῦμεν ὡς ἄνθρωποι· ὅτι μᾶς κυβερνοῦν οἱ ἀνθρωποφάγοι μὲ τὸ «ἔτζι θέλω»· καὶ κρίμα ῾σ τὰ αἵματα καὶ θυσίες ὁποῦ κάμαμεν. Ὁ κόσμος δυστύχησε. Κι᾿ ἀπὸ τὴν τυραγνίαν αὐτεινῶν ἀπολπίστηκαν οἱ ἄνθρωποι ῾στὰ 1836.1
Ἀφοῦ εἴδαμεν τὴν διάθεσιν τῶν πολιτικῶν μας εἰς τὴν προκήρυξη τοῦ Ζωγράφου – καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία τὴν ἔβαλε ῾σ ἐνέργεια κι᾿ ὅλους τους ἀγωνιστᾶς τοὺς ἔστειλε ξυπόλυτους καὶ γυμνοὺς εἰς τοὺς Τούρκους καὶ βάλαν τὸν Ταφίλη Μπούζη ἀρχηγόν, καθὼς δι᾿ αὐτὸ ξηγήθηκα, τότε ἀγροικήθηκα μὲ τὸν Λαρίων. Μὸ ῾στειλε ἕναν καλόγερον, μοῦ εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔχει μίαν δύναμη ἐκεῖ, ὅμως χρειάζεται κι᾿ ἀπὸ ῾δω δύναμη κι᾿ ὁμόνοια καὶ καλῆ κυβέρνεια διὰ τὰ ἔξω, νὰ μὴν πάρωμεν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ λαιμό μας. Τοῦ παράγγειλα νὰ κατηχῆ ἀνθρώπους ἐκεῖ μὲ φρόνησιν κι᾿ ἀκολουθῶ κ᾿ ἐγὼ ἐδῶ τὸ ἴδιον. Ἔρχονταν ἄνθρωποι ἐδῶ, τοὺς ἔπαιρνα εἰς τὸ σπίτι μου, μιλούσαμεν τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος καὶ τοὺς ἑτοίμαζα διὰ τὰ ἔξω. Καὶ κατηχοῦσα ὅλο τὸ κράτος, ὅποτε εἶναι καιρὸς νὰ κινηθοῦμεν. Μίαν φορᾶ τὰ ἔξω τὰ ῾νεργούσαν οἱ Κατακουζηναῖγοι μὲ τὸν συμπέθερό τους τὸν Ἀρμασπέρη ὄχι πρὸς ὄφελον τῆς πατρίδος. ῾Νεργήσαμεν καὶ χάλασε αὐτό, ἔφυγε κι᾿ ὁ Ἀρμασπέρης ἀπὸ ῾δω καὶ οἱ Κατακουζηναῖγοι καὶ νέκρωσε ὅλως διόλου. Ὁρκιστήκαμεν ὕστερα μὲ τὸν Τζάμη Καρατάσιον, ὡς ἀπόξω αὐτός, νὰ γένη τὸ κίνημα ῾ληνικόν κι᾿ ὄχι διὰ ξένους –ὅσο μποροῦμεν νὰ τοὺς πάψωμεν τοὺς ξένους καὶ νὰ τηράμεν τὴν δουλειά μας. Σηκώθη ὁ Τζάμης πῆγε ὡς τὸ Σαλωνίκι, μίλησε ἐκεῖ, στάθη καμπόσον καιρόν, γύρισέ μου εἶπε τὰ τρέχοντα.
Ἐδῶ εἰς Ἀθήνα ἦρθε ἕνας πρωτοεταιρίστας Λουκᾶς Λιονταρίδης, προκομμένος ἄνθρωπος. Πιαστήκαμεν φίλοι. Τὸν ρώτησα διὰ τὸν πατέρα τῆς λευτεριᾶς μας, τὸν μακαρίτη Ρήγα Βελεστίνο, πὼς προδόθη. Μοῦ εἶπε πολλά. Ἀφοῦ τὸν πρόδωσαν καὶ σκοτώθη, τότε ὁ Σουλτάνος πρόσταξε τὸν μακαρίτη Πατριάρχη καὶ τὸ ῾δωσε ὅ,τι κατήχησες τὸ ῾χαν δώση, ὁποῦ ἦταν τοῦ Ρήγα, καὶ τοῦ εἶπε ν᾿ ἀφορίση αὐτὸν καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Τότε ὁ ἀγαθὸς Πατριάρχης περίλαβεν αὐτὸς τὴν Ἐταιρία διὰ νὰ μὴν σβέση καὶ τὴν ξακολούθησε καὶ κατηχοῦσε· κ᾿ ἔστειλε καὶ πιστὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν Ρουσσία· κ᾿ ἐκεῖ ἦταν κι᾿ ὁ Λιονταρίδης, πιστός του φίλος, τοῦ Πατριάρχη· καὶ ἦταν ἀξιωματικός της Ρουσσίας. Καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ πάγη εἰς τὸ Ὄρος ὁ Λιονταρίδης, ὁποῦ ἦταν κι᾿ ὁ Πατριάρχης ἐκεῖ σιργούνι, ν᾿ ἀνταμωθοῦν. Ἔτζι πῆρε τὴν ἄδεια καὶ πῆγε εἰς Ὄρος. Ἀφοῦ ἀνταμώθηκαν μὲ τὸν Πατριάρχη, τὸν κατήχησε καὶ τὸν χεροτόνησε καὶ καλόγερο· καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει εἰς τὴν Ρουσσίαν ν᾿ ἀπαρατηθῆ ἀπὸ τὴν δούλεψη καὶ νὰ μιλήση μὲ τὸν Καποδίστρια καὶ νὰ περάση εἰς Βλαχιὰ νὰ πάρη μοναστήρια μὲ νοίκι καὶ νὰ κατηχήση κι᾿ ὅσους μπορέση· καὶ νὰ συνάξη κι᾿ ὅ,τι χρήματα μπορέση διὰ νὰ χρησιμέψουν διὰ τὴν πατρίδα. Πῆγε εἰς τὴν Ρουσσία ἀπαρατήθη, μίλησε καὶ μὲ τὸν Καποδίστρια καὶ εἰς τὴν Βλαχιὰ κατήχησε πολλοὺς καὶ τὸν Μιχάλβοντα καὶ πῆρε καὶ μοναστήρια καὶ σύναξε κι᾿ ὡς τρία μιλλιούνια γρόσια. Τοῦ ἀποκρίθη ὁ Πατριάρχης νὰ τά ῾χη ἐκεῖ ὅσο νὰ χρειαστοῦνε. Ὁ μακαρίτης ὁ Ναπολέων ὁ αὐτοκράτορας τῆς Γαλλίας, τὸ καύκημα τοῦ κόσμου, διὰ μέσον τοῦ πρέσβυ τοῦ τότε Σεμπαστιάνη γράφει τοῦ Πατριάρχη εἰς Κωσταντινόπολη καὶ τοῦ λέγει νὰ στείλη νὰ κατηχήση παντοῦ τοὺς χριστιανούς, νὰ εἶναι ἑτοιμασμένοι, κι᾿ ὅταν νὰ εἶναι καιρὸς ὁποῦ θὰ κινηθῆ, νὰ χτυπήσουν κι᾿ αὐτείνοι· καὶ εἶναι δικό τους ἀπὸ Κωσταντινόπολη καὶ κάτου, Γουργαριά, Σερβία, Θεσσαλομακεδονία, Ντουράτζο, Αὐλώνα καὶ ὁλόγυρα αὐτὰ τὰ μέρη, Ρούμελη, Πελοπόννησο καὶ τὰ νησιά. Τοῦ ἀποκρίθη ὁ Πατριάρχης ὅτι ξακολουθεῖ ἀπὸ καιρὸ ὅ,τι τοῦ γράφει. Κι᾿ ἔστειλε καὶ κατηχοῦσαν. Ἡ κακὴ τύχη, ἀπότυχε ὁ μακαρίτης ὁ Ναπολέων καὶ νεκρώσανε κι᾿ αὐτά. Αὐτὸ τὸ σκέδιον τὸ ἤξερε κι᾿ ὁ Καποδίστριας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη. Ὅταν λευτερώθη τοῦτο τὸ ὀλίγον μέρος τῆς Ἑλλάδος, ὁ Αὐτοκράτορας τῆς Ρουσσίας ἤξερε τὸ σκέδιον κ᾿ ἔβαλε τὸν Καποδίστρια νὰ ῾νεργήση εἰς τοὺς Ἕλληνες νὰ τὸν κάμουν κυβερνήτη τους – καὶ τότε τρῶνε καὶ τὸ ὀλίγον τὸ δικό μας καὶ τὸ πολύ. Ἔγραψε ἐδῶ εἰς τοὺς Ἕλληνες ὁ Καποδίστριας καὶ τελείωσε ὁ σκοπός του. Τότε γράφει ἀπὸ τὰ Παρίσια τοῦ Λιονταρίδη ὅτι πάγει κυβερνήτης καὶ ῾στὸ γράμμα του εἶχε κ᾿ ἕνα γράμμα τοῦ μινίστρου τοῦ Ἐξωτερκοῦ τῆς Ρουσσίας καὶ τοῦ ῾λεγε νὰ τοῦ τὸ δώση κι᾿ ὅ,τι τοῦ εἰπῆ ν᾿ ἀκολουθήση. Τότε λέγει ὁ μινίστρος τοῦ Λιονταρίδη ὄτι· «Ἡ θέληση τοῦ Βασιλέως μας εἶναι ὅσα χρήματα ἔχεις συνασμένα νὰ τὰ πάρης καὶ νὰ πᾶς σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς Τουρκιᾶς καὶ νὰ κατηχήσης τοὺς χριστιανοὺς ὑπὲρ τῆς Ρουσσίας» καὶ νὰ ξοδιάση κι᾿ αὐτὰ τὰ χρήματα δι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργον – καὶ τότε κι᾿ αὐτοὺς νὰ λευτερώση ἡ Ρουσσία κ᾿ ἐμᾶς. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ ἀγαθὸς Λιονταρίδης ἀποκρίνεται τοῦ ὑπουργοῦ· «Δὲν εἶμαι ὁρκισμένος δι᾿ αὐτό, εἶμαι νὰ λευτερωθῆ καὶ νὰ γένη δικόν της βασίλειον ἡ Ἑλλάδα». Τότε τὸν κρατοῦνε ἐκεῖ πολιτικὸν ρέστο· τοῦ πῆραν καὶ τὰ χρήματα. Καὶ στάθη ρέστο ὅσο ὁποῦ σκοτώθη ὁ Καποδίστριας. Τότε ἀπολπίστη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἡ Ρουσσία.
