Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον A'. 1797-1827. κεφ. 7

Ἀποστολὴ τοῦ Μακρυγιάννη εἰς Ἀρκαδιάν ὡς πολιτάρχου μετ᾿ ἐκτελεστικῆς δυνάμεως. - Ἀπόβασις Αἱγυπτίων εἰς Μεσσηνίαν. - Ἐκστρατεία ὑπὸ τὸν Γ. Κουντουριώτην εἰς Μεσσηνίαν. - Δυσαρέσκειαι Ῥουμελιωτῶν. - Παρασκευαὶ πρὸς ἐκστρατείαν τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἀντίδρασις τοῦ διοικητοῦ Ἀρκαδίας κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ῥαδιουργία ἀρχιερέως κατὰ τῆς στρατολογίας αὐτοῦ. - Ὁ Κατσῆς Μαυρομιχάλης ἀποστέλλεται ὑπὸ τῆς πολιορκουμένης φρουρᾶς τοῦ Νεοκάστρου πρὸς τὸν Μακρυγιάννην. - Ὁ Μακρυγιάννης εἰς Παλαιοὺς Ναυαρίνους. - Ἐχθροπραξίαι πρὸς τοὺς Αἱγυπτίους. - Ὁ Μακρυγιάννης εἰσέρχεται εἰς Νεόκαστρον. - Ἐξελθὼν πάλιν μάχεται κατὰ τῶν ἐχθρῶν εἰς Π. Ναυαρίνους. - Δυσαρέσκειαι τῆς φρουρᾶς τοῦ Νεοκάστρου κατὰ τοῦ Κουντουριώτου. - Ἐξευμένισις αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἀπόβασις Αἱγυπτίων εἰς Σφακτηρίαν. - Ἥττα τῶν ἐπ᾿ αὐτῆς Ἑλλήνων. - Ἔξοδος τῆς φρουρᾶς τοῦ Νεοκάστρου. - Παράδοσις τῶν Παλαιῶν Ναυαρίνων. - Λυσσώδης κατὰ τοῦ Νεοκάστρου ἐπίθεσις. - Προτάσεις παραδόσεως. - Ἀπαράδεκτοι ἀπαιτήσεις τῆς φρουρᾶς. - Καταπυροβολισμὸς τοῦ φρουρίου ἐκ τῶν πλοίων. - Λειψυδρία ἐν τῷ φρουρίῳ. - Συνέντευξις ἐπιτροπῆς τῆς φρουρᾶς πρὸς τὸν Ἰμβραΐμ. - Διάλογος τοῦ Μακρυγιάννη μετ᾿ αὐτοῦ. - Διαπραγματεύσεις τῶν ὅρων τῆς παραδόσεως. - Ἔναρξις τῆς παραδόσεως. - Δολία διαγωγὴ τοῦ Ἰμβραΐμ. - Ἐπιβίβασις τῆς παραδοθείσης φρουρᾶς εἰς Εὐρωπαϊκὰ πλοῖα. - Παρασπονδία τοῦ Ἰμβραΐμ. - Ἐπεισόδιον εἰς τὸν Μακρυγιάννην ἐπὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ πλοίου. - Ἄφιξις εἰς Καλαμάταν. - Μετάβασις τὸν Μακρυγιάννη εἰς Τριπολιτσᾶν. - Ἀπαιτήσεις τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν ἀνδρῶν. - Ὁ Μακρυγιάννης ἐν Ναυπλίῳ.

Τῆς Κυβερνήσεως τῆς ζητοῦσα διαταγὴ νὰ βγῶ εἰς τὴν Ρούμελη, νὰ φύγω ἀπὸ ῾δώ μέσα, ὅτι μπεζέρησα, καὶ ὑποσκέθη νὰ μὲ διατάξη νὰ πάγω εἰς Ρούμελη. Τότε ἦρθε ἀναφορὰ ἀπὸ τῆς Ἀρκαδιᾶς τοὺς κατοίκους καὶ μὲ ζητοῦσαν νὰ μὲ στείλη ἡ Κυβέρνηση νὰ πάγω μ᾿ ἐκτελεστικὴ δύναμη ῾στὴν Ἀρκαδιά. Ὅτι ὅσα τοὺς εἶπα ὅταν πῆγα εἰς τὸ Λιάτανι, καὶ τοὺς σύναξα καὶ τοὺς μίλησα – ὁποῦ θὰ τοὺς πλακώσουν Καραϊσκαῖοι, Καρατασσαῖοι, Σουλιῶτες κι᾿ ἄλλοι, «καὶ θ» ἀφανιστῆτε, ὅμως νὰ κλίνετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν – αὐτοὶ ἄκουγαν τὸν ἅγιον Πρωτοσύγκελον, τὸν συνβουλάτορα τοῦ Κολοκοτρώνη, καὶ τὸν Γληγοριάδη καὶ τοὺς πρόκοψαν, ἄλλοι πᾶνε εἰς τὴ Νύδρα, καὶ τ᾿ ἀσκέρια, ὁποῦ ῾ναι μέσα εἰς τὴν Ἀρκαδιὰ καὶ χωριὰ τοὺς γιομάτα, τοὺς γυρεύουν τῶν Ἀρκάδιων φακὶ εἰς τὸ σουφλί. Αὐτείνη τὴν καλωσύνη τοὺς κάμαν οἱ καλοὶ πατριῶτες, ἀφάνισαν τὴν πατρίδα γενικῶς κάθε ὀλίγον μὲ τοὺς ἐφύλιους πολέμους καὶ νέες φατρίες καὶ σκοτωμούς. Κι᾿ ἀφανίστηκαν κ᾿ οἱ κάτοικοι ὅλοι. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνηση μὲ διάταξε χωρὶς ἄλλο νὰ πάγω εἰς τὴν Ἀρκαδιά, ἐγὼ ἤθελα νὰ πάγω εἰς Ρούμελη. Ἦρθαν κι᾿ Ἀρκάδιοι ἐπίτηδες στελμένοι, μὲ περικάλεσαν κι᾿ ὅσοι σημαντικοὶ Ἀρκάδιοι εἶναι εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, ἀποφάσισα νὰ πάγω, καὶ τὰ 1825 Φλεβάριον μήνα πῆγα εἰς τ᾿ Ἀρκαδιά. Διάλεξα διακόσους ἀνθρώπους, ἔδιωξα τὴν σαβούρα καὶ πῆγα μ᾿ αὐτούς. Πηγαίνοντας, τὴν ἄλλη ἡμέρα μαθαίνομε ὅτι ὁ Μπραΐμης ξεμπαρκάρισε εἰς τὰ κάστρα Μοθώνη, Κορώνη καὶ Νιόκαστρο. Πρὶν μαθευτῆ τὸ βγάλσιμο τοῦ Μπραΐμη εἰς τὰ κάστρα, ἐκρίθη εὔλογον ὅσα ἀσκέρια ἦταν διὰ τοὺς ἀναντίους εἰς τὴν Πελοπόννησον νὰ συναχτοῦνε ὅλα κι᾿ ἄλλα ἀπὸ τοὺς κατοίκους, νὰ γένη μία μεγάλη δύναμη καὶ νὰ κινηθοῦμε διὰ τοὺς Τούρκους τῆς Πάτρας. Καὶ συνάχτηκαν περίτου ἀπὸ δεκάξι χιλιάδες, καὶ κεφαλὴ ὁ Κουντουριώτης, καὶ ἦταν εἰς τὴν Μεσσηνίαν ὁποῦ συνάζονταν καὶ εἰς τὴν Ἀρκαδιά. Καὶ στείλαν καὶ πολεμοφόδια καὶ ζαϊρέδες. Καὶ ἦταν μὲ τὸ καράβι τοῦ Τζαμαδοῦ κι᾿ ἄλλα καράβια εἰς τὸ λιμάνι τοῦ Νιόκαστρου. Ἡ δυστυχία εἶναι ὅτι οἱ δυὸ μεγαλοκέφαλοί μας Μαυροκορδάτος καὶ Κωλέτης ζηλεύει ἕνας τὸν ἄλλον, κι᾿ ὅ,τι καλὸ κάμη ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χαλάγει ὁ ἄλλος. Δία νὰ μὴν πάγη ὁ Κωλέτης, καθὼς ἦταν διαταμένος, μὲ τοὺς Ρουμελιῶτες, τὸ χάλασε αὐτὸ ὁ Μαυροκορδάτος καὶ ῾νέργησε καὶ πάγει κεφαλὴ ὁ Κουντουργιώτης. Κι᾿ αὐτὸ τὸ σκέδιον ἦταν τοῦ Μαυροκορδάτου, νὰ μὴν γένη τίποτας καλὸ εἰς τὴν πατρίδα, καθὼς δὲν ἔγινε.
Διορίζεται ὁ Κουντουργιώτης, διορίζει καὶ τὸν Σκούρτη τὸ Νυδραῖον ἀρχιστράτηγόν του, κι᾿ ὅσο ἤξερε ὁ ἕνας ἤξερε κι᾿ ὁ ἄλλος ἀπὸ πόλεμον. Τότε μπῆκαν σὲ δυσαρέσκεια ὅλοι οἱ σημαντικοὶ ἀρχηγοὶ ὁποῦ ῾ταν ἐκεῖ, ὁποῦ εἴδανε τὸ Σκούρτη ἀρχιστράτηγον ἀπάνου– εἰς τὸν Καρατάσιον, εἰς τὸν Καραϊσκάκη, εἰς τὸν Χατζηχρῆστο, εἰς τὸν Τζαβέλα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ὁ Κουντουριώτης, κουτός, ἀφοῦ εἶδε ὁποῦ ῾ναι αὐτὸς ἀμαθὴς ἀπὸ αὐτά, ἀντὶς νὰ βάλη ἀρχηγὸν νὰ σώση τὴν πατρίδα κι᾿ αὐτὸς νὰ δοξαστῆ, κατὰ δυστυχίαν ἀπὸ τὸ «ὅμως» δὲν ξέρει ἄλλο, καὶ ἔβαλε τὸν Σκούρτη νὰ διοικήση καὶ νὰ ὁδηγήση καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ξηρᾶς ὁ θαλασσινός, ἁπλὸς ἀξιωματικὸς – οὔτε καὶ τῆς θάλασσας τὸν πόλεμον δὲν τὸν γνώριζε καλά. Ἔλεγε τῶν στεργιανῶν, «Ὄρτσα, πότζα!» Ἐκεῖνοι ἔλεγαν «Τί λέγει αὐτός, γαμῶ τὸ καυλί τ᾿ ;» Τέλος πάντων ὁ πατριωτισμὸς ὅλων αὐτεινῶν καὶ τῆς συντροφιᾶς τους, ἡ ψύχωση τῆς φατρίας καὶ ἡ διαίρεση κι᾿ ὁ ἐνφύλιος πόλεμος καὶ ἡ διχόνοια τῶν μεγαλοκέφαλων Κωλέτη καὶ Μαυροκορδάτου, διὰ νὰ μὴν δοξαστῆ ὁ ἕνας καὶ χάση ὁ ἄλλος, καὶ τὸ «ὅμως» τοῦ Σκούρτη καὶ τὸ «καυλί» τῶν Ρουμελιώτων – ὁ Μπραΐμης μπῆκε στὴ Πελοπόννησο καὶ τὴν ἔκαμε γῆ Μαδιὰμ ὄχι ἀπὸ τὴν παληκαριὰ τῶν Ἀράπηδων, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁποῦ λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ἀσκέρια, τὸ ἄνθος τῶν Ἑλλήνων, Ρουμελιῶτες, Πελοποννήσιοι – ὕστερα βγάλαν καὶ τοὺς ἀρχηγούς τους ἀπὸ τὴ Νύδρα – Σπαρτιάτες κι᾿ ἀπ᾿ ἄλλα μέρη, ὅλοι αὐτεῖνοι κάθονταν εἰς τὶς Χῶρες καὶ εἰς τ᾿ ἄλλα χωριὰ καὶ τρώγαν ἀρνιὰ καὶ κόττες, κι᾿ ὁ Ἀράπης ὅταν τοὺς εὕρισκε τοὺς ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αὐτὰ κάνει ἡ διαίρεση καὶ ἡ διχόνοια.
