Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον A'. 1797-1827. κεφ. 1

Γέννησις τοῦ Μακρυγιάννη. - Περιπέτειαι τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ. - Καταφυγὴ εἰς Λιβαδειάν. - Παιδικαὶ περιπέτειαι τοῦ Μακρυγιάννη. - Μετάβασις αὐτοῦ εἰς Δεσφίναν. - Ἀναχώρησις εἰς Ἄρταν. - Ἐπιστασία παρὰ τῷ Θανάσῃ Λιδορίκῃ. - Ὁ Μακρυγιάννης ἐμπορευόμενος ἐν Ἄρτῃ. - Κοινωνικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ σχέσεις αὐτοῦ. - Μύησις εἰς τὸ μυστήριον τῆς Φιλικῆς Ἐταιρείας. - Ἀρχαὶ τοῦ πρὸς τὸν Ἀλήπασσαν Σουλτανικοῦ πολέμου. - Μυστικαὶ ἐνέργειαι καὶ παρασκευαὶ τοῦ Μακρυγιάννη. - Προοίμια τῆς ἐπαναστάσεως. - Ὁ Μακρυγιάννης εἰς Πάτρας. - Αἱ ἐν Πάτραις ἐπαναστατικαὶ ἐνέργειαι. - Καταδίωξις τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἔκρηξις τοῦ ἐν Πάτραις κινήματος. - Ἀναχώρησις τοῦ Μακρυγιάννη ἐκ Πατρῶν. - Μετάβασις εἰς Πρέβεζαν καὶ Ἄρταν. - Σύλληψις, καταδίκη εἰς θάνατον καὶ σωτηρία. - Καταφυγὴ παρὰ τῷ Ἰσμαὴλ-μπέη Κόνιτσα. - Ἀναχώρησις τοῦ Μακρυγιάννη ἐξ Ἄρτης.

Ἡ πατρὶς γεννήσεώς μου εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι, χωριὸ τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Ἀβορίτη, τρεῖς ὧρες εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι μακρυὰ τὸ ἄλλο τὸ χωριό, πέντε καλύβια. Οἱ γοναῖγοι μου πολὺ φτωχοὶ καὶ ἡ φτώχεια αὐτείνη ἦρθε ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ντόπιων Τούρκων καὶ τῶν Ἀρβανίτων τοῦ Ἀλήπασσα. Πολυφαμελίτες οἱ γοναῖγοι μου καὶ φτωχοὶ καὶ ὅταν ἤμουνε ἀκόμα εἰς τὴν κοιλιὰ τῆς μητρός μου, μίαν ἡμέρα πῆγε διὰ ξύλα εἰς τὸν λόγκον. Φορτώνοντας τὰ ξύλα ῾στὸ νῶμο της, φορτωμένη εἰς τὸν δρόμον, εἰς τὴν ἐρημιά, τὴν ἔπιασαν οἱ πόνοι καὶ γέννησε ἐμένα μόνη της ἢ καϊμένη καὶ ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καὶ αὐτείνη τότε καὶ ἐγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της καὶ συγυρίστη, φορτώθη ὀλίγα ξύλα καὶ ἔβαλε καὶ χόρτα ἀπάνου εἰς τὰ ξύλα καὶ ἀπὸ πάνου ἐμένα καὶ πῆγε εἰς τὸ χωριόν. Σὲ κάμποσον καιρὸν ἔγιναν τρία φονικὰ εἰς τὸ σπίτι μας καὶ χάθη καὶ ὁ πατέρας μου. Οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα θέλαν νὰ μᾶς σκλαβώσουνε. Τότε διὰ νυχτὸς ὅλη ἡ φαμελιὰ καὶ ὅλο μας τὸ σόι σηκώθηκαν καὶ ἔφυγαν καὶ ἤθα παγαίνουν εἰς τὴν Λιβαδειὰ νὰ ζήσουνε ἐκεῖ. Θὰ πέρναγαν ἀπὸ ῾να γιοφύρι τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Στενό, δὲν πέρναγε ἀπὸ ἄλλο μέρος τὸ ποτάμι. Ἐκεῖ φύλαγαν οἱ Τοῦρκοι νὰ περάσουν νὰ τοὺς πιάσουνε, καὶ δεκοχτῶ ἡμέρες γκιζεροῦσαν εἰς τὰ δάση ὅλοι κ᾿ ἔτρωγαν ἀγριοβέλανα καὶ ἐγὼ βύζαινα κ᾿ ἔτρωγα αὐτὸ τὸ γάλα. Μὴν ὑποφέρνοντας πλέον τὴν πείνα, ἀποφάσισαν νὰ περάσουνε ἀπὸ τὸ γιοφύρι, καὶ ὡς βρέφος ἐγὼ μικρό, νὰ μὴν κλάψω καὶ χαθοῦνε ὅλοι, ἀποφάσισαν καὶ μὲ πέταξαν εἰς τὸ δάσος, εἰς τὸν Κόκκινον ὀνομαζόμενον, καὶ προχώρεσαν διὰ τὸ γιοφύρι. Τότε μετανογάει ἡ μητέρα μου καὶ τοὺς λέγει, «Ἡ ἁμαρτία τοῦ βρέφους θὰ μᾶς χάση, τοὺς εἶπε, περνᾶτε ἐσεῖς καὶ σύρτε εἰς τὸ τάδε μέρος καὶ σταθῆτε...1 τὸ παίρνω κι᾿ ἂν ἔχω τύχη καὶ δὲν κλάψη, διαβαίνομεν»...2 ἢ μητέρα του κι᾿ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε. Αὐτὰ ὅλα τά ῾λεγε ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἄλλοι συγγενεῖς. Σηκωθήκαμεν ὅλη ἡ φαμελιὰ καὶ συγγενεῖς καὶ πήγαμεν εἰς Λιβαδειὰ καὶ μᾶς περασπίστηκαν οἱ φιλάνθρωποι ἄρχοντες ἐκεῖ κάμποσον καιρόν, ὅσο ὁποῦ πιαστήκαμεν καὶ κάμαμεν ἐκεῖ σπίτια, ὑποστατικά.
Ἐγὼ ἔγινα ὡς ἑφτὰ χρονῶν. Μὲ βάλαν νὰ ἐργάζωμαι σὲ ἕναν ἑκατὸ παράδες τὸν χρόνον, τὸν ἄλλον χρόνον πέντε γρόσια. Ἀφοῦ ἔκανα πολλὲς δουλειές, ἤθελαν νὰ κάνω κι᾿ ἄλλες δουλειὲς ταπεινές του σπιτιοῦ καὶ νὰ περιποιῶμαι τὰ παιδιά. Τότε αὐτὸ ἦταν ὁ θάνατός μου. Δὲν ἤθελα νὰ κάμω αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ μ᾿ ἔδερναν καὶ οἱ ἀφεντάδες καὶ οἱ συγγενεῖς. Σηκώθηκα καὶ πῆρα καὶ ἄλλα παιδιὰ καὶ πήγαμεν εἰς Φήβα. Ἡ κακὴ τύχη καὶ ἐκεῖ οἱ συγγενεῖς ἦρθαν καὶ μᾶς πιάσανε καὶ μὲ φέραν πίσω εἰς τὴν Λιβαδειὰ καὶ εἰς τὸν ἴδιον ἀφέντη. Καὶ τὴν ἴδια ῾πηρεσία ξακολουθοῦσα κάμποσον καιρόν. Τότε δια– νὰ γλυτώσω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ῾πηρεσίαν, ὅτι ἡ φιλοτιμία μου δὲν μ᾿ ἄφηνε ἥσυχον οὔτε μέρα οὔτε νύχτα, ἄρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια τῶν παιδιῶν καὶ τῆς ἴδιας μου μητέρας καὶ ἔφευγα μέσα τὶς ράχες. Καὶ μ᾿ αὐτὸ βαρέθηκαν καὶ μὲ λευτέρωσαν, ὅτι αὐτείνη ἡ ῾πηρεσία μ᾿ εἶχε καταντήση νὰ χαθῶ.
