Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον A'. 1797-1827. κεφ. 4

Τὰ ἀπὸ τοῦ 1822 ἔτους. - Ὁ Δράμαλης πασσᾶς ἐν Λαμίᾳ. - Ἐκστρατεία Δημητρίου Ὑψηλάντου καὶ Νικήτα Σταματελοπούλου εἰς τὴν Ῥοῦμελη. - Πολιτικαὶ ραδιουργίαι κατ᾿ αὐτῶν. - Ὑποδοχὴ παρὰ τῷ Ὀδ. Ἀνδρούτσῳ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁπλαρχηγοῖς. - Ὁ Μακρυγιάννης ὁπλαρχηγὸς χωρίων τινῶν τῶν Σαλώνων. - Ἐκστρατεῖαι εἰς Στυλίδα καὶ Ὑπάτην. - Μάχαι εἰς Ἁγίαν Μαρίναν καὶ Στυλίδα. - Ἀποχώρησις τῶν Ἑλλήνων ἐξ Ἁγίας Μαρίνης διὰ θαλάσσης. - Ἔρις Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον. - Παραίτησις τοῦ Ἀνδρούτσου ἐκ τῆς χιλιαρχίας. - Ῥαδιουργίαι τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τοῦ Ἀνδρούτσου. - Θλιβεραὶ σκέψεις τοῦ Μακρυγιάννη περὶ τῆς κατὰ τῶν ἐπισήμων στρατιωτικῶν καταδρομῆς. - Περὶ Ἀλέξη Νούτσου καὶ Χρήστου Παλάσκα. - Παραμοναὶ τῆς τοῦ Δράμαλη ἐκστρατείας κατὰ τῆς Πελοποννήσου. - Μάχη εἰς Ντερβὲν-Φούρκα. - Μάχη εἰς Ἀλαμάναν. - Ἀναδρομὴ εἰς τὰς κατὰ τὸ πρώτον ἔτος γενομένας μάχας τῆς Ἀλαμάνας, Γραβιᾶς καὶ Βασιλικῶν. - Νέα ἐκστρατεία κατὰ τῆς Ὑπάτης. Ἐπίθεσις τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῆς πόλεως. - Ἀνέκδοτον περὶ Μήτρου Καθάριου. - Κατάληψις τοῦ φρουρίου τῆς Ὑπάτης. - Περιπέτειαι τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἀποκλεισμὸς τῶν ἐν τῷ φρουρίῳ ὑπὸ τῶν Τούρκων. - Ἔξοδος τῶν Ἑλλήνων καὶ σωτηρία. - Φόνος Ἀλέξη Νούτσου καὶ Χρήστου Παλάσκα. - Πρώτη ἔρις μεταξὺ Ἀνδρούτσου καὶ Γκούρα. - Συμφιλίωσις αὐτῶν διὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Εἰσβολὴ τοῦ Δράμαλη. - Μάχαι ἐν τῇ ἀνατολικῇ Ἑλλάδι πρὸς διακοπὴν τοῦ ἐπισιτισμοῦ τῶν εἰσβαλόντων.

Τὰ 1822, τὸν Φλεβάρη μήνα, οἱ Ρουμελιῶτες βιάζαν τοὺς Πελοποννήσιους νὰ βγοῦνε εἰς τὴν Ρούμελη νὰ συναγωνιστοῦν μαζί, ὅτ᾿ ἦταν πολλοὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ ἦρθε καὶ ὁ Δράμαλης εἰς τὸ Ζιτούνι μὲ μεγάλη δύναμη. Τότε διατάττει ἡ Διοίκηση τὸν Νικήτα Σταματελόπουλον μ᾿ ἕνα σῶμα νὰ βγῆ εἰς τὴν Ρούμελη ὁποῦ ῾ναι ἀνάγκη. Ὁ Ὑψηλάντης ἦταν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ εἶδε τὰ αἰστήματά τους ὁλουνῶν αὐτεινῶν ὁποῦ κυβερνοῦσαν, κι᾿ ὡς ἄνθρωπος μὲ συνείδησιν1 – ἔβλεπε τοὺς συντρόφους τοῦ γιομάτους κακία καὶ πάθη καὶ ἰδιοτέλειαν καὶ ἀναντίον τῆς ἀρετῆς, ὅ,τι ἄνθρωπος κι᾿ ἂν ἔρχονταν νὰ ὑπερετήση τὴν πατρίδα του, πολιτικός, στρατιωτικός, θρησκευτικός, αὐτεῖνοι τὸν πολεμοῦσαν διὰ τὸ ἔτσι θέλω – ἀποφάσισε λοιπὸν δι᾿ αὐτὰ ὅλα νὰ παρατηθῆ ὁ Ὑψηλάντης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μαζὶ μὲ τὸν Νικήτα νὰ πᾶνε εἰς τὴν Ρούμελη, νὰ σμίξουν καὶ τὸν Δυσσέα, νὰ κουβεντιάσουνε καὶ μ᾿ ἄλλους ἀρχηγοὺς τῆς Ρούμελης, ν᾿ ἀγωνιστοῦν συνφώνως διὰ τὴν πατρίδα, νὰ μὴν κιντυνέψη καὶ χαθῆ ἀδίκως. ῾Στοὺς συντρόφους του ἢ ἀπαραίτηση τοῦ Ὑψηλάντη καὶ νὰ πάγη εἰς τὸ στρατόπεδον δὲν τοὺς ἄρεσε, νὰ μὴν τύχη καὶ δοξαστῆ αὐτὸς καὶ μαρτυρήση καὶ τοὺς καλούς τους σκοποὺς ὁποῦ ῾χαν διὰ τὴν πατρίδα καὶ κατεξοχὴ διὰ τὸ στρατιωτικόν. Δία ὅλα αὐτά, νὰ μὴν ῾πιτύχη ὁ Ὑψηλάντης, λένε τοῦ Νικήτα καὶ τὸν βάνουν σὲ σύλογα. «Τώρα ὁποῦ θὰ βγῆς ἔξω μὲ τὸ σῶμα σου νὰ μὴν πάρεις καὶ τὸν Ὑψηλάντη μαζί σου, ὅτι θὰ εἰποῦνε οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν Ρούμελη ὅτι ὁ Ὑψηλάντης εἶναι ἀρχηγὸς κ᾿ ἐσὺ εἰς τὴν ὁδηγίαν αὐτεινοῦ καὶ χάνεις τὴν ὑπόληψή σου». Ὁ Νικήτας ἀγαθὸς πατριώτης, δὲν τοὺς ἄκουσε, ἑνώθη μὲ τὸν Ὑψηλάντη κ᾿ ἐβήκαν μαζὶ εἰς τὴν Ρούμελη. Σὰν δὲν ῾πέτυχαν τὸν σκοπὸν τοὺς οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ τοὺς διαιρέσουνε, γράφουν ἕνα γράμμα τοῦ Δυσσέα καὶ τοῦ λένε: «Ὁ Νικήτας κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης ἑνώθηκαν οἱ δυὸ κ᾿ ἔχουν ἕνα σῶμα κ᾿ ἔρχονται ἀναντίο σου νὰ σὲ βαρέσουνε, νὰ μείνουν αὐτεῖνοι εἰς τὸ ποδάρι σου». Ἀφοῦ πῆγαν εἰς Ρούμελη, ἔγραψε ὁ Δυσσέας τοὺς ἔβαλαν ῾σ ἕνα χωριὸν μακρυὰ ἀπὸ αὐτόν. Ὕστερά τους παράγγειλε νὰ πᾶνε πρὸς ἀντάμωσίν του μ᾿ ὀλίγους ἀνθρώπους. Ἀφοῦ ἀνταμώθηκαν οἱ τρεῖς, τοὺς λέγει: «Ἐσένα, Ὑψηλάντη, δὲν σὲ γνωρίζω, τὸ Νικήτα τὸν ἔχω ἀκουστά, δὲν εἴχαμεν γνωριμιά. Καθώς μου γράφουν οἱ φίλοι, ἂν εἶστε τοιοῦτοι, φευγᾶτε νὰ μὴν σκοτωθοῦμεν ἀναμεταξύ μας ἀδίκως, ἂν εἶστε φίλοι μου καὶ φίλοι τῆς πατρίδος, ἐλᾶτε νὰ φιληθοῦμεν καὶ νὰ γενοῦμεν ἀδέλφια, ν᾿ ἀγωνιστοῦμεν διὰ τὴν πατρίδα μας, ὅτι κιντυνεύει». Ἔβγαλε ὁ Δυσσέας τὸ γράμμα καὶ τοὺς ἔδειξε, ὁποῦ τὸ᾿ ῾γραφαν ἀναντίον τους. Ἔβγαλε κι᾿ ὁ Νικήτας τὸ δικόν του, εἶπε κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης τὸν πατριωτισμόν τους, τῶν κυβερνήτων μας. Πιάστηκαν καὶ οἱ τρεῖς καὶ φιλήθηκαν κι᾿ ὁρκίστηκαν νὰ εἶναι ἀχώριστοι διὰ τὸ καλὸ καὶ στερέωσιν τῆς πατρίδος, ν᾿ ἀγωνιστοῦνε δι᾿ αὐτείνη καὶ νὰ ἑνωθοῦν καὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Καὶ τοὺς παράγγειλαν ὁλουνῶν τῶν ἀρχηγῶν ν᾿ ἀνταμωθοῦν ῾σ ἕνα μέρος νὰ μιλήσουνε καὶ νὰ ἑνωθοῦνε καὶ νὰ κινηθοῦν ἀναντίον τῶν Τούρκων.
Ἐπῆγαν ὅλοι κι᾿ ἀνταμώθηκαν, ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, ἀνταμώθηκαν εἰς τουρκοχώρι, γνωρίστηκαν μὲ τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα καὶ μιλήσανε νὰ κινηθοῦν διὰ τὴν πατρίδα. Μετρήθηκαν πόσα στρατέματα μπορεῖ νά ῾χουν ὅλοι, καὶ μετρήθηκαν τὸ ὅλο καὶ ἦταν ὡς ἑφτὰ χιλιάδες. Κι᾿ ἀποφάσισαν νὰ ἑτοιμαστοῦν νὰ κινηθοῦν διὰ τὴν Ἁγιαμαρίνα καὶ Στυλίδα καὶ Πατρατζίκι. Κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος νὰ τοὺς ἑτοιμάση τὰ καράβια καὶ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦπολέμου.
Ἀφοῦ ἀνάλαβα κ᾿ ἐγώ, ὁποῦ ἤμουν ἀστενῆς, μοῦ παράγγειλε ὁ Γῶγος ἐπίτηδες νὰ πάγω ἐκεῖ. Αὐτὸ μαθαίνοντας οἱ πατριῶτες, μὲ παρακίνησαν νὰ μὴν πάγω ἐκεῖ, νὰ μείνω ἐδῶ ὁποῦ ῾ναι ἡ πατρίδα μου, κ᾿ ἕνας ἀγώνας εἶναι κ᾿ ἐκεῖ κ᾿ ἐδῶ. Τότε τοῦ παράγγειλα τοῦ Γώγου, ὅτι εἶμαι ἀστενῆς καὶ δὲν πάγω.2 Ἀφοῦ ἔμεινα ῾στὴν ἀνατολικὴ Ἑλλάδα, γράφτηκα ὅτι θέλω δουλέψη τὴν πατρίδα μου μὲ πίστη κι᾿ ἀμιστί. Οἱ ἄλλοι ὅλοι, οἱ ἀρχηγοὶ καὶ στρατιῶτες, πλερώνονταν ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Θέλησαν καὶ τέσσερα χωριὰ τοῦ Σαλώνου Σερνικάκι, Κούσκι, Ἁγιώργης, Σεργούνι νὰ μὲ βάλουν κεφαλή τους, νὰ τοὺς συνάζω νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὰ δεινὰ κι᾿ ἀγῶνες τῆς πατρίδος, τὸ φτόνησαν οἱ ἄλλοι οἱ ἀρχηγοὶ αὐτό, νὰ μὴν τοὺς λιγοστέψω τὸν ραγιά τους. Ὅμως τὰ χωριὰ ἐπίμεναν καὶ τὰ τέσσερα συνφώνως, καὶ τὰ σύναζα καὶ πηγαίναμεν ὅθεν ἦταν ἀγώνας καὶ πηγαίνανε καὶ οἱ ἄλλοι. Ἔγινε τὸ σκέδιον νὰ κινηθοῦν ἀναντίον τῶν Τούρκων. Ὁ Ἀργειοπάγος ἑτοίμασε τὰ καράβια. Πέρασε ὁ Δυσσέας, ὁ Νικήτας κι᾿ ὁ Γιωργάκη Δυοβουνιώτης δι᾿ Ἁγιαμαρίνα καὶ Στυλίδα. Ὁ Πανουργιᾶς κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης ἀποφασίστη νὰ καθίσουνε εἰς τὴν Δρακοσπηλιά, οἱ ἄλλοι, Σαφάκας, Καλτζοδῆμος, Κοντογιανναῖγοι, Δυοβουνιώτης, Γιολντασαῖοι νὰ πᾶνε εἰς Πατρατζίκι. Καὶ τὸ σκέδιόν τους ἦταν νὰ βαρέσουνε ὅλοι μαζὶ εἰς τὴν Στυλίδα καὶ Ἁγιαμαρίνα καὶ Πατρατζίκι τὸ Μεγάλο Σαββάτο συνφώνως, ἐκείνη τὴν ἡμέρα, νὰ μεραστοῦν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ κινήθη ὁ καθεὶς διὰ τὴν διορισμένη τοῦ θέσιν. Ἐβήκαν εἰς τὴν Στυλίδα κι᾿ Ἁγιαμαρίνα τὴν διορισμένη ῾μέρα, τὰ ῾βραν πιασμένα ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ τὰ δυὸ μέρη, τοὺς πολέμησαν γενναίως, ἄλλους κάψαν εἰς τὰ σπίτια, ἄλλους κυργέψαν, ἄλλους σκοτῶσαν καὶ πῆραν καὶ τὶς δυὸ θέσες οἱ Ἕλληνες. Οἱ ἄλλοι ὁποῦ πῆγαν εἰς Πατρατζίκι δὲν βάρεσαν ντουφέκι τὸ Μεγάλο Σαββάτο, ὁποῦ βάρεσαν οἱ ἄλλοι εἰς Ἁγιαμαρίνα κι᾿ ἀλλοῦ. Τότε ἡ Τουρκιὰ ἔπεσε, ὅλη ἡ δύναμη, ἀπάνου τοὺς μὲ καβαλλαρία, μὲ πεζούρα, μὲ κανόνια, μὲ πρώτη ὁρμὴ τῶν Τούρκων, καὶ τοὺς πῆγαν μέσα εἰς τὰ ταμπούρια τοὺς τοὺς Ἕλληνες, κ᾿ ἔφκειασαν χαρακώματα οἱ Τοῦρκοι, ὅτ᾿ ἦταν πολλὴ δύναμη καὶ μὲ τ᾿ ἀναγκαῖα τους, καὶ οἱ δικοί μας δὲν εἶχαν οὔτε ψωμί.
