Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον Γ'. 1833-1843. κεφ. 4

Δυσάρεστος κατάστασις τῶν ἀγωνιστῶν. - Συνάντησις τοῦ Μακρυγιάννη μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Πολέμου Σμάλτς. - Ἐπίσκεψις τοῦ Μακρυγιάννη παρὰ τῷ Βασιλεῖ. - Θερμὴ συνηγορία αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἀγωνιστῶν. - Κρίσεις τοῦ Μακρυγιάννη περὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. - Τὰ ἱστορικὰ συγγράμματα τοῦ Ἀλεξάνδρου Σούτσου, Διονυσίου Σουρμελῆ, Κάρπου Παπαδοπούλου, Ἀμβροσίου Φραντζῆ, Χριστοφόρου Περραιβοῦ. - Τὰ κατὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς τῷ 1839. - Κατασκευὴ ἱστορικῶν εἰκόνων ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη. - Γεῦμα αὐτοῦ πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς καὶ προσφορὰ τῶν εἰκόνων. - Τὰ κατὰ Ἡσαΐαν. - Ὑποψίαι κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη ἐπὶ συνταγματικοῖς φρονήμασι. - Δευτέρα παρέκβασις περὶ τοῦ Ἀμβροσίου Φραντζῆ. - Σκέψεις περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας. - Τὰ κατὰ Θεόφιλον Καΐρην. - Ἀνακάλυψις τῆς Φιλορθοδόξου Ἐταιρείας. - Ἡ μετὰ τῆς Τουρκίας ἐμπορικὴ συνθήκη καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Ζωγράφος. - Νέαι ὑποψίαι κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη.

Ὁ Ἀρμασμπέρης διὰ ῾μένα ἄφησε κακὲς σύστασες εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τοὺς ὀπαδούς του, ὁποῦ ἄφησε ἐδῶ καὶ εἰς τὸ Παλάτι, πάντοτες νὰ μὲ κατατρέχουν. Καὶ τὴν παραγγελίαν τοῦ τὴν ξακολουθοῦν ὅλοι. Ἄνοιξαν οἱ πληγὲς τοῦ σώματος μου· καὶ εἶχα ἐννιὰ γιατροὺς πέντε μήνους καὶ μ᾿ ἀποφάσισαν εἰς τὸν θάνατον. Γύρεψα ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ χρωστάει ἡ Κυβέρνησις νὰ μοῦ δώσουν νὰ ξεκονομηθῶ· δὲν στάθη τρόπος. Μόνον μίαν χάρη μό ῾καμαν· μάθαν ὅτι πέθανα καὶ κάμαν τὴ μουσικὴ ἕτοιμη νὰ μὲ χώσουνε μὲ παράταξιν. Ὅταν στείλαν καὶ τοὺς εἴπανε ὅτι ζῶ ἀκόμα, πικράθηκαν πολύ. Εἶδα αὐτεινῶν τὴν ἀρετὴ καὶ τῶν συνπολιτῶν μου τὴν λύπη· καὶ γιόμοζαν τὰ σουκάκια νὰ μάθουν πὼς εἶμαι.
Ἀφοῦ μίλησα τοῦ Βασιλέα διὰ τὸν Λασσάνη, τῆς μεγάλες κατάχρησες ὁποῦ ῾καμεν αὐτὸς καὶ οἱ συντρόφοι του, κι᾿ ἀφάνισε τὴν πατρίδα, καὶ τοῦ Σπυρομήλιου τὸ ῾δωσε τὴν Λιβαδόστρατα εἰς τὴν Φήβα κι᾿ ἄλλα, τὸν ἔβγαλε τὸν Λασσάνη ἀπὸ τὴν ῾Κονομίαν καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὴν Λογιστικὴ ῾πιτροπή μὲ βαρειὸν μιστὸν νὰ διορθώση τῆς κατάχρησες, αὐτὸς τῆς δικές του καὶ τῶν φίλωνε του· – καὶ οἱ ἀγωνισταὶ καὶ χῆρες τῶν σκοτωμένων κι᾿ ἀρφανᾶ παιδιά τους, κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ θυσιάσαν τὸ δικόν τους ῾στὰ δεινὰ τῆς πατρίδος ἂς γκεζεροῦν εἰς τοὺς δρόμους ξυπόλυτοι καὶ ταλαιπωρεμένοι κι ἂς λένε «ψωμάκι». Οἱ ἀκαθαρσίες τῆς Κωσταντινόπολης καὶ τῆς Εὐρώπης καρότζες, μπάλους, πολυτέλειες, λούσια πλῆθος. Αὐτεῖνοι ἀφεντάδες μας κ᾿ ἐμεῖς εἵλωτές τους. Πῆραν τὰ καλύτερα ὑποστατικά, τῆς καλύτερες θέσες τοὺς σπιτότοπους, ῾στὰ ὑπουργεῖα βαρειοὺς μιστούς· δανείζουν τὰ χρήματά τους δυὸ καὶ τρία τὰ ἑκατὸ τὸν μήνα, παίρνουν ὑποθῆκες – ῾σ ἕνα χρόνο καὶ λιγώτερον κάνει δέκα τὸ παίρνει ἔνα· γίνηκαν ὅλοι ῾διοχτήτες. Κριταὶ αὐτεῖνοι, ἀφεντάδες αὐτείνοι· ὅπου νὰ πᾶνε οἱ Ἕλληνες ὅλο ξυλιὲς τρῶνε. Ἡ φτώχεια ἄξηνε· λίγον φταίξιμο νὰ κάμη ὁ ἀγωνιστής, χάψη ἄλλος ἐπὶ ζωγής, ἄλλος κόψιμον μὲ τὴν τζελατίνα. Ὅλο τέτοιες καλωσύνες ἔχομεν. Γιόμωσαν οἱ χάψες τοῦ κράτους. Καὶ θησαύρισαν οἱ κριταί μας καὶ οἱ ἀβοκάτοι μας. Τὸ κράτος ἔτσι πάγει πολλὰ ὀμπρός!