Ἀφοῦ ἤμουνε εἰς τὴν Ἀρκαδιά, ἄκουγα τὸν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νὰ καθίσω μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τρακόσιους ἄντρες διαλεχτοὺς ὁποῦ ῾χα. Τὸ λέγω τοῦ διοικητῆ τῆς Ἀρκαδιᾶς, νὰ τοῦ ἀφήσω ἕναν ἀξιωματικὸν μὲ πενήντα ἀνθρώπους καὶ νὰ πάγω μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδος. Μ᾿ ἀποκρίνεται: «Δὲν ἔχεις νὰ πᾶς πουθενά, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ ῾κείνους ὁποῦ κατεβάζω κι᾿ ἀνεβάζω στρατηγούς». Ἦταν ἕνας μπαρμπέρης, φίλος του ἀρχηγοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Πρωτοσύγκελου κι᾿ ἀλλουνῶν. Ἐγὼ ῾λεγα νὰ πάγω νὰ σκοτωθῶ μὲ τοὺς ὀχτρούς, αὐτὸς γύρευε νὰ μοῦ γκρεμίση τὸν βαθμό μου. Τοῦ μίλησα δι᾿ αὐτό, τοῦ κακοφάνη. Εἶπε ἑνοῦ ἀνιψιοῦ του ὁποῦ ῾χε εἰς τὸ ψωμὶ καὶ γεμεκλίκια καὶ μᾶς τὰ ῾κοψε. Πῆγα καὶ τὸν ἔπιασα καὶ τὸ᾿ ῾δωσα ἕνα ξύλο διὰ πεθαμόν, κι᾿ ἂν δὲν πήδαγε ἀπὸ τὸ παλεθύρι κάτου ὁ διοικητής, δὲν ξέρω ἂν ἔμενε ζωντανός. Τότε ἀγόρασα πολεμοφόδια ἐξ ἰδίων μου καὶ πῆρα διακόσους πενήντα ἀνθρώπους καὶ πῆγα εἰς τοὺς Γαργαλιάνους. Στέλνω ἕναν τεσκερὲ καὶ μαζώνονται Ἀρκάδιοι περίτου ἀπὸ χίλιοι– ἑξακόσοι ἄνθρωποι, χώρα καὶ χωριὰ – τέτοιοι ἀγαθοὶ πατριῶτες εἶναι αὐτεῖνοι οἱ μικροί, φιλόπατροι, οἱ κεφαλὲς τοὺς ἄναντροι καὶ κακῆς ψυχῆς, οἱ πρῶτοι τους. Ἀφοῦ συναχτήκαμε τόσοι, ἔστειλα εἰς τὸν Κουντουργιώτη νὰ μοῦ στείλη πολεμοφόδια, ἔγραψα καὶ ῾στὴν Ἀρκαδιὰ νὰ μοῦ στείλουν καμπόσα τζαπιᾶ καὶ φκυάρια καὶ ζαϊρὲ νὰ πᾶμε διὰ νυχτὸς νὰ πιάσουμε τὴν Γιάλοβα, ὁποῦ ῾ναι πλησίον τοῦ Νιόκαστρου. Ἀφοῦ ἑτοίμαζα αὐτά, ἔρχεται ὁ Δεσπότης τῆς Ἀρκαδιᾶς κι᾿ ἀνακατώνει τοὺς ἀνθρώπους καὶ μπαίνουν σὲ μία διχόνοια κι᾿ ἀνεμένω μόνον μὲ τὸν Ἀναγνώστη Παπατζώρη, γενναῖον καὶ τίμιον πατριώτη. Ἔμεινε αὐτὸς κι᾿ ἄλλοι καμπόσοι ἀξιωματικοὶ Ἀρκάδιοι ὡς ἑκατὸ ἄνθρωποι. Τοὺς ἄλλους τοὺς ἔβαλε εἰς διχόνοια ὁ Δεσπότης, τοὺς ἤθελε νὰ πᾶνε μαζί του καὶ δὲν τὸν θέλανε. Καὶ διὰ νυχτὸς σκόρπησαν. Πιάστηκα μὲ τὸν ἅγιον, τὸ κακό, μο᾿ ῾βαλαν καὶ τοὺς δικούς μου ἀνθρώπους εἰς διχόνοια. Τέτοιοι κακοὶ πειρασμοὶ στάθηκαν. Καθὼς ἔμαθα ὕστερα, δὲν ἤθελαν νὰ πάγω εἰς τοὺς Ἀράπηδες νὰ μὴν ἀδυνατίση ἡ πατρίδα τους καὶ μποῦνε οἱ Τοῦρκοι μέσα.
Σὲ ὀλίγες ἡμέρες ἦρθε τοῦ Πετρόμπεγη ὁ ἀδελφὸς ὁ Κατζὴς εἰς τοὺς Γαργαλιάνους καὶ μ᾿ ἀντάμωσε καὶ μοῦ λέγει: «Ἤμουν εἰς τὸ Νιόκαστρον κι᾿ ὁ Μπραΐμης μας ἐστένεψε πολύ, μᾶς ζύγωσαν οἱ Ἀράπηδες ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ δὲν μᾶς ἀφίνουν νὰ ρίξωμε κανονιά. Καὶ δὲν κοιμώμαστε οὔτε νύχτα, οὔτε ἡμέρα καὶ γυρεύουν νὰ μᾶς πιάσουνε καὶ τὸ Παλιόκαστρο, τοὺς Παλιοβαρίνους. Κι᾿ ἂν πιάση αὐτείνη τὴν θέση, τὸ Νιόκαστρο κιντυνεύει, ὅτι δὲν ἔχομε νερὸ μέσα. Μ᾿ ἔστειλαν οἱ πολιορκημένοι καὶ πῆγα εἰς τὸν Κουντουργιώτη ὁποῦ ῾ναι εἰς τὶς Χῶρες μὲ δεκάξι χιλιάδες, τοὺς εἶπα αὐτό, δὲν πηγαίνει κανένας. Ἦρθα καὶ ῾σ ἐσένα νὰ εἰπῶ αὐτὸ τὸ κακὸν ὁποῦ θὰ γένη εἰς τὴν πατρίδα, θ᾿ ἀφήσουνε τὸ κάστρο νὰ φύγουν, ἂν δὲν πάγη δύναμη». Τοῦ λέγω: «Πάγω ἐγὼ καὶ πιάνω τοὺς Ἀβαρίνους νὰ μὴ γένη αὐτὸ τὸ δυστύχημα τῆς πατρίδος, καὶ στεῖλε εἴδησιν τῶν πολιορκημένων νὰ βαστήξουν ὅσο νὰ πάγω». Ἔστειλε ὁ Κατζής, τοὺς παράγγειλα κ᾿ ἐγώ. Παίρνω ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ τοὺς μιλῶ τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδος καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦμε. Οἱ μισοὶ ἦταν ὑπὲρ ἐμοῦ, νὰ πᾶμε, οἱ μισοὶ γύρευαν μιστούς, καὶ «ἡ Κυβέρνηση, μόλεγαν, δὲν μᾶς διόρησε διὰ τοὺς Ἀράπηδες, μᾶς διόρισε διὰ τὴν Ἀρκαδιά». Λόγον σὲ λόγον, πιάσαμε πόλεμο ἀναμεταξύ μας, ἦρθε ὁ Κατζής μας ξεχώρισε. Ἐσύχασαν. Βάσταξα τὸ μπαγιράκι κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ῾ταν παληκάρια καὶ πατριῶτες, τοὺς ἔβαλα πλησίον εἰς τὴν ἐκκλησιά, εἰς τὰ σπίτια. Τὰ μεσάνυχτα περνώντα, ἔστειλα καὶ πῆρα τὸν παπὰ καὶ μᾶς ξεμολόγησε καὶ λειτρούγησε καὶ μεταλάβαμε. Καὶ πήραμε τὸν ἀθάνατον Ἀναγνώστη Παπατζώρη, ὁποῦ ῾ξερε τὸν δρόμον, καὶ τὴν αὐγὴ ξημερώσαμε εἰς τοὺς Παλιοβαρίνους. Ἄφησα τὸν Παπατζώρη ἀπὸ τὸ πέρα μέρος, ὁποῦ ῾ναι ὁ ἄμμος τῶν Ἀβαρίνων, κ᾿ ἐγὼ πῆγα ἀπὸ τὸ στόμιον, ὁποῦ ῾ναι ἡ Σφαχτηρία τὸ νησὶ καρσί, καὶ φκειάσαμε τὰ ταμπούρια μας. Τὸ δειλινὸ ἦρθαν καὶ οἱ φιλόζωοι ὁποῦ μας πολέμησαν εἰς τοὺς Γαργαλιάνους.
Ἀφοῦ φκειάσαμε τὰ ταμπούρια μας, τοὺς κιοτῆδες, ὁποῦ ἀνακάτωναν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔστειλα εἰς τὸ Παλιόκαστρο νὰ φκειάσουνε ῾μπρός εἰς τὴν πόρτα ταμπούρια κι᾿ οὖθε ἦταν χαλασμένο. Ἦταν καὶ μία παλιοστέρνα κ᾿ ἔβαλα καὶ κουβάλησαν καμπόσο νερὸ καὶ ρίξαμε μέσα. Κ᾿ ἔβαλα ὅλους τους ἀνθρώπους κ᾿ ἔμασαν ξύλα, νὰ εἶναι διὰ δέκα φωτιὲς τὰ ξύλα τοῦ καθενός, ὅτ᾿ ἦταν ἐκεῖ πλησίον πολλά. Σύναξαν καθὼς τοὺς εἶπα κ᾿ ἔβαλαν ἀλάργα ὁ καθεὶς τὰ ξύλα του. Τὸ βράδυ, νυχτώνοντας, τοὺς εἶπα κι᾿ ἄναψαν φωτιὲς ὁ καθεὶς ἀπὸ δέκα καὶ τὶς κουμαντάριζαν, νὰ φαίνωνται ὅτ᾿ εἶναι ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Τήραγε ὁ Μπραΐμης – δὲν ἦταν μισὴ ὥρα ἀλάργα– ἀπὸ ῾μάς, ἀφοῦ εἶδε τόσες φωτιές, ἔλπιζε ὅτι κατέβηκε ὁ Κουντουργιώτης μ᾿ ὅλο τὸ σῶμα, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὶς Χῶρες. Τὴν αὐγὴ δυὸ ὧρες νὰ φέξη πλάκωσε ὁ Μπραΐμης, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, καὶ ἤρθανε πολλὰ πλησίον μας. Εἶναι ἕνα γιοφύρι ἑνοῦ γιβαριοῦ καὶ πέρασαν ἐκεῖ καὶ στάθηκαν. Ἐγὼ κατέβασα καμμιὰ εἰκοσαριὰ παιδιὰ καὶ πιάσαν τὸν χορὸν καὶ τραγουδοῦσαν καὶ χόρευαν. Τηρᾶνε οἱ Τοῦρκοι, πλησιάζουν κι᾿ ἄρχισαν μὲ τοὺς κατζαδόρους καὶ καραμπίνες τὸν ντουφεκισμόν. Ἐμεῖς τοὺς εἶπα καὶ δὲν ἔρριχνε κανένας. Ἐκεὶ– ὁποῦ ρίχναν μου λάβωσαν δυὸ παιδιά, εἰς τὸν χορόν. Κέρασα ἀπὸ ῾να ρακὶ τοὺς Ἕλληνες, τοὺς ἀθάνατους, τὰ γενναῖα λιοντάρια, ὁποῦ ἀνάθεμα τοὺς αἴτιους ὁποῦ τοὺς γιόμωσαν φατρίες καὶ διχόνοιες, καὶ γίνηκαν ἀπὸ αὐτὰ οἱ Ἀράπηδες παληκάρια κι᾿ ἄφησαν ἐποχή. Ἀφοῦ κέρασα τὸ ρακὶ τῶν Ἑλλήνων, ζύγωσαν οἱ Τοῦρκοι κοντότερα. Τότε ἄρχισε ὁ πόλεμος καὶ βάσταξε ὡς ἑφτὰ ὦρες. Ἔκαμαν πολλὰ γιρούσια οἱ Τοῦρκοι. Οἱ Ἕλληνες οἱ καλύτεροί – τους εἶχα κάτου εἰς τὸν ἄμμον κ᾿ ἐμεῖς τοὺς φυλάγαμε τὴν πλάτη τους ἀπὸ τὸ τζουγκρί. Ὕστερα βγάλαν τὰ μαχαίρια οἱ Ἕλληνες καὶ τοὺς δίνουν ἕνα τζάκισμα καλὸν καὶ τοὺς ρίξαν ἀπὸ– μέσα τ᾿ αὐλάκι κ᾿ ἔβλεπες ἕνα θέατρο. Καὶ σκοτώθηκαν ἀπὸ ῾κεῖνο ὁποῦ συνπεράναμε, ὁποῦ βλέπαμε, καμμιὰ ἑβδομηνταριὰ ἀπάνου κάτου κι᾿ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι. Δὲν εἴχαμε μπαρούτι καλό. Ὕστερα ἀναχώρησαν πίσου διὰ τὴν θέση τους καὶ Νιόκαστρον.1 Τότε γράφει ὁ Ἀναγνωσταρᾶς τοῦ Κουντουργιώτη καὶ τοῦ λέγει αὐτά, καὶ τοῦ λέγει: «Ὅσους ἀνθρώπους ἔφερε ὁ Μακρυγιάννης εἰς τοὺς Ἀβαρίνους, τὴν θέση τὴν πλησίον τοῦ ὀχτροῦ, ὁποῦ κάθονται εἰς τὶς Χῶρες τόσα ἀσκέρια καὶ δὲν ἀποφάσισαν νὰ ῾ρθουν νὰ τὴν πιάσουνε, αὐτεῖνοι οἱ ὀλίγοι πολέμησαν ἀντρείως. Δία τοῦτο ὅλους αὐτεινοὺς νὰ τοὺς κάμη ἡ πατρὶς ἀξιωματικοὺς κατὰ τὴν τάξη». Μόστειλε ὁ Κουντουριώτης ἕνα εὐκαριστήριον καὶ «θέλει στείλη κι᾿ ὁλουνῶν, ὅταν πάγη ὁ ὑπουργός» Πέρασαν ὀλίγες ἡμέρες ξαναῆρθε ὀπίσου ὁ Μπραΐμης, ἔκαμε ἀκροβολισμὸν τρεῖς τέσσερες ὧρες, καὶ παρατηροῦσαν τὴν θέση μὲ τὰ κιάλια διὰ νὰ ῾ρθούνε συστηματικῶς.
