Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον A'. 1797-1827. κεφ. 10

Ὁ Μακρυγιάννης παρὰ τῇ Κυβερνήσει. - Μετάβασις πρὸς τὸν Φαββιέρον. - Εἴσοδος τοῦ Φαββιέρου εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. - Τὰ πρὸ τῆς ἐκστρατείας τοῦ Γόρδωνος εἰς Πειραιᾶ. - Τὰ κατὰ τὸν Μπούρμπαχην. - Στρατολογία τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἐκστρατεία εἰς Πειραιᾶ. - Ἀπόβασις τοῦ Μακρυγιάννη πρώτου εἰς Πασσᾶ λιμάνι. - Κατάληψις καὶ ὀχύρωσις τῶν θέσεων. - Ἡ εἰς Καματερὸν μάχη. - Λυσσώδης ἐπίθεσις τῶν Τούρκων κατὰ τῶν εἰς Πειραιᾶ ἀποβάντων. - Τριπλὴ ἕφοδος αὐτῶν ἀποκρουσθεῖσα. - Μεροληψία τῆς «Γενικῆς Ἐφημερίδος». - Δυσαρέσκεια Γόρδωνος. - Μάχη εἰς τὰ Μποστάνια. - Λαμπρὰ νίκη τῶν Ἑλλήνων. - Ἀπόβασις τοῦ Καραϊσκάκη εἰς Κερατσίνι. - Πρόοδος τῶν Ἑλλήνων ἑκατέρωθεν. - Μάχαι εἰς τὸ Μετόχι. - Ἐξακολούθησις τοῦ ἀγῶνος. - Πολιτικὴ κατάστασις. - Ἀρχιστρατηγία τοῦ Τσούρτς. - Δυσαρέσκεια τοῦ Καραϊσκάκη. - Συνέντευξις αὐτοῦ μετὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἔρις τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Νοταρᾶν καὶ Καραϊσκάκην. - Ἐνίσχυσις τοῦ ἐν Πειραιεῖ Ἑλληνικοῦ στρατοπέδου. - Ἐπίθεσις κατὰ τοῦ μοναστηρίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. - Παράδοσις τῶν ἐν Ἁγ. Σπυρίδωνι Ἀλβανῶν. - Παρασπονδία Ἑλλήνων. - Τὸ περὶ τῆς εἰς Ἀθήνας ἐκστρατείας σχέδιον. - Τραυματισμὸς καὶ θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη. - Ἡ παρὰ τὸν Ἀνάλατον καταστροφὴ τῶν Ἑλλήνων. - Ὁ ἐν Πειραιεῖ πανικός. - Δυσαρέσκεια καὶ ἀπείθεια. - Ἐγκατάλειψις τοῦ Πειραιῶς. - Ὁ Μακρυγιάννης ἐν Ναυπλίῳ. - Μετάβασις αὐτοῦ εἰς Αἴγιναν, Θερμιὰ καὶ Τῆνον. - Σχέδιον περὶ νέας ἐκστρατείας τοῦ Μακρυγιάννη εἰς Ἀττικήν. - Ἐπάνοδος αὐτοῦ εἰς Αἴγιναν.

Τῆς εἶπα τὴν κατάστασιν τοῦ φρουρίου. Ὁ Ζαΐμης ἦταν Πρόεδρος τῆς Διοικήσεως. Μοῦ λέγει ὁ καϊμένος: «Ἔρχομαι εἰς τὸ κονάκι σου νὰ μιλήσωμεν πλατύτερα». Μὲ εἶδαν εἰς τὴν κατάστασιν ὁποῦ ἤμουν, πρησμένο τὸ κεφάλι μου, μοῦ διορίσαν γιατρούς. Ἦρθε ὁ Ζαΐμης, ἀνταμωθήκαμεν, μοῦ εἶπε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, ὅτι δὲν ἔχει οὔτε λεπτό. Μοῦ λέγει: «Χαίρομαι ὅτι ἦρθες ἐσὺ ἔξω, καὶ νὰ συνακουστοῦμεν σὲ ὅ,τι μπορέσουμεν νὰ βοηθήσωμεν τὴν πατρίδα, καὶ ν᾿ ἀφήσουμεν τὰ παλιὰ πάθη. – Τοῦ εἶπα, χαίρομαι διὰ ἕναν ἀγωνιστὴν σημαντικόν, κεφαλὴ τῆς πατρίδος, ὁποὔχει τόση ῾λικρίνεια. Ὅτι τὰ πάθη τὰ εἴδαμεν πού μας κατήντησαν. Κ᾿ ἐγώ, τοῦ λέγω, ῾σ ὅ,τι μὲ διατάξετε εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος. Καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐβήκα εἰς τὴν κατάστασιν ὁποῦ μὲ βλέπεις». Ἦρθαν καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Διοίκησης· εἶπαν νὰ πάγη ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὰ Μέθενα νὰ μιλήση μὲ τὸν Φαβγέ. «Ἦταν καλά, μοῦ λένε, νὰ πάγαινες καὶ μόνος σου – εἶσαι ἀστενής· θὰ τὸν ἐνθουσίαζες ἀλλοιῶς. – Τοὺς λέγω, νὰ πεθάνω εἰς τὸν δρόμον θὰ πάγω νὰ ῾νεργήσω ὅ,τι μπορῶ!»
Ἐπῆγα εἰς τὰ Μέθενα. Μὲ δέχτηκε ὁ ἀγαθὸς καὶ γενναῖος Φαβγὲς κι᾿ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί. Τοὺς ἐνθουσίασα. Τοὺς ηὗρα πρόθυμους καὶ μὲ μεγάλον πατριωτισμόν. Σηκωθήκαμεν μὲ τὸν Φαβγὲ καὶ πήγαμεν εἰς τὴν Διοίκηση. Καὶ διοριστήκαμεν ἐμεῖς οἱ δυὸ ἐπίτροποι μὲ δυὸ μέλη ἀπὸ τὴν Διοίκηση· καὶ σκεδιάσαμεν – καὶ μιλήσαμεν νὰ μείνη μυστικὸν τὸ σκέδιόν μας, κ᾿ ἔμεινε. Πῆγε ὁ Φαβγὲς εἰς τὰ Μέθενα, ἔκαμε χαζίρι τὸ σῶμα του καὶ τὸ φόρτωσε πολεμοφόδια· κ᾿ ἐγὼ στάθηκα εἰς τὴν Αἴγινα κ᾿ ἔκαμα ἕτοιμα ἀλοιφὲς καὶ ξαντὰ κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα – κι᾿ ὅλα μυστικά, ὅτ᾿ ἦταν Τουρκοραγιάδες πολλοὶ ἀπὸ ῾κείνους ὁποῦ ἦταν φορτωμένοι πέτρες καὶ τοὺς λευτέρωσε ὁ Κιταγής. Τὄδωσα τοῦ ἀθάνατου Φαβγὲ τοὺς ὁδηγοὺς ὁποὖχα μαζί μου ἀπὸ τὸ κάστρο, τοὺς γενναίους κι᾿ ἀγαθοὺς Γιάννηδες, Κουντουριώτης ὁ ἕνας καὶ Διστομίτης ὁ ἄλλος. Αὐτεῖνοι οἱ δυὸ ἀγαθοὶ πατριῶτες ἔβγαιναν πάντοτες μὲ γράμματα ἀπὸ τὸ κάστρο, ἀνάμεσα ἀπὸ τόση Τουρκιά. Μεγάλες χάριτες χρωστάγει ἡ πατρίδα εἰς αὐτοὺς τοὺς δυὸ γενναίους πατριῶτες. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς τὸ ταχτικὸν κι᾿ ὁ Φαβγὲς πῆγαν τὰ πολεμοφόδια κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα, φορτωμένα οἱ ἴδιοι ἀπάνου τους. Κι᾿ ὅλοι αὐτεῖνοι κιντύνεψαν· ἀλλὰ ὡς γενναῖγοι καὶ καλοὶ πατριῶτες ἀποφάσισαν καὶ μπῆκαν εἰς τὸ κάστρο. Καὶ ἡ πατρὶς νὰ θυμᾶται καὶ νὰ δοξάζη αὐτοὺς τοὺς ἄντρες.
Τότε μίλησα μὲ τὴν Διοίκηση διὰ νὰ πιάσουμεν τὸν Φαληρέα κατὰ ὁποῦ ἤμουν διαταμένος ἀπὸ τοὺς κλεισμένους εἰς τὸ κάστρον. Ἡ Διοίκηση μὲ διορίζει ἀρχηγὸν τῶν Ἀθηναίων κι᾿ ὅσοι Στερολλαδίτες ἦταν εἰς τὰ νησιὰ καὶ νησιῶτες ὅσοι φέρνουν ὅπλα, νὰ τοὺς συνάξω ὅλους νὰ πιάσωμεν τὸν Περαιά, νὰ συστήσουμεν ὀρδί. Μέσα δὲν εἶχε τελείως ἡ Κυβέρνηση. Τότε μ᾿ ἀνταμώνει ὁ Γρόπιος πρόξενος τῆς Ἀούστριας – ἦταν φίλος μου – καὶ μοῦ λέγει: «Ποῦ θὰ πᾶς, Μακρυγιάννη, μὲ χωρὶς τὰ μέσα σὲ τόση Τουρκιά, ῾σ ἕναν ἀρχιστράτηγον τοῦ Σουλτάνου, ῾στὸν Κιτάγια; Ἡ Διοίκηση τὰ μέσα δὲν τάχει, τί στρατόπεδον θὰ κάμης; Θὰ κιντυνέψης κι᾿ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄνθρωποί σου. Εἶναι ἕνας, μοῦ λέγει, Ἄγγλος, τὸν λένε Γκόρδον, βάνει τὰ μέσα τοῦ πολέμου, ὅσα χρήματα χρειαστοῦν. Τὸν κάνεις καμπούλι νὰ τοῦ παραχωρήσης τὴν θέση σου, νὰ τὸν κάμης ἀρχηγὸν αὐτῆς τῆς ἐκστρατείας, νὰ βάλη αὐτὸς τὰ χρήματα;» Τοῦ λέγω τοῦ Γρόπιου: Σύρε πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁποῦ θὰ βάλη τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι, διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγη νὰ μοῦ δίνη νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτρο· τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐνγράφως». Ἀφοῦ τοῦ μίλησε αὐτὰ τοῦ Γκόρδον, ἦρθε καὶ μ᾿ ἀντάμωσε καὶ γνωριστήκαμεν· καὶ πῆρε τὴν εὐκαρίστηση σὲ ὅσα τοῦ εἶπε ὁ Γρόπιος ἀπὸ ῾μένα.
Μοῦ λέγει ὁ Γκόρδον ὅτ᾿ εἶναι ῾γγισμένος μὲ τὸν Ζαΐμη καὶ δὲν θὰ θελήση. Τοῦ λέγω: «Ἐγὼ τὰ διορθώνω κι᾿ αὐτὰ μὲ τὸν Ζαΐμη». Πῆγα εἰς τὸν Ζαΐμη, τοῦ τὰ εἶπα ὅλα. Τότε μου λέγει ὁ ἀγαθὸς πατριώτης, (καὶ τοῦ συχωράγει ἡ ψυχή μου ὅσα εἶχε κάμη διὰ τὴν πατρίδα, ὁποῦ τούχα ἕνα μίσος), μοῦ λέγει: «Ὅποιος εἶναι αὐτός, Μακρυγιάννη, ὁποῦ βάνει τὰ ἔξοδα διὰ τὴν στρατολογίαν τῶν Ἀθηνῶν, νὰ πιαστῆ ἡ θέση τοῦ Φαληρέως, τὸ παιδί μου νὰ μόχη σκοτωμένο – ὄχι διὰ κάτι λόγια ὁποῦ ἀλλάξαμεν». Τότε τὸν πῆρα καὶ πῆγα ἐκεῖ κι᾿ ἀνταμώθηκαν καὶ φιλήθηκαν καὶ συνφώνησαν διὰ τὰ ἔξοδα αὐτεινοῦ τοῦ κινήματος καὶ νὰ εἶναι ἀρχηγὸς ὁ Γκόρδον. Ξακολούθησε νὰ κάνη ὅλες της ἑτοιμασίες, κ᾿ ἔγινε αὐτὸ τὸ κίνημα. Καὶ ξόδιασε ὁ Γκόρδον ὀγδοήντα ὀχτὼ χιλιάδες γρόσια καὶ ὕστερα τάλαβε ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση – διὰ τόκον ἔλαβε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Περαιῶς. Πῆγε μὲ τὸ μπρίκι τοῦ εἰς τὰ Μέγαρα ὁ Γκόρδον, ἔστελνα κ᾿ ἐγὼ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ σύναζα ἐκεῖ. Μὲ διορίζει ἡ Κυβέρνηση καὶ πῆγα δυὸ φορὲς εἰς τὴν Κόρθο νὰ ἡσυχάσω τὸν Γιάννη Νοταρᾶ καὶ Παναγιώτη Νοταρᾶ, ὁποῦ εἶχαν Ρουμελιῶτες ὁ ἕνας κι᾿ ὁ ἄλλος συνάξη καὶ γύμνωναν τὴν πατρίδα τους, ὁ ἕνας Νοταρᾶς τὴν μισὴ κι᾿ ὁ ἄλλος τὴν ἄλλη μισή, καὶ δίναν καὶ τῶν Ρουμελιώτων τοὺς μιστούς τους. Κι᾿ ὁ καυγᾶς τους ποιὸς ἦταν; Ἤθελαν νὰ πάρουν μία γυναίκα· καὶ τὴν θέλαν καὶ οἱ δυό. Τὸ χωριὸ καίγεταν καὶ ἡ γριὰ λαμπροχτενίζεταν.
Παντοῦ εἰς τὴν πατρίδα Τοῦρκοι, καὶ τὸ κάστρο τῶν Ἀθηνῶν, ὁποῦ ἦταν ἡ ἐλπίδα τῆς Ἑλλάδος, κιντύνευε· καὶ σὰν χάνεταν αὐτό, καὶ ἡ πατρὶς κακὴ τύχη εἶχε – τὰ ὀτζάκια καύλωναν. Μὲ συχωρᾶτε, ἀναγνώστες· ἂν ξέρετε ἐκείνη τὴν περίσταση τί κίντυνος ἦταν τῆς πατρίδας, κ᾿ ἐσεῖς θὰ λέγατε τὸ ἴδιον ῾σ αὐτοὺς καὶ τὸν Ἀντρέα Λόντον, ὁποῦ τοὺς βοηθοῦσε καὶ γκιζεροῦσε μὲ τὰ παιδάκια. Ἀφοῦ τοὺς μίλησα πολλὰ καὶ τῆς δυὸ φορὲς καὶ δὲν μ᾿ ἄκουγαν, ῾στὸ ὑστερνὸ τοὺς εἶπα· «Πάγω· καὶ γράφω ὀσουνῶν εἶναι εἰς τὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας καὶ τοῦ Καραϊσκάκη, ὁποὖναι μέσα εἰς τὰ χιόνια, ὁποῦ φκειάνει εἰς τὴν Ἀράχωβα πύργους τὰ κεφάλια τῶν Τούρκων, τοὺς γράφω καὶ γυρίζουν καὶ μπαίνομεν ὅλοι ἐδῶ καὶ φκειάνομεν τὰ δικά σας κεφάλια πύργους». Καὶ σηκώθηκα νὰ φύγω. Καὶ τότε συνκατένεψε ὁ Ἀντρέας Λόντος καὶ μοῦ εἶπε ὅτι τοῦ Γιάννη τοῦ Νοταρᾶ τοῦ λέγει ναρθῆ εἰς τὴν Ἀθήνα. Παράγγειλα ἐγὼ καὶ τοῦ Παναγιώτη Νοταρᾶ καὶ πῆγαν καὶ οἱ δυὸ εἰς Μέγαρα.