Μίαν ἡμέρα πέρναγε ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Πολέμου ὁ Σμάλτζης· δὲν εἶχα τὴ νιφόρμα μου – δὲν τὸν χαιρέτησα. Εὐτὺς μὲ προσκαλεῖ καὶ μοῦ λέγει διατὶ δὲν ἔχω τὴ νιφόρμα μου καὶ δὲν τὸν χαιρέτησα. Τοῦ λέγω· «Σκαλίζω τὸν κῆπο μου νὰ γένουν λάχανα νὰ φάγω μὲ τὰ παιδιά μου καὶ μὲ τόσες φαμελιὲς τῶν σκοτωμένων ὁποῦ ῾ναι εἰς τὸ σπίτι μου. Οἱ ἀγωνισταί, ὁποῦ ἀγωνίστηκαν, δὲν τοὺς δώσετε οὔτε ἕνα ἀριστείον· ἐνταυτῶ ὅσοι ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τοὺς κιντύνους ὅλους τους δικιώσετε – βαθμούς, μιστοὺς πλουσιοπάροχους! Κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ ἀγωνίστηκαν περπατοῦνε εἰς τὸν ἕναν καὶ εἰς τὸν ἄλλον νὰ φᾶνε κομμάτι ψωμί. Ἔχω καμπόσους τοιούτους εἰς τὸ σπίτι μου, κύριε Ὑπουργέ, ὁποῦ τοὺς θρέφω νὰ μὴν πᾶνε διὰ ψωμὶ σὲ κακὲς στράτες καὶ τοὺς βάλετε εἰς τοὺς νόμους καὶ τοὺς κόψη ἡ τζελατίνα – θὰ τοὺς χρειαστοῦμεν καμμίαν βολά· δι᾿ αὐτὸ σκαλίζω καὶ δὲν βάνω νιφόρμα, ὅτι κορνιαχτίζεται ἀπὸ τὸ σκαλιστήρι. Κι᾿ ὅταν βγαίνω μὲ χωρὶς νιφόρμα, κι᾿ ὁ Βασιλέας νὰ εἶναι δὲν τὸν χαιρετῶ – οὔτε τὸν καταφρονῶ». Ἀφοῦ τοῦ εἶπα πολλά, τὸν ἔβαλα σὲ συμπάθειον καὶ πῆγε καὶ μίλησε τοῦ Βασιλέως καὶ μερεμέτησε καμπόσους ἀγωνιστᾶς – καὶ πάλε περισσότερους βάλαν μὴν ἔχοντας δικαιώματα· καὶ πάλε ἄφησαν τόσα λιοντάρια· καὶ σ᾿ ἔπαιρνε ἡ νίλα νὰ τοὺς βλέπης. Τότε σηκώθηκα πῆγα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ μίλησα. Μοῦ λέγει· «Τοὺς δίκιωσα» καὶ τραβγέται. Τότε τὸν πιάνω πίσω. Ἀγανάχτησε ἀναντίον μου. Ματὰ τὸν πιάνω, καὶ δάκρυσαν τὰ μάτια μου, καὶ τοῦ λέγω· «Εἶμαι ἄτιμος στρατιωτικὸς ἂν σὲ ἀπατὼ· εἶναι καλύτεροι πολλοὶ ἀπὸ ῾μένα, Βασιλέα!» Τότε σὰν μ᾿ εἶδε ὁποῦ ῾κλαψα, μπῆκε σὲ συμπάθεια καὶ ἦρθε καὶ μοῦ μίλησε. Μοῦ εἶπε· «Τὸ λοιπὸν μ᾿ ἀπάτησαν! – Ἒτζ᾿ εἶναι, Βασιλέα μου, καὶ θέλει τοὺς ἰδῆς». Τὴν ἄλλη ἡμέρα τοὺς εἶπα καὶ πῆγαν εἰς τὸ Παλάτι καὶ τοὺς εἶδε· τοὺς ἐσπλαχνίστη καὶ τοὺς δίκιωσε. Ὅτι ξύσαν τὸ μητρῶον καὶ βάναν ἀνθρώπους χωρὶς δικιώματα εἰς τοὺς βαθμούς. Ὅποτε βρῆ τὴν ἀλήθεια ὁ Βασιλέας, ἔχει δικαιοσύνη – ποῦ ἀφίνει ἡ ἀκαθαρσία τῆς ἀνθρωπότης;
Αὐτεῖνοι ὁποῦ καταφάνισαν τὴν πατρίδα βάνουν τοὺς δούλους τους καὶ κόλακές τους, ἐκείνους ὁποῦ ῾χουν ἴσια τὴν ἀρετὴ κι᾿ ἀγῶνες, καὶ τοὺς ἐγκωμιάζουν εἰς τῆς ῾φημερίδες κάθε ὀλίγον καὶ φκειάνουν καὶ ῾στορίες. Φκειάνει μίαν ἱστορία ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Σοῦτζος εἰς τὸ Γαλλικὸν καὶ λέγει σωτῆρες τῆς Ἑλλάδος τοὺς φίλους του. Βάνει κι᾿ ὁ Κωλέτης τὸν Σουρμελή, στενὸν φίλον τοῦ Γκούρα καὶ τῆς φατρίας τους, καὶ φκειάνει ῾στορίαν καὶ κατηγοράγει ἀσυστόλως τὸν Δυσσέα, τὸν ὀχτρὸ τοῦ Κωλέτη, κ᾿ ἐγκωμιάζει πολὺ τὸν Γκούρα καὶ τοὺς φίλους του. Μὲ τέτοια ἀρετὴ γένεται ῾στορία; Νὰ μὴν τοῦ εἰπῆς καὶ τὰ καλά του καὶ τὰ κακὰ τοῦ κάθε ἑνοῦ, ἀλλὰ παθητικῶς; Ρωτᾶτε πότε ἦρθε αὐτὸς ἀπὸ τὴν Κωσταντινόπολη, ποιοὺς εἶχε φατρία, τί διαγωγὴ ἔχει δείξη. Εἰς τοῦ κάστρου τῆς πολιορκίες, ἂν οἱ φίλοι του ἔκαμαν ἕνα, τὸ κάνει πενήντα· ὅ,τι κάναν ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν εἶναι τῆς φατρίας του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωνέψη, «τὸ ῾καμαν οἱ ἡμέτεροι» λέγει. Οἱ φίλοι του ῾στοριογράφου ἔχουν ὄνομα, ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν εἶναι τῆς φατρίας του δὲν ἔχουν ὄνομα. Εἰς τοὺς «ἡμετέρους» βάνει τοὺς συντρόφους του καὶ τοὺς δίνει μερίδιον, ἢ τὸ δίνει ὅλο ἐκεινῶν ὀπὸ ῾χουν τὸ ὄνομα – γένονται καὶ «ἡμέτεροι». Ἀφοῦ λέγει διὰ τὸν Δυσσέα πλῆθος ψευτιές, τὸν κατηγορεῖ καὶ διὰ τὸ χτίσιμο τοῦ παππᾶ. Πὲς καὶ τὰ αἴτια, ῾στοριογράφο, καὶ τὸ κοινὸ εἶναι κριτὴς ἢ ὑπὲρ εἴτε κατά. Ἕνας ὁποῦ γένεται προδότης εἰς τοὺς Τούρκους κι᾿ ἀφανίζει τόσα παληκάρια – καὶ τὸν γενναῖον ἀγωνιστῆ Σκουρτανιώτη τὸν Θανάση μὲ σαράντα ἀνθρώπους ποιὸς τὸν πρόδωσε εἰς τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς κάψαν ὅλους σὲ μίαν ἐκκλησιά; Κι᾿ ἄλλες πλῆθος προδοσιές; Κατηγορᾶς τὸν Δυσσέα ὡς ἄναντρον. Δώδεκα χιλιάδες Τούρκους μὲ λίγη δύναμη τοὺς πολέμησε εἰς τὸ Δαδὶ καὶ κιντύνεψε· καὶ ὕστερα μ᾿ ἕναν τεσκερὲ τοῦ τοὺς ἔδιωξε καὶ λευτέρωσε τὴν πατρίδα, ὁποῦ κιντύνευε νὰ χαθῆ.