Ἔγινα ὡς δεκατέσσερων χρονῶν καὶ πῆγα εἰς ἕναν πατριώτη μου εἰς Ντεσφίνα. Ἦταν ὁ ἀδελφός του μὲ τὸν Ἀλήπασια καὶ ἦταν ζαπίτης αὐτὸς εἰς τὴν Ντεσφίναν. Στάθηκα μὲ ἐκεῖνον μίαν ἡμέρα. Ἦταν γιορτὴ καὶ παγγύρι τΆγιαννιου. Πήγαμεν εἰς τὸ παγγύρι, μὄδωσε τὸ ντουφέκι του νὰ τὸ βαστῶ. Ἐγὼ θέλησα νὰ τὸ ρίξω, ἐτζακίστη. Τότε μ᾿ ἔπιασε σὲ ὅλον τὸν κόσμον ὀμπρὸς καὶ μὲ πέθανε εἰς τὸ ξύλο. Δὲν μ᾿ ἔβλαβε τὸ ξύλο τόσο, περισσότερον ἡ ντροπὴ τοῦ κόσμου. Τότε ὅλοι τρώγαν καὶ πίναν καὶ ἐγὼ ἔκλαιγα. Αὐτὸ τὸ παράπονον δὲν ηὗρα ἄλλον κριτὴ νὰ τὸ εἰπῶ νὰ μὲ δικιώση, ἔκρινα εὔλογον νὰ προστρέξω εἰς τὸν Ἀϊγιάννη, ὅτι εἰς τὸ σπίτι τοῦ μό᾿ ῾γίνε αὐτείνη ἡ ζημία καὶ ἡ ἀτιμία. Μπαίνω τὴν νύχτα μέσα εἰς τὴν ἐκκλησιά του καὶ κλείω τὴν πόρτα κι᾿ ἀρχινῶ τὰ κλάματα μὲ μεγάλες φωνὲς καὶ μετάνοιες, τ᾿ εἶναι αὐτὸ ὁποῦ ῾γινε ῾σ ἐμέναν, γομάρι εἶμαι νὰ μὲ δέρνουν; Καὶ τὸν περικαλῶ νὰ μοῦ δώσῃ ἄρματα καλὰ κι᾿ ἀσημένια καὶ δεκαπέντε πουγγιὰ χρήματα καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ φκιάσω ἕνα μεγάλο καντήλι ἀσημένιον. Μὲ τὶς πολλὲς φωνὲς κάμαμεν τὶς συμφωνίες μὲ τὸν ἅγιον. Σὲ ὀλίγον καιρὸν γράφει ὁ ἀδελφός του ἀφέντη μου ἀπὸ τὰ Γιάννενα ὅτι θέλει ἕνα παιδὶ νὰ τοῦ κάνη χοσμέτι. Μ᾿ ἔστειλαν ἐμένα, τὰ 1811. Τὸν πάντρεψε αὐτὸν ὁ Ἀλήπασσας εἰς τὴν Ἄρτα. Ἔκατζε κάμποσον καιρὸν εἰς Ἄρτα, τὸν γύρεψε ὁ Ἀλήπασσας νὰ πάγη, ὅτι τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν εἶχε εἰς τὰ μυστικὰ τοῦ γράμματα. Ἦταν τίμιος ἄνθρωπος, τὸν λένε Θανάση Λιδορίκη. Τότε γυρεύει νὰ μ᾿ ἀφήση εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἐμένα, δὲν ἤθελα νὰ κάτζω. Μοῦ εἶπε: «Θὰ κάτζης καὶ μὲ τὸ στανιόν». Αὐτὸ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἀποφύγω, ὀτΈιχε τὴν δύναμη. Ἔκατζα μὲ συμφωνίες ὅτι ἐγὼ ὡς δοῦλος δὲν κάθομαι. «Κάνω τὴν ῾πηρεσία τοῦ σπιτιοῦ σου, ὅμως θὰ γνωριστῶ καὶ μὲ τοὺς κατοίκους νὰ δανειστῶ, νὰ κάμω καὶ ἐμπόριο, ὅτ᾿ εἶμαι γυμνός, νὰ ντυθῶ. Αὐτὸς ἦταν φιλάργυρος, δὲν μό ῾δινε τίποτας). Πρώτη συμφωνία αὐτείνη, τοῦ εἶπα, καὶ δεύτερον τὰ ψώνια τοῦ σπιτιοῦ σου νὰ βαστάη ἡ γυναίκα σου τὰ χρήματα καὶ τὸν λογαριασμόν, ξέρει γράμματα, καὶ νὰ μοῦ δίνη νὰ τῆς ψωνίζω, νὰ ζυάζη ὅταν φέρνω τὸ ψώνιο καὶ ὅ,τι κάνει νὰ πλερώνη. Τὸ ἴδιον καὶ εἰς τ᾿ ἄλλα τὰ ψώνια, νὰ μὴν μὲ λέτε ὅτι σας ἔκλεψα, ὅτι τώρα μὲ βλέπετε γυμνὸν καὶ αὔριον ντυμένον καὶ θὰ λέτε ὅτ᾿ εἶμαι κλέφτης. Ἔκατζα μ᾿ ἐκεῖνες τὶς συμφωνίες ὁποῦ τοῦ εἶπα καὶ ἔκαμα ῾σ αὐτὸν δέκα χρόνους. Μό᾿ ῾δῶσε καὶ αὐτὸς διὰ μιστὸν τετρακόσια γρόσια ὅλα. Τοῦ ζήτησα ἕνα δάνειο καὶ μοῦ τὸ᾿ ῾δῶσε μὲ τόκον τὰ δέκα δώδεκα τὸν χρόνον. Τοῦ ῾φκιασα ὁμολογία καὶ τὴν ἔχω ὡς σήμερον. Αὐτὸ τὸ τζιρακλίκι μό᾿ ῾κᾶμε κι᾿ αὐτός.
Ἐκεῖ ῾μπρός εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἦταν μία πιάτζα καὶ μαζώνονταν οἱ ἄρχοντες, οἱ ἔμποροι, καὶ κάθονταν ὡς τὰ μεσάνυχτα τὸ καλοκαίρι. Τότε ἐγὼ ἔβανα καὶ καθάριζαν τὸ μέρος ἐκεῖνο, τοὺς ἔδινα καὶ ὅ,τι τοὺς χρειάζονταν, τοὺς καλόπιανα. Γνωρίστηκα μ᾿ ὅλους αὐτοὺς καὶ μὲ τοὺς προεστοὺς τῶν χωριῶν. Ζήτησα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς προεστοὺς καὶ ἐμπόρους ἕνα δάνειον καὶ μὲ δάνεισαν πεντέξι χιλιάδες γρόσια, εἶχα καὶ ἐγὼ ὡς τότε καπετάλι εἰκοσιτέσσερα γρόσια, τὰ προστοίχησα εἰς τοὺς χωργιάτες καὶ ἔπιασα βρώμη τὸν χειμώνα, νὰ τὴν λάβω εἰς τ᾿ ἁλώνια. Τὴν πιάνω τέσσερα γρόσια τὸ ξάι, τὴν σύναξα εἰς τ᾿ ἁλώνια (καὶ ἦταν ἔλλειψη) καὶ τὴν πουλῶ δεκαέξι. Πιάνω ὅλα αὐτὰ τὰ χρήματα. Τὴν ἄλλη χρονιὰ τὸν χειμώνα τὰ πιάνω ἀραποσίτι ἀπὸ ἕντεκα γρόσια τὸ ξάι, τὸ συνάζω εἰς τΆλωνια, τὸ πουλῶ εἰς τὴν Ἄρτα τριάντα τρία. Ὅτ᾿ ἦταν πανούκλα εἰς τὴν Ἄρτα καὶ ἦταν ἔλλειψη τὸ ψωμί. Τότε ἔφκιασα ντουφέκι ἀσημένιον, πιστιόλες καὶ ἄρματα καὶ ἕνα καντήλι καλό. Καὶ ἀρματωμένος καλὰ καὶ συγυρισμένος τὸ πῆρα καὶ πῆγα εἰς τὸν προστάτη μου καὶ εὐεργέτη μου κι᾿ ἀληθινὸν φίλον, τὸν Ἀϊγιάννη, καὶ σώζεται ὡς τὸν σήμερον – ἔχω καὶ τ᾿ ὄνομά μου γραμμένο εἰς τὸ καντήλι. Καὶ τὸν προσκύνησα μὲ δάκρυα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα μου, ὅτι θυμήθηκα ὅλες μου τὶς ταλαιπωρίες ὁποῦ δοκίμασα...3