Πῆγα τὰ χαμπέρια τῆς Διοίκησης καὶ μ᾿ εὐκαρίστησε πολὺ καὶ καταξοχὴ ὁ καϊμένος ὁ ἀγαθὸς Ζαΐμης, ὁποῦ πολεμοῦσε τόσον καιρὸν νὰ τοὺς χωρίση καὶ δὲν τὸν ἄκουγαν οὔτε αὐτόν, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν. Μοῦ λέγει ὁ Ζαΐμης: «Εἶναι καὶ κάτι ἄλλο ὁποῦ γένεται καὶ θὰ πᾶς καὶ δι᾿ αὐτό». Κ᾿ ἐγὼ ὁ δυστυχὴς ἄνοιξαν οἱ πληγές μου ἀπὸ τὸ χτύπημα τοῦ ἀλόγου, ὅταν βήκαμεν ἀπὸ τὸ κάστρο, καὶ περπατοῦσα μὲ τὸ κεφάλι τούμπανον· κι᾿ ἀγερίστηκα· καὶ βήκαν ἀπὸ τὴν πληγὴ τόσα κόκκαλα καὶ πέτζες δι᾿ αὐτὲς τῆς δούλεψες μὲ τὰ χιόνια καὶ κρύον. Ἄλλαζα τῆς πληγὲς καὶ μ᾿ ἔπιαναν μεγάλες κάψες ἀπὸ τοὺς πόνους· καὶ κιντύνεψα νὰ χαθῶ. Πᾶμε καὶ εἰς τ᾿ ἄλλο τῶν καλῶν πατριώτων. Ὁ Μεταξᾶς, ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Ὑψηλάντης κι᾿ ἄλλοι εἶχαν κάμη δική τους κομπανία. Εἶχ᾿ ἔρθη κ᾿ ἕνας ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὴν Γαλλία, γενναῖος ἄντρας καὶ καλὸς ἄνθρωπος, τὸν ἔλεγαν Μπούρμπαχη· ἦταν Κεφαλλωνίτης καὶ συγγενὴς τοῦ Μεταξᾶ· ἦταν κολονέλος εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἀφοῦ ἄκουσε τὴν λευτεριὰ τῆς πατρίδας του ἦρθε ν᾿ ἀγωνιστῆ ἀπαθής, πατριωτικῶς· πῆγε ναυρῆ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς πατριῶτες του· ηὖρε καὶ τὸν κόντε Μεταξᾶ καὶ τοὺς συντρόφους του. Τὸν ὁδηγοῦν καὶ πλερώνει ἐξ ἰδίων του καὶ συνάζει χίλιους ἀνθρώπους, σκυλιὰ τοῦ χασαπιοῦ, ἀνθρώπους τοῦ Ἀναπλιοῦ, τῶν μπιλλιάρδων, τῆς φατρίας τοῦ κωλόπανα. Ἀφοῦ τὸν συβούλεψαν αὐτεῖνοι τὸν ἀθῶον πατριώτη, τὸν ὁδηγοῦν νὰ πάγῃ εἰς τὸν Καραϊσκάκη. Παίρνει τόσα φορτώματα ζαϊρὲ κι᾿ ὅλα του τ᾿ ἀναγκαῖα νὰ πάγῃ εἰς τὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη, ὁποῦ ἦταν οἱ περισσότεροι ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοὶ – καὶ νὰ ἰδοῦνε αὐτεῖνοι οἱ ξυπόλυτοι εἰς τὸ ὀρδὶ τους τὰ χασάπικα σκυλιά, ὁποῦ πολεμοῦσαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς μέσα τ᾿ Ἀνάπλι μὲ τὶς ἄτιμες γυναῖκες, καὶ ὕστερα αὐτεῖνοι νὰ πᾶνε εἰς τοὺς γυμνοὺς καὶ νηστικούς, νὰ παίρνουν ταχτικῶς τὸ ταΐνι τους, τὰ μακαρόνια τους κι᾿ ἄλλο τοὺς φαγὶ καὶ τὸν μιστόν τους, κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀγωνίζονταν εἰς τὰ χιόνια νηστικοὶ νὰ λέπουν τὰ χασάπικα σκυλιὰ τοῦ Ἀναπλιοῦ νὰ τρῶνε καὶ νὰ πλερώνωνται – ἢ θὰ σκοτώσουν αὐτούς, ἢ θὰ γένῃ μία φατρία νὰ διαλυθοῦν. Αὐτὰ ὁ ἀγαθὸς Μπούρμπαχης δὲν τἄξερε· ὁ Μεταξᾶς κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἡ συντροφιά του τὰ γνώριζαν αὐτά.1
Ἔγινε ναύαρχος ὁ Κοκρᾶν, ἀρχιστράτηγος ὁ Τζούρτζης – κι᾿ ὁ ναύαρχος Κοκρᾶν θὰ πάγαινε τὰ καράβια ῾στὰ βουνὰ κι᾿ ἀπάνου εἰς τὰ κάστρα· κ᾿ ἤλεγε τῶν Ἑλλήνων ὁ Τζούρτζης, μὲ τὴν γολέττα θὰ κυνήγαγε τοὺς Τούρκους. Ὁ Μιαούλης ὁ καϊμένος μὲ τὰ σταροκάραβα ἁλώνιζε τοὺς τριπόντες καὶ φεργάδες τῶν Τούρκων· κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης μὲ τοὺς γυμνοὺς ἔφκειανε πύργους τὰ κεφάλια τῶν Τούρκων. Οἱ δυὸ Ἕλληνες δὲν ξέραν τῆς μηχανὲς τῶν Εὐρωπαίγων μεγάλων ἀντρῶν, οὔτε τὰ καράβια ξέραν νὰ τὰ κολλήσουν εἰς τὰ βουνά, οὔτε τοὺς στεργιανοὺς νὰ πολεμοῦν μὲ τῆς γολέττες.2
Ὁ Μπούρμπαχης μὲ τοὺς στρατιῶτες του βῆκε εἰς τὸ Λουτράκι τῆς Κόρθος. Μ᾿ ἔστειλε ἡ Διοίκηση καὶ πῆγα καὶ τοῦ μίλησα ὅλα αὐτά. Καὶ τότε κατάλαβε ὁ ἀθῶος πατριώτης καὶ πῆγε εἰς τὰ Μέγαρα, ὁποῦ πῆγαν καὶ οἱ ἄλλοι. Πῆγε ἐκεῖ κι᾿ ὁ Βάσιος Μαυροβουνιώτης. Σύναξα κ᾿ ἐγὼ ὅλους τους Ἀθηναίους καὶ Στερεοελλαδίτες, ὅσοι φέρναν ὅπλα καὶ ἦταν εἰς τὰ νησιὰ Κούλουρη, Αἴγινα, Πόρο, σύναξα αὐτοὺς καὶ τοὺς ἴδιους νησιῶτες, κατὰ διαταγὴ τῆς Κυβερνήσεως ὁποὔχω, καὶ πῆγα κ᾿ ἐγὼ εἰς Μέγαρα. Τότε κάνομεν ἕνα σκέδιον νὰ βγοῦμεν συνχρόνως εἰς τὰ πόστα τῆς Ἀθήνας ἀναντίον τῶν Τούρκων· ὁ Βάσιος, ὁ Παναγιώτης Νοταρᾶς, ὁ Μπούρμπαχης καὶ οἱ Ντερβενοχωρίτες νὰ πᾶνε νὰ πιάσουνε ἀπὸ βραδὺς τὴν Χασιά, νὰ ταμπουρωθοῦν – εἶναι ἡ θέση γερὴ – νὰ πάγη ὀχτρὸς ἐκεῖ νὰ τὸν πολεμήσουν. (Ἦταν ὡς τρεῖς χιλιάδες ἀσκέρι). Τὸ ταχτικό, ὁ Νοταρᾶς ὁ Γιάννης κ᾿ ἐγὼ ὡς χιλιοχτακόσοι ἄνθρωποι νὰ βγοῦμεν εἰς τὸν Πειραιὰ τὰ μεσάνυχτα. Πήγαμεν, μὲ διορίζει ὁ Γκόρδον μὲ τὸ σῶμα του νὰ πρωτοβγῶ ὀμπρὸς ἐγὼ εἰς τὴν θέση τοῦ Φαληρέως. Ράξαμεν εἰς τὸ Πασιὰ Λιμάνι. Πρωτοβῆκα μὲ δυὸ φελοῦκες· τὸ εἶχαν πιασμένο οἱ Τοῦρκοι. Πολεμήσαμεν μ᾿ ἐκείνους καλά· λαβώθηκαν ἀπὸ ῾μᾶς καμπόσοι. Ἦρθαν κι᾿ ἄλλες δυὸ φελοῦκες μ᾿ ἀνθρώπους μου καὶ τότε πολεμήσαμεν γενναίως τοὺς Τούρκους, μᾶς πολέμησαν κι᾿ αὐτεῖνοι παληκαρίσια, καὶ τοὺς τζακίσαμεν καὶ τοὺς πήγαμεν κυνηγώντα ὡς τὸ μοναστήρι εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα, εἰς τὸν Δράκον. Τότε γυρίσαμεν ὀπίσου· βῆκαν κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τὰ σώματα· βγάλαμεν ἐκείνη τὴν νύχτα ὡς δεκαπέντε κανόνια, μικρὰ μεγάλα, καὶ γρανέτες καὶ φκειάσαμεν καὶ τὰ ταμπούρια διανυχτὸς καὶ τῆς θέσες τῶν κανονιῶν· κι᾿ ὅσο νὰ φέξῃ εὑρέθηκαν ὅλα ἕτοιμα. Μεθάγαμεν δουλεύοντας. Ὅσοι ἔρχονταν δὲν ἔλπιζαν ὅτι ἐμεῖς νὰ φκειάσουμεν ὅλα αὐτὰ ἐκείνη τὴν νύχτα.
Τὴν αὐγὴ μᾶς βλέπουν οἱ Τοῦρκοι ἕτοιμους καὶ χαζίρικους. Ὁ Βάσιος καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι δὲν πῆγαν εἰς τὴν Χασιὰ καθὼς εἴχαμεν ὁμιλίαν, ἀλλὰ σηκώθηκαν τοῦ κεφαλιοῦ τους καὶ πῆγαν ῾σ ἕνα χωριόν, Καματερὸν τὸ λένε, μίαν ὥρα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Πῆγαν καὶ πιάσαν μίαν θέση ἀδύνατη· κι᾿ αὐτὸ τὸ λάθος τὄκαμεν ὁ Βάσιος· ὅτι αὐτὸς γνώριζε τὸν τόπον τῆς Ἀθήνας, ἀγωνίζονταν τόσον καιρὸν σὲ αὐτὰ τὰ μέρη. Πρὶν πιάσουν θέσες καὶ νὰ ταμπουρωθοῦν καλὰ – κάμαν ἕνα ταμπούρι τυφλό – τοὺς πέσαν οἱ Τοῦρκοι ἀπάνου τους καὶ τοὺς χάλασαν· καὶ σκότωσαν περίτου ἀπὸ τρακόσους πενήντα Ἕλληνες· καὶ τοὺς ρίξαν εἰς φυγή. Καὶ σκοτώθη κι᾿ ὁ ἀγαθὸς Μπούρμπαχης κι᾿ ἄλλοι δυὸ συνάδελφοί του φιλέλληνες. Ὅλοι διαλύθηκαν κακῶς κακοῦ. Ὁ Βάσιος ἔμεινε εἰς τὴν Ἐλεψίνα, ὅτι οἱ περισσότεροί του ἄνθρωποι ἦταν Ντερβενοχωρίτες.
Τότε πῆρε τὰ κεφάλια αὐτεινῶν ὁ Κιτάγιας καὶ τὰ πῆγε εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ τἄδειξε τῶν πολιορκημένων καὶ τοὺς εἶπε νὰ προσκυνήσουνε διὰ νὰ σωθοῦνε αὐτεῖνοι καὶ νὰ μὴν πάρουν κ᾿ ἐμᾶς εἰς τὸν λαιμό τους, ὁποῦ ἤμαστε εἰς τὸν Φαληρέα. Τοὺς λένε οἱ πολιορκημένοι: «Σύρτε κυργέψετε ἐκείνους εἰς τὸν Φαληρέα καὶ τότε ὑποταζόμαστε κ᾿ ἐμεῖς· ὅτι αὐτεῖνοι εἶναι χωρὶς κάστρο. Κι᾿ ὅταν παραδοθοῦν, παραδίνομεν κ᾿ ἐμεῖς τὸ κάστρο». Ἀναχωροῦν ὅλες οἱ δύναμες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα (πολλὰ ὀλίγοι μείναν, ὅσ᾿ ἦταν ἀναγκαῖοι διὰ τοὺς πολιορκημένους) καὶ μᾶς ζώνουν κι᾿ ἄλλοι ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τὰ πόστα τους. Εἶχαν τὸ Μοναστήρι κι᾿ ὅλα τὰ τριγυρινὰ πόστα εἰς τὴν ἐξουσίαν τους οἱ Τοῦρκοι. Ἦρθαν καὶ οἱ ἄλλοι, ἑτοιμάστηκαν ὁληνύχτα· τὴν αὐγὴ σαράντα πέντε μπαγιράκια ρίχτηκαν ἀπάνου μας. Ἄρχισαν ἀπὸ τὰ πόστα τους, ὁποῦ τὰ εἶχαν γιομάτο τὸ καθένα πόστο ἀπὸ κανόνια καὶ μπόμπες καὶ γρανέτες, καὶ μᾶς βαρούσαν· καὶ τὰ στρατέματα ἔμπαιναν εἰς τὴν τάξη νὰ μᾶς ριχτοῦνε. Τότε ἔβλεπες τοὺς δικούς μας, νὰ τοὺς ἔσφαζες, μιὰ κούπα αἷμα δὲν ἔβγαινε· ὅτι μάθαν τὸν χαλασμὸν τοῦ Βάσιου κι᾿ ἀλλουνῶν.3
Τοῦτα τὰ μπαγιράκια κινήθηκαν ἀπάνου μας. Ὁ Γκόρδον, ἦταν κι᾿ ἄλλοι Εὐρωπαῖγοι κι᾿ ὁ Ἄγιντεκ, ἕνας ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὴ Μπαβαρία, ἀφοῦ εἶδαν τὰ μπαγιράκια ὁποῦ ἑτοιμάζονταν, αὐτεῖνοι ὅλοι μὲ τὸν Γκόρδον ἐμπήκαν σὲ μίαν φελούκα νὰ πᾶνε εἰς τὸ καράβι τοῦ Γκόρδον· ὅτι ἀπολπίστηκαν, ἀφοῦ εἶδαν τόση δύναμιν τῶν Τούρκων. Καὶ οἱ ἐδικοί μας εἰς τὸν Φαληρέα ποτὲς δὲν μείναν τοῦ ντουφεκιοῦ χίλιοι τρακόσοι ἄνθρωποι. Ὅτι μαθαίνοντας τὸ χαλασμὸ τοῦ Βάσιου ἐνέκρωσαν καὶ φεύγαν διὰ νυχτός, ὅτ᾿ ἦταν ἡ θέση κιντυνώδης. Ἂν μᾶς χαλοῦσαν οἱ Τοῦρκοι, ποδάρι δὲν γλύτωνε ἀπὸ ῾μᾶς· ὅτ᾿ ἦταν ὅλη ἡ στεργιὰ κλεισμένη ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πεζούρα, καβαλλαρία καὶ κανόνια, κι᾿ ἀπὸ τὸ πέλαγον μόνον τὸ καράβι τοῦ Γκόρδον, ὅτι φύγαν τ᾿ ἄλλα. Τότε ἀπολπισμένος κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς Γκόρδον καὶ χαρισμένος καὶ εἰς τὴν φιλίαν τὴν δική μου, νὰ μείνω μαγιά, μοῦ εἶπε νὰ μπῶ κ᾿ ἐγὼ μέσα εἰς τὸ καράβι του νὰ γλυτώσω. Ὅτι οἱ ἀρχηγοί, ὁποῦ κάμαμεν αὐτοὺς τοὺς Εὐρωπαίγους, ὅλο μὲ τὰ καράβια ἔχουν νὰ κάνουν· αὐτεῖνοι ἀπὸ μέσα πολεμοῦν τοὺς ὀχτροὺς εἰς τὴν στεριὰ καὶ τοὺς σκοτώνουν μὲ λόγια, μὲ σκέδια, μὲ τὴν σούπα. Δὲν εἶμαι τοιοῦτος νὰ κατηγορῶ τοὺς ἀνώτερούς μου, ὅμως ὄχι καὶ νὰ μὴν εἰπῶ τὴν ἀλήθεια· ὅτι ὁρκίστηκα δι᾿ αὐτείνη. Κ᾿ ἐδῶ φαίνεται ἂν λέγω τὴν ἀλήθεια ἢ ὄχι.