Βλέποντας αὐτοὺς τοὺς δυὸ μεγάλους πολιτικούς, Μαυροκορδάτο καὶ Κωλέτη, ὅτι ὁ ἕνας ηὖρε τὸν πατριώτη τοῦ Σοῦτζο κ᾿ ἐγκωμιάζει αὐτὸν καὶ τὴν συντροφιά του, ὁ ἄλλος τὸν Σουρμελή, τότε ὁ τρίτος πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος ὁ Μεταξᾶς ηὖρε κι᾿ αὐτὸς τὸν δικόν του, ηὖρε τὸν Κάρπον ὁποῦ ῾ρθε ἀπὸ τὴν Ρουσσίαν τὴν πρώτη χρονιὰ τῆς ἀπανάστασής μας, ἦρθε εἰς τὸν Δυσσέα καὶ τὸν γύμναζε ἀρετὴ ρούσσικη, ἀγαθότη, σεμνότη, πατριωτισμὸν τοιοῦτον. Ἀπὸ τότε ὁποῦ ῾ρθε αὐτὸς ὁ σεβάσμιος παππᾶς ἀπὸ τὴν Ρουσσία κ᾿ ἔμεινε πλησίον τοῦ Δυσσέως, ἄρχισε αὐτὸς νὰ κατατρέχη τοὺς συντρόφους τοῦ στρατιωτικοὺς καὶ νὰ μὴν ἔχη πίστη, ἀλλὰ μεγάλη ὑποψία, νὰ μὴν ἔχη μάτια νὰ τοὺς δή, οὔτε αὐτοὶ τὸν Δυσσέα. Διαίρεση καὶ εἰς τοὺς προκρίτους τῆς Λιβαδειᾶς καὶ κατοίκους. Ὅταν ἤθελε ὁ Δυσσέας νὰ βάλη ῾σ ἐνέργεια τὴν παιδεία δι᾿ αὐτοὺς κατὰ συνβουλὴ τοῦ Κάρπου, ἕτοιμος αὐτὸς ὁ ἅγιος Καρπὸς τῆς Ρουσσίας, πήγαινε ὡς λυσσιασμένο σκυλὶ κι᾿ ἀφάνιζε τοὺς κατοίκους κατὰ διαταγὴ τοῦ Δυσσέως. Ἕναν προεστὸν τοῦ Ταλαντιοῦ Ἀλέξαντρον ὁ Κάρπος ἔσπειρε τὸν κακὸν καρπὸν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ Δυσσέα ἀναντίον τοῦ Ἀλεξάντρου κ᾿ ἔλαβε διαταγὴ καὶ πῆγε καὶ σκότωσε μ᾿ ἄλλους μαζὶ τὸν προεστὸ τοῦ Ταλαντιοῦ. Καὶ μ᾿ αὐτὲς τῆς μεγάλες δούλεψες ὁ ἅγιος Κάρπος ἔκοψε τὰ γένια του, ἀρνήθη τὸν ὅρκον του, ἔγινε λοχαγὸς τοῦ ταχτικοῦ, ἔγινε καὶ ῾στοριογράφος τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ τρίτου πολιτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ρόδιου καὶ συντροφιᾶς, κ᾿ ἐγκωμιάζει τὸν Δυσσέα μὲ τρόπον νὰ κλέβη τῶν ἀλλουνῶν ἀγῶνες καὶ θυσίες. Ὥστε ὅποιος δὲν εἶναι εἰς τὴν σημαία τοῦ Μαυροκορδάτου φατριαστὴς κι᾿ Ἀγγλιστής, Κωλέτη καὶ Γαλλιστής, Μεταξᾶ καὶ Ρουσσιστὴς καὶ εἶναι Ἕλληνας διὰ τὴν πατρίδα του καὶ θρησκεία του, αὐτὰ παθαίνει· ὅποιος ἔτρεξε καὶ τρέχει εἰς τὸ καλό, αὐτεῖνες οἱ συντροφιὲς καὶ οἱ ῾στοριογράφοι τοὺς τοὺς πλακώνουν νὰ μὴν φαίνωνται πουθενά· θέλουν τοὺς ἀγῶνες τους νὰ παραστήνουν δικά τους κατορθώματα κι᾿ ἀρετὴ δική τους, καὶ τὴν δική τους ἀρετὴ τὴν δίνουν ἐκεινῶν, ὅτι τὴν βλέπουν ὅτι δὲν εἶναι καλὴ κι᾿ ὠφέλιμη – ὅταν τὴν κάνουν τὴν γκολπώνονται, κι᾿ ὅταν βρωμάγη τὴν σιχαίνονται, καὶ τὴν βρῶμα τὴν ἀποδίνουν ἀλλουνῶν.
Ἔβαλε κι᾿ ὁ Κολοκοτρώνης τὸν Πρωτοσύγκελλο Ἀρκαδιᾶς καὶ τὸν ἐγκωμιάζει πόσον ἡρωγισμὸν ἔδειξε εἰς τὴν ἐπανάστασή μας. Μίαν παρατήρηση κάνω τοῦ Πρωτοσύγκελλου ῾στοριογράφου ὀνομαζομένου Φραντζῆ· λέγει διὰ τοὺς Ρουμελιῶτες πολλὰ ἀναντίον τοὺς εἰς τὸν ἀγώνα καὶ εἰς τὸν ἐφύλιον πόλεμον. Θὰ βρεθοῦν ἄλλοι προκομμένοι ῾στοριογράφοι ν᾿ ἀποδείξουν αὐτὰ καὶ τὸν αἴτιον τῆς φατρίας, καὶ τότε τὸ κοινὸ πληροφοριέται τὴν ἀλήθεια. Ὡς πατριώτης Ρουμελιώτης κι᾿ αὐτόφτης ξηγήθηκα τὰ αἴτια, ὅταν διατάχτηκα ἀναντίον τοῦ ἐφύλιου πολέμου, καὶ δὲν τὰ ῾παναλαβαίνω.
Ἔφκειασε μιὰ ἱστορία κι᾿ ὁ Περραιβὸς κ᾿ ἐγκωμιάζει τοὺς Σουλιῶτες, τοῦ λόγου του καὶ τὴ συντροφιά του. Λέγει διὰ ῾μένα, ὅταν ἤρθαμεν εἰς τὸν Ἀνάλατον ὑπὲρ τῶν πολιορκημένων τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι τοὺς ἔσφαλα ἐγώ. Ἔχει δίκιον ὁ Περραιβός· μ᾿ ἐννιὰ χιλιάδες ἀσκέρι αὐτεῖνοι εἰς τὸν Φαληρέα, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, κι᾿ ἄφησαν ὅλες τους τῆς θέσες καὶ κανόνια καὶ νερὸ καὶ τὰ πῆραν οἱ Τοῦρκοι. Τώρα ἐγκωμιάζεται αὐτὸς ὁ ἴδιος.1
Καὶ διὰ τῆς εἰκονογραφίες ὁποῦ ἄρχισα ἀπὸ τὰ 1836 καὶ εἰς τὰ 1839 τῆς τελείωσα –διατὶ τῆς ἔφκειασα; Ν᾿ ἀποδείξω αὐτεινῶν τῆς ψευτιὲς καὶ χαμέρπειές τους κατὰ δύναμιν· καὶ τοῦ Κάρπου νὰ τ᾿ ἀποδείξω ψέμα ἐκεῖνο ὁποῦ λέγει εἰς τὸ ῾στορικόν του, ὅτι πῆρα τὸ πῦρ καὶ τὸ σίδερον καὶ πῆγα ἀναντίον τῶν Πελοποννησίων. Ὅταν ἔφυγα ἀπὸ τὸν Δυσσέα – ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τοῦ Δυσσέα καὶ αὐτεινοῦ, ὁποῦ γύμναζε τὸν Δυσσέα ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὴν Ρουσσίαν – πῆγα εἰς τὸ Βουλευτικὸν σῶμα καὶ στάθηκα μ᾿ αὐτὸ καὶ γλυτώσαμεν εἰς τ᾿ Ἄργος τ᾿ ἀρχεῖα τοῦ Βουλευτικοῦ καὶ ὕστερα ἔμεινα σύνφωνος μὲ τὸ Βουλευτικὸν καὶ τοὺς πολεμήσαμεν εἰς Τροπολιτζὰ κι᾿ ὁλοῦθεν ὅλους αὐτῆς τῆς συντροφιᾶς καὶ δυνάμωσαν οἱ νόμοι. Κι᾿ ὁ κουρεμένος Κάρπος λέγει ὅτι πῆρα τὸ πῦρ καὶ τὸ σίδερον! Καὶ εἰς τοὺς Μύλους τ᾿ Ἀναπλιοὺ τὸ ἴδιο, κρύβει τὴν ἀλήθεια καὶ λέγει ὅτ᾿ ἤμουν μὲ δεκαπέντε ἀνθρώπους. Εἰς τ᾿ ἀποδειχτικὸν τοῦ Μεταξά, ὁποῦ θὰ ἰδῆτε ἐδῶ, φαίνεται δεκαπέντε ἦταν ἢ τρακόσοι ἢ λιγώτεροι. Μ᾿ ὅλον ὁποῦ λέγει κι᾿ ὁ Μεταξᾶς ὅτι ὡς ἀρχηγὸς ἦταν ὁ Ὑψηλάντης. Ὅταν ἰδῆτε εἰς τὰ πρωτόκολλα τοῦ Στρατιωτικοῦ διαταγὴ νὰ μὲ διατάττη νὰ πάγω εἰς τὴν ὁδηγίαν τοῦ Ὑψηλάντη εἰς τοὺς Μύλους ἢ ἐκεινοῦ ὅτ᾿ ἔχει διαταγὴ νὰ λάβη ἐμένα εἶμαι ψεύτης ἐγὼ· εἰδὲ εἶναι αὐτεῖνοι ὅλοι. Μοῦ εἶπε ὕστερα ὁ Μεταξᾶς νὰ μ᾿ ἀλλάξη τ᾿ ἀποδειχτικόν, ὅμως νὰ τὸν βγάλω ψεύτη δὲν τ᾿ ἄλλαξα. Νὰ κυτάξη ὅποιος ἔχει περιέργεια κι᾿ ἀνφιβολία τὰ πρωτόκολλα. Ὡς διὰ τ᾿ ἀντραγαθήματα τοῦ Κάρπου εἰς τοὺς Μύλους, τοῦ κάνουν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ῾φημερίδα ἄλλοι καὶ φαίνεται πόσο συμμέθεξε.