Ἀφοῦ εἶδε ὁ Δυσσέας ὅλη αὐτείνη τὴν δύναμη ἀπάνου τους, τοὺς ἔστειλε ἄνθρωπο εἰς τὸ Πατρατζίκι καὶ τοὺς περικάλεσε νὰ βαρέσουνε κατὰ τὴν συνφωνίαν τοὺς κ᾿ ἔτζι νὰ μεραστῆ ἡ δύναμη τῶν Τούρκων. Τρόμαξαν λοιπὸν νὰ βαρέσουνε, χωρὶς ὄρεξη, τὴν Τρίτη της Λαμπρῆς. Ἀφοῦ ὅμως εἶδαν οἱ Τοῦρκοι αὐτείνη τὴν ἀδιαφορία ἐκείνων ῾στὸ Πατρατζίκι καὶ τὴν διχόνοιαν, λίγη προσοχὴ εἶχαν ἐκεῖ, κι᾿ ὁ πόλεμος πεισματώδης, νύχτα καὶ ἡμέρα πολεμοῦσαν εἰς Ἁγιαμαρίνα, κι᾿ ἀφανίστηκαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν σκοτωμὸν τοῦ ντουφεκιοῦ καὶ γρανάτων, καὶ καταπληγώθηκαν καὶ γιατρὸν δὲν εἶχαν, καὶ ταίνιασαν ἀπὸ τὴν πείνα. Μισῆ χούφτα ἀραποσίτι παίρναν κ᾿ ἔτρωγαν δεκαφτὰ μερόνυχτα. Εἶχαν τὸν Ἄργειον Πάγον νὰ τοὺς προμηθεύη τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου κι᾿ αὐτεῖνοι, οἱ ἀφεντάδες, κάθονταν εἰς τὰ καράβια κ᾿ ἔτρωγαν κ᾿ ἔπιναν, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ κιντύνευαν διὰ τὴν πατρίδα τοὺς προμήθευαν διχόνοιαν καὶ διαίρεσιν ἀναμεταξύ τους. Ἀφοῦ τ᾿ ἀσκέρια εἴδανε ὁποῦ λαβώνονταν οἱ ἄνθρωποι καὶ πέθαιναν ἀδίκως, καὶ νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, ἀγανάχτησαν ἀναντίον τῶν ἀρχηγῶν τους, ὁποῦ τοὺς πῆγαν εἰς τὸ μακελλειὸ χωρὶς καμμίαν ἑτοιμασίαν, καὶ τοὺς βιάσανε εἴτε νὰ τοὺς πάνε φελοῦκες νὰ μπαρκαριστοῦν, εἴτε νὰ φύγουν μὲ γερούσι τῆς στεργιᾶς. Παραγγέλνει αὐτὸ ὁ Δυσσέος τ᾿ Ἀργειοπάγου, δὲν τοῦ ἀποκρίνονται τίποτας, ἀλλὰ φώναξε τοὺς καραβοκυραίους ὁ Ἄργειος Πάγος καὶ τοὺς λέγει νὰ μὴν πλησιάση κανένας μὲ φελούκα εἰς τ᾿ ὀρδὶ – καὶ ἂς χαθοῦνε ὅλοι. Εἶχαν πάθος μὲ τὸν Δυσσέα κι᾿ ἀποφάσιζαν οἱ καλοὶ πατριῶτες διὰ τὴν ἰδιαιτέρα τους διχόνοιαν μὲ ἕνα ἄτομο, νὰ χαθοῦνε τρεῖς χιλιάδες στράτεμα καὶ περίτου. Καὶ ἡ πατρὶς αὐτὸ τὸ στράτεμα μόνον εἶχε εἰς τὴν ἐξουσίαν της, ὅτι οἱ ἄλλοι γύρευαν βαθμοὺς καὶ ταξίματα καὶ κάθονταν ἄνεργοι. Καὶ σὰν χάνονταν αὐτεῖνοι, ποιοὶ θὰ πολεμοῦσαν τοὺς Τούρκους; Ἐκεῖνοι ὁποῦ πολεμοῦσαν ἐκεῖ πολέμησαν καὶ ὕστερα τὸν Δράμαλη εἰς Πελοπόννησο κ᾿ ἔξω εἰς τὴν Ρούμελη, τοὺς ζαϊρέδες ὁποῦ θὰ ῾μπαζαν οἱ Τοῦρκοι, τοὺς σκότωναν αὐτοὺς εἰς τὰ στενὰ καὶ δὲν πῆγαν οἱ ζαϊρέδες εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ χάθη ὁ Δράμαλης. Ἂν εἶχε ζαϊρέ, τί λόγο εἶχε νὰ χαθῆ; Οἱ φίλοι Ἀργειοπαγίτες, κιότεψαν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωμεν, μὲ τὸ φτάσιμον τοῦ Δράμαλη, καὶ θὰ ῾καναν δούλεψη τῶν Τούρκων ν᾿ ἀφήσουνε νὰ σκοτωθοῦνε οἱ κεφαλὲς καὶ νὰ χαθῆ τὸ στράτεμα ἐκεῖνο – καὶ θὰ ἦταν σίγουροι αὐτεῖνοι κι᾿ ἀσφαλισμένοι, σὰν ἀφεντάδες ὁποῦ ἦταν, κοντὰ εἰς τοὺς Τούρκους.3
Τότε ὁ Δυσσέος, ἀφοῦ εἶδε ὅτι ὁ Ἀργειοπάγος θέλει νὰ χαθοῦνε καὶ τ᾿ ἀσκέρι θύμωσε ἀναντίον τους, τῶν ἀρχηγῶν, καὶ ἤθελαν νὰ τοὺς σκοτώσουνε, ἀποφάσισε ν᾿ ἀφήση τὴν θέση, εἶχε κάτι καραβοκυραίους φίλους του κ᾿ ἔστειλε καὶ πῆγαν κρυφίως τὴν ἄχλιαν κατάστασίν τους καὶ τὴν νύχτα τοῦ πῆγαν φελοῦκες κ᾿ ἔβαλε ἀνθρώπους καὶ πῆγαν κ᾿ ἔφεραν κι᾿ ἄλλες κι᾿ ἄρχισε τὸ μπαρκάρισμα μυστικῶς ὅλη νύχτα, νὰ μὴ νοιώσουν οἱ Τοῦρκοι τίποτας. Μπαρκάρισε πρῶτα τοὺς λαβωμένους κι᾿ ἄρρωστους, ὕστερά τους κιοτῆδες καὶ ὕστερα μπαρκάρισε τοὺς ἄλλους. Ἀπὸ τὴν μίαν αὐγὴ ὡς τὴν ἄλλη μπαρκαρίζονταν, κι᾿ ἀλλοῦ ὕστερα στάθη μὲ τὸν Νικήτα κι᾿ ἄλλους κ᾿ ἔβαλαν φωτιά, καὶ τότε πῆραν χαμπέρι οἱ Τοῦρκοι κ᾿ ἔρριχναν κανόνια κοντά τους. Καὶ σώθηκαν ὅλοι εἰς τὰ καράβια. Τότε οἱ Ἀργειοπαγίτες ἔστειλαν τοὺς καραβοκυραίους καὶ τὸν ἀρχηγὸ τῆς φρουρᾶς τους καὶ τοῦ εἶπαν τοῦ Δυσσέου νὰ τὸν πάνε εἰς τὸ καράβι, πὼς ἔχουν νὰ μιλήσουνε, καὶ μ᾿ ἀπιστιὰ νὰ τὸν σκοτώσουνε. Κι᾿ αὐτεῖνοι ὡς πατριῶτες δὲν θέλησαν νὰ γένη αὐτό, ὅτι κιντύνευε ἡ πατρὶς τότε, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ καντιποτένιους ἀνθρώπους κι᾿ ὄχι ἀπὸ τὸν Δυσσέα ὁποῦ ῾τρεμε ἡ Τουρκιά, ὁποῦ ῾λεγαν πὼς εἶχε ἑξήντα χιλιάδες στράτεμα, καὶ εἶχε φτερὰ εἰς τὰ ποδάρια. Λίγο τοὺς ἔμελλε τοὺς καλοὺς πατριῶτες ὅτι θὰ κιντύνευε ἡ πατρίς. Κι᾿ ἂν ἦταν κακὸς ὁ Δυσσέας, αὐτεῖνοι ὡς γνωστικοὶ μποροῦσαν νὰ τὸν συβουλέψουν νὰ γένη κι᾿ αὐτὸς καλὸς καὶ τὰ δεινά της πατρίδος νὰ λιγόστευαν.
Ἀφοῦ μπαρκαρίστηκαν, δὲν τοὺς μίλησε τίποτας τῶν Ἀργειοπαγίτων ὁ Δυσσέας. Ἐβήκαν εἰς Μπουντουνίτζα τὸ στράτεμα ὅλο. Ἀπὸ ῾κεῖ ὁ Δυσσέας τοὺς ἔκαμεν μία ἀναφορὰ καὶ βάνει καὶ τὸ δίπλωμα μέσα, ὁποῦ τὸν εἶχε κάμη ὁ Ἀργειοπάγος χιλίαρχον, καὶ τοὺς γράφει: «Πρὸς τὸν σεβαστὸν Ἄργειον Πάγον. Ὅσες ἀντενέργειές μου κάμετε καὶ σκέδια ἀναντίον μου, διὰ νὰ χαθῶ κ᾿ ἐγώ, νὰ χαθῆ κι᾿ ὅλο τὸ στράτεμα ἐξ αἰτίας μου, μοῦ εἶναι γνωστὰ ὅλα αὐτά. Σᾶς εἶχα εἰς τὸ χέρι, καὶ σᾶς ἔχω, νὰ σᾶς κάμω ὅ,τι θέλω, δὲν καταδέχομαι, ὅτ᾿ εἶστε κυβερνῆται τῆς πατρίδος μου. Σὰν γνωρίζετε ὅτ᾿ εἶμαι κακὸς ἄνθρωπος καὶ κιντυνεύει ἡ πατρὶς ἐξ αἰτίας μου, τραβιῶμαι ῾σ ἕνα μέρος καὶ δὲν ἀνακατώνομαι. Καὶ στεῖλτε λάβετε τοὺς ἀνθρώπους καὶ βάλτε ὅποιον θέλετε κεφαλὴ σ αὐτούς. Λάβετε καὶ τὸ δίπλωμά σας ὀπίσου καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἀνακατώνομαι σὲ τίποτα, νὰ μὴν κιντυνεύη ἡ πατρὶς διὰ ῾μένα καὶ κάθε ὀλίγον κιντυνεύουν νὰ χαθοῦν καὶ οἱ ἀγωνισταί». Ἀπάντηση τ᾿ Ἀργειοπάγου: «Πρὸς τὸν Δυσσέα Ἀντρίτσο: Ἐλάβαμε τὴν ἀναφορά σου καὶ δίπλωμα, κόπιασε εἰς τὴν δουλειά σου καὶ στέλνομε καὶ κυβερνοῦμε τοὺς ἀνθρώπους». Τὸν Δυσσέα ἐγὼ τὸν ἔχω ἐχθρό, γύρευε νὰ μὲ σκοτώση, ὅμως σημειώνω αὐτὰ ἐδῶ, γιατί τ᾿ ἄκουσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Νικήτα, ἀπὸ τὸν γραμματικόν του κι᾿ ἀπ᾿ ἄλλους ἀξιωματικούς. Ὁ Ὑψηλάντης κι᾿ ὁ Πανουργιᾶς μαθαίνουν τὴν ἀπάντηση τ᾿ Ἀργειοπάγου, ρωτᾶν τὸν Δυσσέα τί εἶναι αὐτό. Τοῦτος τότε τοὺς ἔδειξε τὴν κόπια τῆς ἀναφορᾶς του καὶ τὴν ἀπάντησίν τους, τῶν Ἀργειοπαγίτων. Λέγει ὁ Ὑψηλάντης: «Ἐγώ σου τὰ εἶπα ὅλα, ὅταν σμίξαμε, αὐτὰ ἔβλεπα ὁποῦ ῾νεργούσαν μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁποῦ ἤμουν μέλος κ᾿ ἐγώ, καὶ σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα κ᾿ ἦρθα ν᾿ ἀνταμωθοῦμε ὅλοι μαζὶ νὰ δουλέψωμε πιστά, ἴσως καὶ σώσουμε τὴν πατρίδα, ὅτι κιντυνεύει ἀπὸ ῾μάς τοὺς ἴδιους, καὶ θὰ χαθῆ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν ὁποῦ δείχνεται εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ εἰς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους».
῾Σ αὐτὰ ὅλα ἔφταιγε ὁ Κωλέτης. Ἀπὸ τὸν Ἀλήπασσα – ἦταν γιατρὸς τοῦ Μουχτάρπασια– γνώριζε τὸν Δυσσέα τί νοῦ εἶχε, ἦταν ὁ καλύτερος ἀπ᾿ ὅλους τους ἄλλους στρατιωτικούς. Δὲν μποροῦσε νὰ τὸν παίξη αὐτὸν ὁ Κωλέτης. Κ᾿ ἤθελε νὰ τὸν βγάλη ἀπὸ τὴ μέση καὶ νὰ κάμη τοὺς δικούς του, σκοπούς. Ὁ Κωλέτης εἶναι ἀπὸ τοὺς Καλαρρύτες. Ὅταν χαλάστηκαν οἱ Καλαρρύτες ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πέρασε ἀπὸ τὸ Γῶγο κι᾿ ἀλλουνοὺς ἀρχηγοὺς τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ πῆρε συστατικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι γνωρίζαμε αὐτὸν καὶ τὸν κάναμε ἀντιπρόσωπό μας. Οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ἄλλοι ἄμαθοι καὶ ἄπραγοι ῾σ τὰ πολιτικά, τότε αὐτός, πανοῦργος, ἑνώθη μὲ τοὺς ξεκλησμένους ἀνθρώπους κ᾿ ἔπαιξε τὴν πατρίδα ὅπως ἦταν ἡ ὄρεξή του. Μαθητὴς τῶν Τούρκων καὶ κατεξοχὴ τοῦ τύραγνου Ἀλήπασσα, τέτοια φῶτα σὰν ἐκεινοῦ θὰ δώση εἰς τὴν πατρίδα καὶ τέτοια ἔργα νὰ ῾νεργήση.
Ὅταν κιντυνεύει ἡ πατρίς, αὐτὸς κατατρέχει τοὺς ἄξιους ἀνθρώπους, τοὺς κατατρέχει αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του, ὁποῦ ῾ναι Ἀργειοπαγίτες. Ὅτι ὁ Δυσσέας δὲν τὸν γνώριζε ὡς πληρεξούσιον κι᾿ ὅποιον κεντρὶ τὸν ἀγκυλώση – ἐκεῖνο τήραγε κι᾿ ὁ Κωλέτης νὰ ξερριζώση, τοὺς ἄλλους τοὺς γέλαγε μὲ κούφια καρύδια – λόγια παχειὰ καὶ μὲ λιθάρια ῾στὸν τουρβὰ τοὺς ἀνάπευε. Νὰ μὴν τοῦ κόψη τὸ βυζὶ τοῦ Κωλέτη ὁ Δυσσέας, θὰ τὸν φάγη κι᾿ ἂς κιντυνέψη καὶ ἡ πατρίς. Αὐτὸς τί τὸν μέλει; ῾σ ἄλλον πασιὰ γίνεται γιατρός, γράφει καὶ τοῦ Κιτάγια νὰ εἶναι εἰς τὴν εὔνοιά του. Ἀλοίμονο εἰς τὴν πατρίδα κ᾿ ἐμᾶς, ὁποῦ θὰ χαθοῦμε μαζὶ μ᾿ αὐτείνη.