Ὕστερα ἄρχισα τὸ ἐμπόριον καὶ μ᾿ εἶχαν οἱ κάτοικοι Ρωμαῖγοι καὶ Τοῦρκοι ὡς ταμίαν καὶ καζάντησα τοῦ Θεοῦ τὰ ἐλέγη καὶ ἔφκιασα ἐκεῖ σπίτι, ὑποστατικά, καὶ εἶχα καὶ μετρητὰ καὶ ὁμολογίες πλῆθος καὶ τὶς ἔχω ὡς σήμερον περίτου ἀπὸ σαράντα χιλιάδες γρόσια. Καὶ τὸ κιμέρι μου γιομάτο. Ἀπόχτησα ὅ,τι ἤθελα καὶ δὲν εἶχα τὴν ἀνάγκη ἀλλουνοῦ. Ἔκατζα εἰς Ἄρτα ὡς δέκα χρόνια, ἔκαμα πολλοὺς φίλους. Ἐκεῖ εἶχα φίλον καὶ ἕναν σακελλάριον ὕστερα ἔγινε οἰκονόμος. Τὸν εἶχα στενὸν φίλον, ὅτι ἡ συντροφιά μου ἦταν μὲ τοὺς καλύτερούς μου. Αὐτὸς ὁ οἰκονόμος μ᾿ εἶχε καλύτερα ἀπὸ τὰ παιδιά του, καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα ἀπὸ τὸ σπίτι του δὲν ἔλειπα. Ὅτ᾿ ἦταν ἕνας τοῖχος μὲ τὸ σπίτι τοῦ πατριώτη μου καὶ πλησίον καὶ ἐκεῖνο ὁποῦ ἀγόρασα ἐγὼ δικό μου ἀπὸ ῾ναν δυστυχῆ ἄρχοντα. Πολὺ προκομμένος οἰκονόμος, δὲν ἦταν ἄλλος εἰς τὴν Ἄρτα τοιοῦτος καὶ εἶχε καὶ τέσσερα παιδιὰ σερνικά. Τὸ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ ἦταν εἰς τὴν Εὐρώπη ὁποῦ σπούδαζε, καὶ ἦταν φίλος καὶ ἀγαπημένος τοῦ Καποδίστρια. Τὸ παιδὶ ἔσωσε τὰ ἔξοδά του καὶ ζήτησε τοῦ Καποδίστρια νὰ πάγη νὰ σπουδάξη τὴν γιατρική. Τοῦ λέγει ὁ Καποδίστριας, ὅτι κάτι καταγινόμαστε νὰ λευτερώσωμεν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν τελειώση αὐτό, δὲν σοῦ χρειάζεται ἡ γιατρική, καὶ ἂν μείνη, σοῦ στέλνω ἀπὸ τὴν Ρωσσίαν τὰ μέσα καὶ πᾶς καὶ σπουδάζεις. Καὶ ἂν γίνη αὐτό, σοῦ γράφω καὶ ἀνταμωνόμαστε. Τὸ παιδὶ ἦρθε εἰς Ἄρτα, τὸ εἶπε τοῦ πατέρα τοῦ αὐτὸ καὶ ἔφυγε πίσω διὰ Κορφούς. Πέρασε κάμποσος καιρός, τοῦ γράφει ὁ Καποδίστριας καὶ πῆγε κι᾿ ἀνταμώθηκαν, καὶ τὸν κατήχησε διὰ τὴν πατρίδα τὸ μυστικόν.
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἀλήπασσας ἦταν πολλὰ δυνατὸς καὶ ἀγόρασε τὴν Πάργα καὶ ἄλλες ἀκαταστασίες ἔκανε, τοῦ ἐπισώρεψαν ἐγκλήματα ἀναντίον του νὰ μαχευτῆ μὲ τὸν Σουλτάνον. Τοῦ ἐνέργησαν πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἄξαινε ἡ διχόνοια τοῦ Σουλτάνου καὶ αὐτεινοῦ. Ἦρθε τὸ παιδὶ εἰς Ἄρτα κατηχημένο, ὁρκίζει τὸν πατέρα του καὶ φεύγει ὀπίσω. Ὁ πατέρας τοῦ θέλει νὰ βάλη κ᾿ ἐμένα εἰς τὸ μυστήριον. Παίρνει νὰ μ᾿ ὁρκίση καὶ πάλι μετανογοῦσε καὶ αὐτό μου τὸ᾿ ῾κᾶμε πολλὲς φορές. Τότε καὶ ἐγὼ πείσμωσα ἀναντίον του καὶ τοῦ λέγω: «Σοῦ πέρασε ὑποψία ὅτ᾿ εἶμαι ἄτιμός του σπιτιοῦ σου καὶ ντρέπεσαι νὰ μοῦ τὸ πεῖς; Καὶ ὄντως εἶμαι ἄτιμος ἂν ματαπατήσω εἰς τὴν πόρτα σου!» Καὶ σηκώθηκα καὶ ἔφυγα. Φωνάζει ὁ παπάς, ἐγὼ δὲν ματαγύρισα ὀπίσω. Πέρασαν δυὸ τρεῖς ἡμέρες, ἦρθε, ξαναῆρθε, δὲν ματαζύγωσα.
Ἀφοῦ ἦρθε πολλὲς φορές, μὲ δάκρυα εἰς τὰ μάτια μου τ᾿ ἀποκρίθηκα: «Δία μένα νὰ σοῦ περάσει κακὴ ἰδέα, τὸ παιδί σου;» Ἔκλαψε κι᾿ αὐτὸς καὶ μὲ περικάλεσε νὰ πᾶμε μαζὶ καὶ ὕστερα νὰ μὴν ματαπάγω, σάν μου ξηηθῆ. Πῆγα. Κατεβάζει τὶς εἰκόνες ὅλες καὶ μ᾿ ὁρκίζει καὶ ἀρχινάγει νὰ μὲ βάλη εἰς τὸ μυστήριον. Ἀφοῦ προχώρεσε, τότε τ᾿ ὁρκίστηκα ὅτι δὲν θὰ τὸ μαρτυρήσω κανενού, ὅμως νὰ μοῦ δώση καιρὸν ὀχτὼ ἡμέρες νὰ συλλογιστῶ ἂν εἶμαι ἄξιος δι᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριον καὶ ἂν μπορῶ νὰ ὠφελήσω, νὰ τὸ λάβω, ἢ νὰ κάτζω, εἶναι σὰ νὰ μὴν τὸ ξέρω ὁλότελα. Πῆγα στοχάστηκα καὶ τάβαλα ὅλα ὀμπρὸς καὶ σκοτωμὸν καὶ κιντύνους καὶ ἀγῶνες – θὰ τὰ πάθω διὰ τὴν λευτερίαν τῆς πατρίδος μου καὶ τῆς θρησκείας μου. Πῆγα καὶ τοῦ εἶπα: «Εἶμαι ἄξιος». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι, ὁρκίστηκα. Τὸν περικάλεσα νὰ μή μου μαρτυρήση τὰ σημεῖα τῆς κατήχησης, ὅτ᾿ εἶμαι νέος καὶ νὰ μὴν ἀντέσω καὶ λυπηθῶ τὴν ζωή μου καὶ προδώσω τὸ μυστήριον καὶ κιντυνέψη ἡ πατρίς. Συφωνήσαμεν καὶ εἰς αὐτὸ καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ὅθεν δουλέψω, χρήματα... καὶ κατάχρησες δὲν μπορῶ νὰ κάμω, ὅμως νὰ παίρνω ἀπὸ ῾να ἀποδειχτικόν, αὐτὰ τὰ πλούτη νὰ κάνω. Καὶ ἡ εὐκὴ τοῦ παπᾶ τοῦ εὐλογημένου καὶ τῆς πατρίδος μου καὶ θρησκείας μου, ὡς τὴν σήμερον δὲν μ᾿ ἄφησε ὁ Θεὸς νὰ ντροπιαστώ. Τράβησα δεινά, πληγὲς καὶ κιντύνους, ὅμως εἶμαι καλὰ σὰν θέλει ὁ Θεός. Τοῦ εἶπα: «Ὅλα θὰ πᾶνε καλά, ὅμως ὁ Ἀλήπασσας εἶναι πολὺ δυνατὸς καὶ θὰ μᾶς κιντυνέψη αὐτός, ὅτι εἶναι οἱ καπεταναῖοι μ᾿ αὐτόν». Μοῦ εἶπε τὰ αἴτια καὶ σὲ ὀλίγον καιρὸν θέλησε ὁ Θεὸς καὶ τὸν κλείσανε παντοῦ, εἰς τὰ 1820.