Τὸν Μάρτη μήνα πῆγα εἰς τοὺς Παλιοβαρίνους. Μοῦ γράφουν ἀπὸ τὸ Νιόκαστρο νὰ πάγω μέσα, ὅτι τοὺς στένεψαν πολύ, κι᾿ ἂν δὲν πάγω, νὰ δώσω λόγον διὰ τὸ κάστρο, μο᾿ κάναν διαμαρτύρηση ὁ φρούραρχος καὶ οἱ ἄλλοι. Πῆρα ἑκατὸν δεκάξη ἀνθρώπους καὶ πῆγα τὸ Μεγάλο Σαββάτο τὸ βράδυ εἰς τὸ Νιόκαστρο. Τοὺς ἄλλους τοὺς ἄφησα εἰς τοὺς Ἀβαρίνους. Τὴν Δευτέρα τῆς Λαμπρῆς πάγει μπονόρα ὁ Μπραΐμης, πεζούρα καὶ καβαλλαρία καὶ κανόνια, εἰς τοὺς Ἀβαρίνους νὰ μοῦ πολεμήση τοὺς ἀνθρώπους μου, κι᾿ ὡς ὀλίγους θὰ μοῦ τοὺς χάλαγε. Τότε βιασμένος βήκα ἔξω εἰς τὰ κανόνια του, καὶ μέσα ῾σ ἕνα ρέμα εἰς τὴν ἄκρη τὴν θάλασσα δίνομε ἕναν χαλασμὸν τῶν Τούρκων μεγάλον, πέταγαν τὶς μπαγιοννέττες καταγῆ καὶ τοὺς πελέκαγαν οἱ Ἕλληνες σὰν βόιδια. Πῆγε μετζίλι εἰς τὸν Μπραΐμη καὶ γύρισε ὀπίσου μὲ τ᾿ ἀσκέρια του, χωρίς– νὰ λάβη καιρὸν νὰ πολεμήση εἰς τοὺς Ἀβαρίνους. Ἀφοῦ γύρισε ὅλη ἡ δύναμη τῶν Τούρκων, μᾶς χάλασαν, κ᾿ ἐκεῖ κιντύνεψα νὰ σωθῶ, ὅτι μου λαβώθη ἕνας σύντροφός μου καὶ οἱ Τοῦρκοι μὲ πλάκωσαν ἐκεῖ ὁποῦ πολεμοῦσα νὰ τὸν σώσω, κ᾿ ἔμεινα μόνος μου, κι᾿ ἀπὸ τρίχα ἕνας Κιουλεμένης θὰ μο᾿ ῾κόβε τὸ κεφάλι, καὶ τὸν φοβέριζα μὲ τὸ ντουφέκι – ἦταν ἕνα λιθάρι καὶ κρύβονταν ἀπὸ πίσου οἱ Τούρκοι– καὶ δὲν τοὺς ἄφινα νὰ κόψουν καὶ τὸν σύντροφον. Ὕστερα ξαναγύρισαν οἱ συντρόφοι μου, ὅτι μας εἶδαν ὁποῦ κιντυνεύαμε, καὶ βαρέθηκαν ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἐκεῖ εἰς τὸν πληγωμένον ἄλλοι δεκάξι, σκοτωμένοι καὶ πληγωμένοι. Τότε τοὺς σηκώσαμε χωρὶς νὰ μᾶς τοὺς πάρουν οἱ Τοῦρκοι, καὶ τοὺς πληγωμένους τοὺς δέσαμε καὶ τοὺς ἔστειλα εἰς τὴν Ἀρκαδιά. Καὶ καθώς μας εἶπε ὁ Μιαούλης κι᾿ ὁ Ἀναστάσης Τζαμαδός, (τοὺς εἶχε εἰπῆ ἕνας Ἀουστριακὸς καπετάνιος, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὸ τζαντίρι τοῦ Μπραΐμη κ᾿ ἔμαθε) σκοτώθηκαν Τοῦρκοι τρακόσοι ἑβδομήντα. Περισσότεροι ἦταν, λιγώτεροι ἐγὼ δὲν ξέρω. Αὐτεῖνοι μας τὸ εἴπανε, ὅτι μάθαν ὅτι σκοτώθηκαν, καὶ λείπονταν πολλοί. Ὅτι τοὺς εἶχα στενοὺς φίλους καὶ τὸν Μιαούλη καὶ τὸν Τζαμαδὸν καὶ κάθισαν καὶ φάγαμε ψωμὶ μέσα εἰς τὸ κάστρο, καὶ μοῦ τὰ εἶπαν αὐτά.
Ὁ Μπεζαντὲ Γιωργάκης Μαυρομιχάλης κι᾿ ὁ Γιατράκος εἶχαν διχόνοια μὲ τὸν Κουντουργιώτη. Κάνουν μίαν ἐταιρία μέσα εἰς τὸ κάστρο καὶ τάζαν ἀπὸ τριάντα γρόσια τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ βγοῦνε ἔξω, νὰ μαζώξουν κι᾿ ἄλλους νὰ πολεμήσουνε τὸν Κουντουργιώτη – ν᾿ ἀνοίξουνε πάλε ἐφύλιον πόλεμον! Καὶ εἶχαν καὶ τὰ καΐκια ῾στὴν ἄκρη, εἰς τὴν πόρτα τοῦ γιαλοῦ, ἕτοιμα, τὴν νύχτα νὰ μποῦνε μέσα νὰ φύγουν. Κάτι στρατιῶτες τὸ ῾μαθαν ἀπὸ ῾ναν μπιστεμένον τους καὶ τὸ εἶπαν τοῦ φρουράρχου καὶ συχρόνως κ᾿ ἐμένα καὶ πιαστήκαμε, καὶ πήγαμε νὰ σκοτωθοῦμε. Τοὺς εἶπα: «ἐγὼ ξέροντντας ἐσάς, ἦρθα ῾δώ ῾σ ἐσᾶς καὶ κατασκότωσα τοὺς συντρόφους μου, κ᾿ ἐσεῖς πλερώνετε μιστοὺς νὰ πάρετε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ νὰ πᾶτε ν᾿ ἀνοίξετε νέον ἐφύλιον πόλεμον, ὁποῦ γιόμωσε ὁ τόπος τουρκιά;» Σκούζω καὶ συνάχτηκαν ὅλοι οἱ Ρουμελιῶτες μ᾿ ἐμένα καὶ τοὺς εἶπα: «Χωρὶς ἄλλο νὰ βουλιάξετε τὰ καΐκια, καὶ νάρθης ἐσύ, Μπεζαντέ, καὶ Γιατράκος εἰς τὸ πόστο μου, εἰς τὸν Ἰτζκαλέ, νὰ εἴμαστε μαζί, καὶ εἰς τὰ πόστα σας θὰ βάλω ἄλλους ἀνθρώπους δικούς μου. – Ἔχομεν πόλεμον ἀναμεταξύ μας καὶ θ᾿ ἀνοίξω τὶς πόρτες νὰ μποῦνε καὶ οἱ Τοῦρκοι μέσα!» Τότε βούλιαξαν τὰ καΐκια, καὶ τοὺς πῆρα εἰς τὸ πόστο μου κ᾿ ἔπιασα τὰ πόστα τοὺς ἐγὼ μ᾿ ἀνθρώπους σίγουρους, κ᾿ ἔτζι ἐσυχάσαμε. Καὶ κάθονταν εἰς τὸ πόστο μου, καὶ μὲ περικάλεσαν νὰ μὴν μαθευτῆ αὐτὸ ἔξω. Κ᾿ ἔκαμα τεμπίχι τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν τὸ εἴπαμε κανενού. Ὅμως ἐγὼ τὸ βάνω ἐδῶ. Μοῦ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Μπεζαντὲς ὅτι τὸ εἶχε γινάτι, ὅτι ἐκεῖνοι κάθονται εἰς τὶς Χῶρες κ᾿ ἐμεῖς σκοτωνόμαστε νύχτα καὶ ἡμέρα μ᾿ ἑβδομήντα δράμια νερό, ἐγὼ τὸ μέραζα, καὶ ῾στὸ ὑστερνὸ τοὺς μέραζα τριάντα πέντε δράμια μοναχά. Ἀφανιστήκαμε ἀπὸ τὴν δίψα, ξεράθηκε ἡ γλώσσα μας.
Ὁ Μπραΐμης ἐδίπλωσε τὰ κανόνια του καὶ μπόμπες καὶ γρανάτες. Καὶ δὲν μᾶς ἄφιναν οὔτε νύχτα, οὔτε ῾μέρα. ἀκατάπαυτα πόλεμος. Τὸ κάστρο ἦταν σάπιον καὶ γκρεμίζεταν, κ᾿ ἐμεῖς φκειάναμεν μὲ ξύλα σὰν κασσόνια ἀπὸ μέσα καὶ τὰ γιομίζαμε χῶμα. Καὶ δουλεύαμε καὶ πολεμούσαμε νύχτα καὶ ἡμέρα, καὶ ταινιάσαμε. Κι᾿ ἀρρώστησαν οἱ περισσότεροι ἐξ αἰτίας τοῦ ἀγῶνος τοῦ πολλοῦ καὶ τῆς δίψας. Οἱ κανονιαραῖοι καὶ οἱ τζενιέριδες τοῦ Μπραΐμη ἦταν ὅλοι Γάλλοι, κι᾿ ἀφάνισαν τὸ κάστρο. Ὅσα ἀσκέρια ἦταν εἰς τὶς Χῶρες μὲ τὸν Κουντουργιώτη τρώγαν ἀρνιὰ καὶ τὰ πλέρωσε μιστοὺς καὶ γεμεκλίκια ἀπὸ ἕξι μηναῖα, τοὺς δικούς μου ὅσους εἶχα εἰς Παλιοβαρίνους καὶ εἰς Νιόκαστρο δὲν τοῦ ἔδωσε μήτε λεπτό. Θύμωσαν οἱ ἄνθρωποι καὶ γύρευαν νὰ μὲ πάρουν νὰ πᾶμε πίσου εἰς τὴν Ἀρκαδιά. Καὶ πέφτουν ὅλου τοῦ κάστρου οἱ ἄνθρωποι ἀπάνου μου νὰ μὲ βαστήξουν, εἰδὲ φεύγουν ὅλοι. Καὶ τότε βιάστηκα νὰ πλερώσω ἐξ ἰδίων μου τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς ἔλεγε νὰ γένωμε ὅλοι ἀξιωματικοὶ ὅσοι πιάσαμε τοὺς Ἀβαρίνους, ἐκεῖνοι οὔτε καὶ τὸν μιστόν μας δίνουν. Οἱ κόλακες ἀγαποῦνε τοὺς κόλακας καὶ οἱ ψεῦτες τοὺς ψεῦτες. Πλέρωσα τοὺς ἀνθρώπους ἐξ ἰδίων μου, δανείστηκα, καὶ τοὺς ἔστειλα εἰς τὰ πόστα τους.