Ἀφοῦ ἔμαθε ὁ κόσμος, ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Λιβαδιᾶς κι᾿ ἀσκέρια, τί ἔγραψε ὁ Δυσσέας τ᾿ Ἀργειοπάγου καὶ τὴν ἀπάντησιν ὀπίσου εἰς τὸν Δυσσέα, πῆγαν ὅλοι καὶ τὸ᾿ ῾πεσαν εἰς τὸ λαιμό του, τὸ ἴδιον κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης καὶ Νικήτας κι᾿ ἄλλοι, κ᾿ ἔμεινε. Τότε ὁ Ἀργειοπάγος μαθαίνοντας αὐτό, στέλνει ἕναν γραμματικόν του πιστὸν εἰς τὸν Νικήτα καὶ τοῦ λέγει νὰ σκοτώση τὸν Δυσσέα ὁ Νικήτας καὶ νὰ βάλουν αὐτὸν ἀρχηγόν. Ὁ γραμματικὸς εἶχε κ᾿ ἕνα γράμμα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοῦ εἶχαν εἰπῆ νὰ τὸ διαβάση ὁ ἴδιος γραμματικός, (ὅτι δὲν ξέρει γράμματα ὁ Νικήτας). Ὅταν τὸ διάβασε καὶ τοῦ εἶπε καὶ στοματικῶς, τότε τοῦ λέγει ὁ Νικήτας: «Νὰ σὲ σκοτώσω δὲν καταδέχομαι, ἕναν τοιοῦτον ἄνθρωπον, καὶ φεύγα νὰ μὴν σὲ μάθη ὁ Δυσσέας καὶ σὲ σκοτώση καὶ μαγαρίση τὰ χέρια του σὲ τέτοιους κακοὺς πατριῶτες, ὁποῦ κιντυνεύει ἡ πατρὶς καὶ θέλουν νὰ σκοτώσουνε τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ εἶναι ἐλπίδα νὰ τὴν σώσουνε». Ὁ γραμματικὸς εἶδε αὐτὴ τὴν συμπάθεια ἀπὸ τὸν Νικήτα καὶ τοῦ λέγει: «Κάτι νὰ σοῦ ξηγηθῶ, καὶ μὴν μὲ προδώσης, τοῦ λέγει: ἐμένα μο᾿ ῾λεγαν ὅτι ἐσεῖς ὅλοι εἶστε θερία καὶ πίστευα τὰ λόγια αὐτεινῶν. Ἐσεῖς κι᾿ ὄντως θὰ σώσετε τὴν πατρίδα. Αὐτεινῶν, τοῦ λέγει, εἶμαι πιστός τους καὶ συγγενὴς ἑνοῦ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ῾σ ὅ,τι ῾νεργάγη ἡ Διοίκηση κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος ἐμένα στέλνουν, καὶ τὰ σκέδιά τους κι᾿ ὅ,τι ῾νεργούνε τὰ ξέρω ὅλα, κ᾿ εἶναι αὐτά, νὰ βαίνουν ἕναν τὸν ἄλλον νὰ σκοτώνη καὶ νὰ σᾶς σκοτώσουνε ὅλους καὶ τότε νὰ βάλουν δικούς τους ἀνθρώπους. Καὶ δὲν θ᾿ ἀφήσουνε, ἂν μπορέσουνε, κανέναν ἀπό σας». Καὶ τοῦ λέγει ὅλα τους τὰ σκέδια κι᾿ ὁρκίζει αὐτὸν καὶ τὸν Δυσσέα νὰ μὴν εἰποῦμε τίποτας, ὅτι τὸν σκοτώνουν κι᾿ αὐτόν, ὅτ᾿ εἶναι τοιούτως ὁρκισμένοι. «Καὶ νὰ παραγείλετε αὐτό, τοὺς λέγει καὶ τοῦ Κολοκοτρώνη κι᾿ ὅλων τῶν σημαντικῶν ἀρχηγῶν». Τότε τοὺς τὰ εἶπε κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης κ᾿ ἔστειλαν τὸ γράμμα τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ μίλησαν καὶ τῶν ἀλλουνῶν καὶ πῆραν μέτρα.4
Καὶ πότε θέλουν νὰ κάνουν αὐτά; Ὅταν ὁ Δράμαλης κι᾿ ἄλλοι πασσάδες μὲ τόσες χιλιάδες φοβερίζουν τὴν δυστυχισμένη πατρίδα καὶ κιντυνεύει. Ἄχ, πατρίδα μου, δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσουν ζωντανή, ὅτι αὐτεῖνοι σὲ κυβερνοῦν κι᾿ ἄλλοι τοιοῦτοι κι᾿ ἀπ᾿ αὐτοὺς κρέμεσαι. Ἡ ψυχὴ τοὺς ὁλουνῶν εἶναι ἡ ἴδια, δόλον θυσιάζουν διὰ ἐσένα πλῆθος, κι᾿ ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν τελείως. Καὶ κιντυνεύεις, μ᾿ αὐτὰ δὲν θὰ πᾶς ὀμπρός. Πότε γύρευαν νὰ σκοτώσουνε τοὺς ὁπλαρχηγούς σου; Ὅταν ἐσύ, πατρίδα, εἶσαι εἰς τὸν γκρεμνὸ νὰ τζακιστής, νὰ χαθῆς. Καὶ βέβαια δὲν θὰ γλύτωνες τότε, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ εἶχαν τὴν ἐπιρρογὴν θὰ τοὺς σκότωναν. Οἱ νέγοι τί θὰ ῾κάναν, ὅταν σὲ κυρίεψε τόση Τουρκιά, Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο; Πῶς θὰ πάγαινε ὁ πολίτης μὲ νέους ὁδηγούς, ὁποῦ δὲν ἤξερε νὰ φυλάξη τὴν πατρίδα, ὅταν τὸν ὁδηγοῦσαν κεφαλές, κ᾿ ἐκεῖνος ἔτρεχε ὅθεν μποροῦσε κι᾿ ἄκουγε λόγια αὐτεινῶν καὶ ὕστερα τὰ αἰστάνεταν καὶ πάγαινε καὶ συμμορφώνεταν μὲ τὴν κεφαλή του, τὸν μεγαλύτερόν του, καὶ τὸν ὁδηγοῦσε καὶ γλύτωνε κ᾿ ἐκεῖνος καὶ οἱ πολίτες.5 Δὲν ἄφιναν οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ ῾βγη ἡ πατρὶς ἀπὸ τὸν κίντυνον – καὶ ὕστερα ἂς βάλουν τὴν διάθεσίν τους ῾σ ἐνέργειαν νὰ σκοτώσουν ὅλους. Ὅτι αὐτὸ εἶναι πατρογονικόν, ὅποιος δουλεύει πατριωτικῶς αὐτὸ τὸ βραβεῖο ἔχει. Καὶ οἱ Ἀθηναῖγοι τοῦ Θεμιστοκλῆ αὐτείνη τὴν ἀνταμοιβὴ τὸ ῾καμαν, κι᾿ ἀλλουνῶν πολλῶν. Ὄχι ὅμως ὅταν ἦταν ἡ πατρὶς σὲ κίντυνον, ὅταν ἡσύχαζε.
Ἐβάλετε καὶ νέον ἀρχηγὸν εἰς τὸ φρούριον τῆς Κόρθος, Ἀχιλλέα τὸν ἔλεγαν, λογιώτατον, κι᾿ ἀκούγοντας τὸ ὄνομα Ἀχιλλέα, παντηχαίνετε ὅτ᾿ εἶναι ἐκεῖνος ὁ περίφημος Ἀχιλλέας. Καὶ πολέμαγε τ᾿ ὄνομα τοὺς Τούρκους. Δὲν πολεμάγει τ᾿ ὄνομα ποτέ, πολεμάγει ἡ ἀντρεία, ὁ πατριωτισμός, ἡ ἀρετή. Κι᾿ ὁ Ἀχιλλέας ὁ δικός σας, ὁ φρούραρχος τῆς Κόρθος, λεβέντης ἦταν, Ἀχιλλέγα τὸν ἔλεγαν, εἶχε καὶ τὸ κάστρο ἐφοδιασμένο ἀπὸ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου, εἶχε καὶ τόσο στράτεμα. Ὅταν εἶδε τοὺς Τούρκους τοῦ Δράμαλη ἀπὸ μακρυά, καὶ ἦταν καὶ καταπολεμησμένος ἀπὸ Ρούμελη, ἀπὸ Ντερβένια, βλέποντας τὸν ὁ Ἀχιλλέας ἄφησε τὸ κάστρο κ᾿ ἔφυγε, ἀπολέμηστο. Νὰ ἦταν ὁ Νικήτας, ἔφευγε; Ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ ἄλλοι; Ὄχι βέβαια. Ὅτι τὸν καρτέρεσαν αὐτοὶ τὸν Δράμαλη εἰς τὸν κάμπο καὶ τὸν ἀφάνισαν, ὄχι ῾σ ἐφοδιασμένο κάστρο καὶ σὰν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος.
Σὰν σκοτώναμε τὸν Δυσσέα, κύριε Κωλέτη, τότε ὁποῦ ῾θελες ἡ Ἐκλαμπρότη σου, ὅταν ἦρθαν τόσοι πασσάδες καὶ δώδεκα χιλιάδες ἀσκέρι καὶ ἡ ἀνατολικὴ Ἑλλὰς μισοπροσκύνησε κι᾿ ὁ Δυσσέας μ᾿ ἕνα ντεσκερὲ τοῦ τοὺς ἔδιωξε, ποιὸς θὰ τοὺς ἔδιωχνε, ἂν δὲν ἦταν ὁ Δυσσέας; Ποιὸς εἶχε τὴν ἐπιρρογὴ καὶ ἰκανότη αὐτεινοῦ; Δὲν θὰ κυριεῦαν ὅλα τὰ μέρη εἰς τὴν ἄχλιαν κατάστασιν ὁποῦ βρισκόμασταν; Λίγον σ᾿ ἔμελλε ἐσένα καὶ τοὺς συντρόφους σου τοὺς ἀγάδες τοὺς ἔχετε ἀφεντάδες κ᾿ ἐσεῖς ψυχοπαίδια τους, δὲν θὰ παθαίνετε ἐσεῖς τίποτα. Ὅμως ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι᾿ ἀπάνου θὰ τοὺς σκλάβωναν ὅλους, θὰ σκλάβωναν καὶ τὸ Γριπονήσι, γιατ᾿ ἦταν ἐκεῖ κι᾿ ἄλλο πλῆθος Τοῦρκοι καὶ πρόσμεναν κι᾿ αὐτοὺς ν᾿ ἀφανίσουνε τοὺς κατοίκους, καὶ μ᾿ ἕνα ντεσκερὲ τοῦ Δυσσέα πῆγαν ῾στὸ Ζιτούνι καὶ Λάρσα καὶ διαλύθηκαν ὅλως διόλου.
Ὁ Ἐκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ἦταν σύνφωνος κι᾿ αὐτός, ὁ Φαναριώτης, εἰς τὸ σκέδιον νὰ ξεκάμουν τοὺς στρατιωτικούς. Τὸ ῾βαλε καὶ αὐτὸς ῾σ ἐνέργεια εὐτύς, ἅμα ἦρθε ῾στὸ Μισολόγγι, χωρὶς νὰ χάση καιρόν. Ηὖρε πρόφαση ἡ Ἐκλαμπρότη τοῦ εἰς τὸ Μισολόγγι, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἀγροικήθη μὲ τοὺς Τούρκους. Ἔβαλε ἀνθρώπους δικούς του, τοὺς ἔκαμε κριτᾶς νὰ τὸν περάσουνε ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς δικαιοσύνης του, νὰ τὸν σκοτώσουνε. Τὸν κρίναν καὶ τὸν εἶχαν χαζίρι, κι᾿ ἂν δὲν τὸν γλύτωναν οἱ συντρόφοι του, θὰ τὸν σκότωναν.
Ἀκοῦτε, ἐσεῖς; Ὁ Καραϊσκάκης, ἀπὸ δέκα χρονῶν παιδὶ κλέφτης, θὰ γύριζε μὲ τοὺς Τούρκους, ὁποῦ τοὺς σκότωνε μέσα τοὺς λόγγους καὶ περπάταγε ξυπόλυτος ἀπὸ μικρὸ παιδὶ διὰ τὴν λευτεριά. Ὁ Ἐκλαμπρότατος, τὸ ζυμάρι τῶν Τούρκων, ὁ δουλευτὴς αὐτείνων, τῶν Τούρκων, ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ ἀγαπημένος τῶν τύραγνων, κατάτρεχε τὸν Καραϊσκάκη νὰ τὸν καταδικάση εἰς θάνατον! Χαζίρι τ᾿ ἀργαλεῖα τῆς δικαιοσύνης του καὶ τῆς ἀρετῆς του νὰ τὸν πάνε εἰς τὸν Ἅδη, ἀφοῦ γλύτωσε ἀπὸ τόσες πληγὲς καὶ δυστυχίες, ὁποῦ ὑπόφερε δι᾿ αὐτείνη τὴν πατρίδα.