Τότε ὁ Λιονταρίδης ἔβαλε σημαντικοὺς ἀνθρώπους καὶ μίλησαν ὅτι μετανόησε κι᾿ ἐκτελεῖ ὅ,τι θέλουν. Καὶ τὸν ἔστειλαν νὰ ῾ρθῆ ἐδῶ νὰ δουλέψη διὰ τὴν λευτεριά μας. Ἀφοῦ ἦρθε ἐδῶ, τοὺς παράγγειλε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς δουλέψη καὶ στείλαν τὸν ἅγιον Οἰκονόμον, παιδὶ τῆς Ρουσσίας, κι᾿ ἕνα Ἀνατόλιον ἀρχιμαντρίτη· κι᾿ ὁ Οἰκονόμος ἐργάζεται εἰς τὰ πολιτικὰ ὑπὲρ τῆς Ρουσσίας κι᾿ ὁ Ἀνατόλιος εἰς τὰ στρατιωτικά. Καὶ ηὗραν καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Κυβερνήτη μας ὀνομαζόμενους Κυβερνητικούς. Κι᾿ ὁ ἀδελφός του Καποδίστρια Τζορτζέτος κι᾿ ὅλοι αὐτεῖνοι φκειάναν πρὸ καιροῦ τὴν Φιλορθόδοξο Ἐταιρία μέσα κι᾿ ἔξω εἰς τὴν Τουρκιὰ κ᾿ εἶχαν καὶ χρήματα καὶ ξόδιαζαν καὶ κατηχοῦσαν. Καὶ προδόθηκαν. Ὁ Ἀνατόλιος ἔφκειασε ἕνα σπίτι καὶ περιβόλι πλησίον εἰς τῆς κολῶνες τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς κ᾿ ἔχει καὶ χρήματα ρούσσικα καὶ εἶναι κι᾿ αὐτὸς παιδὶ τῆς Ρουσσίας· καὶ ηὖρε τοὺς συντρόφους του κι᾿ ἐργάζονται ὅλοι μαζὶ πὼς νὰ λευτερώσουνε τὴν Ἑλλάδα. Κι᾿ ὁ Μιχάλβοντας εἶναι βαλμένος ἀπὸ τὴν Ρουσσία νὰ ῾νεργάη ὅ,τι μπορῆ διὰ νὰ γένη ἀφέντης τῆς Θεσσαλομακεδονίας. Καὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἀνατόλιου μαζώνονται πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ κ᾿ ἐργάζονται δι᾿ αὐτά. Ἔχει κ᾿ ἕναν σεκρετάριον ὁ Βόντας, τὸν λένε Φορμάνο, καὶ τὸν ἔδωσε τοῦ Ἀνατόλιου καὶ κατηχοῦν τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ κάμουν μίαν δύναμη διὰ τὴν Θεσσαλομακεδονίαν· κι᾿ ὅποτε κάμουν αὐτὴν τὴν δύναμη νὰ κινηθοῦν. Καὶ λευτερώνοντας αὐτὰ τὰ μέρη νὰ γένη ἡγεμόνας ὁ Βόντας ὅσο ἡ Ρουσσία νὰ στείλει τὸν βασιλέα τὸν καθαυτό.
Θέλαν κ᾿ ἕναν στρατιωτικὸν ἀρχηγὸν διὰ τὸ κίνημα. Οἱ στρατιῶτες ὁποῦ κατηχοῦσαν ἦταν φίλοι μου καὶ πρόβαλαν ἐμένα· καὶ μοῦ εἶπαν αὐτὸ οἱ στρατιῶτες. Ἐγὼ τοὺς εἶπα, ὅταν θέλη ἡ Κυβέρνηση νὰ γένη αὐτὸ τὸ κίνημα, ἂς διορίση κι᾿ ὅποιον ἀρχηγὸν θέλη. Ἔλεγα ὅτ᾿ εἶναι τῆς πατρίδας κινήματα. Τότε ὁ Λιονταρίδης ηὖρε τὴν ἀλήθεια, πὼς εἶναι ἀπὸ τὸν Φορμάνο· ὅτι τοῦ βάφτισε ἕνα παιδὶ καὶ τὸ ῾δειξε καὶ πολλὴ φιλία· καὶ τοῦ τὰ εἶπε ὅλα. Τότε φώτισα τοὺς στρατιωτικούς. Καὶ χαλάσαμεν ὅλα αὐτὰ τὰ σκέδια. Τότε σηκώνεται ὁ Ἀνατόλιος, σὰν χάλασε τὸ σκέδιον τοὺς ἐδῶ, πηγαίνει εἰς τὸ Ὄρος, παίρνει καὶ χρήματα μαζί του καὶ πηγαίνει κι᾿ ἀνταμώνει τὸν Λαρίων, ὁποῦ ῾χε καπετανλίκι εἰς τὸ Ὄρος καὶ Μαντεμοχώρια, καὶ τὸν ὁρκίζει. Πρὶν πάγη μάθαμεν τὸν σκοπόν του· ὅτι ἦταν ἄνθρωπος πατριώτης καὶ μᾶς τὸ εἶπε. Ἀφοῦ ὅρκισε τὸν Λαρίων, τότε βγάζει καὶ τοῦ δίνει κι᾿ ἕνα δίπλωμα ρούσσικον – ὅποιος θὰ εἶναι ἀρχηγὸς ἔχει γκενεράλη βαθμόν. Τοῦ τάζει συνχρόνως καὶ μία ποσότη χρήματα καὶ νὰ κατηχήση τοὺς ἀνθρώπους· καὶ νὰ συνάζη καὶ ὑπογραφὲς ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὑπὲρ τῆς Ρουσσίας. Τότε στείλαμεν ἄνθρωπο εἰς τὸν Λαρίων νά ῾χη τὸν νοῦ του. Τοῦ μίλησαν καὶ πιστοὶ καλογέροι καὶ τράβησε χέρι ὁ Λαρίων.