Τὸν Μάρτιον μήνα τὰ 1839 – ἡ Κυβέρνηση ἀποφάσισε νὰ γένεται μιὰ ἐθνικὴ γιορτή· καὶ τὴν ἀποφάσισε νὰ γένεται κάθε χρόνο τοῦ Βαγγελισμοῦ καὶ νὰ γιορτάζῃ ἐκείνη τὴν ἡμέρα γενικῶς τὸ κράτος – ἡ Κυβέρνηση, κι ὁ γλάρος Γλαράκης εἰς τὰ πράματα τῆς Γραμματείας τους Ἐσωτερικοῦ ὡς κρεατούρα ρούσσικη, αὐτὲς οἱ γιορτὲς δὲν τοὺς δίνουν χέρι ν᾿ ἀκούγωνται καὶ θέλησαν ἐκείνη τὴν χρονιὰ καὶ τὴν ἔσβυσαν· δὲν ἄφησαν νὰ γένη τίποτας. Καμπόσοι ἄνθρωποι κι᾿ ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ σκολειοῦ, τοῦ Γυμνάσιου, θέλησαν νὰ κάμουν ἕνα μνημόσυνον ὅσων σκοτώθηκαν. Προσκάλεσαν πολλούς, προσκάλεσαν κ᾿ ἐμένα. Ἡ ἐξουσία βγάζει ἀναντίον μου ὅτι θὰ κάμω ἐπανάσταση καὶ θὰ σκοτώσω ἐκείνους ὁποῦ ἔγιναν αἴτιγοι νὰ χαλάσῃ ἡ γιορτὴ καὶ μὲ χιλιάδες τρόπους σώθηκα.
Εἶχα φκειάση καὶ τὶς εἰκονογραφίες· θέλησα νὰ δοθοῦν εἰς τὸν τύπον κ᾿ ἔγειναν πλῆθος συντρομηταὶ ἀπόξω τὸ Κράτος κι᾿ ἀπὸ μέσα κι᾿ ἀπὸ τὰ Ἐφτάνησα.2 Εἶχα δυὸ ζωγράφους ὁποῦ δούλευαν ἀπὸ τὰ 1836 ὡς τὰ 1839· τοὺς εἶχα μυστικῶς καὶ τοὺς πλέρωνα καὶ τοὺς φαγοπότιζα κ᾿ ἔφκειασαν 125 εἰκονογραφίες. Καὶ ἔκαμα ἕνα τραπέζι μεγάλο· καὶ πῆρα εἰς τὸ τραπέζι τοὺς πρέσβες τῶν εὐεργέτων μας Δυνάμεων καὶ τοὺς φιλέλληνας τοὺς ἀγωνιστὰς καὶ τοὺς αὐλικοὺς καὶ ὑπουργοὺς καὶ δικούς μας σημαντικούς, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς, ὡς διακόσιους πενήντα ἀνθρώπους· ἦταν σὲ ὅλο τὸ σπίτι ὁποῦ τρώγαν. Ἀφοῦ ἀρχίσαμεν τὰ γιομάτα, ἔπια ὑπὲρ τῶν εὐεργέτων μας Δυνάμεων, τοῦ Βασιλέα μας καὶ Βασίλισσάς μας καὶ τῆς πατρίδος. Τελειώνοντας τὸ τραπέζι, τότε ἔβγαλα τῆς εἰκονογραφίες καὶ τὶς θεώρησαν. Ἔστειλα εἴκοσι πέντε εἰκονογραφίες τοῦ Βασιλέως κι᾿ ἀπ᾿ ἄλλες τόσες τοῦ Ἄγγλου τοῦ Πρέσβυ, τοῦ Γάλλου καὶ τοῦ Ρούσσου, ἀφοῦ πρῶτα τὶς θεώρησαν εἰς τὸ σπίτι μου οἱ ἀγωνισταὶ κι᾿ ὅσοι ἄλλοι ἦταν εἰς τὸ τραπέζι καὶ παρατήρησαν τὶς θέσες ὅθεν ἔγινε ὁ κάθε πόλεμος καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς Ἕλληνες καὶ Τούρκους.
Ἀφοῦ χτύπησα εἰς τὸν τύπον τῆς ἱστορίες τῶν ἀσυνείδητων, τότε πειράχτηκαν πολλοὶ καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί. Τότε βρίσκω κ᾿ ἕναν, Ἡσαΐαν τὸν ἔλεγαν, ἦταν στενὸς φίλος τοῦ Καποδίστρια· τὸν εἶχε δάσκαλον ὁ Κυβερνήτης εἰς τ᾿ Ἀναπλιοὺ τὸ σκολείον. Αὐτὸν τὸν ἀγαθὸν Ἡσαΐα ἐγὼ δὲν τὸν γνώριζά· μοῦ τὸν σύστησαν φίλοι. Ἔρχεται ὁ Σαΐγιας εἰς τὸ σπίτι μου καὶ συνφωνοῦμεν νὰ τοῦ δώσω τῆς εἰκονογραφίες νὰ πάῃ εἰς Παρίσια νὰ τῆς τυπώσῃ. Ἀφοῦ συνφωνήσαμεν, πῆγα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ εἶπα αὐτὸ καὶ τὸν περικάλεσα καὶ μὸ ῾δωσε τῆς 25 εἰκονογραφίες ὁποῦ τοῦ εἶχα δώση (αὐτὲς κι᾿ ὅσες ἔδωσα τῶν Πρέσβεων τῆς εἶχα ζωγραφίση εἰς χαρτὶ μεγάλο στράτζο). Μοῦ τά ῾δωσε ὁ Βασιλέας, τά ῾δωσα τοῦ Σαΐα. Πῆγε εἰς τὴν Πάτρα καὶ μοῦ στέλνει ἕνα κάδρο καὶ ἦταν ἕνα πουλὶ ζωγραφισμένο κ᾿ ἔλεγε ῾στό ῾να ποδάρι «Σύνταμα» καὶ εἰς τ᾿ ἄλλο «Κοστιτουτζιόν». Τὸ στέλνει ἐδῶ εἰς Ἀθήνα ῾σ ἐμένα μὲ τρόπον νὰ τὸ πιάση ἡ Κυβέρνηση κι᾿ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Στρατιωτικοῦ Μπαυαρέζος Σμάλτζης κι᾿ ὁ Ἕλληνας τοῦ Ἐσωτερκοῦ ὑπουργὸς Γλαράκης. Τότε δυὸ ὑπουργοί, ἕνας Μπαυαρέζος κ᾿ ἕνας Ἕλληνας μὲ ρούσσικον πατριωτισμόν, θέλουν νὰ παλουκώσουνε τὸν Μακρυγιάννη ὅτι ἔχει τὸ σύνταμα καὶ θὰ μολύνη τὴν Ἑλλάδα, ὁποῦ ὁ Καποδίστριας τράβησε τόσους κόπους καὶ θυσιάστη νὰ ξαλείψη τὸ σύνταμα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ διάλυσε καὶ τὸ Βουλευτικὸν σῶμα, ἔγινε κ᾿ ἐπίορκος ὅσο νὰ κατορθώση τῆς ὑπόσκεσες ὁποῦ ὑποσκέθη εἰς τοὺς ἀνθρωποφάγους τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ μὴν εἶναι εἰς τὴν πατρίδα του τέτοια λοιμικὴ καὶ κολλήση κι᾿ αὐτοὺς ὅλους. Ὁ Μπαυαρέζος ὁ ὑπουργὸς τοῦ Πολέμου εἶχε κι᾿ ὄντως συνείθησιν καὶ τὸν ἔτυπτε· πληροφόρεσε ὕστερα τὸν Βασιλέα ὅτι τέτοια λοιμικὴ δὲν ὑπάρχει. Ὁ Γλαράκης φαρμακώθη τότε. Καὶ γλύτωσε ὁ δυστυχισμένος Μακρυγιάννης ἀπὸ τὸ παλούκι τοῦ γλάρου Γλαράκη. Δι᾿ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν γιορτή, ὁποῦ τὰ παιδιὰ τοῦ σκολειοῦ κι᾿ ἄλλοι θέλησαν νὰ κάμουν καὶ προσκάλεσαν κ᾿ ἐμένα, ἔκαμα μεγάλο ἔγκλημα.