Σκότωμα τὸν Καραϊσκάκη, ὅτι δὲν εἶναι κόλακάς του Μαυροκορδάτου, δὲν εἶναι ποταπὸς καθὼς ἐκεῖνοι ὁποῦ τὸν κολακεύουν. Ἡ γυναίκα μὲ τὰ μουστάκια, ὁ Κωσταμπότζαρης, ὁ Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι τοῦ ὅμοιοι, ὁποῦ τὸν θυμιατίζουν καὶ τοὺς θυμιατίζει, τὸν λένε «Ἐκλαμπρότατον» καὶ τοὺς λέγει «γενναιότατους», ποῦ ἀγωνίστηκαν αὐτεῖνοι, οἱ φίλοι σου οἱ Γενναιότατοι; Ἐσύ, Ἐκλαμπρότατε, ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ κόπιασες ὅλο νέα πράματα ἤφερες εἰς τὴν πατρίδα, διαίρεσιν ἀναμεταξύ μας δὲν εἴχαμε, φατρίαν μας ἤφερες, νέον φροῦτο ῾σ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, παραλυσίαν κι᾿ ἀφανισμόν. Ἂν ῾πιτύχαινες νὰ σκοτώσης τὸν Καραϊσκάκη, ποὺ θὰ τὸν βρίσκαμε ὅταν ἡ Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιὰ καὶ προσκύνησαν ὅλοι ἀπὸ τὴν καλή σας κυβέρνησιν κι᾿ ἀρετή, ὁποῦ δείξετε εἰς τὴν πατρίδα ὅλοι ἐσεῖς οἱ πολιτικοί; Αὐτὸς ὁ Τοῦρκος, ὁ Καραϊσκάκης, σύναξε ὅλους τους ὁπλαρχηγοὺς καὶ πῆγε μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς μὲ τὰ ἴδια τοὺς ἔξοδα καὶ θυσίες, κ᾿ ἔχοντας ὅλη τὴν ἀγάπη ῾σ αὐτόν, πῆγαν καὶ ξαναλευτέρωσαν τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα καὶ Δίστομον στήσαν πύργους μὲ κεφάλια τῶν Τούρκων. Πῶς δὲν πάγαινες κ᾿ ἐσύ, Ἐκλαμπρότατε, πῶς δὲν πάγαινε ὁ ἄλλος Ἐκλαμπρότατος, ὁ «τζίτζιλε φίτζιλε» συναδελφό σου Κωλέτης; Πῶς δὲν πάγαινε ὁ Ἐκλαμπρότατος Μεταξάς, ὁ Κόντε Λάλας ὁποῦ μάτωσε τὸ χέρι τοῦ εἰς τὸ Λάλα καὶ θέλει ὅλη τὴν Ἑλλάδα νὰ πάρη ὑποστατικόν, νὰ ξαγοραστῆ τὸ πολυτίμητό του αἷμα ὁποῦ ῾χυσε εἰς τὸ Λάλα; Βέβαια αὐτὸς θυσιάστη, ὁ Κόντε Λάλας, ὁ Ἐκλαμπρότατος. Καὶ συνφωνεῖτε ὅλοι ἐσεῖς νὰ σκοτώσετε τοὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ σημαντικοὺς στρατιωτικούς, ὁποῦ θυσιάστηκαν διὰ τὴν πατρίδα καὶ τὸ ῾βρετε σεῖς χαζίρι. Ὁ Γιαννούλη Νάκος, Κόντε Λάλα, τί σπίτι ἦταν; Σημαντικόν, μὲ τόση κατάστασιν κι᾿ ὅλα του τ᾿ ἀγαθὰ καὶ τζιφτιλίκια. Κ᾿ ἔμεινε δυστυχὴς διὰ τὴν πατρίδα. Κι᾿ ὡς γείτονας ἐσύ, Κόντε Λάλα, καὶ ὡς σημαντικός, σ᾿ ἔκαμε κουμπάρον καὶ τοῦ βάφτισες τόσα παιδιά. Καὶ τοῦ διατίμησες τὴν φαμελιά του, ὅσο ὁποῦ τὸν πέθανες κι᾿ αὐτόν, τὸν τίμιον ἄνθρωπον, τὸ σημαντικὸν σπίτι τῆς Ρούμελης.
Κ᾿ ἑνωθήκετε ὅλοι μὲ τοὺς παντίδους κι᾿ ἀφανίσετε τὴν πατρίδα ἀπὸ ἠθικὴ καὶ ἀπὸ ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν. Δὲν πάγει ἡ πατρὶς ὀμπρὸς μὲ τὸν πατριωτισμὸν καὶ ἠθικὴ τὴν δική σας, πᾶνε τὰ ξένα σας ὄργανα. Δὲν σᾶς ἄρεσε ὁ Ὑψηλάντης, βέβαια δὲν εἶχε τὴν δική σας ἀρετή, ὅτι θυσιάσαν οἱ Ὑψηλάντες πρῶτα ζωή, πλούτη, καὶ θυμῶνται Θεόν, πατρίδα καὶ θρησκεία. Καὶ δι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι καλός. Δὲν εἶναι καλὸς ὁ Καποδίστριας καὶ τοῦ ἀντενεργᾶτε, ὅμως εἶναι μάστορής σας, στὸ σκολεῖον ὁποῦ διαβάζετε ἐσεῖς ἀκόμη, ἐκεῖνος τὸ ξεσκόλησε. Καὶ εἴτε θὰ μονοιάσετε ὅλοι νὰ προκόψετε τὴν πατρίδα, εἴτε θὰ τὴν προκόψη μόνος του αὐτὸς μὲ τ᾿ ἀδέλφια του. Ἡ διάθεσή σας ὁλουνῶν φαίνεται, κι᾿ ὁ Θεὸς βλέπει τὸν πατριωτισμό σας καὶ θὰ λάβετε τὴν ἀνταμοιβή, ὁποῦ ἀξίζετε, ὅτι τόσα αἵματα ἀθώα ὁποῦ χύθηκαν καὶ τόσες θυσίες ὁποῦ ῾γιναν δὲν θὰ τ᾿ ἀφήση αὐτὸς νὰ πᾶνε χαμένα.
Ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος ἦταν τὸ σημαντικώτερον σπίτι τῆς Ρούμελης πρίντζηπας τοῦ Ζαγοργιοῦ, ἀγαπημένος πολὺ τοῦ Ἀλήπασσα κι᾿ ὅλων τῶν ἀλλουνῶν πασσάδων καὶ ριτζαλιῶν τους, τίμιος ἄνθρωπος, καλοθελητὴς τῆς ἀνθρωπότης. Πολλοὺς Ρωμαίους, Ὁβραίους, Τούρκους ἐγλύτωνε ἀπὸ τὴν κρεμάλα. Τέλος ἦταν πασσᾶς Ρωμαῖος, ἀγαπημένος ἀπ᾿ οὔλους τους σημαντικοὺς Ἕλληνες στρατιωτικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς. Ἦταν στὸ Σούλι ὁποῦ ἀγωνίζονταν, εἰς τὴν Λαγκάδα, Μακρυνόρο κι᾿ ἀλλοῦ εἰς τὰ δεινά της πατρίδος. Καὶ ξόδιασε κι᾿ ὅλη του τὴν κατάστασιν διὰ τὴν πατρίδα.
Τελειώνοντας ὁ πόλεμος ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἑλλάδα, ἦρθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς δὲν τοὺς γνώριζε αὐτούς. Ὁ κύριος Κωλέτης ἦταν ῾σ τὰ πράματα, ὑπουργὸς τοῦ πολέμου καὶ τρογυρισμένος μὲ τοὺς ὅμοιούς του φίλους. Ἀφοῦ εἶδε τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο ὁ Κωλέτης ὁποῦ ῾ρθε, ὑποπτεύτηκε ὅτι θὰ ῾παιρνε αὐτὸς τὰ πρωτεῖα κ᾿ ἐπιρρογὴ τῆς Ρούμελης, ὅτι τὸν ἐνικοῦσε ῾στὴν ἰκανότη κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος τὸν ἀγάπαγε. Τότε λέγει ὁ Κωλέτης: «Πρῶτα ὑποπτεύομουν τὸν Δυσσέα, τώρα ἦρθε τρανύτερος». Ἦρθε κι᾿ ὁ Χρῆστος Παλάσκας ἄνθρωπος γενναῖος, τίμιος, ἀπὸ καλὸ σπίτι. Αὐτεινοῦ τοῦ δυστυχῆ τό᾿ ῾κανε τὸν φίλο ὁ Κωλέτης περισσότερον διὰ τὴν γυναίκα του κι᾿ ὄχι διὰ ἐκεῖνον τὸν ἴδιον. Τώρα ὁ Κωλέτης, ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ σκολεῖον τοῦ ἀφέντη του τοῦ Ἀλήπασσα, μέτρησε: «Τὸν Δυσσέα τὸν ἔχω ἀντίζηλο, τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο τὸ ἴδιο, τὸν Παλάσκα διὰ τὸ κέφι μου καλὸ εἶναι νὰ χαθῆ, νὰ κάμω τὴν γυναίκα του μορόζα».6 Ὅτι τέτοιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν καὶ θέλουν νὰ μᾶς λευτερώσουνε, καὶ νὰ μᾶς διατιμήσουνε θέλουν καὶ νὰ μᾶς σκοτώσουν. Αὐτὸ βλέπομεν ὡς σήμερον ἀπὸ τὸν Κόντε Λάλα Μεταξᾶ κι᾿ ἀπὸ τὸν Ἐκλαμπρότατον Κωλέτη κι᾿ ἄλλους.
Ἀφοῦ εἶχε τὴν δύναμη τῆς Κυβερνήσεως ὁ Ἐκλαμπρότατος Κωλέτης, διατάττει μὲ τοὺς συντρόφους τοῦ κυβερνῆτες (ἀφοῦ ὁ γραμματέας, ὁποῦ ῾στειλαν ἡ Διοίκηση κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος εἰς τὸν Νικήτα νὰ σκοτώση τὸν Δυσσέα, δὲν θέλησε), τότε διατάττουν τοὺς ἄλλους δυὸ Ἀλέξη Νοῦτζο καὶ Χρῆστο Παλάσκα, νὰ πᾶνε αὐτεῖνοι οἱ δυὸ ἀναντίον τοῦ ἄλλου ὀχτροῦ τοῦ Κωλέτη, τοῦ Δυσσέα, διορίζουν τὸν Νοῦτζο προμηθευτῆ τῶν στρατεμάτων καὶ τὸν Παλάσκα ἐκτελεστικὴ δύναμη. Κι᾿ ἂν δὲν ἀκούση ὁ Δυσσέας, νὰ τὸν χτυπήσουνε. Ἦρθαν καὶ οἱ δυὸ ἔξω, συναχτήκαμε ὂλ᾿ οἱ ἀρχηγοὶ κι᾿ ἁπλοὶ στρατιωτικοὶ ῾σ ἕνα μέρος κι᾿ ὁ Δυσσέας μαζί, διαβάσαμε τὶς διαταγὲς τῆς Κυβερνήσεως. τοὺς εἴπαμε: «Στὸ στρατόπεδον φέρνουν ζαϊρὲ οἱ δημογέροντες κι᾿ ὅ,τι ἄλλα τοῦ πολέμου κάνη χρεία. Ἂν ἔχετε τὰ μέσα, χρήματα, ἀκολουθᾶτε τὴν δουλειά σας, ὅμως νὰ μὴν εἶστε ἄδειγοι ἀπὸ τὰ μέσα, καὶ τότε θ᾿ ἀμελήσουνε καὶ οἱ δημογέροντες, καὶ μείνη τὸ στρατόπεδον ἀπρομήθευτον καὶ διαλυθῆ, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ξαπλώθηκαν πολλοὶ καὶ μᾶς ἦρθαν πολλὰ πλησίον, πιάσαν ὅλα τὰ στενὰ κ᾿ ἑτοιμάζονται νὰ μποῦνε μέσα. Κι᾿ ἀφοῦ περάσουνε ἀπὸ τὰ στενά, δὲν τοὺς βαστοῦμε. Καὶ καθεμέρα ἔχομε πόλεμον μ᾿ αὐτοὺς καὶ οἱ ἄνθρωποι μπαΐλντισαν, καὶ νὰ μὴν μείνουν καὶ νηστικοὶ καὶ διαλυθοῦνε καὶ κιντυνέψη Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο ὅλη. Ὅτ᾿ εἶναι πολλὴ Τουρκιὰ κι᾿ ὅλο συνάζονται. Κι᾿ ἂν ἔχετε τὰ μέσα, καθίστε καὶ ῾νεργάτε, εἰδέ, ἀγροικηθῆτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σᾶς εὐκολύνη τὰ μέσα κι᾿ ἀναφέρετε κι᾿ ὅ,τι σας εἴπαμε». Ἀναφέρθηκαν τόσες φορὲς χωρὶς νὰ λάβουν ἀπάντησιν. Σηκώθηκαν καὶ πῆγαν ὀπίσου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τῆς ποῦνε τὴν κατάστασιν τῶν στρατεμάτων καὶ τὸ προχώρεμα τῶν Τούρκων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀκατάπαυτα πολεμοῦν, καὶ τρέξιμον νύχτα καὶ ἡμέρα, μπαϊλντίσαμεν νὰ βαστοῦμε τοὺς Τούρκους εἰς τὰ στενώματα, νὰ μὴν περάσουνε κι᾿ ἀφανιστῆ ὁ τόπος. Ἀφοῦ φύγαν αὐτεῖνοι διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μιλήσουνε κι᾿ ὅ,τι τοὺς διατάξουν ν᾿ ἀκολουθήσουνε...