Ἀφοῦ εἶδε ὁ ἀρχηγὸς ὁ Γκόρδον τὸν κίντυνον καὶ πῆρε τοὺς συντρόφους του καὶ τὴν ἀρχηγίαν του καὶ μπῆκε εἰς τὸ καράβι, διὰ νὰ μείνουν σπορὰ νὰ ματαγίνουν κι᾿ ἀλλοῦ ἀρχηγοί, ὅσο νὰ τοὺς σώσουν τοὺς Ἕλληνες – καὶ τότε νὰ λευτερώσουν τὴν Ἑλλάδα, οἱ Τοῦρκοι ὅλα τὰ μπαγιράκια ρίχτηκαν ἀπάνου μας. Ὁ ἀρχηγὸς γύρευε κ᾿ ἐμένα μαζί του. Τοῦ λέγω: «Κόπιασε ἡ γενναιότη σου καὶ ῾σ αὐτείνη τὴν μπατάγια τὴν σημερινὴ θὰ γένῃ ὁ Θεὸς ἀρχηγός· καὶ μὲ τὴν δύναμή του – θὰ λυπηθῇ ἐμᾶς καὶ τὴν πατρίδα μας· κι᾿ ὅ,τι μπορῶ κ᾿ ἐγὼ θ᾿ ἀγωνιστῶ σήμερα μ᾿ ὅλον ὁποὖμαι ἀστενής. Νὰ χαθοῦνε τόσοι ἀγωνισταὶ καὶ νὰ μείνω ἐγώ, ξίκι νὰ γένῃ καὶ ῾σ ἐμένα ἡ ζωή! – Τί θὰ κάμῃς, μοῦ λέγει, σὲ τόσο πλῆθος Τουρκῶν; – Εἶναι ὁ Θεός, τοῦ λέγω, καὶ κάνει ὁ ἴδιος!» Πάγει εἰς τὸ καράβι. Τότε διαλέγω ὡς ἑκατὸ ἀνθρώπους καὶ παίρνω σπαθιὰ καὶ γιαταγάνια καὶ τὰ δίνω αὐτεινῶν τῶν ἐκατό· τὰ πῆρα ἀπ᾿ οὖλο τὸ σῶμα. Καὶ παίρνω καὶ κρασὶ καὶ τοὺς ποτίζω αὐτοὺς τοὺς ἑκατὸ καὶ τοὺς ἄλλους εἰς τὰ πόστα. Ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀπολπίστηκαν. Ἀφοῦ τοὺς κέρασα ὅλους, πῆρα τοὺς ἑκατὸ μαζί μου καὶ ἤφερνα γύρα μ᾿ αὐτοὺς τὰ πόστα ὅλα, τραγουδώντας ὅλοι ἐμεῖς, οἱ ἑκατό. Ἦταν κ᾿ ἕνα γενναῖον πολὺ παληκάρι ἐκεῖ στολισμένο ἀπὸ γενναιότητα καὶ τερτιπιτζὴς εἰς τὸν πόλεμον, Παναγιώτη Σωτηρόπουλον τὸν ἔλεγαν, ἀπὸ τὸ Κράβαρι χωριὸν Λομποτινά· αὐτὸς ἔκαμε τὸ σκέδιον εἰς τὸ Μισολόγγι ὁποῦ κλέβαν τὸ χῶμα ἀπὸ τῆς τάμπιες τῶν Τούρκων, ὁποῦ φκειάναν νὰ πλακώσουν τοὺς δικοὺς μας· αὐτὸς καὶ ἡ τέχνη τοῦ Κώστα Λαγουμιτζῆ σῶσαν τὸ Μισολόγγι. Κι᾿ αὐτὸς ἔκαμεν καὶ τὸν πόλεμον τῆς Κλείσοβας, (ὁποῦ λένε οἱ συντρόφοι τοῦ Τζαβέλα ὅτι τὸν ἔκαμεν αὐτός· ἦταν μέσα σὲ μίαν παλιοκλησιούλα κ᾿ ἔκλαιγε σὰν μικρὸ παιδί. Εἶχε ἑκατὸ ἀνθρώπους καὶ πλερώνεταν χίλιους ἐκατό· καὶ γιόμωσε τὸ δισάκκι του ἀπὸ τὰ τοιοῦτα λίρες Ἀγγλικές, ὁποῦ τῆς ἔστειλαν νὰ μᾶς λευτερώσουνε οἱ Εὐρωπαῖοι, κι᾿ ὡς καλὰ συνασμένες αὐτὲς τῆς λίρες, ὅταν παραδόθη τὸ Μισολόγγι, τῆς πῆραν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ γύρευε καὶ παλιὲς πλερωμὲς ὁ Τζαβέλας ἀπάνου ἀπόνα μιλλιούνι γρόσια. Ὅταν ἐβῆκε ἀπὸ τοὺς Κορφούς, ἐβῆκε μὲ δέκα πέντε ἀνθρώπους ξαρμάτωτους καὶ τοὺς ἁρμάτωσε ὁ Μαυροκορδᾶτος· τώρα μιλλιούνια ζητάει). Αὐτὸς ὁ Σωτηρόπουλος διὰ νὰ ζήσῃ, νὰ τρώγῃ κομμάτι ψωμὶ μὲ τοὺς συντρόφους του, ἦταν μὲ τὸν Νοταρᾶ εἰς τὴν Κόρθον. Ἀφοῦ πῆρα τοὺς ἑκατὸ καὶ ἤφερνα γύρα καὶ τραγουδούσαμεν καὶ ψυχώναμεν τοὺς ἀνθρώπους, μοῦ πέρασε καὶ μία ἰδέα καὶ ῾διοτέλεια. Εἶπα ὅτι ἐγὼ θ᾿ ἀποφασίσω εἴτε νὰ σκοτωθῶ, εἴτε νὰ κερδέσουμεν σήμερα. Τὸ λοιπὸν νὰ μὴν πάρῃ κι᾿ ἄλλος τὸν ἔπαινον αὐτόν, νὰ τὸν πάρω μαζὶ μὲ τοὺς Ἀθηναίους· ὅτ᾿ εἶμαι ἀρχηγός τους καὶ εἰς τὴν ἡμέρα μου νὰ τοὺς δοξάσω, ἀφοῦ ἄλλοι ἀρχηγοὶ τοὺς ἀδίκησαν καὶ οἱ ἐδικοί – τους κι᾿ ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας. Καὶ διὰ νὰ κατορθώσω αὐτὸ ἔπρεπε νὰ σταθῶ πονηρότερος, ν᾿ ἀπατήσω καὶ τὸν Σωτηρόπουλον. (Ὅτι αὐτὸν γνώριζα ὡς ἀντίζηλον. Οἱ ἄλλοι τοὺς ἔλεγες «ἐκεῖνο», κάναν· τὸ λέγω τοῦ Σωτηρόπουλου). Εἶχε κάνη ἑκατὸ ἀνθρώπους κι᾿ αὐτὸς νὰ ἤμαστε καὶ οἱ δυὸ ἀπόξω, νὰ ριχνώμαστε οὖθεν εἶναι χρεία, ὅταν πλησιάσουν οἱ Τοῦρκοι. Τὸ πόστο τὸ δικό του ἤτανε ἐκτεταμένο. Τότε τοῦ εἶπα νὰ πάγῃ νὰ ψυχώσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖ ὁποῦ ἦταν εἰς τὰ ταμπούρια, νὰ μή μας τοὺς χαλάσουνε οἱ Τοῦρκοι.
Κι᾿ ἄρχισε ὁ πόλεμος. Καὶ τοὺς Τούρκους τοὺς στράβωσε ἡ ἁμαρτία καὶ κάμαν κίνημα ἀπὸ τὴν μέση, τὸ κέντρο, ὁποῦ ἦταν δυνατώτερον μέρος καὶ τὰ κανόνια μας ἐκεῖ δούλευαν καλύτερα. Ἀφοῦ κίνησε ὁ Σωτηρόπουλος τὸν κατήφορον καὶ εἴχαμεν μιλήση, ὅταν γυρίσῃ νὰ κάμωμεν μαζὶ τὸ σκέδιον, οἱ Τοῦρκοι προχώρεσαν ἀπάνου μας μ᾿ ὅλα τὰ μπαγιράκια. Τότε ψύχωσα τοὺς ἑκατό, τοὺς κέρασα καὶ κρασάκι καὶ ριχνόμαστε ἀπάνου εἰς τοὺς Τούρκους κόντρα γιρούσι καὶ τοὺς δίνομεν ἕνα σκοτωμὸν καλόν. Σκοτώθηκαν καὶ δικοί μου δέκα πέντε κι᾿ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι. Πῆρα τοὺς λαβωμένους καὶ σκοτωμένους μέσα εἰς τὰ πόστα μας. Ξαναρίχτηκαν οἱ Τούρκοι· τοὺς δίνομεν καὶ τότε ἕναν χαλασμὸν καὶ τοὺς πήγαμεν κυνηγώντας ὡς τῆς Ἀθήνας τὴν στράτα. Γυρίσαμεν πίσου εἰς τὰ πόστα μας. Ἐβῆκε κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς ἀπὸ τὸ καράβι μὲ κρασὶ Εὐρωπαίικον, μᾶς κέρασε αὐτὸς καὶ οἱ συντρόφοι του. Τότε εἶπα τῶν κανονιαραίγων καὶ βάλαν μπάλλα μιστράλλια ῾στὰ κανόνια. Οἱ Τοῦρκοι κινήθηκαν περισσότεροι, ὅτι τοὺς ἦρθε μιντάτι ἕνας νέος πασιᾶς, κ᾿ ἔρχονταν ἀπάνου μας. Τότε εἶπα τῶν ἀνθρώπων μου· «Τώρα ὁποῦ θὰ βγοῦμεν ἀναντίον τῶν Τούρκων, γυρίζοντας ἐγὼ πίσου, νὰ γυρίσετε ὅλοι· ὅτι θὰ ρίξουνε τὰ κανόνια καὶ νὰ μὴ μᾶς σκοτώσουνε». Ἀφοῦ ἦρθαν πολλὰ πλησίον οἱ Τοῦρκοι εἰς τὰ ταμπούρια μας, δὲν μποροῦσα νὰ βαστήξω τοὺς ἀθάνατους Ἕλληνες· ἔγιναν ὅλοι λιοντάρια – ἐγὼ ἤμουν ὁ χερότερος. Τότε ριχτήκαμεν καὶ τρίτον ἀπάνου τους καὶ τοὺς δίνομεν ἕναν σκοτωμόν· πληγώσαμεν καὶ τὸν πασιᾶ τους (καὶ τὸν πῆγαν εἰς τὴν Ἔγριπον κ᾿ ἐκεῖ πέθανε). Τραβηχτήκαμεν ὀπίσου. Τότε τὰ κανόνια μὲ τὰ μιστράλλια τοὺς ἀφάνισαν κ᾿ ἔβλεπες ἀπὸ αὐτοὺς στρῶμα σκοτωμένους καὶ πληγωμένους. Τοὺς κουβαλοῦγαν εἰς τὰ πόστα τους κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ εἰς τὴν Ἀθήνα.
Τότε τοὺς κόπηκε ὅλη ἡ γενναιότη τῶν Τούρκων. Φκειάνει τὸ ρεπόρτο ὁ ἀρχηγός, τὸ στέλνει νὰ τὸ βάλῃ εἰς τὸν τύπον· κ᾿ ἔλεγε ὅτι ἡ σημερινὴ μπατάγια εἶναι τοῦ Μακρυγιάννη, ὅτι αὐτὸς διοίκησε. Ὁ Νοταρᾶς ὁποὖταν εἰς τὸν Πειραιᾶ εἶχε τὸν Ζαΐμη θεῖον ἀπὸ τὴν μητέρα του· ἦταν πρόεδρος τῆς Διοικήσεως. Ὁ Πανοῦτζος ὁ Νοταρᾶς, ἀδελφὸς τοῦ πατέρα του, ἦταν πρόεδρος τοῦ Βουλευτικοῦ. Πῆραν τὸ ρεπόρτο τοῦ Γκόρδον καὶ τὸ ξέκλησαν κ᾿ ἔβαλαν ἐμένα παλιὲς ἀντραγαθίες, ἀπὸ αὐτὲς ὅμως καμμιά, ἀλλὰ παλιὲς μὄβαλαν εἰς τὴν ἐφημερίδα. Γράφω τοῦ τυπογράφου, ὁποῦ ἦταν ὁ Φαρμακίδης, μοῦ γράφει τὰ αἴτια. Ἀφοῦ εἶδε αὐτὸ ὁ Γκόρδον, ὡς φιλαλήθης πείσμωσε· πιάστη καὶ μὲ τὸν Νοταρᾶ. Σηκώθη κ᾿ ἔφυγε ἀπὸ τὸν Περαιᾶ καὶ πῆγε εἰς τὴν Αἴγινα κι᾿ ἄφησε εἰς τὸ ποδάρι του ἐμένα. Τοῦ εἶπα νὰ φωνάξῃ ν᾿ ἀφήσῃ καὶ τὸν Νοταρᾶ, νὰ μείνωμεν καὶ οἱ δυὸ ὅσο νὰ γυρίσῃ, νὰ μὴ συνβῇ καμμία διχόνοια κι᾿ ἀκολουθήσῃ κάνα δυστύχημα. Κ᾿ ἐγὼ πρέπει νὰ ὑπομένω καὶ νὰ θυσιάζω εἰς τὰ ὀτζάκια.