Μπῆκα ῾στὸ μυστικὸν καὶ ἀναχώρησα ἀπὸ τὸν πατριώτη μου καὶ πῆγα εἰς τὸ σπίτι μου καὶ ἐργαζόμουνε διὰ τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκείαν μου νὰ τὴν δουλέψω ῾λικρινώς, καθὼς τὴν δούλεψα, νὰ μὴν μὲ εἰπῆ κλέφτη καὶ ἅρπαγον, ἀλλὰ νὰ μὲ εἰπῆ τέκνο της καὶ ἐγὼ μητέρα μου. Ὁ Σουλτάνος διόρισε τὸν Χουρσὶτ πασσὰ ἀρχιστράτηγον μὲ πολλοὺς πασιάδες νὰ πολιορκήσουνε τὸν Ἀλήπασια καὶ γιόμωσαν τὰ Γιάννενα καὶ ἡ Ἄρτα Τούρκους καὶ Ἀρβανίτες καὶ ἅρπαγους καὶ παραλυμένους, πῆραν πολλὲς γυναῖκες Ρωμαίγισσες στανικῶς, πῆραν καὶ μίαν δούλα τοῦ πατριώτη μου καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ πάρουν καὶ τὴν γυναίκα του. Ἦταν ὡραῖα καὶ θὰ τὴν ἔπαιρνε ἕνας πασσᾶς ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Ἄρτα, τὸν ἔλεγαν Χασάνπασια, κακὸς ἄνθρωπος, αὐτὸς καὶ ἕνας, τὸν ἔλεγαν Μπαμπάπασια, ἀφάνισαν τὴν τιμὴ καὶ πλούτη τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸς ὁ Μπαμπάπασιας ἔπιασε τὸν πατριώτη μου κ᾿ ἐμένα καὶ μᾶς φυλάκωσε καὶ γύρευε νὰ μᾶς χαλάση, καὶ μὲ πολλὲς πλερωμὲς ὁποῦ ῾καμε ὁ πατριώτης μου σωθήκαμε. Καὶ ἀφοῦ σωθήκαμε, τοῦ εἶπα νὰ φύγωμε νὰ πᾶμε εἰς τὴν πατρίδα μας, εἰς τὸ Λιδορίκι, νὰ σωθοῦμε. Δὲν μ᾿ ἄκουσε, ἄκουγε τὶς γυναῖκες καὶ ἔπαθε πολλά. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἀναχώρησα ἀπὸ αὐτόν. Ὕστερα τὸν κιντύνεψε καὶ ὁ Χασάνπασσας καὶ ἔφυε κρυφίως καὶ ἄφησε τὴν φαμελιὰ τοῦ εἰς Ἄρτα, καὶ θὰ τοῦ τὴν ἔπαιρνε αὐτὸς γυναίκα. Καὶ ἦταν γκαστρωμένη, ἑτοιμόγεννη, καὶ τὴν ἄφησε ὅσο νὰ γεννήση, νὰ τὴν πάρη.
Ἀφοῦ ἦταν πολλὴ Τουρκιὰ εἰς Ἄρτα καὶ Πρέβεζα καὶ Σούλι καὶ ἄλλα μέρη τῆς Ἤπειρος ὁποῦ τὰ βαστοῦσε ὁ Ἀλήπασσας, καθὼς καὶ ῾σ τὰ Γιάννενα, ἦταν παντοῦ δύναμες μεγάλες του Σουλτάνου καὶ βάλαν καὶ σφίξη καὶ μάζωναν καὶ τ᾿ ἄρματα τῶν Ρωμαίγων καὶ νὰ βουλώσουνε καὶ τὸν πάλτο τῆς μπαρούτης, τοῦ μολυβιοῦ, τῶν στουρναριῶν τῆς Ἄρτας. Καὶ αὐτὸν τὸν πάλτο τὸν εἶχε ἕνας ἀγαθὸς ἄνθρωπος, φίλος μου στενός, κάναμε ἐμπόριον μαζί, Γιωργάκη Κοράκη τὸν ἔλεγαν, συγγενὴς τῶν ἀγαθῶν καὶ καλῶν πατριώτων Ζωσιμάδων. Ἀφοῦ τὸν ἤξερα τίμιον ἄνθρωπον, ρώτησα τὸν Οἰκονόμο καὶ τὸν μακαρίτη Γῶγο Μπακόλα καὶ Σκαρμίτζο, ὅτι μπῆκαν καὶ αὐτεῖνοι εἰς τὸ μυστήριον (γενναῖοι ἄντρες καὶ ἀγαθοὶ πατριῶτες) καὶ ἀφοῦ τοὺς ρώτησα, δὲν ἤθελαν νὰ τὸν βάλουν εἰς τὸ μυστήριον τὸν Κοράκη, ὅτι φοβώνταν νὰ μὴν τοὺς προδώση τὸ μυστήριον. Καὶ πολεμοφόδια δὲν εἴχαμε τελείως ῾σ ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ ὁ τόπος ὅλος πιασμένος, καὶ θὰ κάναμε ἐπανάστασιν χωρὶς πολεμοφόδια, καὶ τὰ περισσότερα ντουφέκια μὲ σκοινιὰ δεμένα. Τότε ἀποφασίζω μόνος μου, χωρὶς νὰ ρωτήσω τοὺς ἄλλους, καὶ ὁρκίζω τὸν παλταδόρο, τὸν ἀγαθὸν πατριώτη, καὶ ἀδειάσαμε ὅλον τὸν πάλτο καὶ πήραμε τὸ μπαρούτι, μολύβι καὶ στουρνάρια. Καὶ εἶχα δυὸ κρυψῶνες εἰς τὸ σπίτι μου καὶ αὐτὸς εἰς τὸ σπίτι του καὶ τὰ κουβαλήσαμε ἐκεῖ καὶ κάτι ὀλίγον ἀφήσαμε μέσα εἰς τὸν πάλτο. Καὶ ἡ θεία χάρη, δόξα νὰ ἔχει, στράβωνε τοὺς Τούρκους καὶ δὲν βλέπαν ὁποῦ τὰ κουβαλάγαμε. Καὶ ἔβαλε χρήματα ὁ ἀγείμνηστος Κοράκης – ὅτι ὕστερα ἐχάθη– καὶ ἐγὼ καὶ ἀγοράζαμε μὲ τρόπον ἄρματα καὶ τὰ κρύβαμε ἐκεῖ ὁποῦ ῾χαμε τὸ μπαρούτι καὶ εἰς τὰ ταβάνια τῶν σπιτιῶν μας, καὶ ἀρματώναμε τοὺς Ἑφτανησιῶτες καὶ ἄλλους καὶ τοὺς δίναμε καὶ πολεμοφόδια καί τους... εἰς τοὺς καπεταναίους, ὅθεν ἔκανε χρεία, δίναμε καὶ τῶν ἴδιων καπεταναίων.
Ἀφοῦ ἐβῆκε ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, ὁποῦ ῾ταν ἐκεῖ, καὶ διατάχτη διὰ τὸν Ἀλήπασσα καὶ πῆρε καὶ ὅλα τ᾿ ἀσκέρια μαζί του, καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησο μείναν πολλὰ ὀλίγοι, ἄρχισαν νὰ ὑποπτεύωνται ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο οἱ ντόπιοι Τοῦρκοι, ὅτι ἄρχισαν οἱ Πελοποννήσιοι καὶ κομμανταρίζονταν διὰ τὴν ἐπανάσταση. Ἔβαιναν ὑποψία καὶ διὰ τὴν Ρούμελη. Ἐμεῖς λέγαμε, δὲν εἶναι τίποτας, ἀλλὰ ἀγρίεψε ὁ ραγιὰς εἰς τὴν Ρούμελη ἀπὸ τόσον πλῆθος τουρκιᾶς, ὁποῦ γιόμωσε ὅλος ὁ τόπος ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀλήπασσα καὶ ἀφανίστη ὁ τόπος ἀπὸ τὶς ἀγγάρειες καὶ γύμνωμα τῶν κόσμων. Καὶ μὲ ταῦτο τοὺς ἀποκοιμούσαμε. Ὅμως ἀφανίστη καὶ ὄντως ὁ τόπος ὅλος της Ρούμελης καὶ κατεξοχὴ Γιάννενα καὶ Ἄρτα καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη τὰ ρήμαξαν ὅλως διόλου. Οἱ ντόπιοι Τοῦρκοι τῆς Πελοπόννησος ἔγραφαν τὴν ὑποψίαν γιὰ τοὺς Ρωμαίγους τοῦ Χουρσὶτ πασσᾶ καὶ νὰ πάρη μέτρα δι᾿ αὐτὸ ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς. Τότε ἐμεῖς στενὰ πολιορκημένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους παντοῦ, καὶ δὲν μαθαίναμε καὶ τίποτας, εὑρέθη εὔλογον ἀπὸ τὸν Οἰκονόμο τῆς Ἄρτας καὶ Γῶγο καὶ Σκαρμίτζο νὰ στείλουν ἐμένα ὡς πραματευτὴ νὰ πάγω εἰς Πάτρα καὶ ἀπὸ ῾κεῖ νὰ περάσω εἰς τὴν ἀνατολικὴ Ἑλλάδα ν᾿ ἀνταμώσω πρῶτα τὸν Διάκο, νὰ τὸν ρωτήσω διὰ τὰ τρέχοντα καὶ νὰ τοῦ εἰπῶ νὰ βαρέσουνε σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ νὰ πάγω νὰ μιλήσω καὶ μὲ τὸν Πανουργιὰ καὶ ἄλλους καπεταναίους νὰ βαρέσουνε αὐτεῖνοι καὶ οἱ Πελοποννήσιοι, νὰ τραβηχτὴ κάμποση Τουρκιά, νὰ βαρέσουμε καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ τότε.