Οἱ Τοῦρκοι ὅλο κουβαλιώνταν. Εἴχαμε στείλη ἕναν τζασίτη εἰς τὸ Ζιτούνι καὶ ἦρθε καὶ μᾶς εἶπε ὅτι θὰ κινηθοῦν ἀπὸ τρεῖς μεριὲς νὰ μποῦνε μέσα, ἀπὸ τὸ Πατρατζίκι νὰ πέσουνε ἀπὸ πάνου τὸν ζυγόν, ἀπὸ τὶς Θερμοπύλες κι᾿ ἀπὸ τὴ Νευρόπολη τ᾿ ὀρδὶ τοῦ Σαλώνου. Εἴχαμεν πιάση τὴ Νευρόπολη τὸν Ἀπρίλιον μήνα, τὰ 1822, καρσὶ ἀπὸ τὸ Ζιτούνι. Τοῦ Δυσσέα τ᾿ ὀρδὶ ἦταν ῾στὴν Δρακοσπηλιὰ καὶ Μπουντουνίτζα κι᾿ ὁλόγυρα ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη. Οἱ Τοῦρκοι τοὺς ἦρθε εἴδηση ἀπὸ Πελοπόννησον, ἀπὸ Ἀθήνα, ἀπὸ Ἔγριπον ὅτι στενεύτηκαν πολὺ ἐκεῖ οἱ δικοί τους καὶ νὰ τοὺς προφτάσουνε μιντάτια καὶ ζαϊρέδες. Πῆγαν οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν Φούρκα Ντερβένι, τοὺς ἔκαμαν ἕνα καρτέρι τῶν Τούρκων καὶ τοὺς σκότωσαν καμπόσους καὶ τοὺς πῆραν λάφυρα καὶ ζαϊρέδες πλῆθος καὶ ζῶα. Ὕστερα συνάχτηκαν Τοῦρκοι πολλοί, καὶ μὲ τὰ σπαθιὰ εἰς τὸ χέρι ἀναχώρησαν οἱ Ἕλληνες ἄβλαβοι. Οἱ Τοῦρκοι ἦρθαν ἀπόκατου εἰς τὸ γιοφύρι τῆς Ἀλαμάνας καὶ γύρα ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη, τὰ τρογυρινά, κι᾿ ὅλο ἑτοιμάζονταν διὰ νὰ μποῦνε μέσα καὶ φύλαγαν κι᾿ αὐτὲς τὶς θέσες. Διαλέγονται διὰ νυχτὸς ὁ ἀθάνατος Παπὰ Ἀντριᾶς, ὁ Θιοχάρης, ὁ Παπακώστας, ὁ Τρακοκομνᾶς καὶ τοὺς πέφτουν καὶ τοὺς δίνουν ἕνα χαλασμὸν διαβολεμένον, καὶ πέρασαν ἀπὸ πέρα τὸ γιοφύρι πίσου οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς κόπηκε ἡ ὁρμή τους ἢ μεγάλη, ἀφοῦ ἔβλεπαν καὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον τῶν Βασιλικῶν, τῶν Θερμοπύλων κι᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς θέσες ὁποῦ ἦταν τὰ κόκκαλα τῶν δυὸ πασσάδων, ὁποῦ ῾ρθαν μὲ τὸν Μπαγεράμπασσα κ᾿ ἦταν περίτου ἀπὸ ἐννιὰ χιλιάδες τουρκιὰ κι᾿ ἄλλοι τρεῖς πασσάδες μὲ πλῆθος γκαμήλια κι᾿ ἁμάξια κι᾿ ἄλλα ζῶα φορτωμένα ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια, κανόνια κι᾿ ἄλλα εἴδη τοῦ πολέμου, νὰ μποῦνε μέσα – ἦταν τὴν πρώτη χρονιὰ – διὰ νὰ φοδιάσουνε τὰ κάστρα κι᾿ ὅλα τὰ μέρη. Καὶ τοὺς καρτέρεσαν οἱ ἀθάνατοι Ἕλληνες ὡς ἑφτακόσοι ἄνθρωποι, κεφαλὲς αὐτείνων ὁ γενναῖος Γκούρας, Γεροδυοβουνιώτης, Παπὰ Ἀντριᾶς, λαμπρύνεται αὐτὸς ῾σ ἐκείνη τὴν μάχη, χωρὶς νὰ κατηγορηθῆ κανένας. Ὅτι ὅλοι πολέμησαν ἀντρείως, ὁ Νάκος, ὁ Γεράντωνος, ὁ Μποῦσγος, Ρούκης, Λάππας, Θιοχάρης, Καλύβας, Κανταῖγοι, Ρουμάνης, Κόντος, Παπακώστας, Τρακοκομνᾶς, Καραπούλης, Κουτρουμπαῖγοι κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ πολλοί, ὁποῦ ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Αὐτεῖνοι ὅλοι οἱ γενναῖοι ἄντρες, οἱ σωτῆρες τῆς πατρίδος, ἀφάνισαν ὅλως διόλου αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν Τούρκων, σκότωσαν τοὺς περισσότερους καὶ δυὸ πασσάδες καὶ πῆραν ὅλα τ᾿ ἁμάξια καὶ γκαμήλια καὶ τὰ κανόνια τους, ὁποῦ τ᾿ ἄφησαν ὅλα ἐκεῖ. Κι᾿ ὅσοι μείναν ζωντανοὶ Τοῦρκοι διαλυθῆκαν ἕνας ἕνας καὶ πῆγαν εἰς τὴν πατρίδα τους. Κι᾿ ὅποιος εἶναι ζωντανὸς ἀκόμα θυμᾶται τὴν μαχαίρα τῶν ἀθάνατων Ἑλλήνων. Ξαγόρασαν ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ γενναῖοι ἄντρες τὸ αἷμα τοῦ συναγωνιστοῦ τοὺς περίφημου Διάκου, ὁποῦ πρωτοκινήθη αὐτὸς μ᾿ ὀλίγους ἀνθρώπους κι᾿ ἀπάντησε τὴν πρώτη ὁρμὴ τῶν Τούρκων, αὐτὸς κι᾿ ὁ ἀγείμνηστος Δεσπότης Σαλώνου. Αὐτεῖνοι κι᾿ ὁ ἀδελφός του Διάκου κι᾿ ὁ Μπακογιάννης κι᾿ ὁ Καλύβας κι᾿ ὁ ἀδελφός του Δεσπότη κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ μὲ τοὺς ὀλίγους τους στρατιῶτες ἔλυωσαν ἀπάνου εἰς τὸ γιοφύρι τῆς Ἀλαμάνας πολεμώντας μὲ τόσον πλῆθος Τούρκων. Κι᾿ ὁ περίφημος γενναῖος Διάκος, ἀφοῦ τελείωσε τὸν τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον καὶ μισοσκοτωμένον τὸν ἔλαβαν ζωντανὸν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸν παλούκωσαν. ῾Στὴν θέσιν ὁποῦ ἐπέθανες ἐσὺ Λεωνίδα, μὲ τοὺς τρακόσους σου, πέθαναν κι᾿ αὐτεῖνοι διὰ τὴν θρησκεία καὶ πατρίδα.7
Καὶ μὲ τὴν ἴδια ὁρμὴ αὐτεῖνοι οἱ Τοῦρκοι καὶ πασσάδες, ὁποῦ σκότωσαν τοὺς ὀλίγους καὶ τὸν Διάκον, κινήθηκαν, ὅλη αὐτείνη ἡ δύναμη, νὰ μποῦνε εἰς τὰ Σάλωνα καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλα μέρη νὰ ἐφοδιάσουνε τοὺς ντόπιους Τούρκους καὶ νὰ λύσουνε καὶ τοὺς πολιορκημένους, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὸ κάστρο Σαλώνου, Λιβαδειᾶς, Ἀθήνας καὶ τ᾿ ἄλλα μέρη αὐτά, καὶ νὰ προχωρέσουν διὰ τὴν Πελοπόννησο. Ἦταν ὁ Ὀμὲρ Βεργιόνης κι᾿ ἄλλοι πασσάδες, ὅλο διαλεμένο καὶ πολὺ ἀσκέρι. Καὶ εἰς τὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς ἐκλείστη ὁ Δυσσέας, ὁ κακὸς πατριώτης, κι᾿ ὁ Γκούρας κι᾿ ἄλλοι καὶ πολέμησαν μ᾿ αὐτείνη τὴν μεγάλη δύναμιν ἑκατὸ ἀνθρῶποι. Καὶ φαίνονται ὡς τὴν σήμερον οἱ τάφοι τῶν Τούρκων ἐκεῖ εἰς τὸ χάνι. Καὶ τοὺς ἀφάνισαν, καὶ τοὺς χάλασαν ὅλα τους τὰ σκέδια. Καὶ γλύτωσε ὁ κόσμος, ὁποῦ θὰ σκλάβωναν αὐτεῖνοι τοὺς περισσότερους καὶ μποροῦσε νὰ κιντυνέψη κι᾿ ὅλη ἡ πατρίς, Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο (ὅτ᾿ ἦταν αὐτὰ τὰ πρῶτα κινήματα), ἂν προχωρούσανε μέσα καὶ νὰ ῾βγαιναν καὶ τοὺς πολιορκημένους Τούρκους.
Πατρίς, νὰ μακαρίζης γενικῶς ὅλους τους Ἕλληνες, ὅτι θυσιάστηκαν διὰ σένα νὰ σ᾿ ἀναστήσουνε, νὰ ξαναειπωθῆς ἄλλη μίαν φορᾶ ἐλεύτερη πατρίδα, ὁποῦ ἤσουνε χαμένη καὶ σβυσμένη ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐθνῶν.
Ὅλους αὐτοὺς νὰ τοὺς μακαρίζης. Ὅμως νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ λαμπρύνης ἐκείνους ὁποῦ πρωτοθυσιάστηκαν εἰς τὴν Ἀλαμάνα, πολεμώντας μὲ τόση δύναμη Τούρκων, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ἀποφασίστηκαν καὶ κλείστηκαν σὲ μίαν μαντρούλα μὲ πλίθες, ἀδύνατη, εἰς τὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ λυώσανε τόση Τουρκιὰ καὶ πασσάδες εἰς τὰ Βασιλικά, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ἀγωνίστηκαν σὰν λιοντάρια εἰς τὴν Λαγκάδα τοῦ Μακρυνόρου, ὁποῦ πολεμήθηκαν συνχρόνως σὲ αὐτὲς τὶς δυὸ θέσες, ὁποῦ ῾ναι τὰ κλειδιά σου, ἕνα ἡ Πόρτα τοῦ Μακρυνόρου καὶ τ᾿ ἄλλο τῶν Θερμοπύλων. Κι᾿ ἀφοῦ πήγανε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη ν᾿ ἀνοίξουνε δρόμο οἱ Τοῦρκοι, ἐκεῖνοι οἱ ἀθάνατοι τόσοι ὀλίγοι, (ὀγδοήντα ἕνας εἰς τὴν Λαγκάδα) γιόμωσαν τὸν τόπον κόκκαλα ἐκεῖ. Καὶ τοὺς καταδιάλυσαν ἐκεῖνοι οἱ ὀλίγοι ῾σ τ᾿ ἄλλο τὸ μέρος τῶν Θερμοπύλων κι᾿ ἀλλοῦ. Αὐτεῖνοι σὲ ἀνάστησαν καὶ δὲν μπῆκε δύναμη καὶ ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια, αὐτεῖνοι ψύχωσαν ἐκείνους ὁποῦ πολιορκοῦσαν τοὺς ντόπιους Τούρκους καὶ φρουρές. Καὶ νηστικοὺς κι᾿ ἀδύνατούς τους περιλάβαν καὶ τοὺς σφάξαν σὰν τραγιά. Καὶ τέλος πάντων, πατρίδα, αὐτεῖνοι κατατρέχονται ἀπὸ τοὺς Ἐκλαμπρότατους, ἀπὸ τοὺς Ἐξοχώτατους, ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη σου κι᾿ ἀδελφούς του. Ὁ Ἀγουστίνος κι᾿ ὁ Βιάρος αὐτείνων τῶν σκοτωμένων τὶς γυναῖκες καὶ κορίτζα κυνηγοῦν. Αὐτοὺς τοὺς ἀγωνιστᾶς κατατρέχουν καὶ τοὺς λένε νὰ πᾶνε νὰ διακονέψουν: «Ποιός σας εἶπε, τοὺς λένε, νὰ σηκώσετε ἄρματα νὰ δυστυχήσετε;» Ἔχουνε δίκαιον, ὅτι ὁ Ζαΐμης χρώσταγε τῶν Τούρκων ἕνα μιλιούνι γρόσια, καὶ οἱ Ντεληγιανναῖγοι καὶ οἱ Λονταῖγοι καὶ οἱ ἄλλοι, κι᾿ ὁ Μεταξάς, κόντες τῆς πιάτζας, χωρὶς παρά, κι᾿ ὁ Κωλέτης ἕνας γιατρός, ὁ Μαυροκορδάτος τζιράκι τῆς Κωσταντινοπόλεως. Τοὺς φκειάσαν αὐτεῖνοι οἱ διακονιαραῖγοι, οἱ ἀγωνισταί, Ἐκλαμπρότατους, τοὺς λευτέρωσαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους κι᾿ ἀπὸ τὰ χρέη, ὁποῦ χρώσταγαν τῶν Τούρκων, κ᾿ ἔγιναν τώρα μεγάλοι καὶ τρανοί. Γύμνωσαν καὶ τοὺς Τούρκους, παίρνοντας τὸ βίον τους, καὶ τὸ ἔθνος τὸ γύμνωσαν καὶ τὸ ἀφάνισαν, γιόμωσαν φατρίες καὶ κακίες τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀγῶνος. Τοὺς καταδιαιροῦν – γιομόζουν αὐτεῖνοι ἀγαθά. Καὶ οἱ Κολοκοτρωναῖγοι οἱ φίλοι τους τὰ καλύτερα ὑποστατικὰ καὶ πλούτη τῆς πατρίδος. Ἔμειναν οἱ ἀγωνισταὶ διακονιαραῖοι, τοὺς κατατρέχει ὁ Κυβερνήτης μας κι᾿ ὁ Ἀγουστίνος κι᾿ ὁ Βιάρος, καταφρονοῦν ὅλους αὐτοὺς καὶ βαθμολογοῦνε πολλούς, ὁποῦ ῾παιζαν τὸ μπιλλιάρδο μέσα τους καφφενέδες καὶ τώρα εἶναι σπιγοῦνοι τοῦ Κυβερνήτη καὶ τῶν ἀλλουνῶν.
Αὐτεῖνοι βαθμολογῶνται, αὐτεῖνοι πλερώνονται βαρυοὺς μιστούς. Οἱ ἀγωνισταὶ δυστυχοῦν. Τῶν σκοτωμένων τὶς φαμελιὲς ὅποια εἶναι νέα τὴν θέλει ὁ τάδε, σὰ νὰ λέμε ὁ Βελήπασσας, ὁ Μουχτάρπασσας, ὅτι δὲν ἔχει ἡ φτωχὴ νὰ φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες Μισολογγίτισσες κι᾿ ἀπὸ ἄλλα μέρη (τὶς λευτέρωσαν οἱ φιλάνθρωποι) καὶ διακονεύουν ἐδῶ εἰς τ᾿ Ἄργος καὶ εἰς τ᾿ Ἀναπλιοὺ τοὺς δρόμους. Τῶν ἀγωνιστῶν οἱ ἄνθρωποι διακονεύουν καὶ γυρεύουν νὰ πᾶνε πίσου εἰς τοὺς Τούρκους. Τοὺς εἴχανε αὐτεῖνοι σκλάβους, τοὺς ντύνανε, τοὺς συγυρίζανε καὶ τρώγαν. Εἰς τὴν πατρίδα τοὺς ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ διακονεύουν. Ἀπὸ ὅλα αὐτά, καϊμένη πατρίδα, δὲν θὰ σωθοῦνε τὰ δεινά σου, ὅτι σιδερώνουν τὴν ἀρετὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ σὲ κυβερνοῦσαν καὶ σὲ κυβερνοῦν, καὶ τώρα κατατρέχουν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ ψέματα θέλουν καὶ μὲ σπιγούνους νὰ σὲ λευτερώσουνε, μήτε τώρα εἶσαι καλά, μήτε διὰ τὰ μέλλοντά σου, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ σὲ τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους καὶ τοιούτους ἀξιωματικούς.
Συχωρᾶτε μέ, ἀναγνῶστες, ὁποῦ ῾φυγα ἀπὸ τὸ προκείμενον. Μὴ στοχάζεστε ὅτ᾿ εἶμαι ἢ γόητας, εἴτε φαντασμένος, εἴτε ἐγὼ ἀδικημένος. Λυποῦμαι καὶ γράφω αὐτὰ ὅτι ἤτανε πέντε ἀδέλφια κ᾿ ἔμεινε ἕνας μόνον ἀπὸ τὸ ντουφέκι, καὶ οἱ ἄνθρωποί τους ἤτανε τόσον καιρὸν σκλαβωμένοι καὶ σώθη μία γυναίκα μόνον κι᾿ αὐτείνη πείναγε, κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς ζήταγε ψωμὶ θέλαν νὰ κάμουν τὸ κέφι τους νὰ τῆς δώσουνε νὰ φάγη. Κι᾿ αὐτὸ κι᾿ ἄλλα πολλὰ τοιούτα μ᾿ ἔκαμαν νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ προκείμενον. Ὅτι τὰ τοιούτα δὲν λευτερώνουν πατρίδα, τὴν χάνουν, κ᾿ ἔχω σκοπὸν νὰ ζήσω κ᾿ ἐγὼ ῾σ αὐτείνη τὴν πατρίδα. Ὅτι ἔχω τόση ἀδύνατη φαμελιὰ καὶ δὲν ῾πιτηδεύομαι νὰ κολακεύω τοὺς δυνατούς. Καὶ εἶμαι δυστυχής, καὶ κλαίγω καὶ τὴν δυστυχισμένη μου πατρίδα, ὁποῦ δι᾿ αὐτείνη χύσαμε τὸ αἷμα μας ἀδίκως.