Τότε τὰ κάδρα ὁ Σαΐας τὰ πῆρε κι᾿ ἀντὶ νὰ πάγη εἰς Παρίσια κατὰ τὴν συνφωνίαν μας, ὁποῦ ἔγραφα εἰς Παρίσια εἰς τὸν Φαβιὲ κι᾿ ἄλλους ἀγωνιστὰς Φιλέλληνες καὶ θὰ τὰ τύπωναν, πῆγε εἰς Βενετιά· καὶ πῆρε ὕλη ἀπὸ τὰ δικά μου κάδρα κ᾿ ἔβγαλε μίαν προκήρυξιν – ἔγινε πλαστογράφος κατὰ τὴν θέλησιν καὶ ὁδηγίαν τῶν φίλωνέ του – καὶ εἰς τὴν προκήρυξή του ἔλεγε ὅτι ἡ πρώτη προκήρυξη τῶν εἴκοσι πέντε εἰκονογραφιῶν τοῦ Μακρυγιάννη – ἀντάμωσε καὶ μίλησε καὶ μ᾿ ἄλλους ἀγωνιστὰς καὶ θὰ τυπώση νέες εἰκονογραφίες μὲ τῆς ἰδέες ἐκεινῶν, καὶ προσκαλοῦσε νὰ γένουν συντρομηταὶ δι᾿ αὐτές. Ὁ Θεὸς ὁ δίκιος τὸ ῾κοψε τὴν ζωή· καὶ κατὰ τὴν ἀρετή του ἂς τοῦ δώση ὁ Θεὸς εἴτε καλὸ εἴτε κακό.3 Δὲν κατηγορῶ τοὺς τίμιους ὁμογενεῖς, κατηγορῶ τοὺς ἀπατεῶνες καὶ παραλυμένους κ᾿ ἐγωιστὲς ὁποῦ μ᾿ ἔκαμαν κ᾿ ἔχασα τριῶν χρονῶν ἔξοδα κι᾿ ἀγώνα καὶ πονοκέφαλον.
Τὸν Λασσάνη ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ ἔφυγε ὁ φίλος του ὁ Ἀρμασπέρης τὸν ἔβγαλε ἡ Μεγαλειότης του ἀπὸ τὴν Οἰκονομίαν, ὁποῦ ἦταν Γραμματέας, καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὸ Λογιστικὸν μὲ βαρὺν μιστόν· ὅτι θὰ κάμη κόπον νὰ διορθώση τῆς δικές του κατάχρησες καὶ τῶν φίλων του, ὁποῦ τοὺς ἔδωσε μύλους, σταφιδότοπους, ἀργαστήρια κι᾿ ἄλλα· τοῦ συντρόφου τοῦ Σπυρομήλιου καὶ ἀδελφοῦ του τὴν Λιβαδόστρατα μὲ προσόδους χιλιάδες δραχμές, τοῦ Μαμούρη ἐλιὲς κι᾿ ἄπειρους τόπους, τοῦ Τζαβέλα – ἀφοῦ πῆραν ὅλον τὸν Ἔπαχτον, ἔλαβαν κ᾿ ἐδῶ εἰς τὸ κέντρο τοῦ παζαριοῦ τὸ καλύτερον μέρος· καὶ τῶν Γριβαίων τοὺς ἔδωσε ἕνα χωριὸ ὁ Ἀρμασπέρης εἰς τὴν Βόνιτζα περίτου ἀπὸ εἴκοσι πέντε χιλιάδες στρέμματα· κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς τῆς συντροφιᾶς ὁ Ἀρμασμπέρης πάγει φορτωμένος εἰς τὴν Μπαυαρία. Ὅσο νὰ ξετυλίξη ὅλα αὐτὰ ὁ Λασσάνης εἰς τὸ Λογιστικόν, κι᾿ ἄλλο πλῆθος ἔκαμεν ἀπὸ τότε ὁποῦ ῾φυγε ὁ Ἀρμασπέρης. Καὶ τὸν ἔπαψε ὁ Βασιλέας. Καὶ εἶναι καταλυπημένη ὅλη ἡ συντροφιά του.
Αὐτὰ ἔλεγα τῆς Μεγαλειότης του, ὅτι ἀφανίστη τὸ κράτος του, ὁποῦ θὰ ζήση αὐτὸς καὶ τὰ παιδιά του. Καὶ διὰ νὰ μιλῶ τὴν ἀλήθεια κατατρέχομαι κι᾿ ἀπὸ βασιλέα κι᾿ ἀπὸ προκομμένους. Θέλουν τὴν ἀλήθεια, κι᾿ ὅποιος τὴν εἰπῆ κιντυνεύεται. Ἀλήθεια, ἀλήθεια, πικριὰ ὁποῦ εἶσαι! Οὔτε οἱ βασιλεῖς σὲ ζυγώνουν, οὔτε οἱ προκομμένοι· μόνον ρωτοῦν διὰ σένα καὶ ὕστερα σὲ κατατρέχουν!
Ὅποιος ἄνθρωπος μὲ ρωτάγει δι᾿ ἀλήθεια τοῦ λέγω δὲν ξέρω, ὅτι ηὗρα τὸν μπελᾶ μου κατατρέχοντας. Ὁ ἅγιος Πρωτοσύγκελλος ὀνομαζόμενος Φραντζῆς, ὁ ῾στοριογράφος τοῦ Κολοκοτρώνη, μὸ ῾κάνε τὸν φίλο καὶ μοῦ εἶπε νὰ τοῦ δώσω ὕλη διὰ νὰ φκειάση ἱστορία, ὅτι συνάζει κι᾿ ἀπὸ ἄλλους πολλούς. Τοῦ εἴπα· «Ἡ ἱστορία θέλει πατριωτισμό, νὰ εἰπῆς καὶ τῶν φίλωνέ σου καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά, καὶ τοιούτως φωτίζονται οἱ μεταγενέστεροι ὁποῦ θὰ τὴν διαβάσουν, νὰ μὴν πέφτουν σὲ λάθη· καὶ τότε σκηματίζονται τὰ ἔθνη. Θὰ εἰπῆς διὰ τὸν Κολοκοτρώνη, τοῦ λέγω, καὶ τὰ καλά του καὶ τὰ κακά του. – Μπορῶ νὰ εἰπῶ; μοῦ εἶπε. Ἂν ἐκεῖ ὁ Κολοκοτρώνης δὲν τὸν ἀπάταγαν, θὰ γένεταν ἐκεῖνο τὸ καλό. – Τοῦ εἶπα, δὲν ἔχω νὰ σοῦ εἰπῶ τίποτας». Ἀπὸ τότε οὔτε τοῦ ματάκρινα δι᾿ αὐτὸ καὶ διὰ ἕνα φέρσιμον ὁποῦ ἔκαμεν σὲ αὐτείνη τὴν ἡλικία μιᾶς φτωχῆς καὶ οἱ πράξες τοῦ κατάντησαν καὶ εἶναι εἰς τὸν Δεσπότη τῆς Ἀττικῆς. Ἀπὸ τοιούτους ἂς λείπη κι᾿ ὁ καρπὸς τοὺς τῶν παράσιτων, τῶν ξένων της παλιόψαθες, ὁποῦ αὐτεῖνοι κατάντησαν τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκείαν καὶ κλονίζεται ἀπὸ τοὺς ἄθρησκους. Εἰς τὸν καιρὸν τῆς Τουρκιᾶς μίαν πέτρα δὲν πείραζαν ἀπὸ τὰ παλιοκκλήσια· κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ ἀπατεῶνες σύνδεσαν τὰ συνφέροντά τους μὲ τοὺς μολεμένους, Φαναργιῶτες κι᾿ ἄλλους τοιούτους, ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Εὐρώπη μόλεμα, καὶ μᾶς χάλασαν τὰ μοναστήρια καὶ τῆς ἐκκλησιές μας – μαγαρίζουν μέσα κι᾿ ἄλλες ἔγιναν ἀχούρια. Ἀπὸ τοὺς τοιούτους γερωμένους πολλοὺς