Τότε ὁ Ἀνατόλιος γράφει εἰς τὸν πρέσβυ τῆς Ρουσσίας εἰς τὴν Κωσταντινόπολη ἀναντίον τοῦ Λαρίων. Τὸν κατατρέχει τὸν Λαρίων ὁ πρέσβυς καὶ φεύγει καὶ πηγαίνει εἰς τὸν Μεμεταλὴ εἰς τὸ Μισίρι· τὸν εἶχε πατριώτη. Τοῦ λέγει ὂλ᾿ αὐτά, κι᾿ ὁ Μεμεταλὴς θέλει νὰ γένη ἀλλοῦ τὸ κίνημα διὰ λογαριασμό του. Τὸ ῾δωσε γράμματα σὲ Τούρκους καὶ Ρωμαίγους Κρητικοὺς καὶ τὸν ἔστειλε εἰς Κρήτη – κ᾿ ἐκεῖ νὰ στείλη στρατέματα ὁ Μεμεταλὴς κι᾿ ὁδηγὸς ὁ Λαρίων, νὰ γένη τὸ κίνημα. Πέθανε ὁ Σουλτάνος· πῆρε τὸν στόλο του ὁ Μεμεταλής, περηφανεύτηκε, ἀστόχησε τὸν Λαρίων. Τότε ἦρθε ἐδῶ καὶ μοῦ εἶπε ὅσα τράβησε. Εἶδα καὶ τὰ γράμματα τοῦ Μεμεταλῆ.2
Ἀφοῦ φυλάκωσαν τὸν ἀδελφόν του Καποδίστρια3 κι᾿ ἄλλους διὰ τὴν Φιλορθόδοξον Ἐταιρίαν, μέσα εἰς τὴν χάψη ὁποῦ ἦταν αὐτὸς ἦταν κι᾿ ὁ Καμπούρογλος ὀνομαζόμενος καὶ τὸν κατήχησε ὁ ἀδελφός του Καποδίστρια καὶ τὸν μπιστεύτηκε· καὶ τὸ ῾δωσε τὴν κατήχησιν κι᾿ ἔνγραφα. Τότε αὐτὰ τὰ ἔνγραφα ὁ Καμπούρογλός μου παράγγειλε νὰ πάγω εἰς τὴν χάψη νὰ μοῦ τὰ δώση νὰ τὰ δώσω τοῦ Βασιλέα. Τοῦ παράγγειλα ὅτι ῾στὰ τοιοῦτα δὲν ἀνακατεύομαι· καὶ τὰ ῾δωσε τοῦ Φαρμακίδη καὶ τὰ ῾δωσε. Καὶ τότε ἀπὸ αὐτὰ κι᾿ ἀπ᾿ ἄλλους ἀπὸ μέσα τὸ κράτος κι᾿ ἀπόξω τὴν Τουρκιὰ ἐμαθεύτη ἡ Φιλορθόδοξο Ἐταιρία πόσο προβοδεύει καὶ τί ἀρετὴ ἔχει. Οἱ ἀσυνείθητοι διὰ νὰ κάμη ὁ καθεὶς τοὺς σκοποὺς τοῦ ἄλλος βγάνει τὴν θρησκεία ὀμπρός, ἄλλος τὴν πατρίδα – κι᾿ ὅσο θέλουν καὶ σέβονται οἱ τοιοῦτοι αὐτὰ τὰ γερά, τόσο καλὸ νά ῾χουν.
Βγαίνουν οἱ ἄλλοι πάλι· «Νόμους συνταματικοὺς πρέπει νά ῾χωμεν νὰ πᾶμε ῾μπρος». Φτάνει πλέον ὁ δόλος καὶ ἡ ἀπάτη! Κ᾿ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι μας καταντήσετε μ᾿ αὐτὰ σὰν τὴν καλαμιὰ στὸν κάμπο. Θυμηθῆτε ὅτι ὑπάρχει Θεὸς κι᾿ ὅσα φαντάζεστε κι᾿ ὀργανίζετε διὰ νὰ ὑποστηρίζετε τὴν κακία κι᾿ ἀσωτεία τῶν συντρόφω σας καὶ ῾νεργάτε τὴν ἀδικία καὶ βοηθὸν ἔχετε εἰς αὐτὸν τὸν διάβολον, ὁ δίκιος ὁ Θεὸς ὅλες αὐτὲς τῆς προσπάθειες θὰ σᾶς τῆς χαλάση ῾σ ἕνα μινοῦτο. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐσεῖς, εἶναι Θεὸς καὶ σᾶς βαστάγει ἴσως καὶ πλησιάσετε ὀλίγον νὰ ἰδῆτε σήμερα εἴμαστε ἐδῶ τιμημένοι καὶ τρογυρισμένοι μ᾿ ἀγαθὰ καὶ πολλοὺς κόλακες κι᾿ αὔριον τοὺς ἀφίνετε ὅλους αὐτοὺς πίσου καὶ παίρνετε ἐννιὰ πῆχες πανί, καθὼς τὸ παίρνει κι᾿ ὁ μικρότερος φτωχός, καὶ πηγαίνετε ἐκεῖ ὁποῦ δὲν ματαφαίνεστε· κ᾿ ἐκεῖ θ᾿ ἀκοῦτε ὅ,τι δὲν κάμετε. Χορτάσαμεν πλέον λευτερία συνταματικὴ ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους καὶ Γάλλους κι᾿ ὀρθοδοξία ρούσσικη μὲ τὴν Φιλορθόδοξο Ἐταιρία αὐτεινῶν τῶν ὁμοθρήσκων μας Ρούσσων. Πόσοι Ἕλληνες θυσιάστηκαν δι᾿ αὐτοὺς ὡς χριστιανοὶ κι᾿ ὡς ὁμόθρησκοι καὶ τί ἀνταμοιβὴ κάνουν τώρα αὐτεῖνοι ῾σ ἐμᾶς; Ἐμεῖς κάμαμεν κι᾿ ὄντως κατὰ δύναμη τὸ χρέος μας ῾σ αὐτοὺς ὡς Ἕλληνες καὶ χριστιανοί· αὐτεῖνοι κάνουν ῾σ ἐμᾶς τὴν ἀνταμοιβὴ ὡς Ροῦσσοι. Τέλος πάντων καὶ ῾σ τὰ τρία μιλέτια μένομε πολὺ εὐκαριστημένοι, ὅτ᾿ εἴδαμεν ἀπότ᾿ ἐσᾶς τὴν λευτεριά μας, τὴν τιμή μας, τὴν θρησκεία μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ σέβεστε κ᾿ ἐπιθυμήσατε νὰ μᾶς βάλετε κ᾿ ἐμᾶς εἰς τὴν κοινωνία τοῦ κόσμου, ὁποῦ ἤμαστε χαμένοι τόσον καιρὸν καὶ σβυσμένοι ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐθνῶν. Καὶ παραδοθήκαμεν εἰς τὴν τιμὴ ἐσᾶς τῶν ὁμοθρήσκων μας Ρούσσων καὶ Ἄγγλων καὶ Γάλλων νὰ μᾶς σώσετε – κ᾿ ἐσεῖς οἱ φιλάνθρωποί της πρῶτες χρονιὲς πιάνατε ἕνα ἀθῶον παιδί, ἕνα ἀρφανό, ὁποῦ γύρευε ἡ τυραγνία νὰ τοῦ πάρη τὴν ζωή του καὶ τὴν τιμή του καὶ θρησκεία του καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐσώθη· καὶ οἱ τρεῖς ἐσεῖς τὸ κιντυνεύετε νὰ τὸ πάτε πάλε εἰς τὴν δικαιοσύνη τοῦ τύραγνου· καὶ δίνεταν δύναμη αὐτεινοῦ τοῦ τύραγνου, ὁποῦ τὸν τρέμετε ἐσεῖς, κι᾿ αὐτὸ τὸ παιδάκι σας ἔδωσε νὰ καταλάβετε ὅτι κατὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Γκρανσινιόρη δὲν εἶναι καὶ ἡ δύναμή του. Δὲν στοχαστήκετε ὅταν ῾φοδιάζετε τὰ κάστρα τοῦ Γκρανσινιόρη τῆς πρῶτες χρονιές, ὅτ᾿ ἦταν δύναμη Θεοῦ νὰ λευτερωθῆ; Τί φαντάζεστε, ὅτι μας βοηθήσετε, ἤ μας μολύνετε καὶ μᾶς ἀφανίσετε; Ξίκι νὰ γίνεταν ἀπὸ ῾μας ἦταν καλύτερα καὶ τὸ καλό σας καὶ τὸ κακό σας! Εὐγνωμονοῦμεν οἱ Ἕλληνες γενικῶς τοὺς φιλανθρώπους ὑποκόγους σας, ἔχομεν χάριτες εἰς αὐτοὺς τοὺς εὐεργέτες μας – καμμιὰ χάρη ῾σ ἐσᾶς τῆς ἀνεμοδοῦρες, τῆς διαφταρμένες μηχανὲς δὲν ἔχομεν! Οἱ τίμιοι ἄνθρωποι νὰ μὴν σᾶς ἀκούσουνε! Οὔτε τὸ καλό σας θέλουν νὰ τοὺς κάμετε. Ἅς σας εὐγνωμονήσουνε ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς δώσετε τὰ δάνεια καὶ τὰ ῾φκειασαν λούσια καὶ πολυτέλειες κι᾿ ἄλλα τοιούτα. Ἐκεινῶν ἐκάμετε καλὸ μὲ τὰ δάνειά σας, τοῦ Ἀρμασπέρη, τοῦ Κωλέτη, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Μεταξᾶ καὶ συντροφιές τους. Καὶ πάλε ὅσα σας λέγω δὲν ἐλπίζω νὰ τὰ κατορθώσετε, ὅτι ἂν εἴσαστε ἐσεῖς ἄδικοι κι᾿ ἀνθρωποφάγοι καὶ ῾περασπισταί τῆς κακίας, εἶναι Θεὸς δίκιος, ἀληθινός, δυνατός. Θυμηθῆτε ὅτι αὐτά σας γράφει ἕνας μικρὸς Ἕλληνας· ὅτι λίγον μὲ μέλει ἐμένα ἀπότ᾿ ἐσᾶς ἢ δυνατοὶ εἴσαστε ἢ ἀδύνατοι. Ἀγαθοὶ ὅταν εἴσαστε καὶ δίκιοι, εἴσαστε καὶ δυνατοί· τότε ἐγώ σας σέβομαι καὶ σᾶς προσκυνῶ, ἀλλοιῶς δὲν θέλω σας ξέρη, οὔτε νὰ σᾶς ἀκούσω! Ἀπὸ αὐτὰ ὅλα ἡ πατρίδα κλονίζεται, ἀπὸ τῆς ὁδηγίες τῆς πατρικὲς τῶν Πρέσβεων καὶ δικῶ μας ξενολάτρων.