Αὐτοὺς τοὺς μῆνες, Ἀπρίλη καὶ Μάγη, ἔγινε ἕνα σκέδιον νὰ πᾶμε νὰ κυργέψωμε τὸ Πατρατζίκι καὶ νὰ κινηθοῦν ὅλα τὰ γειτονικὰ μέρη καὶ συνφώνως νὰ χτυπήσουμε ὅλοι μαζί. Συνάχτηκαν τ᾿ ἀναγκαῖα εἰς τὸ Μαυρολιθάρι, εἰς τὸ χωριόν, καὶ εἴπαμε νὰ συναχτοῦμε ὅλοι νὰ βαρέσουμε συνφώνως. Μαζωχτήκαμε εἰς Μακροκάμπι μέρος τοῦ Δυσσέως, ἀπὸ τὴν Λιβαδειά, ἕνας ἀξιωματικός του ὁ Σταμούλης Χοντρός, ἀπὸ τὸ Σάλωνα ὁ Πανουργιᾶς καὶ Γκούρας, ὁποῦ ῾μαστε μαζί, κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ τέσσερα χωριά, ὁποῦ ῾χα διοριστῆ ῾σ αὐτούς, ὁ Γεράντωνος ἀπὸ Ταλάντι, ὁ Δυοβουνιώτης Ζιτούνι, Καλτζοδῆμος Λιδορίκι, Σαφάκας Κράβαρι, Γιολντασαῖγοι Καρπενήσι, Κοντογιανναῖγοι Πατρατζίκι, Νικήτας καὶ Χατζηχρῆστος κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἀπὸ Πελοπόννησο, ὁ Νικήτας ἀρχηγὸς τοὺς αὐτεινῶν. Τὰ χαράματα ζυγώσαμεν ἀπόξω τὴν Πάτρα ὅλοι, ὡς τρεῖς χιλιάδες, μεραστήκαμε ἀπὸ δυὸ μέρη, προχωρέσαμε ὡς τὴν ἄκρη τὴν χώρα, πιάστη ὁ πόλεμος καμπόσον. Ἡ δύναμη τῶν Τούρκων πολλή, καὶ χωρὶς σκέδιον καλὸ νὰ κάμωμε ἐμεῖς, χαλαστήκαμε. Σκοτώθηκαν καμπόσοι Τοῦρκοι κι᾿ ἀπὸ ῾μάς τὸ ἴδιο, σκοτωθήκαμε καὶ πληγωθήκαμε. Κόντεψα νὰ σωθῶ κ᾿ ἐγώ, ὅτ᾿ ἤμουν κουτζὸς ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια τοῦ Μισολογγιοῦ, μὲ πονοῦσαν τὰ γόνατά μου. Καὶ κλειστήκαμε σὲ μία ράχη καμμιὰ δεκαριά, ὁ Μπαλαούρας, ὁ Φαρμακάκης, ὁ Μπισμπιρούλας κι᾿ ἄλλοι καὶ φκιάσαμε ταμπούρι καὶ πολεμούσαμε μὲ τὴν χώρα καὶ μὲ τὸ κάστρο. Ὅτ᾿ ἦταν ὁ Ρούκης ἀπὸ κάτου τὸ κάστρο κι᾿ ὁ Ρουμάνης κι᾿ ἄλλοι ἕνα δυὸ καὶ κιντυνεύανε ἀπὸ τοὺς Τούρκους τοῦ κάστρου καὶ τοὺς βαστούσαμε ἐμεῖς.
Θὰ σᾶς εἰπῶ κ᾿ ἕνα γενναῖον πολὺ περιστατικόν: Ἕνας ἀτρόμητος ἄντρας ἀπὸ τοὺς Κολοβάτες (εἶναι τοῦ Σαλώνου χωριόν), τὸν λένε Μῆτρο Καθάριον (ἀλήθεια καθάριος κι᾿ ἀτίμητος εἶναι), ἀφοῦ τζακιστήκαμε ῾στὴν χώρα καὶ τραβηχτήκαμε εἰς τὸ ψήλωμα, οἱ ἐδικοί μας ὅλοι κ᾿ ἐμεῖς φκειάσαμε ταμπούρι καὶ πολεμούσαμε. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἦταν μέσα εἰς τὴν χώρα σὲ σπίτι μπασμένος, Ἀφοῦ φύγαμε ἐμεῖς, αὐτὸς ἔμεινε μόνος του κλεισμένος, τόφυγαν οἱ συντρόφοι τοῦ κ᾿ ἔμεινε μόνος του. Τοῦ ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι ἀπάνου του, παίρνει ἕνα γιαταγάνι Τούρκικον καὶ σκοτώνει τέσσερους, κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ τὸν πολεμοῦσαν τοῦ δίνουν μίαν μαχαιριὰ εἰς τὴν κοιλιά, καὶ σκοτώνει τὸν Τοῦρκον καὶ μὲ τὸ μαχαίρι εἰς τὴν κοιλιὰ ἦρθε ἐκεῖ ὁποῦ ἤμαστε ἐμεῖς, εἰς τὸ ταμπούρι. Καὶ δὲν τοῦ πειράξαμεν τὸ μαχαίρι, μὲ τοῦτο εἰς τὴν κοιλιὰ τὸν πήγαμε ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν οἱ ἐδικοί μας καὶ ἦταν ὁ γιατρός, καὶ τὸ᾿ ῾βγάλε τὸ μαχαίρι καὶ μὲ τῶν μερμήγκων τὰ κεφάλια τὸ᾿ ῾ρραψε τὴν κοιλιά. Καὶ τράβησε ὁ καϊμένος κοντὰ ἕναν χρόνον νὰ γιατρευτῆ. Γέρευε καὶ πάλε ξηλώνεταν, κ᾿ ἔβγαιναν οἱ κοπριὲς ἀπὸ τὴν κοιλιὰ ὁποῦ ῾ταν ἡ πληγή. Καὶ ζῆ τώρα καὶ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάγη.
Σταθήκαμεν ἐκεῖ ὡς τὸ δειλινὸ καὶ πολεμούσαμε, ἀποκόβαμε τοὺς Τούρκους νὰ πηγαίνουν καὶ νὰ ῾ρχωνται εἰς τὸ κάστρο. Ηὔραν καιρό, ἔφυγαν μὲ γερούσι ὁ Ρούκης κι᾿ ὁ Ρουμάνης καὶ σώθηκαν. Τότε πήγαμε κ᾿ ἐμεῖς ἀπάνου, ὁποῦ ἦταν οἱ ἄλλοι, ξαποστάσαμε. Τότε, ἀπὸ τὸ δεξιόν του κάστρου εἶναι ἕνα βουνάκι καὶ βήκαν καμμιὰ διακοσιαριὰ Τοῦρκοι καὶ τὸ ἔπιασαν. Ἀρχίσαμε νὰ τοὺς πολεμήσουμε ἀπὸ ῾μπρός. Πῆρε καμπόσους ὁ Γκούρας συντρόφους καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ τοὺς πῆρε τὶς πλάτες, καὶ τοὺς βαροῦσε ἐκεῖνος ἀπὸ τὶς πλάτες κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ ῾μπρός. Καὶ τοὺς τελειώσαμεν ὅλους, τοὺς στείλαμε εἰς τὴν ἄλλη ζωή, καὶ μὲ τὴν ὁρμὴ ἐκεινῶν, ὁποῦ τοὺς σκοτώσαμε, πήραμε καὶ τὸ κάστρο μὲ γερούσι καὶ σκοτώσαμε κ᾿ ἐκεῖ καμπόσους, οἱ περισσότεροι φύγαν ἀπὸ τ᾿ ἄλλο τὸ μέρος.
Τότε εἴχαμε τὸ κάστρο καὶ πιάσαμε καὶ τοὺς μύλους, ῾στὸ Μπογόμυλο ὀνομαζόμενον, καὶ τὴν ἄκρη τὴν χώρα. Καὶ πολεμούσαμε κ᾿ ἐμεῖς ἀντρίκεια καὶ οἱ Τοῦρκοι γενναῖα. Τοὺς ἦρθε ἕνα μικρὸν μιντάτι τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸ Ζιτούνι. Τοὺς σκοτώσαμε εἰς τὴν ἄκρη τοὺς μύλους, τὸ ῾χαμε πιασμένο καὶ τοὺς τελειώσαμε ὅλους. Σὲ ὀλίγον ἔρχεται πολλὴ Τουρκιά. Ἄφησε ὁ Γκούρας εἰς τὸ ποδαρικὸ τοῦ ἐμένα νὰ σταθῶ ἐκεῖ αὐτὸς πῆρε καμπόσους ἀνθρώπους καὶ πῆγε νὰ βαστήση τὸ μιντάτι τὸ νέον. Ἀφοῦ πῆγε ἐκεῖ, εἶδε ὁποῦ ῾ταν πολλοί, ὁ Δράμαλης, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς βαστήση. Μοῦ παράγγειλε νὰ εἰπῶ τῶν ἀνθρώπων νὰ τραβηχτοῦνε μὲ τρόπον, νὰ μή μας χαλάσουνε οἱ Τοῦρκοι, καὶ νὰ σηκώσω καὶ τὸν τζεμπιχανέ. Ὅσο νὰ καλομεράσω τὸν τζεμπιχανέ, πλάκωσαν ὁ νέοι Τοῦρκοι καὶ τῆς χώρας, μᾶς πῆραν ὀμπρός. Ἐμεῖς τζακίσαμε, ὅτ᾿ ἤμαστε πολλὰ ὀλίγοι ἀπὸ ῾κεῖνο τὸ μέρος, οἱ ἄλλοι ἦταν ἀπὸ τὸ πέρα μέρος τῆς χώρας. Ἀπὸ τρίχα γλύτωσα ὁ δυστυχής, ἤμουνε κουτζὸς καὶ εἶχα κ᾿ ἕνα ντουφέκι μεγάλο, ἔτρωγε τριάντα δράμια καὶ ἦταν πολὺ βαρύ, δυὸ τά ῾χαν στείλη ἀπὸ τὴν Ζάκυθο, ἕνα εἶχε ὁ Γκούρας καὶ τ᾿ ἄλλο ἐγώ. Κ᾿ ἔσωσε τ᾿ ἀσκέρι καὶ μ᾿ ἔρριξε κάτου, ὅταν φεύγαμε, καὶ ἦταν στενὸς ὁ τόπος καὶ πατοῦσαν ὅλοι ἀπάνου μου κ᾿ ἔμεινα ἀλλοῦ κοντινὸς μ᾿ ἄλλον ἕναν – κουτζὸς κ᾿ ἐκεῖνος. Σὲ ἕναν γκρεμνὸν πέρασε ἐκεῖνος, ἐγὼ ὁ δυστυχὴς ἔμεινα, δὲν μποροῦσα νὰ διαβῶ, κι᾿ ἀποφάσισα νὰ γκρεμιστῶ κάτου, νὰ μὴ μὲ πιάσουνε οἱ Τοῦρκοι. Ἐκεῖνος, ὁ κουτζός, φώναζε: «Πέτα τὸ ντουφέκι νὰ γλυτώσεις!» Ἐγὼ χωρὶς ντουφέκι τί νὰ ῾κανα; Καὶ τὸ λυπούμουν. Ὕστερα θέλησε ὁ Θεὸς καὶ κρεμάστη αὐτὸς κ᾿ ἔπιασε τὴν μπούκα τοῦ ντουφεκιοῦ καὶ πάτησα ὀλίγον μὲ τὰ νύχια καὶ σώθηκα. Ἔκαμα ὅρκον νὰ μὴ ματαπάγω εἰς πόλεμον ῾στὴν κατάστασιν ὁποῦ ἤμουν, χωρὶς ποδάρια. ῾Στὸν ἀνήφορο πάταγα, ῾στὸν κατήφορο τελείως, μὲ πονοῦσαν τὰ γόνατά μου. Ἀφοῦ σωθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς οἱ δυὸ κουτζοί, φούσκωσα καὶ ξέκλησα τὰ ροῦχα μου νὰ πάρω ἀγέρα, καὶ τότε ἔκανα τὸν ὅρκον. Ξαποστάσαμε ὀλίγον. Οἱ Τοῦρκοι ἔφτασαν καμπόσους δικούς μας καὶ θὰ τοὺς πιάναν. Μὲ φωνάζει ὁ Νικήτας νὰ τρέξωμε νὰ τοὺς σώσουμε. Τρέξαμε διὰ ῾κείνους καὶ κιντυνέψαμε κ᾿ ἐμεῖς. Τότε οἱ Τοῦρκοι ρίχτηκαν παντοῦ, μπλοκάραν καὶ τοὺς δικούς μας εἰς τὸ κάστρο καὶ τοὺς ἀφήσαμε. Καὶ κυνηγώντας οἱ Τοῦρκοι μας πῆγαν ῾σ τὰ μισά του Ἁγιτοῦ, τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ νύχτωσε καὶ μείναμε μπαϊλντισμένοι. Χάσαμε καὶ τὸν Γκούρα, τὸν πῆραν ὀμπρὸς οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸν ἔρριξαν ῾σ ἕνα ρέμα μ᾿ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ κιντύνεψαν νὰ σωθοῦνε, κ᾿ ἐμεῖς δὲν ξέραμε ζωντανοὶ εἶναι ἢ χαμένοι. Ἐγὼ ἤμουν πολὺ ἀγαπημένος μὲ τὸν Γκούρα, ἤμασταν καλύτερα ἀπὸ ἀδέλφια μ᾿ αὐτὸν καὶ μὲ τὸν μακαρίτη Χαλμούκη καὶ Θανασούλα Σουλιώτη, πολλὰ γενναῖα παληκάρια καὶ μὲ μεγάλη ἀρετή.
Ἀφοῦ πήγαμε εἰς τὸ βουνό, καὶ ἦταν ἐκεῖ ὁ Χαλμούκης καὶ ὁ Θανασούλας κ᾿ ἐγώ, καθόμαστε ἀποσταμένοι καὶ νηστικοὶ καὶ πικραμένοι διὰ τὸν Γκούρα καὶ τοὺς συντρόφους ὁποῦ ἀφήσαμε εἰς τὸ κάστρο. Δία τὴν πείνα τὴν μεγάλη ὁποῦ εἴχαμε ὁ Θεὸς στέλνει ἕναν ἄνθρωπον φορτωμένον ζαϊρέ, κρέας, πῆτες, κρασί, ψωμί, ἕνα ζῶον φορτωμένον ἀπὸ τὶς φαμελιὲς ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χα ἀπὸ τὰ τέσσερα χωριὰ καὶ τοὺς εἶχα μαζί μου κι᾿ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν μου. Καὶ συνάζω ὅλους τους συντρόφους, νηστικοὺς καὶ κατατρεμένους ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ τοὺς ἀδελφούς μου Νικήτα καὶ Χατζηχρῆστο καὶ καθόμαστε νὰ φᾶμε. Φτάσαν ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾ταν πολιορκημένοι εἰς τὸ κάστρο, βήκαν μὲ γερούσι χωρὶς νὰ βλαφτῆ κανένας. Ἔρχεται κ᾿ ἕνας ἀπὸ τὸν Γκούρα καὶ μᾶς εἶπε ὅσα δοκίμασαν καὶ πὼς σώθηκαν, καὶ εἶναι ῾στὸ τάδε βουνό. Τότε δοξάσαμεν τὸν Θεὸν καὶ κάμαμε τὰ μεγαλύτερα γλέντια καὶ τραγούδια. Τὴν αὐγὴ σμίξαμε ὅλοι, ἦρθε κι᾿ ὁ Γκούρας εἰς τὶς Καταβόθρες. Ἐκεῖ κάμαμε τὰ γιατάκια νὰ κοιμηθοῦμε.