Τὸν Μάρτιον μήνα, τὰ 1821, πῆρα κάμποσα χρήματα καὶ πέρασα εἰς τὴν Πάτρα. Οἱ Τοῦρκοι ὑποψιασμένοι, νά ῾βλεπαν Ρουμελιώτη, κιντύνευε, ἄρχισαν νὰ μὲ ξετάζουν οἱ Ρωμαῖγοι ἀνόγητα μέσα εἰς τὸ κονσουλάτο τὸ Ρούσσικο ὁποῦ ῾ταν κόνσολας ὁ Βλασσόπουλος. Ἤμουν κονεμένος ῾στοῦ Ταταράκη τὸ χάνι ὀνομαζόμενον. Ἦταν ἐκεῖ καὶ Γιαννιῶτες, ὁποῦ κάθονταν, καὶ Ἀρτηνοί. Πῆγα εἰς τὸ κονσουλάτο, τοὺς εἶπα τὰ τρέχοντα τῆς Ρούμελης καὶ τὸ κακὸ ὁποῦ ῾παθε ὁ Ἀλήπασσας, εἶχαν βγῆ ἀπὸ τὸ κάστρο ἀναντίον τῶν βασιλικῶν εἰ τὴν πολιτείαν τῶν Γιαννίνων καὶ τοῦ σκότωσαν πλῆθος τοῦ Ἀλήπασσα, τοῦ χάθη ὅλο τ᾿ ἄνθος ὁποῦ ῾χε. Αὐτεῖνοι δὲν πίστευαν τίποτας ἀπ᾿ ὅσα τοὺς ἔλεγα, ἀλλὰ τὸν ἤθελαν νικητὴ νὰ τοὺς λευτερώση, αὐτὸς ὁ τύραγνος νὰ φέρη τὸ Ρωμαίγικον καὶ τὴν λευτεριὰ τῆς πατρίδος – καὶ ἂν ἔβγαινε αὐτός, δὲν θ᾿ ἄφινε μήτε ρουθούνι ἀπὸ ῾μάς. Σὰν τοὺς εἶπα πολλὰ καὶ δὲν πίστευαν, ἀναχώρησα καὶ πῆγα ῾σ ἕναν μεγάλον ἔμπορον πὼς ψωνίζω πράμα, νὰ σηκώνω κάθε ὑποψία ὅσο νὰ ξετάξω τὰ τρέχοντα ἐκεῖ, νὰ μάθω. Ἀφοῦ πῆγα εἰς τΆργαστηρί του, μοῦ εἶπε ὁ ἔμπορος: «Ψώνισε ὅ,τι θέλεις καὶ ὅ,τι σὲ βαστάξη ἡ ψυχὴ πλέρωσε». Ἀφοῦ ψώνισα ὅ,τ᾿ ἤθελα, μὲ πῆρε νὰ πάγω εἰς τὸ σπίτι του νὰ φάγω καὶ νὰ κοιμηθῶ ἐκεῖ. Πῆγα, μὲ ρώτησε. Ἄρχισε νὰ μοῦ κάνη τὰ σημεῖα τῆς Ἐταιρίας, τότε ἄρχισα νὰ τὸν ὁρκίζω καὶ τοῦ εἶπα πὼς δὲν τά ῾μαθα ἀπὸ τὸν σακελλάριον. Τότε τοῦ εἶπα ὅσα ἐγὼ ἤξερα ἀπὸ τὴν Ρούμελη καὶ αὐτὸς τῆς Πελοπόννησος. Τὸν ρώτησα ἂν εἶναι ἄργητα ἀκόμα καὶ ἂν ἔχουν ἑτοιμασίες. Μοῦ εἶπε: «Οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νὰ ὑποπτεύωνται καὶ δὲν εἶναι δέκα ἡμέρες ὁποῦ ζήτησαν ἕνα δάνειον καὶ τοὺς ἔδωσα ἑκατὸν πενήντα χιλιάδες γρόσια ὡς δανεικὰ νὰ τοὺς ἀποκοιμᾶμε. Ὅμως, μοῦ λέγει, τὸ πράμα δὲν δέχεται ἄργητα» Τοῦ λέγω: «Σὰν εἶναι αὐτό, τί ἑτοιμασία ἔχετε;» Μοῦ εἶπε: «Τοῦ Κολοκοτρώνη στείλαμε κάμποσα χρήματα εἰς τὴν Ζάκυθο καὶ ἦρθε μὲ καμμίαν τριανταριὰ ἀνθρώπους καὶ εἶναι εἰς τὴν Μάνη. Καὶ ἄλλη ἑτοιμασίαν δὲν ἔχομε». Τοῦ λέγω: «Αὐτὰ τὰ χρήματα, ὅπου βλέπω θεμωνιὰ τάλλαρα (καὶ γράφαν καὶ πέντ᾿ ἕξι γραμματικοί), δὲν τὰ στέλνεις πουθενὰ νὰ χρησιμέψουν διὰ τοῦ λόγου σου καὶ διὰ τὴν πατρίδα;» Μοῦ λέγει: «Τί στοχάζεσαι, αὐτὸ τὸ Ρωμαίγικο θὰ κάμη ἄργητα νὰ γένη; Θὰ κοιμηθοῦμε μὲ τοὺς Τούρκους καὶ θὰ ξυπνήσουμε μὲ τοὺς Ρωμαίγους» Εἶπα καὶ ἐγώ: «Μεγάλοι ἄνθρωποι, ξέρετε μεγάλα πράγματα. Ἐγὼ μικρός, ξέρω ὀλίγα, κάμετε ὅ,τι σας φωτίση ὁ Θεός». Κοιμήθηκα. Τὴν αὐγὴ πῆγα νὰ ψωνίσω ὅ,τι μόλειπε. Ὁ ζαπίτης ἔμαθε ὁποῦ πῆγα καὶ μὲ γύρευε παντοῦ. Ἀντὶς ἐμένα, ἔπιασαν ἕναν του Βαρνακιώτη καὶ τὸν πῆγαν. Τὸν ξέτασε, εἶδε ὅτι δὲν ἦταν ἐκεῖνος. Εἶπε: «Ὄχι αὐτόν, ἕναν ἄλλον. Ἐκεῖνος εἶναι τζασίτης φερμένος ἐδῶ καὶ νὰ τὸν πιάσετε νὰ τὸν κρεμάσω, νὰ πάθη ὅ,τ᾿ ἦρθε γυρεύοντας ἐδῶ». Τὰ εἶπε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Βαρνακιώτη αὐτὰ εἰς τὸ χάνι καὶ ἦρθαν οἱ Ἀρτηνοὶ καὶ μοῦ τὸ εἴπανε καὶ πῆγα εἰς τὸ κονσουλάτο τὸ Ρούσσικον καὶ εἶπα τὰ αἴτια καὶ νὰ μείνω ἐκεῖ φυλαμένος. Δὲν μὲ βάσταγε ὁ κόνσολας. Μοῦ λέγει, τέτοιες ὧρες κιντυνεύει καὶ αὐτός. Μὲ τὸ στανιὸ ἔμεινα ὡς τὸ βράδυ καὶ σουρπώνοντας νὰ βγῶ. Μ᾿ ἔβαλαν σὲ μία κάμαρη