Τότε συνομιλήσαμεν καμπόσοι νὰ καταβάλωμεν χρήματα, κόπους, ζωὴ νὰ γένη κάνα κίνημα εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Μακεδονίαν. Κάμαμεν πλῆθος ἑτοιμασίες κι᾿ ἀγροικηθήκαμεν μὲ τοὺς ἔξω· καὶ κατηχούσαμεν παντοῦ. Καὶ συνάζαμεν ἀνθρώπους – πουλοῦσαν τὰ γραμμάτιά τους, ὅ,τι κι᾿ ἂν εἶχαν. Τοὺς στέλναμεν εἰς Ταλάντι, Λαμίαν, Ξεροχώρι κι᾿ ἀλλοῦ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ βγοῦνε ἔξω μίαν ἡμέρα. Καὶ τὸ πράμα πήγαινε μυστικὸν καὶ ῾νεργέταν μὲ φόβον τοῦ Θεοῦ καὶ καταφανιστήκαμεν εἰς τὰ ἔξοδα. Εἴχαμεν καὶ τὸν Τζάμη Καρατάσιον εἰς τὸ μυστικόν. Τότε ὁ Τζάμης τὸ πρόδωσε τοῦ Σούτζου αὐλάρχη κ᾿ ἐκεῖνος τὸ εἶπε τοῦ Βασιλέα. Ἐμεῖς δὲν ἠξέραμεν αὐτό. Στέλναμεν τοὺς ἀνθρώπους ντυμένους – πρόσμεναν τὸν Τζάμη, ἐκεῖνος μας γέλαγε· δὲν ἔβγαινε ἔξω. Ὅτι μ᾿ ἐκείνους ὁποῦ μίληγε μυστικῶς ἔτζι τὸν ὁδηγοῦσαν. Γύριζαν πίσου οἱ ἄνθρωποι ξυπόλυτοι καὶ γυμνοί – τους ξεκονομούσαμεν πάλε ἐμεῖς. Αὐτὸ τὸ ῾καμεν ἀρκετὲς φορές. Τὸν βιάσαμεν χωρὶς ἄλλο νὰ βγῆ, εἰδὲ νὰ τραβήση χέρι. Ὑποσκέθηκε ὅτι βγαίνει. Τότε μιλεῖ καὶ τὸν διατάζουν καὶ πῆγε εἰς Ἀνάπλι. Τότε εἴπαμεν νὰ πάψωμεν ἀπὸ αὐτὸ τὸ κίνημα, νὰ μὴν προδοθοῦμεν καὶ πάρωμεν τοὺς ἀδελφούς μας εἰς τὸν λαιμό μας. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν διάθεσιν νὰ κινηθοῦν. Ἐγὼ τραβήχτηκα. Ἦρθε ὁ Δόσιος κι᾿ ὁ Δαμιανός, ὁποῦ ἦταν μὲ τὸν Τζάμη, κι᾿ ἄλλοι καὶ μὲ περικάλεσαν νὰ μὴν τραβήσω χέρι, ὅμως νὰ μπῶ κ᾿ ἐπιτροπή. Ἐμπήκα ἐγώ, ὁ Δόσιος, ὁ Δαμιανός, ὁ Ναούμης. Τότε στείλαμεν μίαν ποσότη πολεμοφόδια μὲ δυὸ γολέττες διὰ τὸ Ὄρος. Οἱ κεφαλὲς ἐκεινῶν ποὺ πῆγαν μαζὶ ἄταχτοι κι᾿ ἀκατάστατοι. Πῆγε κι᾿ ὁ καϊμένος ὁ Λαρίων τοὺς ἀντάμωσε – τὸν πρόδωσαν εἰς τοὺς Τούρκους κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἴδιους (ὅτ᾿ ἦταν τοῦ Τζάμη ἄνθρωποι κι᾿ ὁ Λαρίων ἦταν γγισμένος μὲ τὸν Τζάμη). Τὸν ἔπιασαν, τὸν πῆγαν εἰς τὸ Μπάνιον εἰς Κωνσταντινόπολη. Μίλησα μὲ τοὺς πρέσβες τῆς Γαλλίας κι᾿ Ἀγγλίας – ὅτι τοὺς γέλαγα καὶ τοὺς ἔλεγα τοῦ κάθε ἑνοῦ· «Δουλεύομεν καὶ κινιώμαστε διά σας», κ᾿ ἐμεῖς τηράγαμεν τὸν σκοπὸν τῆς πατρίδος μας· – καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔγραψαν οἱ Πρέσβες εἰς Κωσταντινόπολη κ᾿ ἔβγαλαν τὸν Λαρίων. Ὕστερα οἱ Ροῦσσοι διὰ τὴν ἀπάτη ὁποῦ ἔκαμεν τοῦ Ἀνατόλιου, ὁποῦ τὸν ὅρκισε εἰς τὸ Ὄρος, ῾νέργησαν καὶ τὸν σκότωσαν οἱ Τοῦρκοι ὕστερα ὁποῦ ῾φυε ἀπὸ τὸ Μπάνιο. Καὶ χάσαμεν ἕναν γενναῖον ἄντρα.