πάθαμεν αὐτά· κι᾿ ἀπὸ τοὺς τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς, ἀφοῦ χύσαμεν ποταμοὺς αἵματα, κιντυνεύομεν νὰ χάσωμεν καὶ τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν θρησκεία μας. Ὁ κύριος Πρωτοσύγκελλος εἰς τὸ ἱστορικὸν τοῦ ἐκτάνθηκαν τὰ φῶτα του καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ κ᾿ ἔγραψε ἀντραγαθήματα ἀπὸ τὴν Βλαχίαν καὶ κάτου. Τὸν ρώτησαν· «Διατὶ δὲν ἔγραψες καὶ τῶν Ρουμελιώτων;» Ἀποκρίθη· «Τοὺς εἴχαμεν μιστωτούς. Ποῦ εἶχες αὐτὰ τὰ πλούτη, παραλυμένε, ἄσωτε, λοιμικὴ τῆς γερωσύνης; Πότε πολέμησες μόνος σου; Πές μου ἕναν πόλεμον καὶ νὰ μὴν ἦταν Ρουμελιώτης μαγιά· καὶ νὰ βάστησες μίαν θέση ῾σ ἕνα μέρος καὶ νὰ μὴν ἦταν Ρουμελιώτης, πονηρέ, κ᾿ ἐσὺ νὰ κέρδεσες νίκη; Κι᾿ ἂν δὲν ἦταν Ρουμελιώτης, ἔσκουζες κ᾿ ἔπαιρνες τὰ καταρράχια, τὰ βουνά. Ποιοὶ βαστοῦσαν τῆς θέσες εἰς τὰ στενά; Μὲ τὸ ντουφέκι σου χαλάστη ὁ Δράμαλης ἢ ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τόσοι ἄλλοι πασιάδες; Ποιοὶ κόβαν τοὺς ζαϊρέδες εἰς τὰ στενὰ τῶν Θερμοπύλων καὶ Πέτρα κι᾿ ἀλλοῦ καὶ τοὺς ἀφάνιζε ἡ πείνα καὶ χάθηκαν; Ἀπὸ ἐφύλιους πολέμους καὶ φατρίες καὶ δέσιμον τὰ συνφέροντά σας μὲ τοὺς νεκροθάφτες τῆς πατρίδος ἦταν ἄλλη ἡ τέχνη σας; Ποιοὶ ἀνάστησαν τὴν φατρίαν καὶ διχόνοιαν; Ἡ ἱστορία τοὺς λέγει καὶ Πελοποννήσιους καὶ Ρουμελιῶτες. Διατὶ ἡ κακία σου σὲ κάνει καὶ διαιρεῖς τὸ ἔθνος καὶ δὲν ξηγέσαι τὴν ἀλήθεια; Λὲς ὅτι οἱ Ρουμελιῶτες ἕψησαν εἰς τὴν Πελοπόννησο φακὶ εἰς τὸ σουφλί. Ποιὸς ἔδωσε αἰτία τοῦ κακοῦ; Εἶσαι κ᾿ ἐσὺ ἕνας ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ καὶ φυλακώθης δι᾿ αὐτό. Ποιοὶ Πελοποννήσιοι καὶ Σπαρτιάτες καὶ νησιῶτες καὶ Ρουμελιῶτες πολέμησαν τοὺς ξέρει γενικῶς ἡ πατρίδα κι᾿ ὁ ἔξω κόσμος. Καὶ ποιοὶ τὴν ἀφάνισαν τὴν πατρίδα – εἶναι ἡ ψυχή τους καὶ ἡ ἀρετή τους σὰν τὴν δική σου – κι᾿ αὐτοὺς τοὺς ξέρουν· καὶ τῆς φατρίας σου τ᾿ ἀντραγαθήματα καὶ τὰ δικά σου, κύριε Φραντζή, τὰ ξέρουν. Ὅσο τὸ ἔθνος εἶχε εἰς τῆς ἀγκάλες τοῦ τὸν Κυβερνήτη, οἱ τίμιοι ἄνθρωποι τὸν ἔλεγαν Ἁγιάννη Χρυσόστομον· ὅταν τὸν περίλαβες ἐσὺ μὲ τὴν φατρία σου, κ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἔχασες καὶ τὴν πατρίδα γενικώς· ὅτι τὸν συβούλευες ὅ,τι ἤθελες ἐσὺ καὶ ἡ φατρία σου. Ὅλο ἀδικημένοι ἦστε κι᾿ ὅλο ἐφύλιους πολέμους κάνετε. Οἱ Μαυρομιχάληδες σκοτώθηκαν ὅλοι εἰς τοὺς πολέμους, κι᾿ ὅσοι μείναν ζωντανοὶ σερνικοὶ ὅλους τους φυλακώσετε, καὶ φυλακωμένοι νηστικοὶ ζοῦσαν μ᾿ ἔλεος τοῦ ἑνοῦ καὶ τοῦ ἄλλου. Φαίνονται καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ θυσίες αὐτεινῶν. Κι᾿ ἀπατήσετε τὸν Κυβερνήτη καὶ τὸν χάσετε· κι᾿ ἀφανίσετε καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ τώρα ἐγκωμιάζεστε ὅλοι ἕνας τὸν ἄλλον. Κι᾿ ἀπό σας τοὺς ἀπατεῶνες κι᾿ ὅμοιούς σας ἀφάνισε καὶ τώρα ἡ τζελατίνα τὰ καλύτερα παληκάρια, ὁποῦ ἀδικηθήκανε καὶ πᾶνε εἰς τῆς κακὲς στράτες νὰ φᾶνε ψωμί· καὶ τοὺς κατασκοτώνουν· κι᾿ ὅλες οἱ χάψες εἶναι γιομάτες ἀπὸ αὐτούς. Ὅτι ἐσεῖς οἱ ψωργιασμένοι ἐγίνετε κόντηδες, κ᾿ ἐκεῖνοι ὀπὸ ῾χυσαν τὸ αἷμα τους οὔτε ἕνα σίδερον σταυρὸν δὲν ἔχουν. Ἀναίρεσέ μου ἕνα ἀπὸ αὐτά, κύριε Φραντζῆ. Τί πλούτη εἶχε ἡ φατρία σου πρῶτα ὅλος ὁ κόσμος τὴν ξέρουν· καὶ τί ἔχουν τώρα φαίνεται. Κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾χαν τὰ πλούτη πεθαίνουν νηστικοί· κι᾿ ὅποιος ἔχει ῾διοχτησίαν τὴν βάνει ἀμανέτι εἰς τοὺς τοκογλύφους καὶ δανείζεται τρία τὰ ἑκατὸ τὸν μήνα καὶ τὸ διάφορον κεφάλι, καὶ ῾σ ἕνα χρόνο τοῦ τρώγει τὸ ὑποστατικόν του καὶ μένει ὁ νοικοκύρης κι᾿ ὁ ἀγωνιστὴς διακονιάρης. Καὶ οἱ φίλοι της φατρίας σας καὶ τῶν ἀλλουνῶν, ψεύτων συνταματικῶν, πιάσαν ὅλες της θέσες καὶ μεράζουν ψέματα εἰς τοὺς ξένους κ᾿ ἐγκώμια μὲ τῆς ῾φημερίδες τους ῾στους τοκογλύφτες, τοὺς νομικούς σας, τοὺς ἀβοκάτους σας. Ὅλοι μία μασιά, ποιὰ φατρία Κυβερνητικὴ καὶ ποιὰ Ψευτοσυνταματική. Τὸ Ἔθνος ἀφανίστη ὅλως διόλου· καὶ ἡ θρησκεία – ἐκκλησία εἰς τὴν