Ὅσους εἶχα εἰς τοὺς Ἀβαρίνους δὲν μποροῦσαν νὰ βαστήξουν μόνοι τους πλέον, ὅτι φοβέριζαν οἱ Τοῦρκοι νὰ τοὺς ριχτοῦν διὰ νυχτὸς κι᾿ ὡς ὀλίγους νὰ τοὺς χαλάσουνε καὶ νὰ κερδέψουνε τὴν θέσιν. Ἄρχισε πρῶτα ὁ Μπραΐμης κ᾿ ἔκοψε τέσσερα χαντάκια ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρη τῆς θάλασσας ὡς τὴν ἄλλη καὶ τὰ γιόμωσε ἀπὸ πίσου ἀσκέρι, ῾στὸ κάθε χαντάκι. Καὶ εἰς τὰ δυὸ ἀνάμεσα εἶχε σὰν πιάτζα, κ᾿ ἐκεῖ εἶχε τὸ τζαντίρι του καὶ πεζούρα, διαλεμένο ἀσκέρι, καὶ καβαλλαρία. Ἀπὸ τὴν Μοθώνη ὡς τὸ Νιόκαστρον ἦταν γιομάτο τζαντίρια κι᾿ ἀσκέρια. Ἀφοῦ τελείωσε αὐτὰ τὰ χαρακώματα κι᾿ ἀσφάλισε τὰ κανόνια του, ὅτι φοβώνταν νὰ μὴν βγοῦμε πίσου ἀπὸ τὸ κάστρο ἔξω εἰς τὰ κανόνια του, κι᾿ ἀφοῦ ῾τοιμάστηκε, εἶχε νὰ κινηθῆ ἀναντίον τῶν ὀλίγων εἰς τοὺς Ἀβαρίνους. Τότε ἔστειλαν τὸν ἀξιωματικὸν ἀπὸ τοὺς Ἀβαρίνους καὶ μοῦ εἴπανε ὅτι πηγαίνουν Τοῦρκοι ἐκεῖ καὶ παρατηροῦν μὲ τὰ κιάλια τὴν θέσιν τῶν Ἀβαρίνων διὰ νὰ κάμουν κίνημα. Καὶ μοῦ παράγγειλαν ἀπὸ τοὺς Ἀβαρίνους, ἂν δὲν ἔρθουν κι᾿ ἄλλα στρατέματα ἀπὸ τὶς Χῶρες, ὁποῦ κάθονται ἐκεῖ περίτου ἀπὸ δεκάξι χιλιάδες, «τότε ἐμεῖς, ἂν δὲν ἔρθουν κι᾿ ἀπὸ αὐτούς, θ᾿ ἀφήσουμε τὴν θέσιν νὰ ῾ρθούμε κ᾿ ἐμεῖς αὐτοῦ εἰς τὸ κάστρο, ἢ θὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀρκαδιά». Τάστειλα αὐτὰ ἐπίτηδες τοῦ Κουντουριώτη τόσες φορὲς καὶ ἦρθε εἰς Ἀβαρίνους μὲ τὸ σῶμα του ὁ Χατζηχρῆστος κ᾿ ἔπιασε τὴν θέσιν μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου.
Σὲ δυὸ ῾μέρες εἴδαμε καρσὶ εἰς τὴν Μοθώνη καὶ Σφαχτηρία ὡς ἑκατὸν τριάντα κομμάτια καράβια Τούρκικά του Σουλτάνου, τοῦ Μπραΐμη, τῶν Ἀλτζερίνων καὶ τῶν ἀλλουνῶν ὀτζακιῶν. Σὲ δυὸ ἡμέρες ἦρθε κι᾿ ὁ Μιαούλης μὲ τὰ ἑλληνικὰ ὡς τριάντα κομμάτια, καὶ ἦταν καρσὶ εἰς τὰ Τούρκικα, καὶ φαίνονταν τὰ ἑλληνικὰ σὰν φελοῦκες ῾μπρός εἰς τὰ Τούρκικα. Τότε σὰν ἦρθε ὁ στόλος τοῦ Μπραΐμη, στέλνει ἕναν Τοῦρκον ἀπόξω τὸ κάστρο νὰ μιλήσουμε. Βήκαμε ἀπὸ τὸ κάστρο διορισμένοι ὁ Μπεζαντὲς Μαυρομιχάλης ἀπὸ τοὺς Σπαρτιάτες, ὁ Γιατράκος ἀπὸ τοὺς Πελοποννήσιους, ἐγὼ ἀπὸ τοὺς Ρουμελιῶτες. Τοῦ λέμε τοῦ Τούρκου: «Τί ὁρίζεις; – Ὁ πασὰς μ᾿ ἔστειλε ν᾿ ἀφήσετε τὸ κάστρο νὰ φύγετε, νὰ μὴ χαθῆτε. – Δὲν πρέπει ὁ πασσᾶς, τοῦ εἴπαμε, νὰ μᾶς λυπᾶται τόσο, ἂς κοπιάση νὰ τὸ πάρη μὲ πόλεμον, κι᾿ ὅταν μᾶς κυργέψη, φαίνεται ἡ ἐσπλαγχνία του. Καὶ σύρε εἰς τὴν δουλειά σου». Ἔφυγε ὁ Τοῦρκος. Βλέπομε ἀπὸ τὰ καράβια ἔρχονται πλῆθος φελοῦκες κ᾿ ἔμπαιναν ἀσκέρια καὶ τὰ πήγαιναν εἰς τὰ καράβια. Εἰς τὴν Σφαχτηρία τὸ νησὶ εἴχαμε ἕξι κομμάτια κανόνια καὶ φύλαγαν τὸ στόμιον τοῦ λιμανιοῦ καὶ καμπόσους ἀνθρώπους ἐκεῖ ἀπάνου. Ὅταν οἱ φελοῦκες τελείωσαν τ᾿ ἀσκέρι τὸ Τούρκικον, τὸ ῾βαλαν εἰς τὰ καράβια τους. Τότε βλέπομεν τὰ καράβια πλησιάζουν, ὅσα εἶχαν τ᾿ ἀσκέρι, κοντὰ εἰς τὸ νησὶ κι᾿ Ἀβαρίνους. Ὅσοι ἦταν εἰς τὸ νησὶ γυρεύουν δύναμιν – γύρευε ὁ Ἀναγνωσταρᾶς ὁ ὑπουργὸς νὰ ῾βγω ἐγὼ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου εἰς τὸ νησί, ὁποῦ ῾ταν κι᾿ αὐτός, καὶ νὰ πάρω κ᾿ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς Ἀβαρίνους νὰ πᾶμε ὅλοι ῾στὸ νησὶ νὰ δυναμώσουμε ἐκείνη τὴν θέσιν. Ἀκούγοντας αὐτὸ ὂσ᾿ ἦταν εἰς τὸ κάστρο, πὼς θὰ πάγω μὲ τὸ σῶμα μου εἰς τὸ νησί, δὲν θέλησαν, ἂν βγῶ ἐγὼ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου, βγαίνουν κ᾿ ἐκεῖνοι. Καὶ γράφει ὁ φρούραρχος ὅτι ἐμένα δὲν μ᾿ ἀφίνουν ἀπὸ τὸ κάστρο νὰ βγῶ. Τότε βγάλαμεν τὸν Τζόκρη καὶ τὸν Σταῦρο Σαΐνη μὲ καμπόσους καὶ πῆγαν εἰς τὸ νησί, κ᾿ ἔστειλε κι᾿ ὁ Χατζηχρῆστος καμπόσους δικούς του ἀπὸ τοὺς Ἀβαρίνους.
Τότε τὰ καράβια τὰ Τούρκικα βαρούγαν ἐκείνους εἰς τὸ νησὶ μὲ τὰ κανόνια, δὲν τοὺς ἔδωσαν καιρὸν νὰ ὀχυρωθοῦνε, καὶ ἦταν εἰς τὸ σιάδι. Οἱ φελοῦκες πλῆθος μὲ τ᾿ ἀσκέρια τὰ Τούρκικα κάμανε ντισμπάρκο ἀπάνου εἰς τὸ νησί. Αὐτεῖνοι πολλοί, οἱ ἐδικοί μας ἀδύνατοι – καὶ κάτι ὀλίγοι γλύτωσαν ἀπὸ τοὺς δικούς– μας κατὰ τὸ μέρος τοῦ Ἀβαρίνου. Ρίχνονταν εἰς τὴν θάλασσα κι᾿ ὅσοι μέναν χωρὶς νὰ πνιγοῦνε ἐκεῖνοι γλύτωσαν. Χάθηκαν ἐκεῖ κεφαλὲς ὁ Τζαμαδός, ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, ὁ Σαΐνης, ὁ Σίμος κι᾿ ἄλλοι πολλοί. Εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν πῆγε κι᾿ ὁ Μπραΐμης μ᾿ ὅλες του τὶς δύναμες καὶ πολέμαγε τοὺς Ἀβαρίνους μὲ κανόνια καὶ ντουφέκια καὶ τὰ καράβια τοῦ τοῦ πελάγου. Τότε βήκαμεν κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ τὸ κάστρο ἀναντίον τῶν Τούρκων εἰς τὰ χαρακώματά τους, τοὺς πολεμήσαμεν γενναίως. Βλέποντας αὐτὸ οἱ Τοῦρκοι τοῦ νησιοῦ, μᾶς βαροῦσαν μὲ τὰ κανόνια τὰ δικά μας, ὁποῦ ῾χαμεν εἰς τὸ νησί, μᾶς βαροῦσαν ἀπὸ τὶς πλάτες κ᾿ ἤφεραν κι᾿ ἀσκέρια ἀπὸ τὸ νησὶ ἀναντίον μας, καὶ δυναμώθηκαν καλὰ οἱ Τοῦρκοι. Σκοτώσαμεν ὀλίγους, κι᾿ ἀπὸ ῾μάς σκοτώθηκαν καμπόσοι καὶ πληγώθηκαν. Μᾶς ἀφάνισαν τὰ κανόνια. Μπήκαμεν πίσου εἰς τὸ κάστρο. Ὁ Μπραΐμης πῆρε καὶ τοὺς Ἀβαρίνους μὲ συνθῆκες, κι᾿ ἄλλοι φύγαν μὲ γιρούσι, κι᾿ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἄλλοι σκοτώθηκαν καὶ πληγώθηκαν. Πῆρε καὶ σκλάβους τὸν Χατζηχρῆστον, τὸν Δεσπότη Μοθώνης ὁποῦ ῾ταν ἐκεῖ, κ᾿ ἐκεῖνον ὁποῦ ῾χα κεφαλὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους μου τὸν πλήγωσαν καὶ τὸν πιάσανε, καὶ τὸν πῆγαν εἰς τὸ Μισίρι. Στάθη τέσσερα χρόνια ἐκεῖ κι᾿ ὀλίγον καιρὸν ἔχει ὁποῦ ῾ρθε. Τὸν λένε Στάμον Βελέτζα.