Τότε κινήθη καὶ ἡ Κρήτη. Εἶχα ἀγροικηθῆ μὲ τὸν Πατερόπουλο κι᾿ ἄλλους Κρητικοὺς – εἶχαν κ᾿ ἐπιτροπὴ κάμη ἐδὼ· κ᾿ ἐκεῖ στείλαν διευτυντᾶς τοὺς ἀδελφοὺς Χαιρέτηδες. Μοῦ εἶπε ἡ ῾πιτροπή νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ εἰς Κρήτη. Ἐγὼ τοὺς εἶπα ὅτι ῾νεργούμεν δι᾿ ἀπάνου καὶ εἶναι τὸ ἴδιον. Καὶ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ κατηχοῦμεν τοὺς λέμεν ποιὸς θέλει διὰ τὴν Θεσσαλομακεδονία, νὰ τὸν στέλνωμεν ἐκεῖ, καὶ ποιὸς διὰ Κρήτη. Ἔπιασα τὸν Ἀντώνη Κριεζή, τὸν καλὸν πατριώτη, ὁποῦ ἦταν ὑπουργὸς τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν ὅρκισα καὶ τοῦ εἶπα αὐτό· καὶ διάταξε τοὺς δικούς μας θαλασσινοὺς νὰ μὴν πειράξουν ὅσα πλοῖα βρίσκουν μ᾿ ἀνθρώπους ὁποῦ θὰ πηγαίνουν ἢ διὰ Ὄρος ἢ διὰ Κρήτη· καὶ δὲν τοὺς πείραζε κανένας. Κι᾿ ὅλο στέλναμεν παντοῦ. Τότε κι᾿ ὁ Τζάμης ἀπὸ τὴν ἐντροπὴ ἔφυγε ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι, ἦρθε ῾σ ἕνα μέρος, ναυλώσαμεν πλοῖον, τοῦ δώσαμεν κι᾿ ἀνθρώπους καὶ τ᾿ ἀναγκαῖα, πῆγε καμπόσο διάστημα, εἶδε ἕνα πλοῖον βασιλικὸν δικό μας, πῆρε καμμιὰ δεκαπενταργιὰ ἀνθρώπους σὲ μίαν φελούκα κ᾿ ἔφυγε καὶ βῆκε εἰς τὴν Ζαγορά. Τότε οἱ ἄλλοι μείναν μόνοι τους –γύρισαν ὀπίσου. Τοὺς στείλαμεν εἰς τὴν Κρήτη. Ἀκέφαλοι οἱ ἄνθρωποι – οἱ ἀρχηγοὶ τοὺς ἀκατάστατοι καὶ διχόνοια γιομάτοι. (Πῆγαν καὶ εἰς Ὄρος ὀλίγοι κι᾿ ἀμόνοιαστοι. Τοὺς διῶξαν οἱ καλογέροι. Καὶ πήγανε καὶ Τοῦρκοι εἰς τὸ Ὄρος). Τότε ὅλους αὐτοὺς τοὺς στείλαμεν εἰς Κρήτη· καὶ γράψαμεν τοῦ Τζάμη, Βελέτζα κι᾿ ἀλλουνῶν νὰ περάσουνε ὅλοι εἰς Κρήτη. Καὶ μίλησα καὶ μὲ πολλοὺς νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ ὕστερα κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ μὲ δύναμη. Ἤμαστε σύνφωνοι μὲ τὴν ῾πιτροπή τῆς Κρήτης, ὅταν πάρη τέλος αὐτὸ νὰ μᾶς δώσουνε τρεῖς χιλιάδες Κρητικοὺς καὶ μ᾿ ὅσα πλοῖα θὰ εἶναι ἕτοιμα κι᾿ ὅλους τους ξένους ὁποῦ θὰ εἴμαστε ἐκεῖ, εἰς Κρήτη, νὰ μεραστοῦμεν νὰ ἔβγωμεν ἔξω εἰς Θεσσαλομακεδονία. Μιλήσαμε καὶ μὲ τοὺς Σαμίους νὰ βαρέσουνε συνχρόνως κ᾿ ἐκεῖ. Τότε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Κρήτης, ὁποῦ ἦταν ἐδῶ, μυστικῶς ἔγιναν Ἄγγλοι. Τοὺς λέγαμεν νὰ δώσουνε τὰ μέσα νὰ στείλωμεν περίτου ἀπὸ χίλιους ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν Ρούμελη, ὁποῦ βαστοῦσα τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐδῶ δι᾿ αὐτό, δὲν θέλαν. Μὸ ῾λεγαν εἶναι Κρητικοὶ κι᾿ ὅσοι ξένοι ῾πήγαν ἀρκετοί. Ὅταν τοὺς χάλασαν οἱ Τοῦρκοι καὶ γράφαν αὐτὸ ἐδῶ, τότε γύρευαν δύναμη· τότε συνάξαμεν καμμιὰ πεντακοσιαριὰ ἀνθρώπους μὲ τὸν Γιάννη Κώστα – νὰ τὸν στείλωμεν εἰς Κρήτη. Κομπρεμεταρίστη εἰς αὐτὸ κι᾿ ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Κυβέρνηση. Ἤθελαν καὶ καράβια· ἀγόρασαν πεντέξι ἐφτά· ηὗραν κι᾿ ἕναν ναύαρχον Νυδραῖον, Μπούτη τὸν λένε. Αὐτὸς εἶχε τὴν φαμελιά του εἰς τὴν Σάμο, καὶ τὸ ἤφερνε γύρα· καὶ πρόδινε ὅλα αὐτὰ εἰς τὸν πρέσβυ τῆς Τουρκιᾶς – καὶ τὸ ῾φερνε γύρα. Τότε ἑτοίμασαν τοὺς Τούρκους οἱ Ἄγγλοι· γύρευαν ν᾿ ἀγοράσουνε καὶ τοὺς Χαιρέτηδες. Αὐτεῖνοι στάθηκαν τίμιοι πατριῶτες καὶ δὲν θέλησαν. Οἱ ἄλλοι, τὸ μέρος τούτης τῆς ἐπιτροπῆς, ὁποῦ ῾ταν εἰς Κρήτη, ὁ Χάλης κι᾿ ἄλλοι, γύρισαν μὲ τοὺς Ἄγγλους. Τότε ἔπεσαν εἰς διχόνοια τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τ᾿ ἄλλο. Οἱ Τοῦρκοι δυνάμωναν μὲ τὴν συντρομὴ τῶν Ἄγγλων. Αὐτεῖνοι ὅταν εἶδαν ὅτι δὲν πιτυχαίνουν τὸν σκοπόν τους, νὰ κάμουν τὴν Κρήτη σὰν τὰ Ἐφτάνησα, – ἡ φατρία τοὺς ἦταν ἀδύνατη καὶ μποροῦσαν νὰ κερδέσουνε οἱ Ἕλληνες – ἔβαλαν τὴν συνειθισμένη τοὺς ἀρετή· ἄλλα ἔλεγαν τῶν Ἑλλήνων καὶ τοὺς Τούρκους τοὺς βιάζαν· καὶ πῆγε ὁ στόλος τους εἰς Κρήτη. Τέλος τὴν ξεψύχησαν τὴν δυστυχισμένη Κρήτη – δὲν εἶχαν οὔτε ψωμί, οὔτε ἄλλα ἀναγκαῖα. Τότε ὁ Μπούτης κόπιασε καὶ μπαρκάρησε τὸν Γιάννη Κώστα μὲ τοὺς ἀνθρώπους του. Τὸ ῾φερνε καὶ μ᾿ αὐτοὺς γύρα τῆς Σπέτζες. Πῆραν τοὺς Χαιρέτηδες κι᾿ ὅλους τους στρατιωτικούς, ξένους καὶ ντόπιους, οἱ φιλάνθρωποι Ἄγγλοι καὶ τοὺς ἔβγαλαν μὲ τὰ καράβια τους εἰς τὴν Αἴγινα. Κι᾿ ὅταν ἦρθαν εἰς τὴν Αἴγινα, τότε κίνησε τὸ Μπούτη νὰ πάγη ὀμπρὸς ἡ ἀδελφὴ τῶν Ἄγγλων ἐπιτροπή, ὁποῦ ἦταν ἐδῶ, Ἀντωνιάδηδες, Μισαήλης κι᾿ ἄλλοι. Πῆγαν ὡς τὰ Βάτικα.