πρωτεύουσα δὲν εἶναι καὶ μᾶς γελᾶνε ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ φατρίες σας, τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τ᾿ ἄλλο, θέλετε θέατρο· τὸ φκειάσετε κι᾿ αὐτὸ διὰ νὰ μᾶς μάθη τὴν παραλυσία. Καὶ δι᾿ αὐτὸ παίρνουν δυὸ ἀδέλφια δυὸ ἀδελφές. Ὅ,τι τοῦ λὲς – «ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας!» Καὶ τὰ παιδιὰ ὁποῦ τὰ στέλνουν νὰ φωτιστοῦν γράμματα κι᾿ ἀρετή, ἀπὸ μέσα τὸ κράτος κι᾿ ἀπόξω, φωτίζονται τὴν τραγουδικὴ καὶ ἠθικὴ τοῦ θεάτρου· καὶ πουλοῦνε τὰ βιβλία τοὺς οἱ μαθηταὶ νὰ πᾶνε ν᾿ ἀκούσουνε τὴν Ρίττα Βάσσω τὴν τραγουδίστρα τοῦ θεάτρου· ὅτι παλαβώσανε οἱ γέροντες ὄχι τὰ παιδάκια νὰ μὴν πουλήσουνε τὰ βιβλία τους. Τὸ γέρο Λόντο, ὁποῦ δὲν ἔχει οὔτε ἕνα δόντι, τὸν παλάβωσε ἡ Ρίτα Μπάσσω τοῦ θεάτρου καὶ τὸν ἀφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι᾿ ἄλλα πισκέσια. Δὲν ρωτήσαμεν τὴν Εὐρώπη· ὅταν ἦταν ῾στὴν δική μας κατάστασιν ἤθελε νὰ φκειάση θέατρα, ἢ τήραγε τῆς ἄλλες τῆς ἀνάγκες κ᾿ ἔφκειανε τοὺς ναούς της, νὰ δοξάζη τὸν Θεὸν νὰ τοὺς φωτίζη εἰς τὸ καλό, καὶ σκολειὰ νὰ γιομίζη ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι᾿ ἀρετή, νὰ γένη ἄξιος της κοινωνίας – καὶ ὄχι ἄξιος της ἀπιστίας καὶ παραλυσίας, νὰ πουλῆ δι᾿ αὐτὰ τὰ βιβλία του; Δι᾿ αὐτείνη τὴν προκοπή σου στέλνει κάθε γονέος τὸ παιδί του εἰς τὴν πρωτεύουσα; Αὐτὰ τὰ φῶτα νὰ γυμναστῆ; Ἀλλοίμονο ῾σ ἐκείνους ὁποῦ χύσανε τὸ αἷμα τους καὶ θυσιάσανε τὸ δικόν τους νὰ ἰδοῦνε τὴν πατρίδα τους νὰ εἶναι τὸ γέλασμα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταφρονιῶνται τ᾿ ἀθώα αἵματα ὁποῦ χύθηκαν!
Εἰς τὰ 1839 μάθαμεν κι᾿ ὁ περίφημος δάσκαλος Καγίρης δὲν πιστεύει τὴν Ἁγίαν Τριάδα κι᾿ ἄλλα τέτοια. Ἔστειλε ἡ Σύνοδο τοῦ μίλησε. Αὐτὸς δὲν τραβάγει χέρι ἀπὸ τὴν δοξασίαν του καὶ κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ λυπᾶται καὶ νὰ κλαίγη, ὅτι τρελλαθήκαμεν καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι. Γέλασε τοὺς γονέους καὶ τοὺς πῆρε τὰ παιδιά τους καὶ τὰ πρόκοψε. Ἔστειλε ἡ Σύνοδο καὶ ἦρθε ἐδῶ – δὲν ἀλλάζει γνώμη· καὶ τοῦ εἶπε ν᾿ ἀναχωρήση, νὰ πάγη εἰς τὴν κατάρα τοῦ Θεοῦ, ἔξω ἀπὸ τὸ Κράτος. Θέ, τί λέπομεν εἰς τὴν ἡμέρα μας! Σηκώθηκε καὶ πάγει εἰς τὴν κατάρα τοῦ Θεοῦ, ἔξω ἀπὸ τὸ κράτος.
Τὰ 1839 Δεκέμβριον μήνα ξεσκέπασαν μίαν ἐταιρίαν ὀλέθρια διὰ τὴν πατρίδα καὶ Βασιλέα. Δούλευε ἐδῶ μέσα εἰς τὸ κράτος κ᾿ ἔξω εἰς τὴν Τουρκιά· κ᾿ ἐδῶ εἰς τὴν πρωτεύουσα ἦταν οἱ ἀρχηγοί της. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐταιρίστας ἔβαλε τὸν Τζάμη Καρατάσιο καὶ πρόδωσε τὰ μυστήριά τους καὶ τοὺς πιάσαν τὰ ἔνγραφά τους καὶ κατήχησές τους καὶ βοῦλες τους. Ἡ ἐταιρία αὐτείνη ὀνομάζεται Φιλοοθόδοξος. Ἀρχηγὸς αὐτεινῆς πιάστη ὁ ἀδελφός του Καποδίστρια ὀνομαζόμενος Τζορτζέτος· ἐκεῖ ῾στο σπίτι τοῦ βρέθηκαν πολλὰ ἔνγραφα. Ἦταν κι᾿ ὁ Νικήτας, ὁ Κολαντροῦζος κι᾿ ἄλλοι ἀρχηγοί. Τοὺς φυλάκωσαν, τὸν Τζορτζέτο καὶ Νικήτα κι᾿ ἄλλους. ῾Στὸ μυστικὸν ἦταν κι᾿ ὁ ὑπουργὸς Γλαράκης, ὁ Οἰκονόμος, Μιχάλβοντας, Μεταξᾶς καὶ ἡ συντροφιά, στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοί. Ἀγροικιώνταν παντοῦ καὶ τὴν πρωτοχρονιὰ τ᾿ Ἀϊβασιλιοὺ θὰ κάναν τὸ κίνημά τους εἰς τὴν ἐκκλησίαν νὰ βαρέσουν τὸν Βασιλέα κι᾿ ἄλλους πολλοὺς καὶ ν᾿ ἀκολουθήσουνε αὐτὸ παντοῦ. Τότε ἐγὼ ἤμουν ἀστενής· ἦρθαν οἱ πολίτες μὲ πῆραν ἄρρωστον. Κατέβηκα εἰς τὴν χώρα· συναχτήκαμεν ὅλοι οἱ νοικοκυραῖγοι καὶ εἴπαμεν ὅλων τῶν πολιτικῶν καὶ ἤμαστε ἕτοιμοι νὰ προσέξωμεν διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ Βασιλέα μας. Ἔβγαλαν τὸν Γλαράκη κι᾿ ὀπαδούς τους ἀπὸ τῆς ῾περεσίες. Καὶ πῆρε μέτρα ἡ Κυβέρνηση κ᾿ ἔσβυσε διὰ τὸ παρόν. Καὶ εἰς τὴν ἐκκλησία μαζώξαμεν ὅλους τους κατοίκους καὶ κάμαμεν ἕνα «ζήτω» τοῦ Βασιλέως καὶ τὸν θαρρύναμεν, ὁποῦ τὸν κατατρόμαξαν. Αὐτὰ κάνουν οἱ καλοὶ πατριώτες· θέλουν νὰ δώσουν τὴν πατρίδα τους σὲ ξένους ἀφεντάδες, δὲν θέλουν νὰ εἴμαστε μόνοι μας νοικοκυραῖοι.