μέσα καὶ μὲ κλείσανε χωρὶς νὰ ζυγώνη κανείς. Μοῦ ῾ρθε νὰ κατουρήσω, ἦταν μία τρυπούλα εἰς τὸ πάτωμα καὶ κατούραγα. Ἦρθε ἕνας δοῦλος καὶ μ᾿ ἔβρισε. Τοῦ εἶπα, εἶμ᾿ ἄνθρωπος καὶ δὲν μπόρεσα νὰ ὑποφέρω. Μὲ ρωτάγει ὁ δοῦλος ποῦθεν εἶμαι. Τοῦ εἶπα ἀπὸ τὴν Ρούμελη. Μοῦ λέγει, καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τὸ Βραχώρι. Τὸν περικάλεσα νὰ μοῦ εἰπῆ ἂν ξέρη τὸν Κωνσταντῖνο Γερακάρη (ὅτ᾿ ἦταν ἐκεῖ ῾στὸ κονσουλάτο, ὅταν μὲ ξέταζε ὁ κόνσολας), νὰ τοῦ εἰπῆ νὰ ῾ρθῆ νὰ τὸν ἀνταμώσω. Μοῦ λέγει ὁ δοῦλος: «Ἐψὲς ἦταν ὁ Δυσσέας ἐδῶ καὶ ἔφυγε. – Σύρε πὲς τοῦ Γερακάρη», τοῦ εἶπα. Πῆγε τοῦ εἶπε καὶ ἦρθε. Τοῦ λέγω: «Νὰ μὲ πᾶς βράδυ ἐκεῖ ὁποὖναι ὁ Δυσσέας καὶ θέλει μάθης χαμπέρια πλῆθος, ὅτ᾿ ἦρθα διὰ τὸν Δυσσέα» Μου εἶπε νὰ τοῦ τὰ πῶ πρῶτα. Τοῦ εἶπα: Εἶμαι ὁρκισμένος καὶ δὲν τὰ λέγω ἀλλουνοῦ». Ἔφυγε ὁ Γερακάρης. Πῆρε νὰ νυχτώση. Μ᾿ ἔβιαζαν νὰ φύγω ἀπὸ τὸ κονσουλάτο. Ἴσασα τὶς πιστιόλες μου, τὸ γιαταγάνι μου, ἔκαμα τὴν προσευκή μου, εἶπα καὶ τοῦ παιδιοῦ, μὄφερε κάμποσο ρακὶ καὶ ἤπια ν᾿ αὐγατήσῃ τὸ σπίρτο καὶ νὰ βγῶ μὲ τὸ γιαταγάνι ἔξω, ἂς ἤμουν καὶ κιοτής. Φύλαγαν ἀπόξω τὴν πόρτα οἱ διασαχτζῆδες οἱ Τοῦρκοι τοῦ κονσόλου καὶ ἄλλοι Τοῦρκοι, ὅτι τὄμαθαν ὁποῦ ἤμουν μέσα καὶ ἤθελαν νὰ βγῶ νὰ μὲ πιάσουνε. Καὶ ἐγὼ ἔλεγα νὰ μὴν πιαστῶ ζωντανὸς καὶ μὲ παιδέψουνε καὶ βρεθῶ μπόσικος καὶ προδώσω τίποτας – καλύτερα νὰ σκοτωθῶ. Ἐκεῖ ὁποῦ ἑτοιμάζομουν νὰ βγῶ, ἔρχεται ἕνας Κεφαλλωνίτης, μοῦ λέγει: «Ἐσεῖσαι ὁποῦ ἤσουν ῾δῶ μέσα;» Τοῦ λέγω «Ἐδῶ εἶναι πολλοί, ποιὸν γυρεύεις; ποιὸς σ᾿ ἔστειλε;» Μοῦ λέγει: « Ὁ Γερακάρης. – Ἐγὼ εἶμαι» τοῦ εἶπα. Μοῦ εἶπε: «Πᾶμε νὰ κάνουμε δουλειά μας». Τοῦ λέγω: «Στὴν πόρτα φυλᾶνε Τοῦρκοι καὶ τήρα ἀπὸ τοῦ περιβολιοῦ τὸν τοῖχο θὰ πέσω ἐγὼ κάτου καὶ ἐσὺ νὰ πᾶς ἀπόξω νὰ φυλᾶς ἐκεῖ ὁποῦ θὰ πέσω, νὰ φύγωμε, ὅτι δὲν ξέρω τὰ σοκάκια». Πῆγε ἀπόξω. Ρίχτηκα ἀπὸ τὸν τοῖχο, ἦταν ψηλός, μισοτσακίστηκα ἀπὸ τ᾿ ἅρματά μου. Ὁ φόβος μ᾿ ἔτρεχε καλύτερα ἀπὸ γερόν. Πήγαμε κάτου κατὰ τὴν θάλασσα. Τοῦ εἶπα νὰ πᾶμε ἀπὸ τὸ μέρος τῶν σταφίδων, μ᾿ ἄκουσε, ὅτι ῾στὴν Ντογάνα ἦταν Τοῦρκοι καὶ θὰ μᾶς πιάναν. Τοῦ εἶπα νὰ κρυφτῶ εἰς τὰ χαντάκια νὰ φωνάξη τὴν βάρκα. Ὅτι ὁ Δυσσέος ἦταν μέσα ῾σ ἕνα μαρτίγο. Σὰν τοῦ εἶπα νὰ κρυφτῶ, μοῦ λέγει: «Τί βρωμόκωλοι εἶσται ἐσεῖς οἱ... Φοβάστε καὶ ἀπὸ τὸν ἴσκιον σας» Ντράπηκα πῆγα μαζί του. Φωνάζει διὰ τὴν φελούκα, μᾶς βλέπουν οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς στρώνουν νὰ μᾶς πιάσουνε. Θέλησε ὁ Θεὸς καὶ ἦταν μία φελούκα. Τοὺς μίλησα καὶ ριχτήκαμε μέσα καὶ μᾶς βάλαν ἀπάνου ῾στὴν γολέττα τους. Πλάκωσαν καὶ οἱ Τοῦρκοι. Πῆραν καὶ αὐτεῖνοι τὰ τριμπόνια τους καὶ ἀντιστάθηκαν.
Ὕστερα μὲ πήγανε κι᾿ ἀνταμώθηκα μὲ τὸν Δυσσέα καὶ τοῦ εἶπα ὅλα τὰ τρέχοντα, καὶ τοῦ εἶπα ὁποῦ θὰ πάγω καὶ εἰς τὸν Διάκο καὶ ἀλλουνοὺς καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἀγροικήθη αὐτὸς καὶ θὰ χτυπήσουνε, καὶ πῆρε πολεμοφόδια νὰ πάγη εἰς τὸ Ξερόμερον εἰς τὴν Ζάβιτζα. Καὶ μοῦ εἶπε νὰ πᾶμε ἀντάμα. Τοῦ εἶπα: «Θὰ ἰδῶ τὸ τέλος ἐδῶ καὶ νὰ πάρω καὶ τὸ ντουφέκι μου, ὅπου εἶναι ῾στὸ χάνι. Καὶ θὰ πάγω χαμπέρι ἔξω ὅ,τι μάθω καὶ μοῦ εἶπες». Καὶ ἀνεχώρησε τὴν νύχτα.