῾Σ τὸν ἴδιον καιρὸν ἦρθε κι᾿ ὁ Μαυροκορδᾶτος, ὁποῦ ἦταν πρέσβυς εἰς τὴν Ἀγγλία. Πῆγα ὡς φίλος του τὸν ἀντάμωσα, τοῦ εἴπα· «Καὶ τὰ καλὰ ὀπὸ ῾καμες εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ξέρομεν καὶ τὰ κακά. Τώρα ἔχομεν ἀνάγκη νὰ εἰπῆς τοῦ Βασιλέα τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἄχλια κατάστασιν τῆς πατρίδος καὶ νὰ τὸν συβουλέψης πατρικῶς νὰ σωθοῦνε τὰ δεινὰ μας· καὶ νὰ μὴν τηράξης Συνταματικοὺς καὶ Κυβερνητικούς· νὰ μᾶς ἑνώσης ὅλους νὰ πάμεν ὀμπρός· καὶ νὰ πάρης ὅλα τὰ κόμματα νὰ κυβερνήσης· κι᾿ ἂν δὲν ἀκουστῆς εἰς τὸ δίκιον, νὰ παρατηθῆς καὶ σὲ διατηροῦμεν ἐμεῖς». Μίλησε μὲ τὸν Βασιλέα καὶ πῆρε ὑπουργοὺς τὸν Μεταξά, τὸν Βαλέττα, τὸν Μελά. Πρόσταξαν ἐμένα καὶ μὸ ῾δωσαν τὴν «Ἀμαλία» καὶ πῆγα εἰς τὰ Βάτικα, ὁποῦ ἦταν ὁ ναύαρχος τῆς Κρήτης, ὁ Γιάννη Κώστας μὲ τὸ στράτεμα κι᾿ ὁ Τζάμης (ὅτι τοῦ παραγγείλαμεν νὰ ῾ρθῆ διὰ τὴν Κρήτη καὶ ἦρθε). Τοὺς εἶπα ὅτι τὸ κίνημα τῆς Κρήτης ἐχάθη καὶ τοὺς πῆρα καὶ τοὺς ἤφερα εἰς τὴν Αἴγινα κι᾿ ἀπὸ ῾κει διάλυσα αὐτοὺς καὶ τοὺς Κρῆτες τὸν καθέναν ὅθεν ἤθελε μὲ τ᾿ ἅρματά του. Εἰς τὴν Αἴγινα ἔμαθα ὅτι ἀπαρατήθη ὁ Μαυροκορδάτος καὶ οἱ συντρόφοι του. Μπῆκε ὁ Χρηστίδης, ὁ Γιακωβάκης, ὁ Κριεζής, ὁ Βλαχόπουλος. Τότε νὰ φυλάξω τὴν ὑπόσκεσή μου ἐγὼ κι᾿ ἄλλοι πατριῶτες κάνομεν συνεισφορὰ καὶ γένονται περίτου ἀπὸ σαράντα χιλιάδες δραχμές. Τὸ Δημοτικὸν Συβούλιον ἦταν σὲ διχόνοια· ἔστειλαν ἐπίτηδες ἀπὸ τὴν Αἴγινα νὰ ῾ρθω γλήγορα, ὅτ᾿ ἤμουν κ᾿ ἐγὼ μέλος. Μιλῶ αὐτὸ τοῦ ὑπουργοῦ Χρηστίδη καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ τοὺς ἑνώσω. Ξοδιάζω, κάνω ἕνα τραπέζι, παίρνω ὅλους τους συβούλους, παρέδρους καὶ παλιὸν δήμαρχον καὶ καινούριον, τοὺς μόνοιασα –φιλήθηκαν. Γύρευαν νὰ μὲ κάμουν πρόεδρον τοῦ Συβουλίου. Κάτζαμεν νὰ φάμεν ψωμί, ἀφοῦ ἑνωθήκαμεν. Πηγαίνουν καὶ λένε ὅτι ὅλοι οἱ σύβουλοι εἶναι ῾στὸν Μακρυγιάννη καὶ θὰ κάμουν ἀπανάστασιν. Κι᾿ ἀνακατώνονται πεζούρα, καβαλλαρία. Κι᾿ ὁ ὑπουργὸς Χρηστίδης δὲν τὸν ἄφισε ὁ φόβος νὰ εἰπῆ ὅτι τὰ ἤξερε αὐτά. Τότε σηκώνομαι καὶ πῆγα εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀφοῦ τοῦ ξηήθηκα διὰ τὸ τραπέζι, τοῦ μίλησα καὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γύρισαν ἀπὸ τὴν Κρήτη· τοῦ σύστησα τὴν καλή τους διαγωὴ καὶ ὑποταγὴ ὂσ᾿ ἦταν εἰς τὴν Αἴγινα. Μίλησα καὶ τὴν δυστυχία τοῦ Νικήτα, ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Αἴγινα ρέστο καὶ χωρὶς μιστόν· καὶ νὰ τὸν λευτερώσει, ὅτι ἐγὼ τὸν γνωρίζω πολὺ καλὰ καὶ δὲν ἐνέχεται σ᾿ ὅ,τι τοῦ εἶπαν. Ὅτι πάντοτε ἦταν εἰς τὸ σπίτι μου νύχτα καὶ ἡμέρα κ᾿ ἕνα παρόμοιον δὲν μοῦ εἶπε. Κι᾿ ἀφοῦ τὸ ῾καμα πολὺ ριτζά, μοῦ ὑποσκέθη καὶ τὸν ἔβγαλε εὐτὺς καὶ τὸ ῾δωσε κι᾿ ὅλους του τοὺς μιστούς. Τότε τοῦ εἴπα· «Δὲν φοβήθης νὰ μή σου κάμω ἀπιστιὰ ὅταν ἦταν περίτου ἀπὸ χίλιους τρακόσους ἀνθρώπους, στεργιανοὶ καὶ θαλασσινοί, καὶ καράβια κι᾿ ὅλα τ᾿ ἀναγκαῖα του πολέμου καὶ θὰ σοῦ κάμω μὲ τὸ δημοτικὸν συνβούλιον; Δὲν μ᾿ ἀφίνουν κ᾿ ἐμένα νὰ ζήσω ἥσυχος; Μὲ τὰ παιδιὰ τῶν σκολειῶν θὰ κάμω ἀπανάστασιν; Μὲ τὰ κάδρα θὰ φέρω σύνταμα; Τὸ κάστρο τῶν Ἀθηνῶν θὰ πάρω; Μὲ τὸ συνβούλιον ἀπανάσταση; Τὸν μιστόν μου ἀφίνω διὰ τοὺς φτωχοὺς ἀγωνιστᾶς, μ᾿ ὅλον ὁποῦ κ᾿ ἐγὼ εἶμαι φτωχός, ὅμως αὐτεῖνοι πεθαίνουν τῆς πείνας. Καὶ δι᾿ αὐτὸ πάλε μὲ ὑποπτεύθηκαν. Διὰ τὴν ἡσυχίαν τῆς πατρίδος, ὁποῦ ῾ναι θρόνος σου, κάνω ὅλα αὐτά. (Κι᾿ ἄλλα τοιαῦτα πλῆθος. Αὐτεῖνοι γύρευαν νὰ μὲ φυλακώσουνε εἰς τὸ Παλαμήδι). Ἐγώ, Βασιλέα μου, ἔχω ὁρκιστῆ διὰ τὴν λευτεριὰ τῆς πατρίδος μου καὶ τράβησα τόσα δεινά· καὶ εἰς τὸ κάστρο τῆς Ἄρτας παιδεμοὺς καὶ σίδερα εἰς τὰ ποδάρια. Πῆγαν νὰ μᾶς κρεμάσουν καὶ γλύτωσα μόνον ἐγώ. Καὶ τράβησα ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ μαρτυρήσω τὸ μυστικὸν τῆς Ἐταιρίας, ὁποῦ ἤμουν μέσα. Ἔχασα τὰ ὀλίγα μου ὑποστατικὰ καὶ σπίτι μου καὶ μικρή μου κατάσταση. Πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸ σῶμα μου· τὴν κατάστασή μου καὶ ὑγείαν μου τά ῾χασα. Ἀναντίον μου κατηγορία δι᾿ ὅσους διοίκησα δὲν φαίνεται. Τότε ἤμουν γνωστικὸς καὶ καλὸς ἐγὼ κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ ὑπομείναμεν διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος τόσα δεινά· τώρα κάθε ὀλίγον μας κατηγοροῦν καὶ μᾶς ὑποπτεύονται. Αὐτείνη τὴ λευτεριὰ ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ ῾μπιστεύεσαι τὴν κυβέρνησίν σου ἐγὼ δὲν τὴν ὑποφέρνω καὶ νὰ μοῦ δώσης τὴν ἄδεια νὰ πουλήσω ὅ,τι ἔχω καὶ νὰ πάγω ὅθεν μπορέσω μὲ τὴν φαμελιά μου νὰ ζήσω». Ἡ Μεγαλειότης του μὲ παρηγόρησε· ὅμως τὸν Τζῆνο κι᾿ ἄλλους τοὺς πίστευε καὶ σὲ κακὴ εὔνοια πάντοτες ἤμουν. Ἄλλοι γύρευαν νὰ τὸν σκοτώσουν, ἐγὼ τὸν γλύτωνα· τοῦ κάκου.4