Οἱ Ἕλληνες τοὺς Τούρκους τοὺς καταφρόνεσαν ὅλως δι᾿ ὅλου. Καθεμερινῶς πολεμούσαμεν, κι᾿ ὅλο τους νικούσαμεν· ποτὲ δὲν κέρδεσαν. Τοὺς πήραμεν τὸν ἀγέρα καὶ τοὺς εἴχαμεν σὰν Ὁβραίους. Πηγαίναμεν ὡς ἀπόξω τὸ Σέντζος. Πιάσαμεν καὶ τὰ Μποστάνια λεγόμενα· εἶναι ἕνας βάλτος· ἦταν περιβόλια τῶν Τούρκων ἐκεῖ καὶ βάλτωσαν. Βγαίνει νερὸ ὁ τόπος καὶ εἶναι κάτι χαντάκια, ὁποῦ ἂν δὲν ξέρῃ ὁ ἄνθρωπος, χάνεται. Αὐτὸς ὁ τόπος εἶναι εἰς τὴν ἄκρη τὴν θάλασσα κατὰ τὸ μέρος τῶν Τριῶν Πύργων. Ἦταν καὶ κάτι παλιόπυργοι καὶ τοὺς πιάσαμεν. Στείλαμεν ὅλοι οἱ καπεταναῖγοι ἀνθρώπους ὡς διακόσους. Μίαν αὐγὴ ὁ Κιτάγιας μ᾿ ὅλες του τῆς δύναμες, πεζούρα καὶ καβαλλαρία καὶ κανόνια καὶ γρανέτες, μέθυσε τοὺς Τούρκους κ᾿ ἔπιασαν τὸν πόλεμον ἀπὸ τὴν αὐγὴ μπονόρα καὶ βάσταξε ὡς τὸ δειλινό. Καὶ ρίχτηκαν μὲ μεγάλη ὁρμὴ οἱ Τοῦρκοι ῾στοὺς δικούς μας εἰς τὰ Μποστάνια. Στείλαμεν μιντάτι τὸν Σωτηρόπουλον μὲ καμμιὰ ἐκατοστὴ ἀνθρώπους. Κιντύνευαν. Στείλαμεν μ᾿ ἄλλους ἑκατὸ τὸν γενναῖον Γιωργάκη Χελιώτη, ἄξιον πολεμιστὴ καὶ τίμιον πατριώτη. Οἱ Τοῦρκοι τοὺς στένεψαν πολὺ τότε, καὶ θὰ τοὺς χάλαγαν, ὅτι πολεμοῦσαν νὰ τοὺς κλείσουνε μέσα. Τότε κατεβήκαμεν κ᾿ ἐμεῖς καὶ πήγαμεν εἰς τὸ Γλυκὸν νερόν· καὶ βαστούσαμεν τὸν εἴσοδον ἀνοιχτὸν καὶ πολεμούσαμεν. Καὶ βάλαμεν καὶ τὸν γενναῖον Ἰγγλέζη μὲ τὸ ταχτικὸν καὶ βαστοῦσε τὴν φτερούγα ἀκίνητος εἰς τοῦ Χαϊμαντᾶ τὴν μάντρα ὀνομαζόμενη. Κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ ἀγαθοὶ ἄντρες τοῦ ταχτικοῦ κι᾿ ὁ ἀρχηγός τους ὁ Ἰγγλέζης ριζικάρησαν πολύ· καὶ ἡ θεία πρόνοια μᾶς ἔσωσε ὅλους. Τὸ βράδυ κάμαμεν ριτιράτα μ᾿ ὄμορφον τρόπον. Καὶ σώθηκαν ὅλοι οἱ ἐδικοί μας, ὁποῦ ἦταν μέσα κλεισμένοι. Σκοτώθηκαν καὶ πληγώθηκαν ὅλο τ᾿ ἄνθος τῶν Τούρκων περίτου ἀπὸ χίλιους διακόσιους. Πῆραν πλῆθος κεφάλια οἱ Ἕλληνες, ἄρματα, σημαῖγες καὶ τἄφεραν εἰς τὸν Φαληρέα· καὶ μαζώχτηκαν τόσοι Εὐρωπαῖγοι κ᾿ ἔβλεπαν αὐτὸν τὸν ἀφανισμόν. Σκοτώθηκαν κι᾿ ἀπὸ τοὺς δικούς μας δυό, ἕνας καλὸς πατριώτης Ἀργίτης, γενναῖος ἄντρας κι᾿ ἀγαθός, ὀνομαζόμενος Μπεκιάρης, κ᾿ ἕνας Ἀθηναῖος. Ὠφέλησαν πολὺ τὰ χαντάκια. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ – μέσα πολέμησαν ὡς λιοντάρια· κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ τὰ πλευρὰ τοὺς βαστάξαμεν ἀνοιχτὸν τὸν δρόμον τῆς θάλασσας καὶ τῆς πλάτες τους. Λαμπρύνεται ἐκεῖ μέσα ὁ Γιώργης Σκουρτανιώτης, ὁ Σπύρος Δοντᾶς Ἀθηναῖος, ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ Χελιώτης – πολέμησαν ἀντρείως. Ἡ πατρὶς τοὺς χρωστάγει χάριτες ὁλουνῶν ὅσων ἦταν μέσα.
Τὸ κάστρο τὸ στένεψαν καὶ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ ἔμπῃ ἄνθρωπος, οὔτε νἄβγῃ. Πρῶτα ἀπὸ τὸν πόλεμον τῶν Μποστανιῶν ἐβῆκαν καὶ ἤφεραν κ᾿ ἕνα περιστέρι ἀπὸ τὸ κάστρο· καὶ τὸ φορτώσαμεν γράμματα καὶ τὸ πῆρα μὲ καμπόσους καὶ τὸ πήγαμεν εἰς τοὺς Τρεῖς Πύργους καὶ τ᾿ ἀπολύσαμεν. Ὅμως τὸ σκότωσαν οἱ Τοῦρκοι καὶ πῆραν καὶ τὰ γράμματα καὶ εἶδαν τί τοὺς γράφαμεν τῶν πολιορκημένων. Ἦρθε προσκυνησμένος ἀπὸ τοὺς Τούρκους Ρωμαῖος καὶ μᾶς τὸ εἶπε· καὶ μᾶς εἶπε καὶ τὸν σκοτωμὸν τοῦ πασσά· καὶ περίτου ἀπὸ χίλιους ὀχτακόσιους, μᾶς εἶπε, ῾σ ἐκεῖνον τὸν πόλεμον, τὸν πρώτον, πληγωμένοι καὶ σκοτωμένοι. Τόλεγαν καὶ οἱ ἴδιγοι Τοῦρκοι καὶ τὸ ἴδιόν μας εἶπαν καὶ διὰ τὰ Μποστάνια, χίλιοι διακόσοι.
Ἀφοῦ ἦρθε ὁ πεζοδρόμος μὲ τὸ περιστέρι, τὰ γράμματα τὰ στείλαμεν εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ Καραϊσκάκη. Ἀφοῦ εἶδε αὐτά, πῆρε κοντὰ ὡς δυὸ χιλιάδες ἀνθρώπους καὶ ἦρθε κ᾿ ἔπιασε τὸ Τζερατζίνι ὁ Καραϊσκάκης. Εἶναι κ᾿ ἕνα μετόχι πλησίον, ἀπὸ πάνου τὸν ζυγὸν – ἦταν Τοῦρκοι ἀπὸ ῾κεῖ ὡς τὴν ἄκρη εἰς τὰ Καμίνια, ὁποῦ σώνεται ἡ ράχη. Ἐκεῖ εἶχαν ἀπάνου οἱ Τοῦρκοι τὰ κανόνια τους καὶ εἰς τὸν Δράκον ὁλόγυρα· καὶ μᾶς χτυποῦσαν καὶ τοὺς χτυπούσαμεν κ᾿ ἐμεῖς. Ἀφοῦ ἔφτασε ὁ Καραϊσκάκης, ἦρθε εἰς τὸν Φαληρέα κι᾿ ἀνταμωθήκαμεν. Μιλήσαμεν νὰ φκειάση ὁ Νοταρᾶς ἕνα ταμπούρι ἀπάνου ῾στὴν ράχη πλησίον εἰς τὸν δρόμον τῆς Ἀθήνας, κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὸν δρόμον, ἀντίκρυα ἀπὸ τῶν Τούρκων τὰ πόστα. Ὀληνύχτα, βρέχοντας καὶ ταλαιπωργιώντας, τὸ φκειάσαμεν· καὶ βάλαμεν καὶ πέντε κανόνια μέσα εἰς τὸ ταμπούρι μας. Τὴν ἄλλη τὴν νύχτα πήγαμεν καὶ φκειάσαμεν ἄλλο ἕνα ἀπὸ κάτου τὰ κανόνια τῶν Τούρκων, ὁποὖναι ἕνα καμίνι, νὰ τοὺς κόψωμεν τὸν ζαϊρέ τους νὰ μὴν παγαίνουν εἰς τὸ μοναστήρι τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα, ὁποῦ τὸν βαστοῦσαν οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι. Εἶπε καὶ τοῦ Βάσιου ὁ Καραϊσκάκης νὰ φκειάση ἕνα ταμπούρι ἀπὸ τὸ πέρα μέρος τοῦ βάλτου νὰ κοπῆ ὁ ζαϊρές· δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ φκειάσουνε κ᾿ ἔμπαινε ἀπὸ ῾κεῖθε ὁ ζαϊρές.
Ἐμεῖς οἱ δυστυχισμένοι ἤμαστε μέσα εἰς τὸ νερὸ νύχτα καὶ ἡμέρα. Μίαν βραδειὰ ἔβρεξε καὶ γιόμωσε τὸ καμίνι καὶ ξενυχτήσαμεν ἀπάνου ἀπὸ τὸ ζουνάρι εἰς τὸ νερόν· κι᾿ ἀπὸ αὐτό, ὁποῦ ἤμουν ἀδύνατος, μ᾿ ἔπιασε μία στένωση σὰν χτικιόν. Καὶ μέσα τὰ νερὰ τραβοῦσα ἄρρωστος. Ὁ Κιτάγιας ἔβαλε μίαν αὐγὴ τὰ κανόνια καὶ μπόμπες καὶ γρανέτες καὶ πλῆθος ἀσκέρι εἰς τὴν ράχη καὶ βαροῦσαν τὸ Μετόχι, ὁποῦ τὸ εἶχαν πιασμένο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Καραϊσκάκη. Ἀφοῦ τὸ πολέμησαν ἀρκετὲς ὧρες καὶ τὸ πῆγαν ὡς τὴν γῆς γκρεμίζοντας, τότε κάμαν γιρούσι ἀπάνου τοὺς πεζούρα καὶ καβαλλαρία νὰ τοὺς κυργέψουν. Τότε οἱ ἀθάνατοι Ἕλληνες, ἀφοῦ ζύγωσαν, τοὺς ἔκαναν ἕναν σκοτωμὸν καὶ τοὺς πῆραν ὀμπρὸς καὶ τοὺς πῆγαν ὡς τὰ ταμπούρια τους. Ξανακάνουν γιρούσι οἱ Τοῦρκοι, λαβαίνουν τὴν ἴδια τύχη. Ἔρχεται μιντάτι τῶν Τούρκων ἀπὸ τὴν Ἀθήνα νέον καὶ πῆγαν εἰς τὰ ταμπούρια τους. Τότε κατεβήκαμεν ἀπὸ τὸν Φαληρέα περίτου ἀπὸ πεντακόσοι ἄνθρωποι ὅλο διαλεμένοι, ἀρχηγὸς αὐτεινῶν ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ Χελιώτης κ᾿ ἐγώ, καὶ πήγαμεν εἰς τὸ καμίνι εἰς τὸ πόστο μου κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ περάσαμεν ἀπὸ κάτου τὰ κανονοστάσια τῶν Τούρκων, κι᾿ ἀρχίσαμεν τὸν πόλεμον· καὶ πήραμεν τὴν πλάτη τῶν Τούρκων· καὶ πισουδρόμησαν οἱ Τούρκοι· καὶ βήκαν οἱ ἀθάνατοι Ἕλληνες ἀπὸ τὸ Μετόχι κι᾿ ὁ ἀντρεῖος Χατζημιχάλης μὲ τὴν καβαλλαρίαν του καὶ δίνουν ἕναν χαλασμὸν τῶν Τούρκων κ᾿ ἕναν σκοτωμὸν τρομερόν. Σκοτώθηκαν καὶ πληγώθηκαν περίτου ἀπὸ ὀχτακόσοι – αὐτά μας εἶπαν. Καὶ διαλύθηκαν οἱ Τοῦρκοι. Πήγαμεν κ᾿ ἐμεῖς ὁ καθεὶς εἰς τὰ πόστα του. Ὅσοι ἀξιωματικοὶ πολέμησαν ἐκεῖ, Ρούκης, Γαρδικιώτης, Βάγιας, Γεροθανάσης, Ντούσιας, Γιάννης Λάμπρος, Κασομούλης, Γιωργάκης Βαλτηνός, Μῆτρο Σμπόνιας, Καραΐσκος Σουλιώτης· τῆς καβαλλαρίας ὁ γενναῖος Χατζημιχάλης, Βασίλης Ἀθανασίου, Νικόλας Τζοπάνος, Παναγιώτης Κακλαμάνος, Κώστα Παλάσκας κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ πολέμησαν, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, πολλὰ γενναίως καὶ πατριωτικῶς. Κι᾿ ὅλοι οἱ ἁπλοὶ Ἕλληνες ἀγωνίστηκαν μὲ μεγάλον πατριωτισμὸν καὶ γενναιότητα διὰ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία. Καὶ εἶδαν οἱ Τοῦρκοι ὁποῦ δὲν παῖζαν εἰς τὸν Περαιά. Κι᾿ αὐτό, ὅτ᾿ εἶναι ντουφέκι καὶ σπαθὶ Ἑλληνικόν, θρησκευτικὸν καὶ πατριωτικόν.
Ἡ ντροπὴ εἰς τοὺς Τούρκους ἦταν μεγάλη. Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ Κιτάγιας πῆρε ὅλες του τῆς δύναμες, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, καὶ κατέβηκαν καὶ μεράστηκαν καὶ εἰς τὸν Καραϊσκάκη καὶ ῾σ ἐμᾶς εἰς τὰ πόστα μας. Καὶ πολεμήσαμεν καὶ τὰ δυὸ μέρη γενναίως, καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Ἕλληνες. Ἀφοῦ εἶδαν ἀπὸ τὸ κάστρο ὁποὖρθε ἡ δύναμη τῶν Τούρκων ῾σ ἐμᾶς, βήκαν κ᾿ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ τοὺς πολέμησαν γενναίως. Πολεμήσαμεν περίτου ἀπὸ ἕξι ὤρες· κι᾿ ἀπὸ τὰ τρία μέρη οἱ Τοῦρκοι ψώνισαν καβάλλα. Λέγω εἰς τοὺς ἀναγνῶστες ὅτι δὲν τοὺς εἴχαμεν διὰ ζωντανούς. Σκοτώθηκαν καὶ εἰς τὰ τρία μέρη ἀρκετοὶ ἀπὸ αὐτούς. Πήραμεν τοὺς Τούρκους ὡς Ὁβραίους, κι᾿ ὅταν ἔρχονταν Εὐρωπαῖγοι εἰς τὰ πόστα μας, κατεβαίναμεν καὶ τοὺς πολεμούγαμεν.
Τὸ Ἔθνος μας τὸ κομμάτιασαν εἰς τὴν Συνέλεψη. Ἐμεῖς σκοτωνόμαστε κ᾿ οἱ πολιτικοὶ τήραγαν τοὺς σκοπούς τους. Μόγραφαν νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ ὡς πληρεξούσιος τῶν πολιορκημένων. Τοὺς ἀποκρίθηκα πολλὲς φορές· «Ἐγὼ πληρεξουσιότη ἔχω νὰ πολεμῶ κατὰ δύναμη μὲ τοὺς συναδελφούς μου, διὰ νὰ μᾶς βλέπουν οἱ πολιορκημένοι νὰ κάθωνται εἰς τὸ κάστρο, νὰ σκοτώνωνται αὐτεῖνοι ἐκεῖ κ᾿ ἐμεῖς ἐδῶ – διὰ νὰ διορθώσετε ἐσεῖς τὴν πατρίδα. Καιρὸς διὰ ἐφύλιους πολέμους δὲν εἶναι καὶ κάμετε ὅ,τι σας ὑπαγορεύει ἡ συνείδησή σας».