Σὲ δυὸ ἡμέρες χτύπησε ντουφέκι ῾στὴν Πάτρα. Οἱ Τοῦρκοι κάμαν κατὰ τὸ κάστρο καὶ οἱ Ρωμαῖγοι τὴν θάλασσα. Τότε πῆρα καμμιὰ δεκαριὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ καράβι μὲ τ᾿ ἅρματά τους καὶ βήκαμε ἔξω. Εἰς τὴν Ντογάνα κουβαλιώνταν ὁ κόσμος καὶ γιόμωσε ἡ θάλασσα γυναικόπαιδα, ὡς τὸ λαιμὸ μέσα. Τότε βλέπω καὶ τὸν φίλο μου τὸν πραματευτή, ἔφερνε ῾στό ῾να τοῦ χέρι τὴν φαμιλιά του καὶ ῾στ᾿ ἄλλο τὰ παιδιά του καὶ τίποτας ἄλλο ἀπὸ τόσο βίον ὁποῦ ῾χε – ὁποῦ θὰ ξύπναγε νὰ βρῆ Ρωμαίικον. Μεγάλοι ἄνθρωποι, μεγάλα λάθη, οἱ μικροὶ θὰ κάμουν μικρά. Τοὺς πῆρα καὶ τοὺς πῆγα μέσα εἰς τὸ καράβι καὶ τοὺς παρηγοροῦσα. Στάθηκα ἐκεῖ καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα καὶ πέρασα εἰς Μισολόγγι. Ψώνισα λαμπάδες ἄσπρες, ὁποῦ εἶχε ἔρθη ἕνα καράβι ἀπὸ Τριέστι, καὶ ροῦμες καὶ λάδι καὶ καπνὸν νὰ πάγω ὡς πραματευτὴς εἰς τὴν Ἄρτα, νὰ ἰδοῦνε οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ μὴν ὑποψιαστοῦν. Φόρτωσα τὸ καΐκι, βήκα ἀπόξω ἀπὸ τὸ Βασιλάδι ῾σ ἕνα λιμάνι πλησίον ἐκεῖ, τὸ λένε Βούκεντρο. Ξημερώνοντας τῶν Βαγιῶν, τὴν νύχτα (ὅτ᾿ ἦταν καιρὸς ἀνάντιος) βλέπομε ἀπὸ ἀγνάντια ῾στὴν Πάτρα φωτιὰ πολλή, καὶ κανονισμὸς καὶ ντουφεκίδι. Τὸ γιόμα ἔρχεται ἐκεῖ εἰς τὸ πόρτο ὁ Βλασσόπουλος καὶ ἄλλα καΐκια μὲ φαμιλιές. Ρώτησα, μοῦ εἶπαν, μπῆκε ὁ Ἰσοὺφ πασσᾶς μέσα εἰς τὴν Πάτρα καὶ τὴν ρήμαξε καὶ ἀφάνισε τοὺς κατοίκους.
Ἔφυγα ἀπὸ ἐκεῖ τὴν Μεγάλη Παρασκευή. Πῆγα εἰς Πρέβεζα, πούλησα τὶς λαμπάδες καὶ ροῦμες καὶ καπνὸ μὲ μία μεγάλη τιμή. Τὸ μεγάλο Σαββάτο τὴν νύχτα, ξημερώνοντας Λαμπρή, πῆγα εἰς Ἄρτα, ἀντάμωσα τοὺς δικούς μας, τοὺς εἶπα τὰ τρέχοντα. Φέραν καὶ τὰ κεφάλια τῶν Πατρινῶν ἐκεῖ, νὰ τὰ πάνε του Χουρσὶτ πασσᾶ. Τότε πιάνουν κ᾿ ἐμένα ὡς χαΐνην τοῦ Σουλτάνου, ὁποῦ ἤμουν εἰς Μωριά, μὲ πᾶνε εἰς τὸ κάστρο τῆς Ἄρτας. Μοῦ περνοῦνε σίδερα εἰς τὰ ποδάρια καὶ ἄλλους παιδεμούς, νὰ μαρτυρήσω τὸ μυστικόν. Ἑβδομήντα πέντε ῾μέρες παιδεμούς.
Μᾶς πᾶνε εἴκοσιεξι ἀνθρώπους νὰ μᾶς κρεμάσουνε καὶ ὁ Θεὸς γλύτωσε μόνον ἐμένα. Ἦταν Βονιτζάνοι καὶ ἀπ᾿ ἄλλα μέρη καὶ τοὺς κρέμασαν ὅλους ῾στὸ παζάρι. Δία νὰ μὲ ξετάξουνε ἀκόμα καὶ νὰ τοὺς μαρτυρήσω τὸ βίον μου μὲ γύρισαν ὀπίσω ἀπὸ τὴν καταδίκη εἰς τὸν πασιὰ καὶ μὲ ξέταζε διὰ τὸ δικό μου βίον καὶ τοῦ πατριώτη μου. Μὲ πῆγαν πίσω εἰς τὸ κάστρο, ἄλλη βολὰ νὰ μὲ χαλάσουνε, καὶ μ᾿ ἔβαλαν ῾σ ἕνα μπουντρούμι. Καὶ ἤμαστε ἑκατὸν ὀγδόντα ἄνθρωποι. Καὶ ἦταν σάπιο ψωμὶ μέσα καὶ μαγαρίζανε ἀπάνου ῾στὸ ψωμί, ὅτι ἀλλοῦ δὲν εἴχαμε τόπον. Καὶ ἡ ἀκαθαρσία ἐκείνη καὶ τὰ χνῶτα ἔκαναν μίαν βρῶμα, ὁποῦ δὲν εἶναι ῾στὴν γῆς ἄλλη χειρότερη. Καὶ ἀπὸ τὴν κλειδωνότρυπατης πόρτας βαίναμε τὴ μύτη μας καὶ παίρναμε ἀγέρα. Καὶ μόριχναν ἐμένα ξύλο καὶ παιδεμοὺς πλῆθος, καὶ ἀφοῦ πῆγαν νὰ μὲ χαλάσουνε. Καὶ ἀπὸ τὰ χτυπήματα ἐπρίστηκε τὸ σῶμα μου καὶ καντήλιασε καὶ ἤμουν εἰς θάνατο. Ἔταξα ἀρκετὰ χρήματα ἑνοῦ Ἀρβανίτη νὰ βγῶ νὰ μὲ ἰδῆ γιατρὸς καὶ νὰ πάρω καὶ γιατρικὰ καὶ τὰ χρήματα. Μοῦ δίνει ἕναν Τοῦρκον νὰ πᾶμε εἰς τὸ σπίτι μου. Καθὼς πηγαίναμε ῾στὸν δρόμον, πήγαινα κρατώντας καὶ πολὺ κουτζαίνοντας καὶ βογγώντας. Ὁ Τοῦρκος, βόδι θεοτικόν, καὶ παντήχαινε θὰ μοῦ βγῆ ἡ ψυχή μου – δὲν ἤξερε ὅτ᾿ εἶναι βαθιά. Πῆγα εἰς τὸ σπίτι, ξαπλώθηκα τοῦ πεθαμοῦ. Ἦρθε ὁ γιατρός, ἐγὼ στοχάζομουν τὸν Τοῦρκο, πὼς νὰ τοῦ φύγω. Βγάνω καὶ τοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ τοῦ λέγω, τοῦ Τούρκου: «Σύρ᾿ τὰ (τάχα κρυφά). Μοῦ εἶπε νὰ τοῦ τὰ δώσης νὰ μὴν εἶναι ἄλλος». Τὄδωσα καὶ ἐκεινοῦ καμμιὰ ἑκατοστὴ γρόσια. Τὰ πῆρε, τοῦ λέγω: «Σύρ᾿ τὰ (τάχα) εἰς τὸ κάστρο καὶ ἔλα ὅσο νὰ μοῦ φκειάση τὸ γιατρικὸ ὁ γιατρός, νὰ πᾶμε μαζὶ εἰς τὸ κάστρο, ὅτι μόνος μου δὲν βγαίνω ἔξω. Φοβῶμαι ἀπὸ τοὺς ντόπιους Τούρκους». Τὰ πῆρε. Αὐτὸς βγαίνοντας ἀπὸ τὴν πόρτα, ἑτοιμάστηκα ἐγώ. Τοῦ δίνω ἕνα φευγάκι καὶ πάγω εἰς τὸ κονάκι ἑνοῦ ξαδέρφου τοῦ Ἀλήπασσα, τὸν λέγαν Σμαήλμπεη Κόνιτζα, ὁ Θεὸς μακαρίση τὴν ψυχή του. Ἀφοῦ μ᾿ εἶδε, μὲ λυπήθη πολύ. Τοῦ εἶπα τί δοκίμασα καὶ ἂν μὲ φυλάγη, νὰ μὴ μὲ δώση πίσω. «Ντουφέκι, εἶπε, ἔχω μὲ τοὺς Κονιάρους, ἐσένα δὲν σὲ δίνω». Εὐτὺς μὄδωσε ἄρματα καὶ μὲ πῆρε μὲ τ᾿ ἀσκέρι του καὶ πήγαμε εἰς τὸ Κομπότι. Ἦταν τὸ Τούρκικον ὀρδὶ ἐκεῖ, εἶναι τρεῖς ὧρες ἀπὸ τὴν Ἄρτα.