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Ξηγήθηκα πὼς ἔγινε ἡ ἀνταρσία τῆς Ἀκαρνανίας σὲ τοῦτο. Ἀφοῦ πῆγα κ᾿ ἐγὼ μὲ τὴν τετραρχίαν μου, παρατήρησα κι᾿ ὅλες της θέσες ὀπὸ ῾γιναν πολέμοι, καὶ σημάδεψα ὅλες αὐτὲς τῆς θέσες κι᾿ ὅσες ἄλλες ἤξερα· κ᾿ ἔρχοντας ἐδῶ εἰς Ἀθήνα πῆρα ἕνα ζωγράφο Φράγκο καὶ τὸν εἶχα νὰ μοῦ φκειάση σὲ εἰκονογραφίες αὐτοὺς τοὺς πολέμους. Δὲν γνώριζα τὴν γλώσσα του. Ἔφκειασε δυὸ τρεῖς, δὲν ἦταν καλές· τὸν πλέρωσα κ᾿ ἔφυγε. Ἀφοῦ ἔδιωξα αὐτὸν τὸν ζωγράφο, ἔστειλα κ᾿ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Σπάρτη ἕναν ἀγωνιστῆ, Παναγιώτη Ζωγράφον τὸν ἔλεγαν· ἔφερα αὐτὸν καὶ μιλήσαμεν καὶ συνφωνήσαμεν τὸ κάθε κάδρο τὴν τιμήν του· κ᾿ ἔστειλα κ᾿ ἤφερε καὶ δυό του παιδιά· καὶ τοὺς εἶχα εἰς τὸ σπίτι μου ὅταν ἐργάζονταν. Κι᾿ αὐτὸ ἄρχισε ἀπὸ τὰ 1836 καὶ τελείωσε τὰ 1839. Ἔπαιρνα τὸν ζωγράφο καὶ βγαίναμεν εἰς τοὺς λόφους καὶ τὸ ῾λεγα· «Ἔτζι εἶναι ἐκείνη ἡ θέση, ἔτζι ἐκείνη· αὐτὸς ὁ πόλεμος ἔτζι ἔγινε· ἀρχηγὸς ἦταν τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖνος, τῶν Τούρκων ἐκεῖνος». Εἰς τὸ πρῶτο κάδρο εἶναι ζωγραφισμένος ὁ Παντοκράτορας καὶ ἡ Ἑλλὰς ἁλυσωμένη· καὶ τὴν κυτάγει ὁ Παντοκράτορας καὶ τῆς λέγει· «Ἑλλάς, Ἑλλάς! Διὰ τὰ αἵματα καὶ θυσίες τῶν Ἑλλήνων καὶ Φιλελλήνων σὲ ἐσπλαχνίζομαι καὶ φωτίζω τὰ τρία δυνατὰ Ἔθνη νὰ σοῦ τιναχτοῦν οἱ ἅλυσοι ὁποῦ ῾χες τόσους αἰῶνες εἰς τὰ ποδάρια σου· καὶ σὲ καταστήνω βασίλειον, νὰ βασιλεύεσαι ἀπὸ τὸν Ὄθωνα κι᾿ Ἀμαλία». Καὶ τῆς τινάζει τοὺς ἅλυσους ἀπὸ τὰ ποδάρια· καὶ τὴν παίρνει ὁ Παντοκράτορας καὶ τῆς βάνει εἰς τὸ δεξιὸν κι᾿ ἀριστερὸν τὸν Βασιλέα καὶ Βασίλισσα Ὄθωνα κι᾿ Ἀμαλία· κι᾿ ὁ Παντοκράτορας ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κάδρου. Κι᾿ ὁ ἄγγελός του τοὺς στεφανώνει. ῾Σ ἄλλο μέρος τοῦ κάδρου εἶναι οἱ τρεῖς βασιλεῖς τῶν Δυνάμεων· κι᾿ ὁ ἄγγελος στεφανώνει κι᾿ αὐτοὺς τοὺς τρεις· κι᾿ ὅλος ὁ λαὸς καὶ τὸ γερατεῖον γονατιστὸν κάνουν μίαν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ λένε· «Δοξασμένος νὰ εἶσαι, Κύριέ μου, διὰ τὴν νεκρανάστασιν ὀπὸ ῾καμες. Ζήτω τὰ τρία δυνατὰ ἔθνη καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτεινῶν! Ζήτω ἡ πατρίδα μας, ὁ Βασιλέας μας καὶ ἡ Βασίλισσά μας!» Εἰς τ᾿ ἄλλο κάδρο εἶναι ἡ Κωσταντινόπολη ζωγραφισμένη καὶ ἡ θέση της. Εἶναι ὁ πρῶτος Σουλτάνος, ὁποῦ τὴν κυρίεψε, ζωγραφισμένος κι᾿ ὁ θρόνος του, ὁποῦ κάθεται καὶ πίνει τὸ ναργιλέ του· καὶ οἱ σωματοφύλακές του καὶ οἱ ῾πασπισταί τοῦ γύρα· καὶ οἱ πρόκριτοι καὶ τὸ γερατεῖον, ὁποῦ τοῦ προσφέρνουν τὰ δῶρα καὶ τὰ κλειδιά, τοῦ Σουλτάνου. Αὐτὸς τοὺς λέγει διὰ μέσον ἑνοῦ ῾πασπιστοῦ· «Δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ μοῦ προσφέρουν δῶρα καὶ κλειδιά· τοὺς κυρίεψα μὲ τὸ σπαθί μου (καὶ τοὺς δείχνει τὸ σπαθὶ καὶ τοὺς λέγει)· Μὲ τὸ σπαθί μου κυρίεψα αὐτούς· καὶ τὰ δῶρα τους καὶ κλειδιὰ δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ μοῦ τὰ προσφέρουν αὐτεῖνοι». Καὶ προστάζει καὶ τοὺς βάνουν εἰς τὸν ζυγόν, εἰς τὴν τυραγνίαν. Τότε ἀφοῦ εἶδαν αὐτοὺς εἰς τὸν ζυγὸν ἕνα μέρος πῆρε τὰ βουνά. Λέγει ὁ ῾πασπιστής εἰς τὸν Σουλτάνο· «Καλά, ἔβαλες αὐτοὺς εἰς τὸν ζυγόν· οἱ ἄλλοι πῆραν τὰ βουνά». Τότε ἀφοῦ τοὺς εἶδε ὁ Σουλτάνος, διατάττει πεζούρα καὶ καβαλλαρία καὶ πολεμοῦν μὲ τὴν μαγιὰ τῆς λευτεριᾶς (ὁποῦ τὴν βάστηξαν ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ τόσους αἰῶνες εἰς τὰ βουνὰ κ᾿ ἐρημιὲς νὰ μὴν χαθῆ, καὶ σκότωναν οἱ τύραγνοι καὶ οἱ τουρκοκοτζαμπασῆδες ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς καὶ γένονταν δέκα. Καὶ εἶχαν συντρόφους ὅλοι αὐτεῖνοι τ᾿ ἄγρια θεριὰ καὶ φείδια, ὁποῦ συνκατοικούσανε μαζί, καὶ προστάτη μόνον τὸν Θεόν. Καὶ τροφὴ εἶχαν τὸ κρέας τῶν τύραγνων Ρωμαίγων, ὅσοι ἦσαν σύνφωνοι μὲ τοὺς Τούρκους, καὶ Τούρκων καὶ τὸ αἷμα τοὺς κρασί). Τότε εἰς ἕνα μέρος εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἁλυσωμένη καὶ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ βουνὰ τρεῖς μὲ τὰ ὅπλα τους καὶ γκεζεροῦν τῆς πολιτεῖες καὶ λένε τῶν ἀνθρώπων· «Ἐμᾶς μας τρώγει ἡ γύμνια καὶ ἡ ταλαιπωρία τόσους αἰῶνες δι᾿ αὐτείνη τὴν πατρίδα – δὲν τὴν βλέπετε ὁποῦ εἶναι ἁλυσωμένη καὶ καταφρονεμένη· τὰ παράσημά της πεταμένα· καὶ σεῖς ἀκόμα σίγρι κάνετε; Ὡς πότε, τουρκοραγιάδες, ὡς πότε νὰ σᾶς βυζαίνουν οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοὺς κοτζαμπασῆδες καὶ τουρκοκαπεταναῖγοι;» Ἀφοῦ αὐτεῖνοι οἱ τρεῖς ῾θουσιάσαν τοὺς πολίτες, φαίνεται ὁ Ρήγας Βελεστίνος, τὸ ἀγαθὸ παιδὶ τῆς πατρίδας, καὶ βαστάγει ἕνα σακκουλάκι μὲ τὸν σπόρο τῆς λευτεριᾶς καὶ σπέρνει αὐτὸν τὸν σπόρον. Τὸ τρίτο κάδρο εἶναι ὁ πόλεμος τοῦ Διάκου εἰς τὸ γιοφύρι τῆς Ἀλαμάνας κι᾿ αὐτὸς παλουκωμένος κι᾿ ὁ Δεσπότης Σαλώνων καὶ οἱ ἄλλοι. Τὸ τέταρτο εἶναι τὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς, ἡ Ἄμπλανη καὶ τοῦ Σαλώνου τὰ μέρη. Τὸ πέφτο εἶναι τὰ Βασιλικά, ὁ χαλασμὸς