Ἔφκειασαν τὴν Συνέλεψη, διορίσαν τὸν ναύαρχον τὸν νέον, ὅτι γέρασε ὁ Μιαούλης, τὸν ἀρχιστράτηγον, ὅτι δὲν δύνεται ὁ Καραϊσκάκης, καὶ γράψαν μίαν διαταγὴ εἰς τὸν Καραϊσκάκη οἱ καλοὶ πατριῶτες καὶ τόλεγαν, ὅταν κιντύνευε ἡ πατρίς, ὅταν νάστιβε ὁ Καραϊσκάκης καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ τὰ πουκάμισά τους, ἐκίναγε τὸ αἷμα ἀπὸ τὴν Ἀράχωβα, ἀπὸ τὸν Ἔπαχτο, ἀπὸ τὸ Δίστομον κι᾿ ἀπὸ τὸν καθημερινὸ πόλεμο, τότε ἔγραψαν τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τόπαιρναν τὰ συχαρίκια ὅτι διορίσαν τὸν Τζούρτζη – κι᾿ αὐτὸς νὰ εἶναι εἰς τὴν ὁδηγίαν του. Στοχαστῆτε, ἐσεῖς οἱ ἀναγνώστες· αὐτείνη τὴν ἐποχὴ ποιὸς εἶχε γνώση διὰ νὰ σώση τὴν πατρίδα – καὶ ποιὸς νὰ τὴν χάση. Μὲ τόση δύναμη ὁ Καραϊσκάκης δὲν τοὺς ἔφκειανε φλούδα ὅλους αὐτούς;
Ἀφοῦ εἶδε αὐτὸ ὁ Καραϊσκάκης, τοῦ κακοφάνη. Καὶ σᾶς λέγω, αὐτὸ τὸν ἔκαμεν περισσότερον νὰ πάγη νὰ σκοτωθῆ. Μὲ φώναξε εἰς τὸ Τζερατζίνι καὶ μὄδειξε αὐτείνη τὴν διαταγὴ καὶ πικρά μου τὸ ξηγέταν. Καὶ τὸν παρηγόρησα καὶ τοῦ εἶπα, ὅσο νὰ τελειώση ἡ ὑπόθεση τῆς Ἀθήνας νὰ μὴν ξεσυνεριστῆ ἀπὸ αὐτὰ τίποτας. Ὅσους θέλουν νὰ διορίζουν, οἱ ἄνθρωποι αὐτὸν ξέρουν ἀρχηγὸν αὐτεινοῦ τοῦ κινήματος. Μοῦ λέγει: «Σήκου νὰ φύγωμε, ὅτι αὐτεῖνοι θέλουν νὰ μᾶς φᾶνε!». Τὸν περικάλεσα μὲ δάκρυα νὰ μὴ μάτα τὸ εἰπῆ αὐτὸ ὅσο νὰ δοθῆ τέλος σὲ τοῦτο τὸ κίνημα τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν ἤθελε νὰ μ᾿ ἀκούση, ἀλλά μου εἶπε νὰ σηκωθοῦμεν οἱ δυό μας νὰ φύγωμεν. Τότε τοῦ λέγω: «Δὲν σὲ γελάγω, δὲν μπορῶ νὰ φύγω ἐγὼ· ὅτ᾿ εἶμαι κεφαλὴ τῶν Ἀθηναίων καὶ οἱ Τοῦρκοι εἶναι εἰς τὴν Ἀθήνα. Τότε ἐγὼ δὲν εἶμαι διὰ τοῦτον τὸν κόσμον. Ἐγὼ θὰ κάμω τὸ χρέος μου. Οὔτε νὰ φύγωμεν εἶναι καιρὸς τώρα, οὔτε ἐφύλιον πόλεμον νὰ κάμωμεν. Ὅτι ἡ πατρίδα εἶναι ῾στὰ ὀλίστια – ἡ Ρούμελη καὶ ἡ Πελοπόννησο γιομάτη Τούρκους. Καὶ σοῦ λέγω: καὶ νὰ χαθῆ ἡ Ἀθήνα, ἐμεῖς σὰν φύγωμεν ἢ ἀνοίξωμεν ἐφύλιον πόλεμον, εἴμαστε κατηγορημένοι, καὶ νὰ λευτερωθῆ, χερότερα. Καὶ δὲν μπαίνω ῾σ αὐτά». Ἦταν ἀγροικημένος καὶ μὲ Πελοποννήσιους.
Ἔφυγα ἀπὸ τὸ Τζερατζίνι μὲ δυσαρέσκειάν του, ὅτι δὲν θέλησα νὰ κλίνω. Τότε στέλνει καὶ παίρνει τὸν Σωτηρόπουλον καὶ τὸν στέλνει εἰς τοὺς Νοταραίους καὶ εἰς τὸν Ζαΐμη καὶ Λόντο νὰ κάμη συμπεθεριὰ (καὶ τὴν ἔκαμεν), νὰ δώση τὸ κορίτζι τοῦ εἰς τὸ παιδὶ τοῦ Νοταρᾶ καὶ νὰ γένουν συγγενεῖς ὅλοι – καὶ νὰ δυναμωθοῦν Πελοποννήσιοι καὶ Ρουμελιῶτες. Τότε ἄρχισαν νὰ βαίνουν αὐτὸν τὸν σκοπὸν ῾σ ἐνέργεια κι᾿ ὅποιος δὲν εἶναι μὲ τὸ πνεῦμα τους νὰ τὸν κατατρέχουν.
΄Ἄρχισαν νὰ κατατρέχουν ἐμένα. Διορίζει ὁ Καραϊσκάκης τὸν Νοταρὰ ἀρχηγὸν τῆς θέσης τοῦ Φαληρέως καὶ βγάνει ἐμένα. Καὶ πιάνει ὁ Νοταρᾶς βάνει τοὺς ἀνθρώπους του καὶ μοῦ γυμνώνει ὅλους τους Ἀθηναίους, ὁποὖχαν ψώνια, κρασιά, ρακὲς κι᾿ ἄλλα διὰ τ᾿ ὀρδί, καὶ τοὺς τὰ παίρνουν ὅλα. Ἐγὼ μὲ τοὺς περισσότερους ἤμουν κάτου εἰς τὰ Καμίνια, μέσα εἰς τὸ νερό, ἀπὸ κάτου εἰς τὰ κανόνια τῶν Τούρκων, καὶ οἱ συμπεθέροι τοῦ Καραϊσκάκη μου γύμνωσαν τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλαν ν᾿ ἀνοίξωμεν ντουφέκι ἐκεῖ. Τότε στέλνω ἕναν γνωστικὸν ἄνθρωπον εἰς τὸν Καραϊσκάκη καὶ τοῦ λέγω τί ἔκαμαν οἱ συμπεθέροι του μὲ τῆς ὁδηγίες τῆς δικές του· καὶ δὲν θὰ τὸ φάνε ἐκεῖνο ὁποῦ πασκίζουν. Δὲν τηράγει τόσοι ὁποῦ σκοτωνόμαστε καὶ δοξάζεται αὐτὸς – θὰ φκειάση τοὺς Ρουμελιῶτες εἵλωτες τῶν τουρκοκοτζαμπασήδων; Ναρθῆ νὰ πιάση τὰ πόστα, ὁποῦ σκοτωθήκαμεν οἱ περισσότεροι· κ᾿ ἐγὼ βογκάγω ἀπὸ τοὺς πόνους νύχτα καὶ ἡμέρα· καὶ ναρθοῦν νὰ τὰ πιάσουνε τὰ πόστα αὐτά, ὅτι σουρπώνοντας θὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ φύγω· κι᾿ ἂν πιάσουν τῆς θέσες αὐτὲς οἱ Τοῦρκοι, εἶναι εἰς βάρος του. Ἀφοῦ τοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος, παίρνει ὅλους τους ἀρχηγοὺς καὶ ἦρθε εἰς τὸ πόστο μου μέσα εἰς τὸ νερό. Τοῦ λέγω: «Βλέπεις τί τραβοῦνε οἱ ραγιάδες οἱ ἐδικοί σου καὶ τῶν συμπεθέρω σου, ὁποῦ εἴμαστε σὰν τῆς πάπιες εἰς τὸ νερό, κ᾿ ἐσεῖς μας γυμνώνετε. Κοπιάστε πιάστε αὐτὰ τὰ πόστα ἡ γενναιότη σας, ὅτι ἐγὼ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου θὰ φύγω». Καὶ τοῦ εἶπα τὰ αἴτια· ὁποῦ γύμνωσε τοὺς ἀνθρώπους ὁ συμπέθερός του καὶ τὸ φουσάτο του.
Τότε μου μίλησε ὁ Καραϊσκάκης κι᾿ ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ νὰ μείνουμεν, νὰ μὴν ἀφήσουμεν τῆς θέσες. Ὅτι δὲν τοὺς ἔδινε χέρι νὰ τῆς ἀφήσουμεν· ὅτι ἄλλος τρελλότερος δὲν ἦταν ἀπὸ ῾μάς νὰ κάθεται τὸν χειμώνα εἰς τὸ νερό. Συνφωνήσαμεν μὲ τὸν Καραϊσκάκη νὰ γένη καταγραφή, νὰ πλερώση τὴν ζημίαν τῶν ἀνθρώπων. Ἔφυγε αὐτὸς διὰ τὴν θέση του. Ὁ Νοταρᾶς πάλε ἄρχισε νὰ μᾶς ἀγκυλώνη. Ἐγὼ θυσίαζα ἀρετὴ Ἑλληνική, ὅτι ἔβλεπα τὴν δεινὴ περίστασιν τῆς πατρίδος μου, κι᾿ αὐτὸς θυσίαζε ἀρετὴ τουρκοκοτζαμπασίτικη. Τότε διὰ νὰ τοῦ δείξω πόσα ἀπὶ διὰ πιάνει ὁ σάκκος αὐτεινοῦ καὶ τοῦ Καραϊσκάκη, συνάζω ὅλους τους μπουλουξῆδες του καὶ τοὺς ξηγάω τὸ συμπεθεριὸν – κι᾿ ὡς Ρουμελιῶτες αὐτεῖνοι ὅλοι κι᾿ ἀγωνισταί, τί θὰ τοὺς κάμουν οἱ Πελοποννήσιοι μὲ τὸν ἀρχηγὸν Καραϊσκάκη; Καὶ νὰ τὸν πιάσουν τὸν Νοταρὰ νὰ πλερωθοῦν τοὺς μιστούς τους, ὁποὖταν μαζί του καὶ γύμνωνε μὲ τὴν δύναμη αὐτεινῶν τὴν Κόρθο καὶ τῆς ἐθνικὲς προσόδους καὶ σταφίδες (καὶ τὸ ἔθνος δὲν τοὺς πλέρωνε, ὅτι δὲν ἦταν εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος, ἦταν εἰς τὴν ληστεία τῶν κατοίκων κι᾿ ἀφανισμὸν τῆς ἐπαρχίας). Τότε τὸν κλειοῦνε μέσα εἰς τὴν καλύβα του καὶ τὸν μπήγουν μὲ τῆς πέτρες. Ἔρχεται ὁ συμπέθερος ὁ Καραϊσκάκης νὰ τὸν σώση, τὸν ἀρχινάει τ᾿ ἀσκέρι μὲ τὰ κέρατα. Ἔρχεται ὁ Κοκρᾶν κι᾿ ἄλλοι, τὸ ἴδιον. Τότε μου λέγει ὁ Καραϊσκάκης νὰ τὸν σώσω καὶ νὰ τὸν στείλω μαζί του, εἰς τὸ Τζερατζίνι. Τὸν ἔκλεψα τὴν νύχτα καὶ τὸν ἔστειλα· καὶ μὲ διόρισε ἀρχηγὸν τῆς θέσης ἐμένα. Καὶ μόστειλε ἄλλα στρατέματα μὲ τοὺς ἀρχηγούς τους καὶ κάναμεν τὰ χρέη μας τιμίως καὶ πατριωτικῶς κι᾿ ἀγαπημένα. Ὅποιος ἀδίκως πειράζει τὸν ἄλλον πρέπει νὰ λαβαίνη τὴν ἴδια ἀνταμοιβή. Ἄρχισε κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς νάρχεται εἰς τὴν πρώτη φιλίαν καὶ νὰ συλλογίζεται καθὼς ἔπρεπε, νὰ μὴν παίρνη φτερόν. Τὸ στρατόπεδον ἦταν ξυπόλυτο, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Καραϊσκάκη, καὶ δὲν εἶχε τὰ μέσα. Ἦρθε αὐτὸς εἰς τὸν Φαληρέα καὶ μ᾿ ἀντάμωσε· καὶ μὲ πῆρε καὶ πήγαμεν οἱ δυό μας εἰς τὸν Κοκρᾶν καὶ φάγαμεν· καὶ μᾶς ἔδωσε δυὸ χιλιάδες τάλλαρα καὶ μίαν σημαία· κ᾿ ὑπογράψαμεν οἱ δυό μας τὴν περιλαβῆ αὐτών· καὶ τάλαβε ὁ Καραϊσκάκης καὶ ξεκονόμησε τοὺς ἀνθρώπους.
Εἰς τὸν Περαιὰ καὶ Τζερατζίνι συνάχτηκαν πολλὰ στρατέματα διὰ νὰ γένη τὸ κίνημα τῶν Ἀθηνῶν. Ἦρθε κι᾿ ὁ ἀγαθὸς Πέτας μ᾿ ὡς διακόσιους ἀνθρώπους, ὁ Νικόλας ἀρχηγὸς τοῦ Κρανιδιοῦ μὲ τοὺς γενναίους πατριῶτες τοῦ (ἤμαστε πολὺ φιλιωμένοι ἀπὸ τὸ Νιόκαστρον)· ἦρθε μ᾿ ἑκατὸν ὀγδοήντα ἀνθρώπους· ἦρθε ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Κοκρᾶν μὲ περίτου ἀπὸ πεντακόσιους Νυδραίους, Πετζῶτες κι᾿ ἄλλους νησιῶτες. Συνάζονταν ὁλοένα καὶ οἱ Ἀθηναῖγοι χώρα καὶ χωριά. Καὶ γινήκαμεν εἰς αὐτὸ τὸ πόστο περίτου ἀπὸ τρεισήμισυ χιλιάδες. ῾Στοῦ Καραϊσκάκη, εἰς τὸ Τζερατζίνι, πήγανε ὅλοι οἱ Σουλιῶτες, Μποτζαραῖγοι, Τζαβελαῖγοι, Βέγικος, Γιαννούσης, Ντούσας, Φωτομαραῖγοι, Δρακαῖγοι, Πελοποννήσιοι, Κολοκοτρωναῖγοι, Σπαρτιάτες, Σισιναῖοι, Πετιμεζαῖοι κι᾿ ἄλλοι πολλοί· Περραιβός, Καλλέργηδες μὲ τοὺς Κρητικούς, Νοταραῖγοι. Τὸ ὅλο πραματικῶς ἦταν εἰς τὰ δυὸ πόστα ἕντεκα χιλιάδες. Τοὺς ἔλεγαν δεκαπέντε· δὲν ἦταν, πραματικῶς ἦταν ἕντεκα.