Εἰς τὸ νησὶ ἀπάνου ἦταν κι᾿ ὁ Μαυροκορδάτος, μπῆκε εἰς τὸ καράβι τοῦ Τζαμαδοῦ, μπῆκε κι᾿ ὁ Σαχτούρης μέσα ὁ φρούραρχος τοῦ Νιόκαστρου, καὶ πολεμώντας μ᾿ ὅλα τὰ καράβια τῶν Τούρκων σώθηκαν μὲ μεγάλον κίντυνο καὶ μ᾿ ἀπερίγραφη γενναιότητα ὁποῦ ῾δειξαν αὐτεῖνοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ καραβιοῦ Ἄλλο ἦταν νὰ τὸ λέπη ὁ ἄνθρωπος κι᾿ ἄλλο νὰ τὸ λέγη. Σώθηκαν μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, δίνοντάς τους ἀντρεία πολλή.
Αὐτείνη ἡ ῾μέρα, ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, ἦταν πολὺ φαρμακερὴ διὰ τὴν πατρίδα, ὁποῦ ῾χασε τόσα παληκάρια καὶ σημαντικοὺς ἄντρες, στεργιανοὺς καὶ θαλασσινούς, διὰ ὅλη τὴν πατρίδα ἦταν φαρμάκι ἐκείνη ἡ ῾μέρα καὶ διὰ ῾μάς πεθαμός, ὅτι χάσαμεν τοὺς συντρόφους μας. Κι᾿ ὁ πόλεμος αὐγάτησε τώρα. Ἡ θέση ἐκτεταμένη, ἐμεῖς ὀλίγοι. Καὶ νερὸ τελείως. Κι᾿ ἄγυπνοι νύχτα καὶ ἡμέρα. Καὶ οἱ σημαντικοὶ ἀρχηγοὶ τῆς πατρίδος ὅλοι μας κάναν σίγρι ἀπὸ τὴν ράχη, τόσες δύναμές μας ἔβλεπαν μὲ τὰ κιάλια ἀδιάφοροι σὰν νὰ μὴν ἤμαστε ἀδελφοί τους καὶ συναγωνισταί τους. Μᾶς βλέπαν κι᾿ ἄκουγαν τὸν θρῆνον τῶν κανονιῶν μας, ὁποῦ πετζοκοβόμαστε. Γιόμωσε καὶ τὸ λιμάνι πνιμένους, σὰν νὰ ἦταν μπακακάκια εἰς τὸν βάλτο, ἔτζι πλέγαν κι αὐτεῖνοι εἰς τὴν θάλασσα. Καὶ τὸ νησὶ καὶ τ᾿ ἄλλα μέρη γιομάτα κουφάρια σκοτωμένους. Κ᾿ οἱ ἑλληνικὲς δύναμές μας τήραγαν ἀπὸ ἀλάργα.2
Ἀφοῦ ὁ Μπραΐμης κυρίεψε ὅλες τὶς θέσες, τότε ἔβγαλε καὶ κανόνια ἀπὸ τὰ καράβια καὶ κρυφίως διὰ νυχτὸς ἀπὸ τὰ μαγαζειὰ κι᾿ ἀπάνου, τίρα πιστολιᾶς, τὸ γιόμωσε κανόνια πέρα καὶ πέρα, ξημερώθηκαν ὅλα φκειασμένα, Κι᾿ ἄρχισε ὁ πόλεμος. Ὁ κανονοβολισμὸς καὶ ἡ μπόμπα καὶ ἡ γρανάτα μας ἀφάνισαν. Ἔστειλε δυὸ ἀνθρώπους ἕναν δικόνε μου, ὁποῦ ῾πιασε εἰς τοὺς Ἀβαρίνους, κ᾿ ἕναν του Χατζηχρήστου, νὰ εἰποῦνε τὸν χαλασμό τους καὶ νὰ παραδοθοῦμεν. Ἔρριξα μίαν τριχιά, τοὺς πῆρα ἀπάνου εἰς τὸ κάστρο, τοὺς εἶπα τί νὰ εἰποῦνε τῶν ἀνθρώπων μας νὰ μὴν τοὺς κρυώσουνε, ὅτ᾿ εἴχαμεν ἐλπίδες ἀκόμα νὰ μὴν ἔρθη τὸ μιντάτι μας, καὶ νὰ μὴν παραδοθοῦμεν. Μίλησαν τῶν ἀνθρώπων παρουσία ὅ,τι τοὺς εἴπαμε συνφώνως μὲ τὸν Μπεζαντέ, νὰ τοὺς παρηγορήσουνε, τοὺς πολιορκημένους, ὅτι γύρευαν νὰ σκοτώσουνε τὸν Μπεζαντὲ κ᾿ ἐμένα. Ὅτι ἅμα ἦταν ὁ Μπραΐμης εἰς τοὺς Ἀβαρίνους, νὰ θέλαμε φεύγαμε, ἀφίναμε τὸ κάστρο καὶ σωνόμαστε ὅλοι, ὅτ᾿ ἦταν λίγη δύναμη, κ᾿ ἐμεῖς οἱ δυὸ δὲν θελήσαμεν. Καὶ μᾶς φοβέριζαν νὰ μᾶς σκοτώσουνε. Γύρεψε πίσου τοὺς ἀνθρώπους τοὺς δυὸ ὁ Μπραΐμης, τοῦ εἴπαμε ψέματα ὅτι τοὺς σκότωσε μπόμπα.
Τότε ὁ πόλεμος δυνάμωσε ὡς τὰ μεσάνυχτα, ἔπαψε τὴν αὐγή. Ἔστειλαν ἕναν Τοῦρκον ἀπόξω νὰ βγοῦμε νὰ μιλήσουμε. Βῆκε ὁ Μπεζαντές, ὁ Γιατράκος κ᾿ ἐγώ. Μᾶς εἶπε ὁ στελμένος ὅτι ὁ πασσᾶς θέλει τὸ κάστρο, ἢ θὰ μᾶς πάρη μὲ ρισάλτο, καὶ τί ἀπαίτησες θέλομεν διὰ νὰ μὴν χυθῆ ἀδίκως αἷμα. Τοῦ εἴπαμεν, θέλομεν καράβια εὐρωπαίικα νὰ βαρκαριστοῦμεν, ὕστερα ὅλα μας τ᾿ ἄρματα, τρίτο τὸν Χατζηχρῆστο καὶ Δεσπότη κι᾿ ὅλους τους σκλάβους, καὶ τοὺς μιστούς μας. Καὶ τότε τοῦ παραδίνομεν ἐφοδιασμένο κάστρο (ἐφόδιασμα μόνον μὲ τὶς σάπιες πέτρες, ὀλίγος τζεμπιχανὲς ἦταν ἀκόμα καὶ ψωμὶ πολλὰ ὀλίγον καὶ νερό, νὰ χορτάσουμεν δὲν μπορούσαμεν, ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τὸ μεράζαμεν). Πῆγε ὁ στελμένος εἰς τὸν Μπραΐμη, τοῦ εἶπε ὅ,τι τοῦ εἴπαμε. Τὸν διάταξε νὰ γυρίση νὰ μᾶς εἰπῆ ὅτι καράβια ἔχει δικά του καὶ μᾶς βαρκαρίζει, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ξένα. Τ᾿ ἅρματά μας τὰ θέλει ὅλα. Τοὺς σκλάβους τοὺς πῆρε μὲ τὸ σπαθί του καὶ τοὺς βαστάει ζωντανοὺς ὅσο νὰ βάλη κ᾿ ἐμᾶς εἰς τὸ χέρι καὶ τότε νὰ μᾶς σκοτώση ὅλους μαζί. Μιστοὺς δὲν ἔχει οὔτε λιανό, νὰ μᾶς πλερώση ἡ Διοίκησή μας. Τοῦ εἴπαμε: «Ὁ πόλεμος εἶναι ἡ τύχη μας, καὶ πολεμᾶτε καὶ θὰ πολεμήσουμε ὅσο νὰ λυώσουμε, νὰ φᾶμε ἕνας τὸν ἄλλον, καὶ τότε πά᾿ ν᾿ τὸ πάρη τὸ κάστρο. Φωτιὰ θὰ βάλωμε νὰ πᾶμε ῾στὸν ἀγέρα μ᾿ ὅλο αὐτό.
Τὰ εἶπε αὐτὰ τοῦ Μπραΐμη. Καὶ τότε ἄρχισε ὁ πόλεμος ἀπ᾿ οὖλα τὰ μέρη. Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔστειλε τὸν Χατζηχρῆστον καὶ Δεσπότη καὶ Σουλεϊμάνμπεγη Φραντζέζο νὰ μᾶς παρακινήσουν νὰ παραδοθοῦμεν. Δὲν θελήσαμεν καὶ φύγαν κι᾿ αὐτεῖνοι. Τότε διατάζει καὶ μπῆκαν τὰ καράβια μέσα, καὶ ἡ κακή μας τύχη πῆρε φωτιὰ ἡ ντάπια τῆς θάλασσας καὶ πῆγαν εἰς τὸν ἀγέρα οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κανόνια μας. Τότε οἱ Τοῦρκοι ὅλοι ὁποῦ εἶδαν αὐτὸ σαλαβάτισαν ῾σ ὅλα τὰ μέρη, ὅτι ὁ Θεὸς βόηθαγε αὐτοὺς καὶ κιντύνευε ἐμᾶς. Τὰ καράβια μπῆκαν μέσα ἀπολέμητα, κι᾿ ἀφοῦ μπῆκαν, ἄρχισαν οἱ φεργάδες τέσσερες τέσσερες καὶ μᾶς βαροῦσαν. Ἦταν σάπιον αὐτὸ τὸ κάστρο καὶ τὸ ῾καμαν κόσκινο, καὶ μᾶς ἀφάνισαν εἰς τὸν σκοτωμὸν οἱ φεργάδες κ᾿ οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι ἀπόξω, τῆς στεργιᾶς. Δὲν εἴχαμεν ποὺ νὰ σταθοῦμεν, μᾶς πολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ δειλινό. Θέλησε ὁ Θεὸς καὶ πῆρε ἕνας ἀγέρας καὶ πάψαν τὰ κανόνια τῶν φεργάδων, καὶ ηὕραμεν καιρὸ καὶ θάψαμεν τοὺς σκοτωμένους. Κι᾿ ὅσοι πληγώνονταν κανένας δὲν γιατρεύεταν. Εἴχαμεν ἕναν γιατρὸν Ἄγγλον, τὸν πλερώσαμεν κι᾿ αὐτὸν ἐγὼ κι᾿ ὁ Μπεζαντὲς ἀπὸ πεντακόσια γρόσια τὸν μήνα. Τὸν εἶχε συνφωνήση ἡ Διοίκηση καὶ δὲν τὸν πλέρωνε, καὶ τὸν πλερώσαμεν ἐμεῖς οἱ δυό. Καὶ μᾶς πέθαινε τοὺς συντρόφους. Καὶ μαρτύρησε κι᾿ ὅλη τὴν ἔλλειψη ὁποῦ ῾χαμεν εἰς τὸ κάστρο, τὴν εἶπε μὲ τὴν γλώσσα τοῦ εἰς τὸν Φραντζέζο, ὅταν ἦρθε μὲ τὸν Χατζηχρῆστον. Ἤθελα νὰ τὸν σκοτώσω τὸν ἄτιμον, δὲν μ᾿ ἄφησαν. Ὕστερα πῆγε μὲ τὸν Μπραΐμη. Τότε διὰ νυχτὸς ἔβγαλαν κι᾿ ἄλλα κανόνια καὶ τὰ ῾βαλαν ὁλόγυρά μας. Ἐμεῖς οἱ δυστυχισμένοι ὁληνύχτα δυναμώναμε τὴν βέργα, ὁποῦ ἦταν ἀδύνατη, καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη καὶ κουβαλούσαμε ξύλα καὶ πέτρες καὶ φκειάναμε τὸ νερό. Ἦταν μία στέρνα εἰς τὸν Ἰτσκαλέ, ἔπιναν τὸ νερὸ κρυφὰ οἱ στρατιῶτες. Εἶχαν ἕνα καλάμι τρυπήση μακρύ, τὴν στέρνα τὴν εἴχαμεν βουλλωμένη, κι᾿ αὐτοὶ τρύπησαν ῾σ ἕνα μέρος ὀλίγο καὶ τὴν νύχτα πήγαιναν κρυφὰ καὶ πίναν. Τηράμεν μιὰ ἡμέρα, βλέπομεν τὴν στέρνα μ᾿ ὀλίγο νερό, ὁποῦ πρωτύτερα τὸ εἴχαμεν μετρημένο. Τότε ἀπολπιστήκαμεν, καὶ οἱ στρατιῶτες μας βιάζαν νὰ φύγωμεν. Εἶχα μιλήση μὲ τὸν Βελέτζα κι᾿ ἄλλους νὰ τοὺς βγάλωμεν μὲ τρόπον ἔξω αὐτούς, ὁποῦ φοβέριζαν νὰ μᾶς σκοτώσουνε καὶ ἤθελαν χωρὶς ἄλλο νὰ κάμωμεν ὁμιλίαν μὲ τοὺς Τούρκους νὰ παραδώσουμε τὸ κάστρον, ἢ νὰ φύγωμεν μὲ γιρούσι – κι᾿ ἀνάθεμα καὶ θὰ γλύτωνε κανένας, καθώς μας εἶχαν τρογυρισμένους. Σάν μας βιάζαν, εἴπαμε νὰ τοὺς βγάλωμεν κατὰ τὴν θέλησίν τους καὶ νὰ εἰποῦμεν ὅτι πάμεν κ᾿ ἐμεῖς μαζί, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς βγάλωμεν ἔξω, νὰ μείνωμεν ὀπίσου καὶ νὰ βαστήσουμεν μόνον τὸν Ἰτζκαλέ, καὶ νὰ βάλωμεν καὶ μπαρούτι ὁλόγυρα σὲ μίνες, κι᾿ ὅταν ἡ Τούρκικη δύναμή μας πλακώση, φωτιὰ νὰ βάλωμεν νὰ πάμεν ὅλοι εἰς τὸν ἀγέρα. Δι᾿ αὐτὸ εἴχαμεν τηράξη τὸ νερό, καὶ ἡ κακή μας τύχη, τὸ εἶχαν πιωμένο χωρὶς νὰ ξέρωμεν. Τότε ἀπολπιστήκαμεν, ὅτι ἤμαστε εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Τούρκων.