τοῦ Μπαγιράνπασια. Τὸ ἕκτον εἶναι ἡ Λαγκάδα. Τὸ ἑφτὰ εἶναι ἡ Τροπολιτζὰ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πολέμοι. Τὸ ὀχτὼ εἶναι ἡ Ἄρτα, τὸ Σούλι καὶ ἡ Σπλάντζα. Τὸ ἐννιὰ εἶναι τὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας, ὁποῦ τὸ πῆραν οἱ Ἀθηναῖγοι μὲ ρισάλτο. Τὸ δέκα εἶναι τὰ Ντερβένια, Κόρθο, Ντερβενάκι, Ἄργος, Παλαμήδι καὶ Ἀνάπλι. Τὸ ἕντεκα Νύδρα, Σπέτζες, Ψαρά, Γαλαξείδι· γράφονται ναυάρχοι, μπουρλοτιέροι, νοικοκυραίγοι· τί καράβια τούρκικα ἔκαψαν ὁ καθείς. Τὸ δώδεκα οἱ Παλιοβαρίνοι, Σφαχτηρία, Νιόκαστρον. Τὸ δεκατρία ἡ Δυτικὴ Ἑλλάς, κέντρο Βόνιτζα, Πούντα, Πρέβεζα, πολέμοι ῾σ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἀπὸ Γιάννενα καὶ κάτου. Τὸ δεκατέσσερο ἡ Ἀνατολικὴ Ἑλλάς, κέντρο ἡ Φήβα· ὅλοι οἱ σημαντικοὶ αὐτεινοῦ τοῦ μέρους στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἀπὸ ῾κοσιτέσσερα χωριὰ γραμμένοι· ὕστερα ὁ Ὑψηλάντης μὲ τὶς χιλιαρχίες καὶ Τούρκους ὁποῦ πολέμησε. Τὸ δεκαπέντε οἱ Μύλοι τοῦ Ἀναπλιοῦ καθὼς ἔγινε ὁ πόλεμος. Τὸ δεκάξι Μισολόγγι, Κλείσοβα, Βασιλάδι, ὁποῦ κάηκαν οἱ ἄνθρωποι, καὶ τ᾿ ἄλλα μέρη. Τὸ δεκαφτὰ Ἀράχωβα, μοναστήρι, οἱ δυὸ πύργοι μὲ τὰ κεφάλια τῶν Τούρκων. Δεκοχτῶ Περαίας, Δράκος, Μουνιχία, Πασσαλιμάνι, Μετόχι, Μποστάνια κι᾿ ὅλα τὰ ταμπούρια. Δεκαεννιὰ Τρεῖς Πύργοι, τὰ ἕντεκα ταμπούρια, τὰ τρία τὰ μπροστινά, τὸ τυφλό, ὁποῦ χαλάστηκαν οἱ Σουλιῶτες κι᾿ ἄλλοι· ῾στὸ ρέμα ζωγραφισμένος ἐγώ, ὁποῦ τοὺς δείχνω νὰ γένη ἐκεῖ τὸ ταμπούρι, νὰ μὴν πιάσουνε τὸ ρέμα οἱ Τοῦρκοι (καὶ δὲν θέλησαν). Εἴκοσι τὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας, ὅλες οἱ θέσες ἀπόξω, ὁποῦ μας πολιορκοῦσε ὁ Κιτάγιας, Χρυσοσπηλιώτισσα, ἡ θέση ὁποῦ σκοτώθη ὁ Γκούρας κι᾿ ὅλες οἱ θέσες μὲ τοὺς ἀνθρώπους κι᾿ ὁ Φαβιὲς καὶ ταχτικό. Εἰκοσιένα ἡ Κρήτη καὶ ἡ Σάμο, ὁποῦ χύθη τόσο αἷμα (καὶ ἡ ἀσπλαχνία τῶν δυνατῶν τους ἄφησε πίσου εἰς τὴν τυραγνίαν τοῦ Σουλτάνου). Εἰκοσιδύο ἡ Καλιακούδα, Καρπενήσι, ὁποῦ σκοτώθη ὁ Μάρκος. Εἰκοσιτρία εἶναι ἡ ναμαχία τῶν τριῶν στόλων, τὸ Νιόκαστρον, οἱ Ἀβαρίνοι, τὸ νησί, λιμάνι, τὰ τούρκικα καράβια καὶ τῶν Δυνάμεων. Εἰκοσιτέσσερα ἡ Ἑλλὰς κρατεῖ στέφανο εἰς τὸ χέρι της καὶ στεφανώνει ὅλους τοὺς Φιλέλληνας· καὶ εἶναι γραμμένα ὅλα τους τὰ ὀνόματα ζωντανῶν καὶ σκοτωμένων, ὅσοι ἦρθαν εἰς τὴν πατρίδα κι᾿ ἀγωνίστηκαν. Εἰκοσιπέντε ἡ Ἑλλὰς ξαπλωμένη καὶ ξεπλέγει τὰ μαλλιά της κι᾿ ὁ Ἀρμασπέρης τῆς βγάνει μὲ τὸ χέρι του ματωμένο τὴν καρδιά της. (Αὐτὸ τὸ κάδρο τό ῾μαθε αὐτὸς καὶ μὲ κατάτρεχε· καὶ διὰ νὰ μὴν ἀκολουθήσῃ τίποτας ἦρθαν φίλοι εἰς τὸ σπίτι μου – καὶ σύνφωνος κι᾿ ὁ Ζωγράφος, ὅτι θὰ τὸν παίδευαν καὶ χωρὶς νὰ ἤμουν ἐκεῖ τὸ ῾καψαν νὰ μὴν φανῇ εἰς τὸ φως· κ᾿ ὑποσκέθη νὰ μοῦ τὸ ματαφκειάσῃ καὶ δὲν τὸ ῾φκειασε). Εἰκοσιέξι κάδρο δικό μου. Σὲ ὅλα τὰ κάδρα αὐτά, ὁποῦ ῾δωσα τῶν πρέσβεων καὶ τοῦ Βασιλέως, ὁποῦ χάθηκαν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν μπερμπάντη τὸν Ἡσαΐα, ἦταν ζωγραφισμένες οἱ θέσες καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν Τούρκων καὶ Ρωμαίγων γραμμένα ἀπὸ κάτου· καὶ ἡ κάθε θέση σημειωμένη μὲ νούμερο καὶ ὕστερα γραμμένο ἀπὸ κάτου εἰς τὸ κάδρο τ᾿ ὄνομά της μὲ τὸ νούμερον. Κ᾿ ἔλεγαν ὅλα· «Στοχασμὸς τοῦ Μακρυγιάννη. Ἔγιναν 25 εἰκόνες μὲ ἴδια του ἔξοδα καὶ κόπους πρὸς εὐκαρίστησιν τῶν πατριωτῶν καὶ τῶν εὐεργέτων μας Φιλελλήνων. Μακρυγιάννης».
2. Πρωτύτερα πολὺν καιρὸν καὶ πρὶν ὁ Μεμεταλὴς νὰ πάρῃ τὸν στόλο τοῦ Σουλτάνου εἶχε ἔρθει ἐδῶ ὁ Κωνσταντῖνος Τοσίτσας καὶ μοῦ εἶπε καμπόσα κι᾿ ὅτι μὲ θυμᾶται ὁ Μπραΐμης ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Νιόκαστρου. Μιλήσαμεν καὶ γιὰ τὰ ἔξω τῆς Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας, νὰ μπορέσουμεν νὰ κάμωμεν τίποτας. Εἶχε σκοπὸν νὰ πάγη εἰς τὴν μητέρα του εἰς τὴ Λαμίαν. Τοῦ εἶπα ὅτι σὰν γυρίση ὀπίσου μιλοῦμεν δι᾿ αὐτό. Τοῦ ἔκαμαν ἀντενέργειες εἰς τὴν Λαμίαν καὶ θὰ τὸν ἔπιανε ἡ Κυβέρνηση· καὶ τοῦ στείλαμεν κ᾿ ἔφυγε κρυφίως.
3. Ὕστερα τὸν ἔκαμαν ἐξορία εἰς τὸ Μισίρι κ᾿ ἐκεῖ ἀπέθανε.
4. Εἶχε ἔρθη εἰς τὴν Ἀθήνα μυστικῶς ὁ Βελέτζας καὶ δὲν ἤμουν ἐδῶ – ἤμουν εἰς Βάτικα ἀκόμα – καὶ μ᾿ ἄφησε ἕναν ἄνθρωπο καὶ μοῦ εἶπε, ἂν ὑπόσκεται ὁ Βασιλέας ὅτι δὲν πηγαίνει χάψη, νὰ τοῦ στείλω νὰ ῾ρθῆ. Μοῦ ὑποσκέθη ὁ Βασιλέας καὶ τὸ ῾στειλα καὶ ἦρθε. Καὶ τὸν εἶχα δεκαφτὰ ἡμέρες κρυμμένον εἰς τὸ σπίτι μου. Τὸν ἕντυσα καὶ κρυφίως τὸν ἔστειλα εἰς τὸ Τζιρίγον. Τί ἔκαμεν ἔξω, πὼς κινήθη, φαίνεται ἀπὸ τὸ ἱστορικόν του. Αὐτεῖνοι εἶχαν γυμνώση ἕναν πλούσιον Βλάχο, κ᾿ ἔπιασαν δεκαπέντε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοὺς φυλάκωσαν, καὶ χωρὶς νὰ μοῦ εἰποῦνε αὐτὸ νὰ ξέρω. Κι᾿ ὅσο νὰ γλυτώσω αὐτοὺς καὶ τὸν Βελέτζα (ὕστερά του ἔστειλα καὶ ἦρθε) ἐγὼ δὲν ξέρω τί ξόδιασα καὶ τί τράβησα νὰ μὴν εἰποῦνε τὴν ἀποστασία ληστεία.