Μαθαίνομε ὅτι, ἀφοῦ πῆγαν πίσου ζωντανοὶ ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος κι᾿ ὁ Παλάσκας, ὁ Κωλέτης παρακινάγει καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς Διοικήσεως καὶ τοὺς στέλνουν πάλε ἀναντίον τοῦ Δυσσέα. Πῆγαν εἰς τὸ Δίστομον, ἦταν ἀνθρῶποι τοῦ Δυσσέα ἐκεῖ, τοὺς διῶξαν. Ἦταν καὶ Λιβαδίτες μὲ τὸ πνέμα αὐτεινῶν καὶ συντρόφοι του Κωλέτη. Πηγαίνουν καὶ ῾σ ἄλλα χωριά.8 Στέλνει ὁ Δυσσέας ν᾿ ἀνταμωθοῦν καὶ πήγανε εἰς τὴν Δρακοσπηλιά. Μαζώνει ὁ Δυσσέας τοὺς κατοίκους ὅλους καὶ τ᾿ ἀσκέρι του. Τοὺς λέγει ὁ Δυσσέας: «Διαβάστε ἀδελφοί, τὰ γράμματα (τὰ διάβασαν παρουσία). Ἀδελφοί, τοὺς λέγει, ὁ Ἄργειος Πάγος καὶ ἡ Κυβέρνησή σας εἶναι γνωστὸ ὅτι μὲ κατάτρεχαν καὶ μὲ κατατρέχουν. Ὅταν ἤμαστε εἰς τὴν Ἁγιαμαρίνα, ἐξ αἰτίας δικῆς μου, διὰ νὰ χαθῶ ἐγώ, ἀποφάσισαν νὰ χαθῆ καὶ τόσο ἀσκέρι. Διὰ νὰ μὴν πάθῃ ἡ πατρὶς διὰ ῾μένα ἔστειλα τὴν παραίτησή μου καὶ μὲ βαστήσετε ἐσεῖς ὅλοι στανικῶς. Τώρα ἡ Κυβέρνηση στέλνει ἀρχηγοὺς τὴν ἀφεντειά τους τὸν κύριον Ἀλέξη καὶ τὸν καπετὰν Παλάσκα. Ἡ ἀφεντειά σας – εἶναι ῾στὸ χέρι σας: Ἂν θέλετε αὐτούς, σκοτῶστε ἐμένα, ἂν θέλετε ἐμένα, σκοτῶστε αὐτούς». Τοὺς πιάσαν καὶ τοὺς σκότωσαν. Καὶ γλύτωσε ἀπὸ τοὺς δυὸ κατὰ ὥρας ὁ Κωλέτης.
Αὐτὰ ὅταν τὰ μάθαμε, (ἦρθε ἄνθρωπος) ἤμαστε ἀκόμα εἰς τὶς Καταβόθρες. Σηκωθήκαμε τὴν αὐγή, τοῦ Σαλώνου οἱ ἄνθρωποι, καὶ πήγαμε ἀπὸ κάτου τὴ Νευρόπολη καὶ ρίξαμε ὀρδί.Ἡ σεβαστὴ Κυβέρνηση λυπήθη πολὺ ὁποῦ ἄκουσε τὸν θάνατον αὐτεινῶν, κι᾿ ὄντως ἀγαθῶν πατριωτῶν, καὶ διὰ τὸν θάνατον αὐτεινῶν ἀποφασίστη νὰ σκοτωθῆ ὁ αἴτιος, ὁποῦ ῾ταν ὁ Δυσσέας, κ᾿ ἔπρεπε νὰ μπῆ ῾σ ἐνέργεια τὸ σκέδιον ὁποῦ εἶπε ὁ γραμματικός, ὁποῦ τὸν στείλαν ῾στὸν Νικήτα νὰ σκοτώση τὸν Δυσσέα καὶ νὰ μείνη αὐτὸς ἀρχηγὸς ὅσο νὰ μᾶς τελειώσουνε ὅλους οἱ καλοὶ κυβερνῆτες, τὰ παιδιὰ τῶν Τούρκων. Τώρα, σὰν δὲ θέλησε ὁ Νικήτας δι᾿ ἀρχηγός, φρόντιζαν νὰ κερδήσουνε τὸν Γκούρα. Μίαν ἡμέρα ἐκεῖ ὁποῦ ῾χαμε τ᾿ ὀρδὶ βλέπω ἕναν φραγκοφορεμένον, ἐγὼ τήραγα τὴν δουλειά μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ὁδηγοῦσα. Κουβέντιαζαν μυστικὰ ὁ Γκούρας, ὁ Τρακοκομνᾶς κι᾿ αὐτὸς ὁ καλὸς πατριώτης, ὁ φραγκοντυμένος. Ἀφοῦ ξηγήθηκαν πολὺ μυστικὰ ἀπὸ ῾μένα, ἔφυγε αὐτός. Σὲ ὀλίγες ἡμέρες μου λέγει ὁ Γκούρας: «Πάρε καμμιὰ δεκαριὰ ἀνθρώπους κι᾿ ἄφησε ἄλλον κεφαλὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους σου, κάπου θὰ πᾶμε». Ἀκολούθησα ὅ,τι μου εἶπε. Πᾶμε ῾στὴν Ἀγόριανη, εἰς τὸ χωριὸν τοῦ Τρακοκομνᾶ, ἦταν κι᾿ αὐτὸς ὁ ἴδιος μαζί μας. Τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Ὁ κόσμος κουβάλαγαν καὶ μᾶς κέρναγαν καὶ πίναμε κάμποσες ἡμέρες. Ἦρθε πίσου ὁ φραγκοκαταραμένος ἄρχισαν νὰ κουβεντιάζουν πάλε τὰ κρυφὰ οἱ τρεῖς τους, φύγαμε ἀπὸ τὸ χωριὸν καὶ πήγαμε σὲ κάτι στάνες. Ἐκεῖ ἦταν ἡσυχία περισσότερη διὰ μυστικά. Ἀφοῦ κουβέντιαζαν κρυφὰ ἀπὸ ῾μένα τόσον καιρό, μοῦ κακοφάνη πολύ. Τότε τοῦ λέγω τοῦ Γκούρα: «Θὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους μου νὰ πάγω εἰς τ᾿ ὀρδί, ὅτ᾿ εἶναι μοναχοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ Τοῦρκοι μας ἦρθε ἄνθρωπος καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἔρχονται ὁλοένα κ᾿ ἑτοιμάζονται νὰ μποῦνε μέσα καὶ θὰ σκλαβώσουνε τὸν κόσμον, κ᾿ ἐμεῖς τρῶμε τὰ πράματά τους καὶ στέκονται ὁλόρθοι καὶ μᾶς κερνᾶνε». Δὲν μ᾿ ἄφησε νὰ φύγω. Ἄρχισαν νὰ μοῦ φανερώσουν τὸ μυστικὸν ὁ Γκούρας κι᾿ ὁ Κομνᾶς (ὁ Φράγκος εἶχε φύγη). Μοῦ λέγει ὁ Γκούρας: «Ἡ Δίοικηση θέλει νὰ μὲ κάμη χιλίαρχον κι᾿ ἀρχηγὸν τῆς Λιβαδειᾶς εἰς τὸ ποδάρι τοῦ Δυσσέα, φτάνει νὰ σκοτώσω τὸν Δυσσέα. Καὶ εἶναι εἰς τὸν Ἅγιον Λουκᾶ ὁ Δυσσέας κλεισμένος καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα εἶναι ὁ Λάππας ὁ Λιβαδίτης, ὁ Τριανταφυλλίνας κι᾿ ἄλλοι Λιβαδίτες καὶ χωργιάτες, ὡς χίλιοι ἄνθρωποι θὰ μαζωχτοῦν, καὶ νὰ πᾶμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ τοὺς πάρωμε νὰ πᾶμε νὰ τὸν βαρέσουμε. Καὶ τὸ εἴχαμε μυστικὸ ἀπὸ σένα νὰ μή μας κάμης ἀντενέργειαν καὶ δὲν θελήσης νὰ μᾶς ἀκολουθήσης». Τοὺς εἶπα: «Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἄνθρωπος ὀμπρὸς στοὺς δυὸ ἐσᾶς, οὔτε τὸ καλό μου ὠφελεῖ, οὔτε τὸ κακό μου ζημιώνει. Ἄν μου τὸ λέτε νὰ πᾶμε νὰ τὸ κάμωμε, νὰ πᾶμε, ἂν εἶναι νὰ δώσω καὶ γνώμη καὶ δὲν σᾶς βαρύνη, νὰ δώσω, ἂν ἔχω τὴν ἄδειά σας». Μοῦ λένε καὶ οἱ δυό: «Ἔχεις γνώμη, ὅτ᾿ εἶσαι ἀδελφός μας καὶ τὰ καλά, εἶσαι σύντροφος καὶ εἰς τὰ κακά. – Ἂν εἶμαι σύντροφος λοιπόν, θὰ δώσω τὴν ταπεινή μου γνώμη, ἔχω δικαίωμα. Ἂν πάρης ἐσύ, Γκούρα, τὴν ἀρχηγία τῆς Λιβαδειᾶς, ἔχω κ᾿ ἐγὼ τὸ μερίδιόν μου ἢ ὄχι; – Πρῶτος εἲμ᾿ ἐγώ, λέγει ὁ Γκούρας, δεύτερος ὁ Κομνᾶς κ᾿ ἐσύ. – Ὁ σύντροφος ὁ τίμιος πότε εἶναι τίμιος; Ὅταν λέγη τὴν ἀλήθεια τοῦ φίλου του κι᾿ ἂς χάνη τὸ νιτερέσιόν του, ἢ ὅταν τράγη τὸ νιτερέσιον κι᾿ ἂς χαθῆ ὁ φίλος του κι᾿ ἂς διατιμηθῆ κι᾿ ἂς κιντυνέψη; – Ὄχι, λέγει ὁ Γκούρας, ὁ πιστὸς σύντροφος πρέπει νὰ λέγη τὴν ἀλήθεια κι᾿ ὅ,τι θὰ τοῦ συβοῦν ὕστερα ἂς τοῦ συβοῦν. – Ἢ καϊμένη ἡ πατρίδα ἁμαρτίες ὁποῦ ῾χε καὶ γύρευε νὰ τὴν λευτερώσουμε ἐμεῖς οἱ ἀνθρωποφάγοι, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί! Κ᾿ ἔχομε ἀρετὴ νὰ λευτερώσουμε πατρίδα ἐμεῖς κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ μας κυβερνοῦν; Τώρα ἔβαλαν τὸν Δυσσέα σκότωσε τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο, τὸν σεβάσμιον ἄρχοντα. Πόσο ψυχώνει ἡ Τουρκιὰ μ᾿ αὐτό, πόσο ἀδυνατίζομε ἐμεῖς! Τὸ ἴδιον καὶ τὸν Παλάσκα. Δὲν εἶναι ἀληθινὸ ὁποῦ τὸν ἔβαλαν, τὸν Δυσσέα, αὐτεῖνοι καὶ τοὺς σκότωσε; Τοὺς ἔστειλαν δυὸ ξένους μέσα εἰς τὸ σπίτι του, ῾στὸν τόπο τοῦ τὸν πατρικόν, καὶ τὸν φορτώθηκαν αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους του. Ποιὸν ἄλλον καπετάνιον πείραξαν; Τὸν Πανουργιά, τὸν Καλτζοδῆμο, ἄλλον κανένα; Μόνον τὸν Δυσσέα. Καὶ σὰν σκοτώσουν αὐτόν, ὕστερα ἐσᾶς, κ᾿ ἐμᾶς μας σκοτώνουν μὲ τὰ πράσα, ὄχι μὲ ντουφέκια καὶ σπαθιά. Τί ἔκαμε ὁ Δυσσέας; Ὅτι πῆγε νὰ σκοτώση Τούρκους ἤθελαν νὰ χάσουνε αὐτὸν κι᾿ ὅλο του τὸ στράτεμα. Τί νὰ ῾κάνε; γύρεψε νὰ παρατηθῆ, τὸν βάσταξαν οἱ κάτοικοι καὶ τ᾿ ἀσκέρι. Ἦρθαν αὐτεῖνοι, τοὺς σκότωσε. Κακὸ εἶναι μεγάλο. Τώρα βαίνουν ἐσένα νὰ σκοτώσης τὸν Δυσσέα, αὔριον θὰ βάνουν ἐμένα, σκοτώνω ἐσένα. Καὶ νὰ τὸ καρτερῆς! Κ᾿ ἔτζι θὰ μᾶς φᾶνε ὅλους. Λὲς νὰ πᾶμε νὰ βαρέσουμε τὸν Δυσσέα, ἀμμ᾿ ἐκεῖνος εἶναι ἀδύνατος, ὁποῦ ῾χει τόσους ἀνθρώπους καὶ βαστάει θέσιν δυνατή; Νὰ πιάσουμε τὸ ντουφέκι, οὔτε ἐκεῖνος θὰ κάμη τίποτα ἐμᾶς, οὔτε ἐμεῖς ἐκείνου. Θὰ μποῦνε μονάχα οἱ Τοῦρκοι μέσα καὶ θὰ κυργέψουν τὴν πατρίδα κ᾿ ἐμεῖς θὰ πολεμοῦμε, καὶ θὰ μᾶς πιάσουνε οἱ κάτοικοι νὰ μᾶς δώσουνε τῶν Τούρκων νὰ μᾶς κόψουν τὸ κεφάλι. Κι᾿ ὁ Λάππας κι᾿ ὁ Μῆτρο Τρανταφυλλίνας οἱ Λιβαδίτες, ὁποῦ ῾ναι ἀναντίον τοῦ Δυσσέα ῾στὴν Ἀράχωβα, προσκυνοῦν τοὺς Τούρκους κ᾿ ἡσυχάζουν, καὶ θὰ μᾶς πιάσουνε κ᾿ ἐμᾶς νὰ μᾶς δώσουνε τῶν Τούρκων. Ἢ ὁ Δυσσέας, ἂν τὸν στενέψωμε, πάγει μὲ τοὺς Τούρκους. Καρτερᾶτε τότε λευτεριὰ τῆς πατρίδος, καὶ νὰ μείνωμε καὶ ζωντανοί. Κλαίγει ὁ Κωλέτης καὶ οἱ ἄλλοι κυβερνῆται μας τὸν χαμὸν τοῦ Ἀλέξη καὶ Παλάσκα σὰν τὴν φώκια, ὁποῦ κλαίγει τὸν πνιμένον ὅσο ὁποῦ σαπίζει, καὶ κάθεται καὶ τὸν τρώγει. Ἔτζι θὰ φᾶνε κ᾿ ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς. Σὲ συβουλεύω, ἀδελφὲ Γκούρα, νὰ πᾶς ν᾿ ἀνταμωθῆς μὲ τὸν Δυσσέο καὶ ν᾿ ἀδελφωθῆς καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὰ πόστα μας, ὅτι θὰ μποῦνε οἱ Τοῦρκοι ἀντουφέκηγοι καὶ θὰ δώσουμε λόγον δι᾿ αὐτὸ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ῾στοὺς ἀνθρώπους. Κι᾿ ὅταν ὑπάρξῃ ἡ πατρίς, δὲν σοῦ χρειάζονται ἀρματωλίκια, παίρνεις τὶς τιμὲς τῆς πατρίδος, βαθμοὺς καὶ δόξες, καθὼς γίνεται καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλα τὰ ἔθνη, ὁποῦ τιμοῦν καὶ δοξάζουν τοὺς ἄξιους καὶ τίμιους ἀξιωματικούς τους. Κι᾿ αὐτὰ τὰ καπεντανλίκια ἦταν κλέφτικα πράματα, ὅταν ἦταν οἱ Τοῦρκοι ῾στὴν πατρίδα μας ἀφεντάδες. Ἐμεῖς ὅμως παιδευόμαστε διὰ λευτεριὰ καὶ δι᾿ αὐτό μας κερνοῦν ὁλόρθοι οἱ κάτοικοι κ᾿ ἔχουν τὶς ἐλπίδες τοὺς ῾σ ἐμᾶς, καὶ μᾶς πλερώνουν καὶ μᾶς ταγίζουνε, καὶ τοὺς βάνομε ὀμπρὸς εἰς τὸν πόλεμον καὶ σκοτώνονται αὐτεῖνοι καὶ δοξαζόμαστε ἐμεῖς».