Ἀφοῦ καθίσαμε ἐκεῖ κάμποσες ἡμέρες, αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ὡς εὐεργέτης δικός μου τὸν συγύριζα καλύτερα ἀπὸ τὸν γονιόν μου. Ἂν ἤθελα, ἀπὸ ῾κεῖ ἔφευγα, ἕνα κάρτο ἦταν οἱ δικοί μας ἀλάργα. Ὅμως εἶπα τοῦ εὐεργέτη μου νὰ μὴν τοῦ γένω ἄπιστος καὶ τὸν ἀφήσω ἄρρωστον. Σηκώθη ἄρρωστος καὶ ἐγὼ μαζί του καὶ πήγαμε πίσω εἰς τὴν Ἄρτα – καὶ αὐτὸν νὰ δουλέψω ὄσο– νὰ γερέψη καὶ νὰ γλυτώσω καὶ τὴν γυναίκα τοῦ ἀλλουνοῦ εὐεργέτη μου, τοῦ πατριώτη μου, ὁποῦ ῾χα φάγη τὸ ψωμί του τόσα χρόνια, καὶ θὰ τὴν ἔπαιρναν οἱ Τοῦρκοι νὰ τὴν τουρκέψουν. Καὶ δι᾿ αὐτοὺς τοὺς δυὸ εὐεργέτες μου πῆγα πίσω εἰς τὸν κίντυνον, μέσα εἰς τὴν Ἄρτα. Ἀφοῦ πήγαμε μέσα εἰς τὴν Ἄρτα, μιὰ ἡμέρα ἦρθαν οἱ πασσάδες εἰς τὸ κονάκι τοῦ μπέγη καὶ ὅλοι ὁ σερασκέρηδες οἱ Ἀρβανίτες νὰ τὸν ἰδοῦν. Τοῦ λέγω τοῦ μπέγη διὰ τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου, ὁποῦ θὰ τὴν πάρη ὁ Χασάνπασιας. Μιλεῖ τῶν πασσάδων κι᾿ ἀλλουνῶν, ὀτζάκια τῆς Ἀρβανιτιᾶς, τοὺς λέγει:
«Πασσάδες καὶ Μπέηδες, θὰ χαθοῦμε. Θὰ χαθοῦμε! ὁ μπέγης τοὺς λέει, ὅτι ἐτοῦτος ὁ πόλεμος δὲν εἶναι μήτε μὲ τὸν Μόσκοβον, μήτε μὲ τὸν Ἐγγλέζο, μήτε μὲ τὸν Φραντζέζο. Ἀδικήσαμεν τὸν ραγιὰ καὶ ἀπὸ πλούτη καὶ ἀπὸ τιμὴ καὶ τὸν ἀφανίσαμε, καὶ μαύρισαν τὰ μάτια του καὶ μᾶς σήκωσε ντουφέκι. Καὶ ὁ Σουλτάνος τὸ γομάρι δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται, τὸν γελᾶνε ἐκεῖνοι ὁποῦ τὸν τρογυρίζουν. Καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι τούτη, ὁποῦ θὰ χαθῆ τὸ βασίλειόν μας. Πλερώνομε βαριὰ νὰ βροῦμε προδότη καὶ δὲν στέκει τρόπος νὰ μαρτυρήση κανένας τὸ μυστικόν, νὰ μάθωμε μόνος του ὁ ραγιὰς μᾶς πολεμεῖ ἢ καὶ οἱ Δυνάμες. Δι᾿ αὐτὸ πλερώνομε καὶ παλουκώνουμε καὶ σκοτώνομε καὶ ἀλήθεια ποτὲ δὲν μάθαμε».
Ἀφοῦ τοὺς εἶπε πολλὰ ὁ μπέγης ἀπὸ αὐτά, τοὺς λέγει ὕστερα πὼς ὁ Σουλτάνος στέλνει πασιάδες τοὺς πλέον παντίδους καὶ γύμνωσαν τὸν κόσμο καὶ τοῦ πῆραν καὶ τὶς γυναῖκες. «Αὐτεῖνοι θὰ φύγουν διὰ τὸν τόπο τους κ᾿ ἐμεῖς θὰ μείνουμεν ἐδῶ». Τότε ἔπιασε καὶ γιὰ τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου, πὼς γυρεύει νὰ τὴν πάρη ὁ πασσᾶς. Καὶ τότε ὅλοι μὲ μίαν φωνὴ εἴπανε καὶ πῆγαν καὶ τὴν πῆραν ἀπὸ ῾κεῖ ὁποῦ τὴν εἶχε καὶ τὴν πῆγαν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν κονσολάτο νὰ εἶναι φυλαμένη.
Ἀφοῦ σιγούρεψα τὴν γυναίκα καὶ τοῦ ἀλλουνοῦ εὐεργέτη μου, μίαν ἡμέρα εἶχε κάψη πολλὴ ὁ δυστυχὴς μπέγης καὶ πῆγα διὰ τὸν γιατρό. Οἱ Τοῦρκοι φύλαγαν νὰ μὲ πιάσουνε ἐξ αἰτίας ὁποῦ τοὺς ἔφυγα ἀπὸ τὸ κάστρο, καὶ ὁ πασσᾶς ἔμαθε ὅτι ἐγὼ ῾νέργησα καὶ διὰ τὴν γυναίκα, φύλαγαν νὰ μὲ πιάσουνε νὰ μὲ κρεμάσουνε. Ἀφοῦ πῆγα διὰ τὸν γιατρό, μοῦ ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι. Ἤμουν ἐλεύτερος εἰς τὰ ποδάρια καὶ τοὺς ἔφυγα. Μὲ πῆγαν κυνηγώντα ὡς τοῦ μπέγη τὸ κονάκι. Ἐκεῖ βγήκανε δικοί μας ἄνθρωποι, πιαστήκαμε ἀπὸ ἄρματα καὶ ἐσώθηκα.
Ἀφοῦ ξεγέρεψε ὁ μπέγης, τοῦ πῆρα τὴν εὐκή του καὶ τοῦ εἶπα: «θὰ φύγω». Δὲν μ᾿ ἄφινε. Τοῦ εἶπα: «Ἐγὼ σὰν ἤθελα ἔφευγα καὶ ἀπὸ τὸ Κομπότι, ὅμως δὲν τὄκανα διὰ τὴν τιμή μου». Ἀφοῦ εἶδε ὅπου δὲν θὰ καθώμουν, μὄδωσε τὴν εὐκή του καὶ μοῦ εἶπε νὰ εἰπῶ τῶν καπεταναίων ἔξω ῾στοῦ Πέτα καὶ ἀλλοῦ νάχουν δικαιοσύνη εἰς τὸν κόσμον, νὰ πᾶνε ὀμπρός. Ὅτι τοιούτως ἔκαναν ἀδικίγες οἱ Τοῦρκοι καὶ θὰ χαθοῦν: «Νἄχουν αὐτεῖνοι δικαιοσύνη, νὰ πάρη τέλος νὰ ἡσυχάσουμε καὶ ἐμεῖς οἱ Τοῦρκοι, ὅτι πλέον μας ἔγινε χαράμι ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸ βασίλειόν μας, ὅτι φύγαμε ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη του». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι νὰ φύγω, μὄδωσε χρήματα, τοῦ εἶπα: «Μπέγη μου, ἔχω καὶ δὲν θέλω, ὅτι ἔχεις ἔξοδα μεγάλα εἰς τοὺς ἀνθρώπους σου». Μὄδωσε ἄρματα καὶ μὲ διάταξε νὰ φέρνωμαι καλὰ καὶ νὰ πάγω μὲ τὸν Γῶγο, ὅτ᾿ εἶναι ἄξιος καὶ τίμιος καὶ φίλος του, καὶ νὰ τοὺς εἰπῶ τῶν καπεταναίων νὰ μὴν μποῦνε εἰς τὴν Ἄρτα, ὅτ᾿ εἶναι πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ θὰ σκοτωθοῦν, ὅμως νὰ τοὺς κλείσουνε καὶ φεύγουν μόνοι τους, ὅτι δὲν ἔχουν ζαερέδες. Τὸν περικάλεσα καὶ διὰ τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου νὰ τὴν προσέχη καὶ ἀναχώρησα τὰ 1821, μπαίνοντας ὁ Αὔγουστος.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Φθαρμένες λέξεις.
2. Φθαρμένες λέξεις.
3. Δυὸ φθαρμένες λέξεις