Ἀφοῦ δυνάμωσε ὁ Μπραΐμης ὅλες τὶς θέσες, στέλνει τὴν αὐγὴ ἄνθρωπον, ἂν θέλωμεν νὰ μιλήσωμεν – αὐτείνη εἶναι ἡ ὑστερνὴ ὁμιλία, ἄλλη βολὰ δὲν ματαθέλει ὁμιλίαν. Καὶ δυὸ ὧρες διορία νὰ βγοῦμε εἰς τὸν Μπραΐμη νὰ μιλήσουμε. (Αὐτὸς ἤξερε καὶ τὴν ἔλλειψη τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν γιατρό μας). Ἀποφάσισαν ὅλοι του κάστρου νὰ πάγω ἐγὼ εἰς τὸν Μπραΐμη κι᾿ ὁ Καράπαυλος κι᾿ ὁ Σαλβαρᾶς νὰ κάμωμεν συνθῆκες. Παρουσιαστήκαμεν, ἦταν ῾σ ἕνα λαμπρὸ τζαντίρι, εἶχε καὶ δυὸ ἀξιωματικοὺς καὶ τοῦ βαστοῦσαν τὰ δυό του χέρια μὲ μεγαλοπρέπεια, νὰ ἰδοῦμε ἐμεῖς τὸ μεγαλεῖον του. Μᾶς ρώτησε πούθεν εἴμαστε. Ὁ ἕνας εἶπε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὴν Σπάρτη κ᾿ ἐγὼ «ἀπὸ τὴν Ρούμελη» τὸ εἶπα. «Ποῖον μέρος;» Τοῦ τὸ εἶπα. Καὶ τοῦ εἶπα ψέματα ὅτ᾿ ἤμουν σωματοφύλακας τοῦ Ἀλήπασσα, «Μᾶς σκότωσαν τὸν ἀφέντη μας, κίνησα μὲ καμπόσους ἀνθρώπους ναρθῶ εἰς τὸ Μισίρι, εἰς τὴν Ὑψηλότη σας. Δὲν εἴχαμε τὰ ἔξοδά μας, ἤρθαμε ἐδῶ, εἰς τοὺς Ρωμαίγους. Μᾶς ἀπάτησαν, μᾶς ἔβαλαν σὲ τοῦτο τὸ κάστρο. Πολεμοῦμεν νύχτα καὶ ἡμέρα. Αὐτεῖνοι μας κάνουν σίγρι ἀπὸ μακρυὰ θέλουν νὰ χαθοῦμεν. Ἐμεῖς, διὰ νὰ σωθοῦμεν καὶ νὰ πάμεν νὰ πολεμήσουμεν μ᾿ ἐκείνους, βιαζόμαστε, καὶ ἤρθαμεν νὰ κάμωμεν συνθῆκες, νὰ σοῦ παραδώσουμεν, ἂν συνφωνήσουμεν, κάστρο ἐφοδιασμένο. (Σὰν τὸ λάβης, τὸ λέπεις τί ῾φόδιασμα ἔχει. Ποῦ ἀφῖν᾿ νὲ οἱ καλωσύνες τῶν προκομμένων νὰ ῾φοδιάσουμεν κάστρα. Τρομάξαμεν νὰ πάρωμεν ὀλίγα ντουφέκια ἀπὸ τοὺς Τούρκους, νὰ πολεμήσουμεν διὰ τὴν πατρίδα). Δία ῾κεῖνο, πασσά μου, θὰ σοῦ παραδώσουμεν τὸ κάστρο. – Τί ζητᾶτε; (Μοῦ λέγει ἐμένα, αὐτοὺς τοὺς Μωραΐτες ἄφησέ τους, σὲ ὀλίγες ἡμέρες τοὺς κουβεντιάζω). – Ζητοῦμε καράβια εὐρωπαίικα. Συνθῆκες γραφτὲς σὲ τέτοιους ἀνθρώπους σὰν τὴν Ὑψηλότη σας δὲν χρειάζονται. Ὁ λόγος σας εἶναι συνθήκη. – Καράβια, λέγει, ἔχω τὰ δικά– μου. – Τοῦ εἶπα, δὲν μπαίνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ δικά σου, φοβῶνται. ῾Σ εὐρωπαίικα βάλαμε καὶ τοὺς Τούρκους τ᾿ Ἀναπλιού. – Σὰν τοὺς μιλήσης ἐσὺ τῶν ἀνθρώπων, μοῦ εἶπε, δὲν τοὺς πιάνει φόβος. – Δὲν μ᾿ ἀκοῦνε καὶ δὲν σὲ γελάγω. Χωρὶς εὐρωπαίικα καράβια καμμία ὁμιλία δὲν γένεται». Τὸ τροπολοήσαμεν πολύ, τ᾿ ἀποφάσισε. «Ποιὸς θὰ πληρώσει τὸν ναῦλον τῶν καραβιῶν; – Ἢ Ὑψηλότη σου», τοῦ λέγω. Μοῦ εἶπε νὰ τὰ πλερώσωμεν ἐμεῖς. Τοῦ εἶπα: «Δὲν ἔχομεν χρήματα. Ὅ,τι χρήματα εἴχαμεν, ἐφοδιάσαμεν τὸ κάστρο ἀπὸ κρασιὰ καὶ φαγητά» Συνφωνήσαμαν πλερώση αὐτός. Τ᾿ ἄρματα, δὲν μᾶς ἀφίνει οὔτε σουγιά. «Κ᾿ ἐσὺ ὅπου εἶσαι κουρμπετλής, μοῦ εἶπε, σοῦ χαρίζω τριάντα ζευγάρια πιστιόλες, ντουφέκια, γιαταγάνια ἢ σπαθιά». Τὸν περικάλεσα κ᾿ ἔγιναν τριάντα πέντε καὶ τοῦ εἶπα, παράδες ὅποιος ἔχει κι᾿ ἄλλα ἀσήμια νὰ μὴν τοὺς πειράζη κανένας. Μείναμεν σὲ ὅλα σύνφωνοι. Μὲ ρώτησε πόσους ἀνθρώπους ἔχω. Τοῦ εἶπα, ὀχτακόσους. Νὰ τοὺς πάρω καὶ νὰ πάγω μαζί του. Καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ γένουν τζιράκια του. Ἐγὼ τοῦ εἶπα: «Γνωρίζομεν τὰ ὀτζάκια σας ὅπου κάνουν τοὺς ἀνθρώπους τζιράκια. Τώρα ἦρθα στελμένος ἀπὸ τὸ κάστρο νὰ κάμω συνθῆκες, κι᾿ ὄχι νὰ μπῶ μιστωτός. Τελειώνοντας ἡ ὑπόθεση τοῦ κάστρου, τότε τηρᾶμε αὐτό».
Μείναμε σύνφωνοι ῾σ ὅλα καὶ στείλαμεν ἕναν ἄνθρωπον ἐμεῖς κ᾿ ἕναν αὐτὸς καὶ πῆγαν εἰς τὴν Μοθώνη ὅ,τι καράβια βροῦνε εὐρωπαίικα νὰ τὰ ναυλώσουνε, (κι᾿ ἂν εὕρη τίποτα καπετάνιους φιλέλληνες, εἶπα ἐγὼ τοῦ δικοῦ μας, νὰ τοὺς ναυλώσουνε τὰ καράβια καὶ νὰ φέρνουν γύρα καμπόσες ἡμέρες, μὲ τρόπον πὼς συγυρίζουν τὰ καράβια, νὰ μή μας ἔρθη ἡ δύναμη τοῦ Ἐκλαμπρότατου «Ὅμως» Κουντουριώτη. Ἀφοῦ πῆγαν, τόφεραν γύρα δεκαοχτὼ ἡμέρες, δὲν φάνη κανένας. Γύρεψαν ναῦλο τέσσερες χιλιάδες τάλλαρα. Στέλνει ὁ Μπραΐμης, μοῦ λέγει: «Δία σας τοὺς παλιανθρώπους μου γυρεύουν τέσσερες χιλιάδες τάλλαρα καὶ δὲν τὰ δίνω. – Ἣ παλιοὶ ῾μαστε ἢ καινοῦργοι ἄνθρωποι, κατὰ ὁποῦ συνφωνήσαμεν θὰ τὰ πλερώσης». Μείναμε σύνφωνοι νὰ τὰ πλερώση, ἀφοῦ κάμαμεν πλῆθος φιλονικίες.