Τὸ Μοναστήρι κι᾿ ὁλόγυρα ἐκεῖνο τὸ μέρος ὡς τὰ κανόνια τῶν Τούρκων εἰς τὴν ράχη ἦταν πόστα τῶν Τούρκων, δεκαπέντε ταμπούρια, ῾στὰ περισσότερα μέρη δυναμωμένα πολὺ ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ κανόνια καὶ γρανέτες. Ἂν δὲν χαλάγαμεν αὐτὰ τὰ πόστα, δὲν μπορούσαμεν νὰ τραβήσουμεν διὰ τὴν Ἀθήνα. Ἦρθε ὁ Μιαούλης, ἄλλα καράβια καὶ ἡ φεργάδα καὶ τὸ παπόρι, καὶ βαροῦσαν τὸ Μοναστήρι κι᾿ ὅσα ταμπούρια ἦταν πρόσωπον κατὰ τὴν θάλασσα. Ὡς τὴ γῆς τὸ πῆγαν χτυπώντας τὸ Μοναστήρι· καὶ οἱ Τοῦρκοι πολεμοῦσαν γενναίως, ὡς λιοντάρια. Κατὰ τὸ μέρος τὸ δικό μας δὲν τόβλεπε τὸ κανόνι τῆς θαλάσσης· ἦταν μία μάντρα κι᾿ ἄλλα τούρκικα ταμπούρια καὶ ἦταν εἰς τὸ γούπατο, ὁποῦ εἶναι τὸ πηγάδι. Τότε πῆγαν ἀπὸ τοὺς ἀθάνατούς τους Νυδραίους, Κρανιδιῶτες καὶ πολλοὶ Ρουμελιῶτες καὶ πέσαν ἀπὸ κάτου αὐτεινῶν τῶν ταμπουργιῶν. Καὶ δὲν ἄφιναν τοὺς δικούς μας νὰ σηκώσουν κεφάλι οἱ Τούρκοι· τοὺς εἶχαν ἀπὸ κάτου. Τότε πῆρα καμμιὰ τριανταριὰ ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ σῶμα μου καὶ τοὺς λέγω: «Νὰ πάμεν κάτου νὰ ἐνθουσιάσωμεν τοὺς δικούς μας, νὰ τοὺς εἰποῦμεν, τί κάθονται ἐκεῖ πεσμένοι τῆς κοιλιᾶς καὶ φυλᾶνε τοὺς Τούρκους – ἀπὸ τὴν στράτα τῆς Ἀθήνας ἐμπῆκε τὸ ταχτικὸν καὶ οἱ Σουλιῶτες κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης καὶ πῆραν τὰ ταμπούρια τῶν Τούρκων· καὶ πῆραν τόσα λάφυρα (νὰ τοὺς εἰποῦμε ψέματα, νὰ ἐνθουσιαστοῦν)· «κ᾿ εὐτὺς νὰ βγάλωμε, τοὺς λέγω, τὰ μαχαίρια πὼς νὰ κινηθοῦμε ὀμπρός· ὅμως νὰ μὴν προχωρέσουμεν, ὅτι μας σκοτώνουν οἱ Τοῦρκοι, εἶναι πλησίον πολλοί». Καθὼς κατεβήκαμεν, τοὺς ἐνθουσιάζομε μὲ ψευτιὲς – κι᾿ ὁ Θεὸς τόκαμεν ἀλήθεια· ὅσο νὰ εἰποῦμε ἐμεῖς αὐτά, καὶ τραβήσαμεν καὶ τὰ μαχαίρια, (καὶ ποιὸς κόταγε νὰ κινηθῆ ὀμπρός;), τότε ἕνας μπαγιραχτάρης Νυδραῖος – ἐκεῖνος δὲν ἦταν ἄνθρωπος, ἦταν εἰς τὰ ποδάρια ἁγιτὸς καὶ εἰς τὴν καρδιὰ λιοντάρι – εὐτὺς πῆρε τὴν σημαία του καὶ τὴν ἔμπηξε μέσα εἰς τὸ τούρκικον ταμπούρι· καὶ κοντὰ εἰς αὐτὸν ὅλο τὸ στράτεμα. Καὶ παίρνομεν δεκατρία ταμπούρια τῶν Τούρκων καὶ τοὺς πήγαμεν κυνηγώντας ὡς τὰ κανόνια τοὺς εἰς τὴν ράχη. Μπροστά, εἰς τὰ Καμίνια, ἦταν οἱ Ἀθηναῖγοι, εἰς τὰ πόστα μας· καὶ τοὺς τόπιασαν τῶν Τούρκων καὶ βαροῦσαν ῾στὸ κρέας. Καὶ τοὺς ἔγινε ἕνας μεγάλος σκοτωμὸς σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη.
Ὁ Καραϊσκάκης καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι ἀπὸ τὸ Τζερατζίνι δὲν ἤξεραν τίποτας, καὶ δὲν κινήθηκαν. Περάσαμεν μὲ καμπόσα κεφάλια τούρκικα ἀπὸ μέσα τὸν βάλτο καὶ πήγαμεν εἰς τὸν Καραϊσκάκη. Φιληθήκαμεν· ἔδωσε δυὸ ντούπιες τῶν παιδιῶν ὁποὖχαν τὰ κεφάλια. Κατέβηκε ἀπὸ τ᾿ ἄλογό του ὁ Καραϊσκάκης καὶ μοῦ τὄδωσε καὶ καβαλλίκεψα, καὶ μοῦ εἶπε νὰ συνάξω ἀπὸ τὸ σῶμα μου νὰ κλείσουμεν μὲ χαντάκια τοὺς Τούρκους ὁποῦ μείναν εἰς τὸ Μοναστήρι. Σύναξα ὅλους καὶ τοὺς ἔδωσα τζαπιὰ καὶ φκυάρια καὶ φκειάσαμεν ἕνα χαντάκι πλατύ, νὰ φυλάγη καὶ κατ᾿ τὸ Μοναστήρι καὶ κατ᾿ τὴν Ἀθήνα, νὰ μὴν τοὺς ἔρθη μιντάτι τῶν Τούρκων. Ἀφοῦ φκειάσαμεν τὸ χαντάκι, βάλαμεν ἀσκέρι ἀπ᾿ οὖλα τὰ σώματα καὶ πολεμούσαμεν τὸ Μοναστήρι. Ἦρθαν ὅλοι ἀπὸ τὸ πέρα μέρος, ἦρθε κι᾿ ὁ νέος Ναύαρχος κι᾿ ὁ Ἀρχιστράτηγος ἐβήκαν ἀπὸ τὰ καράβια. Τοὺς πῆγαν οἱ Ἕλληνες τὰ κεφάλια νὰ τοὺς δώσουν μπαχτζίσι· δὲν θέλησαν νὰ ἰδοῦνε οὔτε ἐκείνους ὁποῦ τὰ βαστοῦσαν.
Οἱ Τοῦρκοι τοῦ Μοναστηριοῦ θέλουν νὰ παραδοθοῦν ῾σ ἐμᾶς μὲ συνθῆκες νὰ μὴν σκοτωθούν· καὶ τοιούτως συνφωνήσαμεν καὶ δώσαμεν τὸν λόγον τῆς τιμῆς μας. Τ᾿ ἀσκέρια τοὺς κακοφάνη· ἤθελαν νὰ τοὺς πάρωμεν μὲ ντουφέκι. Δώσαμεν τὸν λόγον μας νὰ βγοῦνε. Θέλει ὁ Καραϊσκάκης νὰ πάγω νὰ τοὺς συντροφέψω ἐγὼ ὡς τὰ κανόνια τους. Ἀφοῦ εἶδα τὰ στρατέματα ἀγαναχτισμένα δὲν θέλησα, κ᾿ ἔστειλε τὸν Βάσιο. Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι οἱ Τοῦρκοι ἀπόξω, εἰς τὴν βρύση, ἔκαμεν ἕνας Ἕλληνας ν᾿ ἁπλώση ῾σ ἕναν Τοῦρκον, βγάζει ὁ Τοῦρκος τὴν πιστιόλα καὶ σκοτώνει τὸν Ἕλληνα. Τότε, ἦταν ὡς τρακόσοι πενήντα Τοῦρκοι ὅλο διαλεμένοι, καὶ καμμιὰ δεκαριὰ σώθηκαν εἰς τὰ κανόνια τους. Εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ῾μάς δὲν ἤξερε κανένας· κατὰ τὸν λόγο μας θ᾿ ἀκολουθάγαμεν.
Τὴν ἴδια βραδειά μου λέγει ὁ Καραϊσκάκης ἐμένα καὶ τοῦ ταχτικοῦ καὶ τοῦ Κώστα Βλαχόπουλου νὰ φκειάσουμεν κι᾿ ἄλλα τρία ταμπούρια, νὰ τὰ ξημερώσουμεν· νὰ εἶναι συνκρατητᾶ μὲ τὰ δικά μου, νὰ πάμεν ὡς τῆς ἐλιὲς διὰ νὰ γένη τὸ κίνημα διὰ τὴν Ἀθήνα καὶ νὰ μὴν μᾶς κόψουν τὸν δρόμον οἱ Τοῦρκοι – ὅτ᾿ ἦταν πλησίον μας τούρκικα ταμπούρια πλῆθος. Καὶ διὰ νυχτὸς τὰ ξημερώσαμεν φκειασμένα χωρὶς οἱ Τοῦρκοι νὰ μᾶς πάρουν χαμπέρι. Βάλαμεν καὶ τὰ κανόνια τοὺς μέσα εἰς τὰ τρία καὶ ζυγώσαμεν εἰς τὴν ἄκρη τῆς ἐλιές. Τὴν αὐγὴ ὁποῦ ξύπνησαν οἱ Τοῦρκοι βλέπαν καὶ τρίβαν τὰ μάτια τους. Τότε πιάσαμεν τὸν πόλεμον χωρὶς νὰ μᾶς κάμουν καμμίαν ζημίαν, ὁποὖρθαν τόσοι Τοῦρκοι πεζούρα καὶ καβαλλαρία.
Τότε συναχτήκαμεν ὅλες οἱ κεφαλὲς εἰς τὸ τζαντίρι τοῦ Καραϊσκάκη καὶ μιλήσαμεν νὰ γένη τὸ κίνημα διὰ τὴν Ἀθήνα. Νὰ γένουν δυὸ κολώνες· μία κολώνα νὰ πάγη ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Πύργους, δυὸ χιλιάδες, νὰ δώσουν ἐκεῖ προσοχὴ οἱ Τοῦρκοι, κι᾿ ἀπὸ τῆς ἐλιὲς νὰ κινηθῆ ὁ Καραϊσκάκης νὰ ἔμπη μέσα εἰς τὴν Ἀθήνα. Κεφαλὲς διὰ τοὺς Τρεῖς Πύργους ὁ Μπότζαρης, ὁ Βέικος, ὁ Ντούσιας, ὁ Γιῶργο Τζαβέλας, ὁ Δράκος, ὁ Βάσιος, οἱ δυὸ Νοταραῖοι, Καλλέργης, Ποργιώτης. Ὅλοι αὐτεῖνοι ζήτησαν κ᾿ ἐμένα νὰ πάγω ἀπὸ ῾κεῖ. Ὁ Καραϊσκάκης δὲν ἤθελε· ἤθελε νὰ πάμεν μαζὶ ἀπὸ τῆς ἐλιές. Δὲν θέλαν ὅλοι. Ἀποφασίστηκε νὰ πάγω μ᾿ ἑκατὸν πενήντα ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἀφήσω μ᾿ ἕναν ἀξιωματικὸν κεφαλὴ εἰς τῆς θέσες τους. Ὁ Καραϊσκάκης νὰ κινηθῆ ἀπὸ τῆς ἐλιὲς μὲ πέντε χιλιάδες· δυὸ χιλιάδες – νὰ εἶναι ἀπὸ πεντακόσοι μ᾿ ἕναν κεφαλὴ – νὰ κινιῶνται μιντάτι οὖθεν κάμη χρεία. Καὶ οἱ δυό, ἡ σαβούρα, νὰ εἶναι εἰς τὰ ταμπούρια.
Ὁ Καραϊσκάκης ἦταν ἄρρωστος. Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέγει νὰ εἰπῶ τοῦ Ἀρχιστράτηγου καὶ τοῦ Ναύαρχου τὸ σκέδιον καὶ νὰ λάβω ἀπὸ τὸν Ναύαρχον τὰ τζαπιὰ καὶ φκυάρια, ὁποὖταν μέσα εἰς τὸ καράβι του, κι᾿ αὐτὰ νὰ τὰ μεράσω εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς ὁποῦ θὰ πάμεν ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Πύργους. Καὶ τὸ σκέδιον ἦταν νὰ δώσω τοῦ κάθε ἑνοῦ ὁδηγὸ κι᾿ ἀπόναν Ἀθηναῖον νὰ ξέρη τῆς θέσες. Ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Πύργους ὡς τὸν Ἀνάλατον νὰ γίνουν – ἀπὸ τὴν θάλασσα κι᾿ ὡς ἐκεῖ – ἕντεκα ταμπούρια· ῾στὸ μπροστινὸ νὰ εἶναι χίλι᾿ ἄνθρωποι μέσα. Πῆγα ἀντάμωσα τὸν Κοκρᾶν καὶ Τζούρτζη καὶ εἶπα τὰ σκέδια καὶ νὰ ἑτοιμάσουν καὶ τὰ καράβια διὰ ὅσους θὰ πάμεν ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Πύργους – σουρουπώνοντας νὰ βαρκαριστοῦμεν. Πῆρα τὰ τζαπιὰ καὶ φκυάρια καὶ τάδινα τοῦ κάθε ὁδηγοῦ τῆς θέσης κι᾿ ἀρχηγοῦ. Τελειώνοντας ἀπὸ αὐτά, ἀκῶ ἕναν πόλεμον. Πηγαίνομε, τηράμε· πλησίον εἰς τὸ Γλυκὸ νερὸ ἦταν ἕνα ταμπούρι Τούρκικον· κ᾿ ἐκεῖ πῆγαν κάτι μεθυσμένοι νησιῶτες καὶ Κρητικοί, πιάσαν τὸν πόλεμον. Συνάχτη τὸ περισσότερον στράτεμα. Ἐκεῖ ὁποῦ πήγαμεν νὰ σβέσωμεν τὸν πόλεμον, ὅτι θὰ κάναμεν τὸ κίνημα τὸ βράδυ, πλάκωσαν καὶ Τοῦρκοι περισσότεροι πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Ἄναψε ὁ πόλεμος πολύ· ἦρθε κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης. Τότε τοῦ λέγω: «Σύρε ὀπίσου νὰ πάψη ὁ πόλεμος, ὅτι τὸ βράδυ θὰ κινηθοῦμεν. – Μοῦ λέγει, στάσου αὐτοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους κ᾿ ἐγὼ φέγω». Τότε σὲ ὀλίγον μαθαίνω ὅτι βαρέθη ὁ Καραϊσκάκης. Πάγω ἐκεῖ· μαζευόμαστε, τηρᾶμεν· ἤτανε βαρεμένος εἰς τ᾿ ἀσκέλι παραπάνου, εἰς τὰ φτενά. Μαζωχτήκαμεν ὅλοι ἐκεῖ. Μᾶς εἶπε μὲ χωρατά· «Ἐγὼ πεθαίνω· ὅμως ἐσεῖς νὰ εἶστε μονοιασμένοι καὶ νὰ βαστήξετε τὴν πατρίδα». Τὸν πῆγαν εἰς τὸ καράβι. Τὴν νύχτα τελείωσε καὶ τὸν πῆγαν εἰς τὴν Κούλουρη καὶ τὸν τάφιασαν.