Ὁ κύριος Ζωγράφος διὰ τῆς μεγάλες του δούλεψες πρὸς τὴν πατρίδα πῆγε πρέσβυς εἰς τὴν Κωσταντινόπολη, γιόμοσε πλῆθος σταυροὺς – τὸν ἤφεραν ἐδῶ πίσου τὸν ἔβαλαν ὑπουργόν· ἀρρεβωνιάστη καὶ μὲ τὸ κορίτζι τοῦ Μιχάλβοντα, αὐτὸς περίτου ἀπὸ πενήντα χρονῶν καὶ τὸ κορίτζι δεκαφτά. Ὡς ρωσσόφρονας ἐνέργησαν καὶ τὸν ξανάστειλαν εἰς τὴν Κωσταντινόπολη νὰ δέση μὲ τοὺς Τούρκους ἐμπορικὲς συνθῆκες. Τὸν γέλασαν οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ ἄλλοι ξένοι ὁποῦ θέλουν τὴν λευτεριά μας κ᾿ ἔκαμεν συνθήκη διὰ τοὺς Ἕλληνες χερότερη ἀπὸ ῾κεῖνες ὁποῦ ῾χαμεν μὲ τοὺς Τούρκους πρὶν σηκώσουμεν ντουφέκι. Ὅταν ἦρθε ἐδῶ, αὐτὸ μαθαίνοντας οἱ Ἕλληνες κόντεψαν νὰ τὸν ξεκλήσουνε. Καὶ πάτησαν ποδάρι γενικῶς οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ τύποι καὶ τὴν χάλασαν τὴν συνθήκη. Κι᾿ ἀπὸ αὐτὸ τὸ κασαβέτι πέθανε κι᾿ ὁ καϊμένος ὁ Ζαΐμης καὶ χάσαμεν ἕναν πατριώτη ἐξ αἰτίας αὐτεινοῦ τοῦ κακοῦ· καὶ τὸν ἔκλαψε ὅλη ἡ πατρίδα. Αὐτὰ κάνουν οἱ προκομμένοι πατριῶτες εἰς τὴν πατρίδα τους.
Ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες πῆγαν νὰ τὸν λιθοβολήσουνε τὸν Ζωγράφο καὶ εἶδε ὁ Βασιλέας τὴν γενικὴ ἀγανάχτησιν τῶν Ἑλλήνων – καὶ τοὺς Ἕλληνες εἰς τὴν Κωσταντινόπολη οἱ Τοῦρκοι τοὺς χάψωναν καὶ τοὺς κατάτρεχαν· καὶ πολλοὶ Ἕλληνες ἐμπήκαν σὲ ξένες σημαῖες –τότε ἡ Μεγαλειότης τοῦ εἶδε τί τὸ ῾ταζαν καὶ τί τοῦ ξημέρωσε· ἔστειλε τὸν Χρηστίδη εἰς τὴν Κωσταντινόπολη καὶ μερεμέτησε τὰ πράματα μὲ τὸ μέσο τῶν ἀλλουνῶν. Ὅτι ὅποιος μαγειρεύει ψέματα αὐτείνη τὴν χόρτασιν τραβάγει.
Τὰ 1840 τὸν Ὀκτώβριον μήνα ὁ Βελέτζας – εἴχαμεν μιλήση πρὸ καιροῦ διὰ τὰ ἔξω τῆς Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας μ᾿ αὐτὸν καὶ μὲ τὸν Τζάμη Καρατάσιον. Ἐγὼ τοὺς εἶπα νὰ κινηθοῦμεν τὸν Μάρτιον μήνα καὶ εἶχα ἀγροικηθῆ καὶ μὲ πολλοὺς ντόπιους, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Αὐτὸς ὁ Βελέτζας χωρὶς νὰ μοῦ εἰπῆ τίποτας κουβέντιασε μὲ τὸν Τζάμη κρυφίως ἀπὸ ῾μένα καὶ σηκώθη χωρὶς ἐγὼ νὰ ξέρω καὶ φεύγει κρυφίως καὶ μ᾿ ὀλίγους. Μαθαίνω ὅτι ἐβῆκε ἔξω. Τότε ὁ Γρίβας κι᾿ ὁ Χατζηπέτρος – ἤμαστε ῾γγισμένοι· εἶχαν πολλὰ ἀναντίον μου καὶ μὲ κακοσύσταιναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα – σὲ καμπόσες ἡμέρες λένε ὅτι ἐγὼ θὰ πάρω τὸ κάστρο τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διὰ νυχτὸς πηγαίνουν ἀπάνου εἰς τὸ κάστρο κανόνια, ἀσκέρια, πλῆθος ἑτοιμασίες· ἔρχονται καὶ μὲ πολιορκοῦνε κ᾿ ἐμένα διὰ νυχτὸς πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Μοῦ λένε φίλοι μου καὶ πῆγα εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Στρατιωτικοῦ καὶ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τρόμαξα νὰ γλυτώσω. Εἶχαν μεγάλην ὑποψίαν ἀπὸ ῾μένα καὶ γύρευαν νὰ μοῦ ψάξουν τὸ σπίτι μου νὰ μοῦ βροῦνε γράμματα. Κάστρο μὲ τῆς πέτρες ἐφοδιασμένο, τρελλάθηκα νὰ πάγω νὰ κλειστῶ μέσα, νὰ ῾μπω τὴν μίαν ὥρα καὶ νὰ μὲ βάλουν εἰς τὴν τζελατίνα τὴν ἄλλη; Σὰν ἔμαθα ὅτι θὰ μοῦ ψάξουν τὸ σπίτι μου, ἔδωσα αὐτὸ ἑνοῦ κουμπάρου μου – τὸν εἶχα εἰς τὸ σπίτι μου δεκάξι μῆνες – νὰ τὸ πάγη εἰς τὴν Τῆνο· τὸν λένε Νικόλα Σκαρμαγκά· τίμιος ἄνθρωπος κι᾿ ἀγαθός. Κι᾿ ἂς μὲ συχωρέσουνε οἱ ἀναγνῶστες, ὁποῦ θὰ τοὺς βαρύνη ἡ ἀμάθειά μου· καὶ νὰ μὲ συχωρέσουνε κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς λέγω τὰ κουσούρια τους. Ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰποῦνε κι᾿ αὐτεῖνοι τὰ δικά μου, ὅ,τι ἔκαμα. Κι᾿ ὅταν λέγωνται τὰ λάθη μας, τότε κάνουν λιγώτερα οἱ μεταγενέστεροι καὶ γινόμαστε κ᾿ ἐμεῖς ἔθνος.4
1840 Αὐγούστου 14, Ἀθήνα.
Μακρυγιάννης

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Τὸν ἔχω φκειασμένον αὐτὸν τὸν πίνακα εἰς κάδρο ξύλινον. Ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ ξέρουν ποιοὶ ἔκαμαν αὐτὸ τὸ λάθος κὰ τὸν χαμὸν τῆς πατρίδος. Τὸ ῾φκειασα κ᾿ ἐνγράφως καὶ βάρεσα εἰς τὸν τύπον τὴν ἱστορία τοῦ Σούτζου, τοῦ Σουρμελῆ, τοῦ Πρωτοσύγκελλου ὀνομαζόμενου Φραντζῆ, τοῦ Κάρπου, τοῦ Περραιβοῦ. Καὶ κανένας δὲν μοῦ ἀπάντησε διὰ νὰ τοὺς εἰπῶ πόσα ψέματα κουβεντιάζουν.
2. Τῆς 25 εἰκόνες 35 δραχμὲς ἡ συντρομή.
3. Ἔχω εἰς τὸ σπίτι μου τ᾿ ἀλλοῦ πρῶτα ξύλινα εἴκοσι πέντε. Ἔχουν ἔλλειψες· θὰ τὰ διορθώσω κι᾿ αὐτά. Ὅτι ἄδειασε ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὴν κακία καὶ δὲν καταγίνηκα δι᾿ αὐτό. Ὅτι περπάτησα ὅθεν ἔγινε πόλεμος καὶ εἶδα ὅλες της θέσες· καὶ σ᾿ ὀλίγες δὲν πῆγα. Ἐκεῖνα ὁποῦ ῾δωσα τοῦ Σαΐα χάθηκαν εἰς τὴ Βενετιά.
4. Παρακαλῶ τοὺς ὁμογενεῖς νὰ γένουν συντρομηταί.