Τότε, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, μετανόησε πολὺ καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάγω ῾στὸν Ἅγιον Λουκᾶ νὰ μιλήσω μὲ τὸν Δυσσέα ν᾿ ἀδελφωθοῦνε καὶ νὰ ῾βγωμε ἔξω. Τοῦ εἶπα: «Δὲν πάγω μόνος μου, νὰ πάγωμε ἀντάμα». Αὐτὸς ἤθελε νὰ πάγῃ πρῶτα εἰς τὸ Σάλωνα νὰ μαλλώσῃ μὲ τοὺς ντόπιους, ὅτι τοὺς ζητοῦσε ἕνα χωργιόν, τὸ Ξεροπήγαδο, νὰ τοῦ χαρίσουνε καὶ ὡς χίλιες ρίζες ἐλιές. Τοῦ εἶπα καὶ πήγαμε ἀντάμα εἰς τὸ Σάλωνα καὶ μίλησα μυστικῶς τῶν νοικοκυραίων καὶ τὰ διόρθωσαν. Κ᾿ ἔστειλα κι᾿ ἄνθρωπον κρυφὰ εἰς τὸν Δυσσέα καὶ τοῦ εἶπα νὰ μὴν τοῦ μιλήσῃ ἄγρια τοῦ Γκούρα, ὅταν ἀνταμωθοῦμε, νὰ φερθῇ γνωστικά. Σηκωθήκαμε καὶ πήγαμε εἰς τὸν Ἅγιον Λουκᾶ κι᾿ ἀνταμωθήκαμε μὲ τὸν Δυσσέα καὶ φιληθήκαμε καὶ οἱ τέσσεροι. Τοῦ εἶπε ὁ Κομνᾶς τὰ αἴτια κι᾿ ὅτι ἐγὼ τὰ συβίβασα καὶ δὲν εἶχε ποῦ νὰ μὲ βάλη ὁ Δυσσέας.
Κι᾿ ἀφοῦ σάσαμε αὐτά, ὅλοι μαζὶ κινήσαμε διὰ τ᾿ ὀρδί. ῾Στὸν δρόμον πῆρε ὁ Δυσσέας ἐμένα καὶ τὸν Τρακοκομνᾶ καὶ πήγαμε τὴν νύχτα κ᾿ ἔβγαλε ἕναν τενεκὲ γιομάτον φλουρί, διακόσες τριανταπέντε χιλιάδες γρόσια, καὶ πλέρωσε τοὺς ἀνθρώπους του, κι᾿ ὅσα μείναν τά ῾χωσε πίσου. Πηγαίνοντας εἰς τ᾿ ὀρδί, ὡς τὸ βράδυ ἦρθε ὁ τζασίτης ὁποῦ ῾χαμεν εἰς τὸ Ζιτούνι καὶ μᾶς εἶπε ὅτι σὲ δυὸ ῾μέρες ὁ Δράμαλης κινεῖται μ᾿ ὅλες τὶς ἑτοιμασίες διὰ μέσα ἀπὸ τὰ στενά. Τότε στείλαμε παντοῦ ν᾿ ἀναμερήσουνε τὰ γυναικόπαιδα καὶ ζωντανά. Ἤρθανε καὶ οἱ νοικοκυραῖγοι ἀπὸ τὰ Σάλωνα κ᾿ ἤθελαν νὰ στείλῃ ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας εἰς τὸ Μισολόγγι, ὁποῦ ῾ταν ὁ Μαυροκορδᾶτος Διευθυντής, νὰ δώσῃ τέσσερα καράβια νὰ περνάσουμεν τὰ γυναικόπαιδα εἰς τὴν Πελοπόννησον. Στείλαν ἐμένα καὶ τὸν Παπαηλιόπουλον εἰς Μισολόγγι. Ἑτοιμάζαμε τὰ καράβια, μάθαμε μπῆκε ὁ Δράμαλης εἰς Κόρθο ἀντουφέκηγος, ὅτι οἱ κάτοικοι πῆγαν νὰ κρύψουν τὶς φαμελιές τους. Εἰς τὰ Ντερβένια τοὺς χτύπησαν. Κι᾿ ἀφοῦ τοὺς εἶδε τοὺς Τούρκους ἀπὸ μακρυὰ ὁ Ἀχιλλέας, ὁ νέος ἀξιωματικὸς τῆς Κυβερνήσεώς μας, ἄφησε ῾φοδιασμένο κάστρο καὶ πῆρε τόσο ἀσκέρι κ᾿ ἔπιασε τὰ βουνά. Κι᾿ ὕστερα σκοτώθηκε.
Τέτοιους ἀξιωματικοὺς θέλει ἡ Κυβέρνησή μας νὰ λευτερώσῃ τὴν πατρίδα, νέους, τοὺς παλιοὺς σκότωμα. Μπεζέρισαν ν᾿ ἀκοῦνε Γῶγο μὲ ὀγδοήντα ἕνα ἄνθρωπον νὰ βαστήξῃ ἕξι χιλιάδες καὶ νὰ γιομίσῃ ὁ τόπος σκοτωμένους. Ν᾿ ἀκοῦνε ἑφτακόσους ἀνθρώπους νὰ χαλάσουν τόσες χιλιάδες. Ν᾿ ἀκοῦνε Δυσσέα μ᾿ ἑκατὸ ἀνθρώπους σὲ μίαν μάντρα νὰ κόψουνε τὴν πρώτη ὁρμὴ τῶν Τούρκων. Θέλουν Ἀχιλλέα οἱ Κυβερνῆται ν᾿ ἀφίνῃ ἀντουφέκηγον κάστρο, ὁποῦ ῾ναι πλησίον τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὸ ψήλωμα κ᾿ εἶχε κι᾿ ὅλα του τ᾿ ἀναγκαῖα. (Ἡ μαγαρισιὰ τὸ φκυάρι της θέλει). Βαρέθηκαν οἱ ἄνθρωποι ν᾿ ἀκοῦνε Ἀλέξη Νοῦτζο, ποὺ ξόδιασε ὅλα του τὰ χρήματα καὶ πούλησε καὶ τὰ τζιβαϊρικά του μισοτιμῆς εἰς τὴν Ἁγιαμαύρα καὶ πλέρωνε τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ εἰς τὴν Λαγκάδα ἔκοβα ἐγὼ ξύλα νὰ φκειάσουμε φωτιὰ νὰ ζυμώσουμε ψωμὶ κι᾿ ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος φορτώνεταν τὰ ξύλα καὶ τὰ κουβάλαγε. Τὸν στείλανε καὶ σκοτώθηκε σὰν σκυλί. Ἄχ, οὐρανέ, μὴν τὸ φτουρᾶς, μὴ βαστᾶς τὴν ἐπιβουλὴ τῶν ἀχάριστων ἀνθρώπων! Κι᾿ ὁ Δυσσέας δὲν ἦταν καλύτερος. Αὐτὸν θὰ τὸν κρέμαγε ὁ Ἀλήπασσας εἰς τὰ Γιάννενα, ὁποῦ τὸ᾿ ῾φταιξε, ὁ Νοῦτζος τὸν γλύτωσε. Ἔκαμε κι᾿ αὐτὸς τὴν ἀνταμοιβὴ εἰς τὸν εὐεργέτη του.
Τὰ 1822, τοῦ Γιούνη ἡ ἔβγα ἀπάνου κάτου, ἀφοῦ μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι μέσα καὶ πῆγαν ῾στὸν Μοριᾶ, δὲν μπόρεσαν νὰ μπάσουνε ζαϊρέδες, ὅτι καθημερινῶς τοὺς πολεμούσαμε κλέφτικα εἰς τὰ στενώματα. Τότε μία ποσότη Τούρκων ἔπιασαν τὴ Νευρόπολη, ὡς τόπος δυνατός, κι᾿ ἄνοιξαν καὶ τὸν δρόμον διὰ νὰ περνοῦν ζαϊρέδες εἰς Πελοπόννησο, εἰς Ἀθήνα ἀπόξω, ὁποῦ ῾χαν ὀρδιὰ κατ᾿ τὸν Ρωπόν, εἰς Ἔγριπον, καὶ νὰ ῾φοδιάζουνε ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη. Τότε συναχτήκαμε ὅλα αὐτὰ τ᾿ ἀσκέρια τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ πήγαμε καὶ τοὺς πολεμήσαμε γενναίως (κι᾿ αὐτεῖνοι πολέμησαν παληκαρίσια). Τοὺς τζακίσαμε, τοὺς πήραμε τ᾿ ἀργαστήρια τους, σκοτώσαμε ἀπὸ αὐτούς, τοὺς πήραμε τόσα λάφυρα, τοὺς βγάλαμε ἀπὸ τὶς θέσες τους καὶ κλείστηκαν ῾σ ἕνα δυνατὸν μέρος. Τοὺς βάλαμε κ᾿ ἕνα κανόνι καὶ τοὺς χτυπάγαμε. Τοὺς πήραμε τὸ νερόν τους καὶ τοὺς στενέψαμε πολύ. Τοὺς πολεμήσαμε ἀπὸ τὸ μεσημέρι ὡς τὴν αὐγή. Τοὺς ἦρθε ἕνα μιντάτι, τὸ χαλάσαμεν. Τοὺς ἦρθε κι᾿ ἄλλο ἀπὸ τὴν Ἀλαμάνα κ᾿ ἔγιναν τότε πολὺ δυνατοί, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, κι᾿ ἀναχωρήσαμε μόνοι μας, ἄβλαβοι. Πῆγε ὁ καθεὶς εἰς τὸ πόστο του κ᾿ ἐμεῖς εἰς τὴν Γραβιά. Καὶ τοὺς βαρούσαμε κλέφτικα πάντοτες.
Σὲ ὀλίγες ἡμέρες ξαναπήγαμε συστηματικώτερα, τοὺς πολεμήσαμε δυὸ μερόνυχτα. Ταμπουρωθήκαμε σὲ τρεῖς μεριὲς πολλὰ πλησίον τους. Πανωκέφαλα ἦταν ὁ Δυσσέας, βορεινά, ἀνατολικῶς ἐμεῖς, τοῦ Σαλώνου, δυτικῶς οἱ Λιδορικιῶτες, Σαφάκας καὶ οἱ ἄλλοι. Τοὺς καταφανίσαμε, τοὺς μαζώξαμε ῾σ ἕνα μέρος ὅλους μαζί. Κάναν γερούσια ἀπάνου μας, πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Τοὺς ἦρθαν πάλε μιντάτια ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τὰ πόστα κι᾿ ἀπὸ τὸ Ζιτούνι. Σώσαμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ πολεμοφόδια. Αὐτεῖνοι εἶχαν σκοπὸν τὴν αὐγὴ νὰ μᾶς κλείσουνε μέσα, καὶ χωρὶς πολεμοφόδια καὶ ζαϊρὲ θὰ κιντυνεύαμε. Τότε τὰ χαράματα τραβηχτήκαμε χωρὶς νὰ μᾶς νοιώσουνε. Κι᾿ ὅταν θὰ περάσουν ζαϊρέδες κάποτε, ἐκεῖ ὁποῦ ρίχναν ὀρδὶ τοὺς βαρούσαμε τὴν νύχτα, ῾στὴν Πέτρα ἢ ἀλλοῦ, καὶ δὲν τελεσφοροῦσαν ποτέ. Κι᾿ ὁ γενναῖος κι᾿ ἀτρόμητος Θανάσης Σκουρτανιώτης μὲ διαλεμένους ἀπὸ τὴν Φήβα καὶ κάτου δὲν τοὺς ἄφινε νὰ ξεμυτίσουν. Τοὺς ἀφάνιζαν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Ἔπαθε διὰ τὴν λευτερίαν καὶ θυσιάστη αὐτὸ τὸ σπίτι ὅλως δι᾿ ὅλου.
2. Πέθανε ὁ καϊμένος καὶ δὲν ἀνταμωθήκαμε. Ὁ Θεὸς μακαρίζη τὴν ψυχή του.
3. Ὁ Κωλέτης, καθὼς λένε, ἔγραψε τοῦ Κιουτάγια κάποτε νὰ γυρίση μ᾿ αὐτόν. τὸ γράμμα του ὁ Κιουτάγιας τὸ ῾δειξε τοῦ Τάτση Μαγγίνα ὅταν τὸν ἔπιασε σκλάβον εἰς τὸ Μισολόγγι, κι᾿ ὅταν λευτερώθη ὁ Μαγγίνας, τὸ εἶπε αὐτὸ παρουσία, καὶ τί ἔγραφε τὸ γράμμα, εἰς τὸ Βουλευτικὸν σῶμα, εἰς τὴν Αἴγινα, κ᾿ ἔγινε τόσος καυγᾶς μ᾿ ὅλους τους βουλευτάς. Παιδιὰ τῶν Τούρκων ἔχομεν ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν, καὶ δυστυχία καὶ τῆς πατρίδος καὶ ἐμᾶς. Κι᾿ ἄλλοι εἶναι παιδιὰ τῶν Τούρκων, ἄλλοι παιδιὰ ἀλλουνῶν χειρότερων ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἡ πατρὶς ἡ δυστυχὴς κυβέρνησιν δὲν εἶδε μὲ τὰ μάτια της, οὔτε θὰ ἰδῇ. Κι᾿ ὁ Θεὸς νὰ βγάλῃ ἐμέναν ψεύτη κι᾿ ἄδικον κι᾿ αὐτοὺς πατριῶτες καὶ ἀληθινούς.
4. Ὁ Ἀκουμπέτι (τὸ χειρόγραφον ἀκοπίτι· ἡ λέξις τουρκική, σημαίνουσα «τέλος πάντων») ὁ Δυσσέος ὁ δυστυχὴς τὸν ἔφαγαν. Ἀκολούθως γράφω δι᾿ αὐτό.
5. Ποῖον ζῶον δὲν ἔχει τὸν ὁδηγόν του;
6. Καθὼς τὴν ἔκαμε καὶ τὴν ἔχει ὡς τὴν σήμερον μέσα εἰς τὸ σπίτι του σὰν γυναίκα του.
7. Καὶ ἦταν τυχεροὶ ὁποῦ πέθαναν ἐνδόξως καὶ γλύτωσαν ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Κωλέτη, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Μεταξᾶ κι᾿ ἀλλουνῶν τέτοιων πατριώτων.
8. Τοὺς ἔπιασε ὁ Δυσσέας καὶ γράμματα, ὁποῦ γράφαν νὰ τὸν σκοτώσουν.