Τότε Τοῦρκος ἔφυε, ὁποῦ ἦταν μ᾿ ἐμᾶς, καὶ τὸ εἶπε τοῦ Κιτάγια αὐτὸ καὶ τὸ σκέδιόν μας. Ὁ καιρὸς πέρασε, δὲν ἔγινε τὸ κίνημα. Βάνομεν τὸν Τζαβέλα ἀρχηγὸν τ᾿ ἀσκεριοῦ. Δὲν εἶχε ἐπιρρογή. Τὸ σκέδιον μένει εἰς τὸ ἴδιον. Ἐγὼ τοὺς εἶπα ν᾿ ἀλλάξωμεν αὐτὸ τὸ σκέδιον, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς σκοτώθη κι᾿ αὐτείνη ἡ ἄργητα – θὰ μᾶς προδώσουνε. Δὲν ἤθελε μὲ κάνα τρόπον ὁ Κοκρᾶν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἔστειλα τὸν Μαυροκορδάτο, τοὺς μίλησε· δὲν θέλησαν νὰ συνακουστοῦμεν. Σὲ δυὸ ἡμέρες κινηθήκαμεν. Ὁ Κιτάγιας τὸ ἤξερε· ἔστειλε παντοῦ καὶ σύναξε ὡς δυὸ χιλιάδες καβαλλαρία. Πήραμεν νὰ φέξωμεν εἰς τὰ καράβια. Ἔστειλα ἕναν καραβοκύρη, πῆγε εἰς τὸν Κοκρᾶν νὰ τοῦ εἰπῆ νὰ βολτιτζάρωμεν ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ νὰ βγοῦμεν τὸ βράδυ, νάχωμεν καιρὸ νὰ φκειάσουμεν τὰ ταμπούρια. Δὲν θέλησε. Ἀπάνου ὁποῦ πῆρε νὰ δώση ὁ ἥλιος, πρωτοεβήκαμεν ὁ Βάσιος, ὁ Καλλέργης κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ πέρα τοὺς Τρεῖς Πύργους. Οἱ ἄλλοι οἱ ἀρχηγοὶ ἦταν ἀκόμα εἰς τὰ καράβια. Τότε μείναμεν σύνφωνοι ἐμεῖς οἱ τρεῖς καὶ φκειάσαμεν ἀπόνα ταμπούρι ἀπὸ πάνου εἰς τὴν ράχη. Ἦταν καὶ ἡ θάλασσα πλησίον, ἄν μας πλάκωνε πολλὴ Τουρκιά, νάχωμεν καὶ τὰ καράβια νὰ μᾶς βοηθήσουνε. Ὁ Κοκρᾶν, διὰ νὰ μὴν μείνη κανένας ζωντανὸς – (ἦταν αὐτὸς ὁ αἴτιος κι᾿ ὁ Τζαβέλας κι᾿ ὁ Περραιβὸς κι᾿ ὅλη αὐτείνη ἡ συντροφιὰ διὰ νὰ γένη τὸ κίνημα· κι᾿ αὐτεῖνοι μείναν ὅλοι πίσου εἰς τὸν Φαληρέα μ᾿ ἐννιὰ χιλιάδες ἀσκέρι καὶ κάναν σίγρι μὲ τὰ κιάλια. Εἴχαμεν συνφωνήση νὰ μᾶς στείλουν καὶ τὴν καβαλλαρία· οὔτε ἕναν καβαλλάρη δὲν ἔστειλαν). Ἔταξε χρήματα ὁ Κοκρᾶν, «ὅποιος πρωτοπάγη εἰς τὴν Ἀθήνα». Ἔπιαν καὶ ρούμι κι᾿ ἄλλα σπίρτα ὅσοι μείναν εἰς τὰ καράβια – τότε βήκαν ἔξω. Δὲν στάθηκαν εἰς τὰ δικά μας πόστα, τράβηξαν ὀμπρός, εἰς τὸν Ἀνάλατο. Σὰν εἶδαν αὐτείνους οἱ ἐδικοί μας ἄνθρωποι φύγαν κ᾿ ἐκεῖνοι διὰ ὀμπρός. Δὲν συνακουγόμαστε, καθὼς ἐγίναμεν. Παραγγέλνω τοῦ Τζούρτζη ὅλα αὐτά, ὡς ἀρχηγὸς νὰ στείλη κανέναν, ἢ ναρθῆ μόνος του νὰ εἰπῆ τῶν ἀνθρώπων νὰ γυρίσουν ὀπίσου. Αὐτεῖνοι κάθονταν καὶ οἱ δυὸ εἰς τοὺς Τρεῖς Πύργους ῾στὰ καράβια, κι᾿ ὁ Ναύαρχος κι᾿ ὁ Ἀρχιστράτηγος. Πᾶνε φκειάνουν ἕνα στραβὸ ταμπούρι. Ἦταν πλησίον ἕνα ρέμα· τοὺς λέγω νὰ τὸ φκειάσουμεν ἐκεῖ, δὲν ἤθελαν. Ἔβαλα κ᾿ ἔφκειασα ἕνα ταμπούρι. Πλησίον μου ἔφκειασε κι᾿ ὁ Νοταρᾶς καὶ ἦταν καὶ τὸ ταχτικόν. Κατέβηκα εἰς τὴν θάλασσα καὶ πῆρα μπάλλες κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα, ὁποὔχαμεν καὶ κανόνια μαζί. Μᾶς πλάκωσαν οἱ Τοῦρκοι πλῆθος, πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Βαρούγαν ἀπὸ τὸ κάστρο, δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς κάμουν τίποτας· βαρούγαμεν ἐμεῖς μὲ τὰ δικά μας κανόνια, τὸ ἴδιον. ῾Στὸ στραβὸ ταμπούρι ἦταν οἱ Σουλιώτες· δὲν εἶχαν δύναμη, τοὺς δώσαμεν ἀνθρώπους ὅλοι καὶ γιομίσαμεν τὸ ταμπούρι τους. Συνάχτηκαν εἰς τὸ ρέμα πλῆθος Τουρκιά. Μὲ πρῶτο γιρούσι ἐμπήκαν μέσα εἰς τὸ ταμπούρι τῶν ἐδικῶνε μας. Μιὰ φωτιὰ μόνον πρόφτασαν οἱ ἐδικοί μας κ᾿ ἔρριξαν – καὶ τοὺς πελέκησε ἡ πεζούρα καὶ ἡ καβαλλαρία. Καμμιὰ ἑξηνταριὰ λαγάρισαν ἀπὸ τοὺς δικούς μας – τοὺς ἔβαλαν εἰς τὴ μέση καὶ τοὺς τελείωσαν κι᾿ αὐτούς.
Τότε γιομίσαμεν ἐμεῖς μὲ κομμάτια τὰ ντουφέκια μας καὶ προσμέναμεν νὰ ρίξωμεν εἰς τὸ κρέας ὅσο νὰ λυώσουμε ἐκεῖ μέσα. Τὰ ταμπούρια τάχαμεν φκειασμένα καλά. Εἶχα πιάση τὴν πόρτα καὶ βαστοῦσα τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἕνας ἀξιωματικός μου δίνει μίαν ἀσκουντιὰ καὶ κόντεψε νὰ μοῦ μπῆ τὸ μαχαίρι μέσα εἰς τὴν κοιλιά μου. Σηκώνομαι ἀπάνου, πιάστηκα μ᾿ ἐκείνον· «Τήρα κάτου, μοῦ λέγει· σήμερά μας πήρετε ὅλους εἰς τὸ λαιμό σας». Ὅσα ταμπούρια ἦταν ἀπὸ τὴν ἄκρη τὴν θάλασσα ὡς τὰ δικά μας, δέκα ἕντεκα, τζακίστηκαν χωρὶς πόλεμον καὶ μᾶς ἄφησαν τὰ τρία ταμπούρια τοῦ Νοταρᾶ, τὸ δικό μου, τοῦ Βάσιου καὶ τοῦ ἀλλουνοῦ Νοταρᾶ, ὁποῦ ἦταν σὲ ἕνα ταμπούρι. Καὶ εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τζακιστήκαμεν καὶ τὰ τρία ταμπούρια καὶ πελεκιώντας μὲ τοὺς Τούρκους – ἄκουγες σὰ νὰ ἦταν λόγκος χτύπαγαν τὰ μαχαίρια καὶ τὰ σπαθιά. Τυλιμένος μὲ τοὺς Τούρκους καὶ χάριν εἰς τὰ ποδάρια μου κι᾿ ὅτι βρέθηκα μὲ κουράγιον, δὲν κιότεψα (ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὸ χάθηκαν) καὶ κόβοντας ἀπὸ ῾μάς οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸν Ἀνάλατον ὡς τὴν θάλασσα, φτάσαμε ἐκεῖ, ὁποῦ γίνεταν θρῆνος.
Καὶ οἱ Ἕλληνες κάμαν τὸ χρέος τους, ὅμως κέρδεσαν τὴν νίκη οἱ Τοῦρκοι. Περίτου ἀπὸ ὀχτακόσοι Ἕλληνες πῆγαν, ὅλο τὸ ἄνθος. Καὶ οἱ Τοῦρκοι ζύγωσαν εἰς αὐτό. ῾στὴν θάλασσα ηὕραμεν τὸν Κώστα Μπότζαρη καὶ τοὺς ἄλλους, ὁποῦ ἄφησαν τὰ ταμπούρια τους καὶ φύγαν πρωτύτερα. Εἶχαν ὅλοι μπῆ εἰς τὴν θάλασσα καὶ φαίνονταν τὰ κεφάλια τοὺς μόνον. Τότε μας ρίχτηκαν κ᾿ ἐκεῖ πεζούρα καὶ καβαλλαρία, καὶ μὲ τὰ μαχαίρια σκάβαμεν τὴν γῆς καὶ φκειάναμεν ταμπούρια καὶ μπαίναμεν ἀπὸ πίσου. Καὶ πολεμήσαμεν ὡς τὰ σούρπα.
Καὶ τότε ἀρχίσαμεν νὰ μπαρκαριστοῦμε. Μετράγω τοὺς ἀνθρώπους μου· ἤμουν μ᾿ ἑκατὸν πενήντα κ᾿ ἔμειναν τριάντα τρεῖς κ᾿ ἐγώ. Ὡς διακόσοι πενήντα τὸ ταχτικόν, μείναν καμμία ἐξηνταργιά. Βλέποντας αὐτό, ἀπὸ τὴν λύπη μου – καὶ πολέμαγα νὰ τοὺς μπαρκαρίσω, μὲ πλάκωσαν πολλοί, ὅτ᾿ ἤμουν καὶ κουτζός, (ἄντεσα ξυπόλυτος ὁποὔφκειανα τὸ ταμπούρι) μοῦ δίνουν ἕνα ἀσκούντημα καὶ πάγω εἰς τὸν πάτο εἰς τὴν θάλασσα. Μισοπνιμένον μὲ βγάλανε καὶ μὲ πῆγαν εἰς τὴν γολέττα τ᾿ Ἀρχιστράτηγου. Μπῆκαν καὶ οἱ ἄλλοι μέσα.
Μαθαίνομεν ὅτι τοῦ ἀρχηγοῦ Κίτζο Τζαβέλα μ᾿ ἐννιὰ χιλιάδες ἀσκέρι τοῦ πῆραν τὰ κανόνια, ὁποὔχαμεν κάτου εἰς τὰ πόστα, τοὺς πῆραν τὸ Μαναστήρι. Ἐκεῖ αὐτός, ἐκεῖ ὁ Νικήτας, ἐκεῖ ὁ Χατζημιχάλης, ἐκεῖ ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης, ἐκεῖ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, Πετμεζαῖγοι, Σισίνηδες τοῦ Καραϊσκάκη. Τοὺς πῆραν ὅλες της θέσες καὶ Μαναστήρι καὶ Νερὸ καὶ τοὺς κλείσαν εἰς τὴν Καστέλλα κι᾿ ὁλόγυρα. Ὅταν ζοῦσε ὁ Καραϊσκάκης ὅλοι αὐτεῖνοι οὔτε διὰ ψυχογυιὸν δὲν τὸν κάναν καμπούλι. Σκοτώνοντας ὁ Καραϊσκάκης, σκούργιασαν τὰ ντουφέκια τους, στόμωσαν τὰ σπαθιά τους. Τότε εἴδαμεν πόσα δράμια ζυάζει ὁ καθείς. Ἀφοῦ τοὺς πῆραν τῆς θέσες ὅλες καὶ θὰ πέθαιναν τῆς δίψας, τότε βήκαμεν ἀπὸ τὰ καράβια κ᾿ ἐμεῖς οἱ μισοσκοτωμένοι καὶ πολεμήσαμεν μαζὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς Τούρκους καὶ ξαναπήραμεν τὸ Νερὸ καὶ Μοναστήρι καὶ τῆς ἄλλες θέσες. Κ᾿ ἔπγαν νερὸ αὐτεῖνοι ὅλοι καὶ τὰ καϊμένα τ᾿ ἄλογα τ᾿ ἀθώα.
Ποῦ ἀκούστη ἐννιὰ χιλιάδες Ἕλληνες, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, νὰ τοὺς πάρουν ὀμπρὸς πεντακόσοι Τοῦρκοι; Καὶ νὰ τοὺς κυργέψουν ὅλα τὰ πόστα καὶ κανόνια; Καὶ νὰ σκάσουνε ἀπὸ τὴ δίψα; Ἀνάθεμα τὸν Κοκρᾶν ὁποῦ μας ἔβγαλε ἔξω τὸ βράδυ – νὰ τοὺς ἀφήσωμε νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν δίψα, νὰ τοὺς πιάσουν ὅλους οἱ Τοῦρκοι.
Χάθηκαν εἰς τὸν Ἀνάλατον οἱ γενναῖοι καὶ οἱ καλοὶ πατριῶτες, τὰ ἄξια παληκάρια ὁ Δράκος, ὁ Βέικος, ὁ Ντούσιας, ὁ Γιῶργο Τζαβέλας, ὁ Νοταρᾶς, ὁ Τζελέπης κι᾿ ἄλλοι πλῆθος ἀξιωματικοί. Πιάστη ζωντανὸς κι᾿ ὁ καϊμένος ὁ Καλλέργης καὶ τράβησε τόσα μαρτύρια· καὶ τὸν ξαγόρασαν. Σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι Κρητικοὶ κι᾿ ὁ γενναῖος Κουρμούζης. Αἰωνία τους ἢ μνήμη! Ἡ πατρίδα χρωστάγει χάριτες σὲ ὅλους αὐτούς. Καὶ νὰ εὐκέται τὸν νέον Ναύαρχον κι᾿ Ἀρχιστράτηγον, ὁποῦ τοὺς στείλαν παράωρα εἰς τὸν Ἅδη ὅλους ἀπὸ τῆς κυβέρνειές τους.