Ἀφοῦ τελειώσαμεν αὐτὰ ὅλα, φεύγει ἕνα Τουρκόπουλο ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ πάγει εἰς τὸν Μπραΐμη, τοῦ λέγει τὴν ἔλλειψη τοῦ κάστρου ἀπὸ τὸ νερὸ κι᾿ ἄλλα κι᾿ ὅτ᾿ εἶναι δυὸ Τούρκισσες καλὲς εἰς τὸ κάστρο. Ἦταν δυὸ Τζορτζοῦρες, ὡραῖες γυναῖκες, τὶς εἶχαν οἱ Οἰκονομίδηδες, ντόπιοι, ὡς γυναῖκες τους. Ἐγὼ δὲν τὶς ἤξερα ἢ ἦταν ἢ ὄχι. Τότε ὁ Μπραΐμης στέλνει καὶ μὲ φωνάζει. Ἀφοῦ πῆγα πολλὲς φορὲς (στέλναν μόνον ἐμένα, ὅτι μὲ διορίσαν ὅλοι οἱ πολιορκημένοι ἐπίτροπόν τους ν᾿ ἀγροικιῶμαι μ᾿ αὐτὸν μόνος μου, κι᾿ αὐτὸς εἶχε ἕναν Τοῦρκον ἀπὸ τὴν Τροπολιτζὰ κ᾿ ἕναν ἀπὸ τὴν Κάρυστον. Ξέραν τὰ Ρωμαίικα, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ δυὸ ἔρχονταν καὶ μοῦ μιλοῦσαν καὶ πήγαινα εἰς τὸν Μπραΐμη, καὶ μ᾿ αὐτοὺς ξηγώμουν τὴν γλώσσα τους), μοῦ λέγει: «Μέσα εἰς τὸ κάστρο εἶναι δυὸ Τούρκισσες τὶς ξέρεις; – Τοῦ λέγω τὴ ντάπια ὁποῦ φυλάγω ξέρω, ὄχι γενικῶς, οὔτε Τούρκισσες ξέρω, οὔτε Ρωμιές». (Γύρευε νὰ μὲ κάμη καὶ κοντόση, γαμῶ τὸ Ρεσούλη του. Τί νὰ σοῦ κάμω ὁποῦ δὲν εἶχα νερὸ καὶ δὲν ἔβλεπε κάστρο. Ὅτ᾿ εἶχα λιοντάρια μέσα). Μοῦ λέγει ὁ πασσᾶς: «Νὰ στείλεις νὰ τὶς φέρεις» Ἔστειλα τὸν μπαϊραχτάρη μου καὶ ἤφερε. Τὶς πῆρε καὶ τὶς ξέταξε διὰ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ κάστρου. Ἐκεῖνοι ὁποῦ τὶς εἶχαν αὐτὲς τὶς γυναῖκες τὶς εἶχαν ὡς πνευματικοὺς καὶ ξέραν ὅλα τους τὰ μυστήρια καὶ τοῦ κάστρου. Τοῦ εἶπαν ὅτ᾿ εἶναι κι᾿ ἄλλοι Τοῦρκοι μέσα καὶ ξέρουν ὅλα τὰ πράματα τοῦ κάστρου (ἀφοῦ αὐτὲς τὰ ἤξεραν). Μοῦ ζητάγει νὰ τοῦ στείλω καὶ τοὺς ἄλλους Τούρκους (νὰ μάθη κι᾿ ἄλλα). Ἦταν ὁ Μπραΐμης μεθυσμένος, πίνει ρούμι καὶ κρασὶ μποτίλλιες. Μπεκρὴς πολὺ καὶ παραλυμένος εἰς γυναῖκες καὶ παιδιά. Μοῦ δίνει τοὺς δυὸ Τούρκους ὁποῦ ξέραν τὴν γλώσσα, πήγαμεν εἰς τὸ κάστρο καὶ τοὺς ἄφησα ἀπόξω τὰ τείχη. Τοὺς εἶπα ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χαν τοὺς Τούρκους δούλους τὰ αἴτια καὶ μοῦ τοὺς ἤφεραν. Καὶ τοὺς κατέβασα κάτου– ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ τοὺς εἶπα: «Σύρτε τους εἰς τὸν πασιά, κι᾿ ἂν θέλει νὰ βαστήση τὸν λόγον του, κατὰ τὶς συνθῆκες ὁποῦ κάμαμεν, καλά, εἰδὲ ἀρχινᾶτε τὸν πόλεμον νὰ μᾶς πάρετε μὲ τὸ σπαθί σας. Ὅτι τοιούτως δὲν κάνουν οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι, κάστρο χωρὶς νὰ παραδοθῆ, ἀνθρώπους δὲν ζητοῦνε ἀπὸ μέσα, σήμερα γυναῖκες κι᾿ αὔριον ἄντρες. Κι᾿ ὅσα θὰ τοῦ εἰποῦνε ὅλοι αὐτεῖνοι – οὔτε νερὸ ἔχομεν, οὔτε ἄλλα, εἶναι ἀνεφόδιαστο ὅλως– δι᾿ – ὅλου τὸ κάστρο. Ὅμως ἕνας τὸν ἄλλον θὰ φᾶμε οἱ ἄνθρωποι – καὶ τὸ κάστρο μαζί, δὲν θ᾿ ἀφήσουμε τοῖχον γερόν, οὔτε σημάδι. Καὶ πέστε του, ἢ ντουφέκι ἢ συνθῆκες! Καὶ κοντόσηδές μας ἔκαμε!» Πιάστηκα μὲ τοὺς πολιορκημένους διατὶ μίλησα τοιούτως.
Τὸ βράδυ εἶχε ἔρθη μία φεργάδα Ἀγγλικὴ καὶ τὰ Τούρκικα καράβια τὴν εἶχαν ῾στὴν μέση νὰ μὴν ἀνταποκρινώμαστε ἐμεῖς μ᾿ αὐτείνη, φοβώνταν. Τότε στέλνομεν ἕναν Κυπραῖον μὲ γράμματα τῆς πλεγῆς. Τὸν πῆραν χαμπέρι τὰ Τούρκικα καὶ τὸν κυνήγησαν ὁληνύχτα, καὶ τὸ᾿ ῾πεσαν τὰ γράμματα ἐκεῖ ὁποῦ βούταγε εἰς τὴν θάλασσα. Καὶ πῆγε εἰς τὴν φεργάδα, καὶ μπαίνοντας μέσα, ἔπεσε πεθαμένος. Τὸν κρεμάσανε καὶ βῆκε τὸ νερό, καὶ τὸ ῾βαλαν σπίρτα κι᾿ ἀναστήθη. Καὶ εἶπε τῶν Ἄγγλων τὸν χαμὸν τῶν γραμμάτων, ὁποῦ τὰ εἴχαμε δομένα. Εἶπε στοματικῶς τὴν κατάστασιν τοῦ κάστρου καὶ τὶς πρόφασες τοῦ Μπραΐμη. Καὶ τὸν πῆρε ἡ φεργάδα καὶ πῆγαν εἰς τὴν Ζάκυθο καὶ εἶπαν αὐτὰ τοῦ ναυάρχου. Τότε ὁ ναύαρχος ἔστειλε ἕνα μπρίκι.
Πρὶν ἔρθη τὸ μπρίκι στέλνει ὁ Μπραΐμης νὰ ἑτοιμαστοῦμε, ὅτι ἦρθαν τὰ καράβια ὁποῦ ῾χαμε ναυλώση. Ὅταν μὲ φώναξε ἦταν ῾σ τὰ μαγαζειά, κι᾿ ὅλο του τὸ στράτεμα. Ἦταν δυὸ ὧρες νὰ νυχτώσῃ. Τοῦ λέγω: «Πότε θὰ βαρκαριστοῦμεν, καθὼς προστάζεις; Οἱ πόρτες θέλουν ἀρκετὲς ὧρες νὰ ξεπλακωθοῦνε, ὁποῦ τὶς ἔχομεν χτισμένες θὰ περάσουνε τὰ μεσάνυχτα καὶ νὰ μὴν ξεπλακωθοῦνε. Ἔχομε λαβωμένους, ἔχομε ἀρρώστους. Αὔριον τὴν αὐγὴ κάνομεν ἀρχὴ καὶ βαρκαριζόμαστε». Αὐτὸς ἀντιστάθει, ὅτι γύρευε πρόφασιν. Μοῦ λέγει: «Ἀπόψε ἂν θέλετε, καλά, εἰδὲ οἱ συνθῆκες εἶναι χαμένες ποὺ κάμαμε. – Ὅταν στείλης καὶ ἰδῆς ἂν προφασιζόμαστε, τότε φταῖμε ἐμεῖς. Εἰδέ, θέλεις νὰ τὶς χαλάσης τὶς συνθῆκες». Τοῦ εἶπαν κι᾿ ἄλλοι ὅτι «κιΆποψε δικοί μας εἶναι κι᾿ αὔριον». Ὅτ᾿ εἶχε νὰ μᾶς σκοτώσει. Μό᾿ δῶσε δυὸ Τούρκους, τοὺς ἔδειξα τὶς πόρτες κι᾿ ἄλλα. Τοὺς ἔδωσα τῶν Τούρκων κι᾿ ἀπὸ μίαν ζυγὴ ἄρματα καλά. Μίλησαν τοῦ πασιᾶ. Τὴν αὐγὴ μπονόρα ἔστειλε ἕναν συγγενῆ του μὲ σαράντα ἀνθρώπους νὰ περιλάβῃ τ᾿ ἄρματα. Ἐγὼ εἶπα τοῦ Βελέτζα καὶ κάθεταν εἰς τὸν Ἰτζκαλέ, νὰ μή μας κάμουν τίποτας, νὰ μείνωμε μέσα καὶ βγάλαμεν ἀπὸ ἐκεῖ ὅλους τους ἄλλους. Ξαρματώσαμε καμπόσους, τοὺς βγάλαμεν ἀπὸ τὸ κάστρο. Οὔτε ῾σ τὰ καράβια τοὺς βαίναν – οὔτε ῾σ τὰ δικά μας, οὔτε ῾σ τὰ δικά τους. Βγάλαμεν κι᾿ ἄλλους, τὸ ἴδιον. Τ᾿ ἀσκέρια τοῦ Μπραΐμη ἦταν ὅλα συνασμένα ἐκεῖ. Τότε κλειοῦμεν ἐκείνους τοὺς Τούρκους ὁποῦ ῾ρθαν νὰ περιλάβουν τὸ κάστρο, καὶ τοὺς λέγω: «Οἱ δικοί σας ἂς φᾶνε ἐκείνους ὁποῦ βγάλαμεν ἔξω, κ᾿ ἐμεῖς τρῶμε ἐσᾶς καὶ μᾶς σώνει». κλείσαμεν τὸ κάστρο. Φωνάζουν αὐτεῖνοι, νὰ βγάλουν ἄνθρωπον νὰ μιλήση τοῦ Μπραΐμη, τοὺς βγάλαμεν ἕναν. Τότε καβαλλίκεψε ὁ ἴδιος ὁ Μπραΐμης ῾σ ἕνα ἄλογον καὶ διαλοῦσε τ᾿ ἀσκέρια του νὰ φύγουν ἀπὸ ῾κεῖ. Κι᾿ ἄρχισαν νὰ βαρκαρίσουν τοὺς δικούς μας εἰς τὰ ξένα καράβια, ὁποῦ ῾χαμεν συνφωνήση νὰ μποῦνε οἱ ἄνθρωποι. Τότε βῆκαν κι᾿ ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν ὁποῦ ῾ρθε ἀπὸ τὴν Ζάκυθον μ᾿ ἐκεῖνον ὁποῦ στείλαμεν τῆς πλεγῆς. Τοὺς ρώτησε ὁ Μπραΐμης. Τοῦ εἴπανε: «Στελμένοι εἴμαστε ἀπὸ τὸν ναύαρχον νὰ ἰδοῦμε ἂν θὰ σταθῆς μὲ τοὺς Ἕλληνες ῾σ ὅσες συνφωνίες κάμετε». Τότε, ἀποβαρκαριστήκαμεν, ἀλλοῦ στερνὰ πέρασα ἐγὼ μ᾿ ὅσους ἄλλους εἴχαμεν τ᾿ ἄρματα, ὁποῦ μᾶς χάρισε. (Τὰ μέρασα ἀναλογίαν σὲ ὅλους τους ἀρχηγούς, κατὰ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ῾χε ὁ καθείς). Εὐκήθηκα τὸν Μπραΐμη διὰ τὴν περιλαβῆ τοῦ κάστρου, μπῆκα μέσα εἰς τὸ καράβι, ἦταν τρία Ἀγγλικόν, Γαλλικὸν κι᾿ Ἀουστριακόν. Ἐγὼ μπῆκα εἰς τὸ καράβι τὸ Ἀγγλικόν. Ἔρχεται ἕνας δοῦλος τοῦ Γιατράκου ἀπὸ αὐτὸν κι᾿ ἀπὸ τὸν Μπεζαντὲ καὶ μοῦ λέγει ὅτι τοὺς βάσταξε ὁ Μπραΐμης. Τότε συνάζω ὅλους τους καραβοκυραίους ῾στὸ Ἀγγλικὸν κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ῾ρθαν μὲ τὸ μπρίκι τὸ Ἀγγλικὸν ἀπὸ τὴν Ζάκυθον καὶ τοὺς λέγω «Ἐμεῖς σταθήκαμε εἰς τὸν λόγο μας κι᾿ ὁ Μπραΐμης δὲν ἐστάθη. Ἐγὼ ἔκαμα τὶς συνθῆκες». τοὺς λέγω καὶ τοὺς εἶπα ὅσα μας ἔκαμεν. Καὶ πῆραν πολλῶν χρήματα κι᾿ ἀσήμια. Καὶ μᾶς κράτησαν καὶ τοὺς ἀνθρώπους, Μπεζαντὲ καὶ Γιατράκο. Τότε πῆγαν αὐτεῖνοι εἰς τὸν Μπραΐμη. Τοὺς εἶπε: «Τοὺς δυό τους κρατῶ, ὅτι θέλω τοὺς πασσάδες τοῦ Ἀναπλιοῦ. Καὶ οἱ Ρωμαῖγοι, τοὺς εἶπε, κάμαν συνθῆκες καὶ βάσταξαν τοὺς πασσάδες». Ἐμεῖς δὲν ξέραμεν ἀπὸ αὐτά. Τότε δὲν μποροῦσαν νὰ εἰποῦνε τίποτα οἱ καραβοκυραῖγοι. Μᾶς κλέψαν κ᾿ ἐξηντατρεῖς ἀνθρώπους ἐκεῖ ὁποῦ πέρναγαν νὰ βαρκαριστοῦν. Τοὺς ἔπαιρναν οἱ κολῶνες καὶ τοὺς ἔκρυβε μία τὴν ἄλλη· καὶ τοὺς ἔσφαξαν εἰς τὸ κάστρο κουρμπάνι. Ὅταν μπήκανε μέσα, τοὺς θυσιάσαν ὅλους καὶ τοὺς ἐξηντατρεῖς.