Σκοτώνοντας ὁ Νοταρᾶς, οἱ περισσότεροί του ἄνθρωποι ἦρθαν μ᾿ ἐμένα. Ἀφοῦ λάβαμεν αὐτείνη τὴν ἀτυχίαν εἰς τὸν Ἀνάλατο, ὁ Ἀρχιστράτηγος ἐβῆκε ἀπὸ τὴν γολέττα ἔξω καὶ σύναξε ὅλους ἐμᾶς κ᾿ ἐκρίθη εὔλογον νὰ μείνω ἐγὼ εἰς τὴν θέση τοῦ Φαληρέως μὲ τρεῖς χιλιάδες ἀνθρώπους νὰ βαστήξω τὴν θέση· καὶ ὑποσκέθηκα ὅτι θέλω τὴν φυλάξη. Ὁ Ἀρχιστράτηγος μ᾿ ὅλο τ᾿ ἀσκέρι νὰ πᾶνε νὰ βαρήσουν τὰ στενώματα, ὁποῦ διαβαίνουν οἱ ζαϊρέδες τῶν Τούρκων. Ἔμειναν ὅλοι σύνφωνοι νὰ κινηθοῦνε δι᾿ αὐτό. Ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης, ὁ γαμπρὸς τοῦ Τζαβέλα, κι᾿ ὁ Τζαβέλας ὁ ἀρχηγὸς ἀνακάτωναν τ᾿ ἀσκέρια κ᾿ ἔκαναν χιλιάδες ἀντενέργειες. Ψωμὶ δὲν ἔρχονταν εἰς τὸν Φαληρέα καὶ ζήσαμεν τόσες ἡμέρες μὲ λάχανα. Καὶ τὸ ψωμὶ τόκαναν οἱ τζαγουσιάδες τοὺς πραμάτεια. Ἤθελαν νὰ πᾶνε εἰς τὴν Κόρθον. Τότε βιάζουν τὸν Τζούρτζη, τοῦ ζητοῦνε καράβια νὰ φύγουν. Ἐγὼ δὲν ἤθελα· ὅτ᾿ ἤθα παραδοθῆ τὸ κάστρο. Τότε τὸ πῆρα ἐνγράφως ἀπὸ τὸν Ἀρχιστράτηγον. Ἦρθαν τὰ καράβια. Μεράσαμεν καθεὶς τὸ πόστο του, ποὺ θὰ μπαρκαριστῆ καὶ σὲ ποῖον καράβι· καὶ νὰ βάλη καὶ τὸ κάθε σῶμα τὰ κανόνια κι᾿ ἄλλα τοῦ πολέμου μέσα εἰς τὰ καράβια, νὰ μὴν χαθοῦνε. Τότε εἶπα νὰ πάρουν ἀπὸ νὰ κανόνι τὸ κάθε σῶμα. Πῆρα ἐγὼ τὸ δικό μου κι᾿ ὅλα τὰ μικρὰ καὶ μπόμπες καὶ γρανέτες καὶ λέττα καὶ τάβαλα ὅλα μέσα. Αὐτεῖνοι ὅλοι εἶχαν νὰ βάλουν τρία· τ᾿ ἄφησαν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Τούρκων. Ἐγὼ ἀγωνίζομουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου νὰ βάλωμεν ὅλα αὐτά, καὶ κιντυνέψαμεν.
Ὁ Τζαβέλας καὶ Μπότζαρης καὶ οἱ ἄλλοι ἀρχηγοὶ φύγαν νωρὶς καὶ μπῆκαν εἰς τὰ καράβια· καὶ στάθη ὁ Νικήτας ἔξω κι᾿ ὁ Γενναῖος κ᾿ ἐγὼ μὲ τὴν ἀράδα καὶ βαρκαρίσαμεν τοὺς ἀνθρώπους. Μπαίναν μέσα εἰς τὴν φελούκα πολλοί, βούλιαγε μ᾿ ὅλους τους ἀνθρώπους. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον πῆρε νὰ φέξη· καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἀκόμα ἔξω. Κι᾿ ὁ Θεὸς καὶ βρέθη ἕνα νησάκι καὶ ρίξαμεν τοὺς ἀνθρώπους ἀπάνου κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ τοὺς σηκώσαμεν τὴν ἡμέρα.
Ὅλοι ἕτοιμοι· τελειώσαμεν. Ἔφεξε. Τότε νοιώσαν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ σωθήκαμεν ὅλοι. Ἀπὸ ῾κεῖ πήγαμεν εἰς Κούλουρη κι᾿ Ἀμπελάκι. Κ᾿ ἐκεῖ πολεμούσαμε μὲ τῆς γριές. Ὁ Τζαβέλας, Περραιβὸς καὶ ἡ συντροφιά τους πιάσαν τὴν Κόρθο· πῆραν τὸ κάστρο καὶ ζάπωσαν ὅλη τὴν ἐπαρχίαν, προσόδους, σταφίδες· κι᾿ ὁ Γενναῖος καὶ ἡ συντροφιά του τὸ δικό τους μανοσούπι ἀπὸ Ἄργος ὡς Καρύταινα καὶ κυβερνοῦσαν τοὺς κατοίκους. Καὶ οἱ ἄλλοι ῾στὰ δικά τους. Καὶ πάθαν οἱ κάτοικοι ὅσα δὲν πάθαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἀφοῦ φύγαμεν ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ, ἀπολπίστηκαν οἱ πολιορκημένοι, κάμαν συνθῆκες μὲ τὸν Κιτάγια καὶ τοὺς ἔβγαλε κατὰ τὸν λόγον τῆς τιμῆς του, ὁποῦ τοὺς ἔδωσε, μὲ τ᾿ ἅρματά τους, μ᾿ ὅλα τους τὰ πράματα· τοὺς μπαρκάρισε – καὶ τὸν λόγον τοῦ τὸν βάσταξε ὡς τίμιος ἄνθρωπος. Καὶ ἦρθαν κι᾿ αὐτεῖνοι εἰς Κούλουρη· καὶ ξεκονόμησα τοὺς συντρόφους μου ἐξ ἰδίων μου, αὐτοὺς ὁποὖχα μέσα εἰς τὸ κάστρο κ᾿ ἔξω. Ἦταν ἑκατὸν εἴκοσι εἰς τὸ κάστρο καὶ μείναν σαράντα τρεις· οἱ ἄλλοι πᾶνε ἀπὸ τὸ ντουφέκι καὶ κανόνι. Γύρευαν χρήματα καὶ μὲ στένεψαν· ἤθελαν νὰ πάμεν κ᾿ ἐμεῖς εἰς τὰ νησιὰ νὰ κάμωμεν ὅ,τι κάναν καὶ οἱ ἄλλοι εἰς τὴν Κόρθο κι᾿ ἀλλοῦ. Μοῦ ζητοῦσαν καράβια νὰ μπαρκαριστοῦμεν νὰ πάμεν νὰ γυμνώσουμεν τὰ νησιά. Τοὺς ὑποσκέθηκα νὰ πάγω εἰς τὴν Αἴγινα ναυρῶ καράβια. Πῆγα ηὗρα τὸν Ἀρχιστράτηγον Τζούρτζη καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς Κριτζώτη, Ὀμορφόπουλο κι᾿ ἄλλους πολλούς. Μᾶς πῆρε ὅλους καὶ μᾶς ἔκαμεν ἕνα τραπέζι· κι᾿ ὀμπρὸς εἰς αὐτοὺς εἶπε ὅλα τὰ τρέχοντα τοῦ Περαιῶς κι᾿ Ἀνάλατου καὶ εἰς τὸν Περαιὰ πόσο προσπάθησα ὑπὲρ τῶν πολιορκημένων. Τότε ὀμπρὸς σὲ ὅλους αὐτοὺς μ᾿ ἕντυσε ἕνα χρυσὸ πεσλὶ καὶ μὄδωσε κ᾿ ἕνα εὐκαριστήριον.
Ἀπὸ ῾κεῖ μᾶς κάνουν ῾πιτροπὴ οἱ Ἀθηναῖγοι τὸν Ψύλλα, τὸν Ζαχαρίτζα, τὸν Ὀμορφόπουλον κ᾿ ἐμένα καὶ πήγαμεν μὲ τὸν Μαμούρη εἰς τὴν Διοίκηση, ὁποῦ τὸν τραβήσαμεν νὰ πλερώση τοὺς Ἀθηναίους· ὅτι ὅταν τούφυγαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Γκούρα ἀπὸ τὸ κάστρο, τοὺς ὑπεσκέθη νὰ τοὺς δώση μιστοὺς αὐτεινῶν. Πήγαμεν ῾στὴν Κυβέρνηση νὰ εἰποῦμε αὐτὸ καὶ νὰ τοὺς ξεκονομήση, ὅτ᾿ ἦταν σὲ ἄχλιαν κατάστασιν. Ἡ Κυβέρνηση εἶχε τὸν ἐφύλιον πόλεμον· καὶ οἱ μισοὶ ἦταν μὲ τὸν Γρίβα καὶ οἱ μισοὶ μὲ τὸν Φωτομάρα· κι᾿ ὁ στρατηγὸς Γρίβας εἶχε τὸ Παλαμήδι καὶ οἱ ἄλλοι τὸν Ἰτζκαλέ. Καὶ πολεμοῦσαν μὲ μπόμπες καὶ κανόνια. Τότε τοὺς μιλήσαμεν – ποιός μας ἄκουγε; Μίαν ἡμέρα πῆγα ῾σ ἕναν καφφενέ· ἦταν κάτι ἀξιωματικοὶ τῆς Κυβερνήσεως, παῖζαν τὸ μπιλλιάρδο, χρυσοκεντημένοι. Εὐτὺς ὁποῦ μᾶς εἴδανε· «Γκιντί, ἀντιπατριῶτες! Κομμάτια θέλετε νὰ σᾶς κάμουν! Ἀφήσετε ἕναν τέτοιον κάστρο ἐφοδιασμένο καὶ φύγετε. – Τοὺς λέγω, δὲν εἶμ᾿ ἐγώ, ἀδελφοί, ἀπὸ ῾κείνους τοὺς προδότες· ἐγὼ βήκα τόσους μήνους ἔξω καὶ ἤμουν εἰς τὸν Περαιᾶ. – Δόστε ἕνα πούντζι τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ὁποῦ δὲν εἶναι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς προδότες». Ἔπια τὸ πούντζι καὶ σηκώθηκα καὶ πάγω εἰς τὴν δουλειά μου νὰ μὴν εὕρω κάνα διάβολο.
Ἐγὼ σὰν εἶδα αὐτοὺς τοὺς ἐφύλιους πολέμους, τοὺς μούτζωσα ὅλους κ᾿ ἔφυγα καὶ πῆγα εἰς τὴν Αἴγινα ὀπίσου. Εἰς τὴν Αἴγινα ὁποῦ πῆγα ἔγραψα ἕνα γράμμα τῶν ἀνθρώπωνέ μου εἰς Κούλουρη καὶ τοὺς ἔλεγα τῆς Διοίκησης τὰ πράματα· καὶ καράβια δὲν ηὗρα, οὔτε πασκίζω διὰ τέτοια. Ὅμως νὰ ἡσυχάσουνε τιμίως καὶ γλήγορα ἔρχεται ὁ Κυβερνήτης· κι᾿ ὅποιος φερθῆ τιμίως θέλει δικαιωθῆ. Σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὰ Θερμιά, ὅτ᾿ ἤμουν ἀστενής, κι᾿ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς Τῆνο. Εἶχα τὴν φαμελιά μου ἐκεῖ· ἔκατζα καμπόσο.
Ἦρθε ὁ κολονὲλ Ἄιντεκ, ἀξιωματικὸς Μπαυαρός, καὶ μοῦ λέγει· «Σοῦ δίνω πολεμοφόδια καὶ ζαϊρέδες διὰ δυὸ χιλιάδες ἀνθρώπους – νὰ μοῦ δίνης μόνον τὴν ὑπογραφή σου· νὰ μιλήσουμεν καὶ μὲ τὸν Κοκρᾶν νὰ σοῦ δώση πλοῖα νὰ πιάσης ἕνα μέρος τῆς Ἀττικῆς, νὰ εἶναι στρατέματα ἀπάνου εἰς τὴν Ἀττική, νἄχουν κατοχὴ οἱ Ἕλληνες. Τοῦ εἴπα· «Νὰ πάγω ν᾿ ἀνταμώσω καὶ τοὺς Ἀθηναίους καὶ σοῦ μιλῶ». Μπήκαμεν μαζὶ εἰς τὸ καράβι καὶ ἤρθαμεν εἰς Πόρο. Ἐγὼ πῆγα εἰς Αἴγινα κ᾿ ἐκεῖ συναχτήκαμεν εἰς τὸν Δεσπότη ὅλοι οἱ Ἀθηναῖγοι. Τοὺς εἶπα αὐτό· τοὺς ηὗρα τοὺς ἀγαθοὺς πατριῶτες πρόθυμους καὶ μοῦ εἶπαν νὰ πάγω εἰς τὸν Πόρο νὰ μιλήσω μὲ τὸν Ἅγιντεκ καὶ Κοκρᾶν νὰ πᾶμεν. Πρόθυμοι ἦταν ὅλοι οἱ καλοὶ κι᾿ ἀγαθοὶ πατριῶτες. Πῆγα τοὺς ἀντάμωσα. Μοῦ εἶπαν εἶναι ἕτοιμοι ὁ Ἄιντεκ διὰ τὸν ζαϊρὲ καὶ πολεμοφόδια – ἔστειλε κι᾿ ὁ Κοκρᾶν διὰ τὰ πλοῖα. Ὅμως ἤθελε νὰ τοῦ δώσω ἀτομικῶς ἐγγύησιν ὅτι δὲν θὰ κάμω πειρατεῖες. Τοῦ ὑποσκέθηκα αὐτό. Μοῦ εἶπε σὲ λίγες ἡμέρες εἶναι ἕτοιμα νὰ μοῦ τὰ δώση. Πῆγα νὰ ἑτοιμάσω τοὺς ἀνθρώπους.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Ὅτι τὴν πατρίδα τὴν ἤθελαν ἀπὸ τὸν Ἰσθμὸν καὶ κατὰ τὴν Πελοπόννησον, ὄχι ἀπὸ τὸν Ἰσθμὸν καὶ κατὰ τὴν Ρούμελη. Καὶ κατηγοροῦσαν τὸν Καραϊσκάκη, ὁποῦ δούλευε νὰ ξαναλευτερώση τὴν Ρούμελη. Καθὼς κι᾿ ὁ Κυβερνήτης μας προσπάθαγε δι᾿ αὐτὸ καὶ τότε ἔγινε Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος.
2. Ἐνέργειες τοῦ Μαυροκορδάτου μόνον ἤξεραν, ὅπου ἔβαλε τὸν Κουντουριώτη νὰ φκειάση τὸν Σκούρτη ἀρχιστράτηγον εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοὺς στεριανοὺς καὶ τοὺς ὁδηγοῦνε ὄρτζια καὶ πόντζα. Κι᾿ ὁ Μεταξᾶς μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς πιάτζας καὶ συντροφιά τους, ὅπου κατόρθωσαν τὶς τρεῖς μεγάλες ἀρχηγίες εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἤφεραν ξένα φῶτα κι᾿ ἀντρεία, κυβέρνηση, ναυαρχίαν, ἀρχιστρατηγίαν, θέλαν νὰ χαλάσουν τὴν ὄρεξίν του Καραϊσκάκη κι᾿ ἄλλων ἀρχηγῶν, ὁποῦ πολεμοῦσαν τὸ χειμώνα διὰ νὰ ματαλευτερώσουν τὴν πατρίδα τους, ὅπου ξανατούρκεψε ἀπὸ τοὺς συχνοὺς ἐφύλιους πολέμους καὶ φατρίες αὐτήνων τῶν ἀγαθῶν πατριώτων. Ὁδήγησαν καὶ τὸν ἀθῶον καὶ γενναῖον Μπούρμπαχη νὰ πάγη εἰς τὸν Καραϊσκάκη αὐτὸς – χορτάτος κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης νηστικός, καὶ νὰ σκοτωθοῦν.
3. Ἦρθαν ἄνθρωποι ἀπὸ ῾κείνους καὶ μᾶς τὰ εἶπαν ὅλα τὰ αἴτια τοῦ χαλασμοῦ τους.