Ὅταν ἤμαστε εἰς τ᾿ Ἀγγλικὸν καράβι, ὁποῦ ῾χαμεν ναυλωμένο, καὶ ἤμουν μὲ καμπόσους ἀξιωματικοὺς μέσα καὶ στρατιῶτες Ἕλληνες, μοῦ λέγει ὁ καπετάνιος τοῦ καραβιοῦ – ἤξερε τὴν γλώσσα μας αὐτός, εἶχε καὶ τὴν γυναίκα τοῦ μέσα – μου λέγει νὰ φωνάξω ὅλους τους ἀξιωματικοὺς νὰ πᾶμε νὰ φᾶμε ψωμὶ εἰς τὴν κάμαρη. Πῆγα εἰς τὴν κάμαρη μὲ καμπόσους ἀξιωματικούς. Εἶχε ἕνα πουλὶ εἰς τὴν κάμαρη, παπαγάλλον. Ἀφοῦ μας εἶδαν, ἔκλαιγε ἡ γυναίκα, ἔκλαιγε καὶ τὸ πουλί. Βλέπω ἐγὼ αὐτό, ρωτάγω τὸν καπετάνιον τοῦ καραβιοῦ, τοῦ λέγω: «Ἐσεῖς μας προσκαλέσατε νὰ φᾶμε κι᾿ ἐδῶ ὅπου ῾ρθαμε βλέπω ἕνα πουλὶ καὶ ἕναν ἄνθρωπον ὁποῦ κλαῖνε». Τότε λέγει ἡ γυναίκα τοῦ καραβοκύρη: «Δίκιον μεγάλον ἔχομεν νὰ κλαῖμεν ἄνθρωποι καὶ πουλιά, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἡ δυστυχισμένη θά ῾χανε τόσα παληκάρια. Ποῦ θὰ τὰ ματάβρισκε εἰς τὴν ἀνάγκη της; Ὁ Ἰμπραΐμης μας ναύλωσε καὶ μᾶς εἶπε, φορτώσουμε, δὲν φορτώσουμε, τὸ ναῦλο νὰ πάρωμε καὶ νὰ μὴν εἰποῦμε τίποτας. Καὶ διὰ νὰ μὴν μπῆτε εἰς τὰ καράβια θὰ σᾶς θανάτωνε ὅλους ἔξω. Καὶ δὲν εἴχαμεν τὸν τρόπον νὰ σᾶς τὸ εἰποῦμεν, νὰ μὴν πιστευτῆτε εἰς τὶς συνθῆκες». Τῆς εἶπα: «Ὁ θεὸς εἶναι μέγας καὶ μᾶς γλύτωσε κι᾿ ἂς γλυτώσει κ᾿ ἐκείνους ὅπου βάσταξε ὁ Τοῦρκος».
Φύγαμε ἀπὸ ῾κεῖ καὶ πήγαμεν εἰς Καλαμάτα. Ἐκεῖ βῆκαν οἱ Καλαματιανοί. Ἐμεῖς ἤμαστε ξαρμάτωτοι, μὲ τὰ λίγα ἐκεῖνα τ᾿ ἄρματα, ὁποῦ μό᾿ ῾δωσε ὁ Μπραΐμης καὶ τὰ μέρασα ὁλουνῶν. Βγαίνοντας εἰς τὴν Καλαμάτα, οἱ Καλαματιανοὶ ἦταν εἰς τὰ περιβόλια κ᾿ ἔκαναν γλέντια μὲ τὰ λαλούμενα. Ἦρθαν καὶ μᾶς εἴδανε, καὶ μᾶς λένε: «Πούθε ἔρχεστε; – Τοὺς λέμε ἀπὸ Νιόκαστρο. – Μᾶς λένε, δὲν βαστάγετε καμπόσον καιρὸν κ᾿ ἐρχόμαστε νὰ σᾶς βγάλωμεν ἀπὸ ῾κεῖ; Ἀφήσετε τέτοιον κάστρο καὶ φύγετε;» Δὲν θέλησαν νὰ μᾶς δώσουνε οὔτε ἕνα κονάκι, μόνε μας ἀφήσανε εἰς τὶς περιβόλες ἔξω, εἰς τ᾿ ἀργαστήρια ἐμᾶς ὅλους, καὶ λαβωμένους, καὶ καθίσαμεν ἐκεῖ ἐναδυὸ ἡμέρες νὰ χορτάσουμεν νερὸ καὶ νὰ φύγωμεν. Ἔστειλα εἰς τὴν Ἀρκαδιὰ νὰ μοῦ φέρουν τ᾿ ἄλογά μου καὶ τοὺς παράγγειλα νὰ φύγουν, ὅτι θὰ βγῆ ὁ Μπραΐμης καὶ νὰ μὴν τοὺς σκλαβώση. Ἀναμέρησαν οἱ ἄνθρωποι. Εἶπα καὶ τῶν Καλαματιανῶν αὐτά. Λυπήθηκα τοὺς ἀθώους κι᾿ ὄχι τοὺς ἀχάριστους, νὰ μὴν σκλαβωθοῦνε. Ὅτι μου εἶπε ὁ Μπραΐμης εὐτὺς θὰ κινηθῆ καὶ νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ νὰ τὸν ἀνταμώσω, νὰ μένω μαζί του. Τότε μου λέγει ὁ Ἀντωνάκης Μαυρομιχάλης: «Ξέρεις τί παληκάρια εἴμαστε ἐμεῖς; Πεντακόσιοι πολεμοῦμε μὲ πέντε ἕξι χιλιάδες, καὶ δὲν εἴμαστε σὰν ἐσᾶς ὁποῦ ἀφήσετε τὸ κάστρο ἀπολέμητο καὶ φύγετε. – Ὃ Θεός, τοῦ εἶπα, κάνει κι᾿ ἀντρείους, κάνει καὶ κιοτῆδες. Οἱ κιοτῆδες φοβήθηκαν, οἱ ἀντρεῖοι χόρευαν εἰς τὴν Καλαμάτα κι᾿ ἀλλοῦ. Τὸ κάστρο τώρα τὸ᾿ ῾χεῖ ὁ Μπραΐμης. Σᾶς εἶπα κ᾿ ἐγὼ ὅ,τι ἤξερα συχωρᾶτε μέ». Συκωθήκαμε καὶ φύγαμε. Εἰς τὸ χάνι ηὗρα καὶ τὸν Παπαφλέσια μὲ καμπόσους, πάγαινε ἀναντίον τοῦ Μπραΐμη. Μοῦ εἶπε νὰ πάγω κ᾿ ἐγώ. Τοῦ εἶπα: «Μὲ τὰ ραβδιὰ δὲν πολεμοῦν, πολεμοῦν μὲ ντουφέκια. Ἐμεῖς ἔχομεν ραβδιά, ξύλα, κι᾿ ὄχι ντουφέκια». Πέρασε ἀπὸ τὸ Λιοντάρι καὶ ἦταν ἐνθουσιασμένος. Πῆγε καὶ χάθηκε.
Πῆγα εἰς τὴν Τροπολιτζά. Μὲ κλείσανε ὅσους εἶχα μαζί μου καὶ εἰς Παλιοβαρίνους καὶ εἰς Ἀρκαδιὰ καὶ μοῦ λένε: «Ὅταν ἤρθαμε μὲ σένα εἴχαμε ἀσημένια ἄρματα, τώρα μᾶς τὰ πῆρε ὁ Μπραΐμης, ὅσοι ἤμαστε εἰς Νιόκαστρο κι᾿ Ἀβαρίνους». Μὲ κλείνουν στενά, ἀπολπίστηκα. Ἤθελα νὰ σκοτωθῶ, νὰ μὴν τραβάγω αὐτὰ ἀπὸ Ρωμαίγους καὶ Τούρκους. Ἔγραψα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ κακό, δανείστηκα, γυμνώθηκα ὁλότελα, καὶ τοὺς πλέρωσα ἐξ ἰδίων μου.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Αὐτείνη τὴν ἔκθεσιν τὴν ἔγραψε ὁ Ἀναγνωσταρᾶς ὁ ὑπουργὸς τοῦ Πολέμου, ὁποῦ ῾ταν πολλὰ πλησίον, ῾στὸ νησὶ τῆς Σφαχτηρίας, μὲ τὸν Τζαμαδὸν καὶ σκοτώθηκαν καὶ οἱ δυὸ σ᾿ τὸ νησί. Ἀκολούθως γράφω αὐτό.
2. Αὐτὰ κάνουν οἱ φατρίες, αὐτὰ κάνει ἡ διαίρεση κι᾿ αὐτὰ τ᾿ ἀποτελέσματα φέρνει ὁ ἐνφύλιος πόλεμος ὁ συχνός. Καὶ ὥρα μᾶς τηρᾶνε ἀπὸ μακρυὰ οἱ συντρόφοι μας, ὅταν κιντυνεύωμε, κάνει σίγρι ἕνας ῾στὸν ἄλλον. Κι᾿ ὁ Μπραΐμης γίνεται ἀπολέμητος διὰ νὰ εἰπῆ ἡ ἱστορία ὅτ᾿ εἶναι γενναῖοι, ὄχι ὅτ᾿ εἶναι πλῆθος. Τὰ πρῶτα χρόνια μὲ σαράντα ἀνθρώπους μ᾿ ἑκατὸ γιόμιζε ὁ τόπος σκοτωμένους Τούρκους. Τότε δουλεύαμε ἀπαθεῖς ὡς ἀδελφοὶ διὰ τὴν θρησκεία, διὰ τὴν πατρίδα. Ἦταν ἡ πολιτικὴ τοῦ τίμιου κι᾿ ἁπλοῦ δημογέροντα, δὲν ἦταν οἱ συβουλὲς τοῦ Μεταξᾶ καὶ τοῦ Μαυροκορδάτου καὶ ἡ διαίρεση ῾στοὺς ὁπλαρχηγούς, νὰ τοὺς στέλνουν εἰς τοὺς Τούρκους, δὲν ἦταν ἡ καλωσύνη τοῦ Κωλέτη νὰ στέλνη τὸν ἀγαθὸν καὶ γενναῖον Παλάσκα νὰ σκοτωθῇ καὶ νὰ τοῦ παίρνη τὴν γυναίκα του μορόζα. Αὐτὰ ὅλα φέραν τὸν ὄλεθρον τῆς πατρίδος, ἀναγεννήθηκαν τὰ πάθη καὶ τηράγει ὁ Πελοποννήσιος τὸν γείτονά του τὸν Ρουμελιώτη κι᾿ ὁ Ρουμελιώτης τὸν Πελοποννήσιον σὰν Τοῦρκοι ὅταν τοὺς πολεμούσαμε.