Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον A'. 1797-1827. κεφ. 5

Τὰ ἐν Ἀθήναις ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως. - Ἡ πρώτη καὶ ἡ δεύτερη πολιορκία τῆς Ἀκροπόλεως ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν. - Κομματικαὶ ἔριδες μεταξὺ τῶν Ἀθηναίων. - Ὁ Ὑψηλάντης καὶ ὁ Νικήτας προσκαλοῦνται εἰς παραλαβὴν τὸν φρουρίου. - Κατάληψις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἀνδρούτσου. - Ὁ Γκούρας φρούραρχος καὶ ὁ Μακρυγιάννης ἐπόπτης τῶν φρουρῶν. - Καταπιέσεις Ἀνδρούτσου, Γκούρα καὶ Μαμούρη. - Δυὸ ἀθῶοι βασανιζόμενοι. - Καταχρήσεις περὶ τοὺς μισθοὺς τῶν στρατιωτῶν. - Ἀνεύρεσις θησαυροῦ. - Ἔρις Μακρυγιάννη καὶ Γκούρα. - Ἐνέργειαι τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς ἐφοδιασμὸν τοῦ φρουρίου. - Στρατιωτικὴ ἐπιτροπὴ παρὰ τῷ Ἀνδρούτσῳ καὶ τῷ Γκούρᾳ. - Ὁ Μακρυγιάννης πολιτάρχης ἐν Ἀθήναις. - Μέτρα αὐτοῦ κατὰ τῆς ὁπλοφορίας, τῶν κλοπῶν καὶ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἠθικῆς. - Μυστικαὶ προτάσεις τοῦ Ἀνδρούτσου πρὸς τὸν Μακρυγιάννην. - Ὁ Ὀδυσσεὺς ἀρχιστράτηγος τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. - Ἐκστρατεία τοῦ Ὀδυσσέως ἐξ Ἀθηνῶν. - Μάχη εἰς Δαδί. - Αἱχμαλωσία Νικ. Σαρρῆ Ἀθηναίου. - Κίνδυνος τοῦ Ὀδυσσέως. - Ψευδεῖς συνθῆκαι τοῦ Ὀδυσσέως πρὸς τοὺς Τούρκους. - Φόνος Νικ. Σαρρῆ καὶ Μελέτη Βασίλη. - Καταπιέσεις τῶν χωρικῶν ὑπὸ τῶν περὶ τὸν Γκούραν. - Συμβουλαὶ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Γκούραν. - Ῥῆξις μεταξὺ αὐτῶν. - Ἀναχώρησις Μακρυγιάννη ἐξ Ἀθηνῶν. - Μετάβασις πρὸς τὸν Ὀδυσσέα εἰς Βελίτσαν. - Ἀψιμαχίαι πρὸς τοὺς Τούρκους. - Ῥῆξις μεταξὺ Ὀδυσσέως καὶ Γκούρα. - Σχέδιον ἐκστρατείας τοῦ Μακρυγιάννη εἰς Κρήτην. - Μετάβασις Μακρυγιάννη εἰς Κόρινθον καὶ Ναύπλιον. - Ἐπάνοδος εἰς Ἀθήνας. - Ἀναχώρησις εἰς Πελοπόννησον. - Παρέκβασις περὶ Κάρπου Παπαδοπούλου.

Τὴν πρώτη χρονιὰ πολιόρκησαν τοὺς ντόπιους Τούρκους εἰς τὸ κάστρον τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μ᾿ ὅση φρουρὰ ἦταν, τοὺς πολεμοῦσαν πολλὰ γενναίως. Καὶ τοὺς περιόρισαν εἰς τὸ κάστρο καὶ κάμαν καὶ ρεσάλτο μέσα εἰς τὸν Σερπετζὲ καὶ σκοτώθηκαν κι᾿ ἀπὸ τὸ ῾να τὸ μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο. Καὶ τὰ δυὸ μέρη πολεμοῦσαν γενναίως. Ἦρθε ὁ Ὀμέρπασσας Βεριόνης μὲ μίαν δύναμιν κ᾿ ἔκαμε πολὺν καιρὸν ῾στὴν Ἀθήνα, καὶ διάλυσε τὴν πολιορκίαν κ᾿ ἔπαθαν οἱ δυστυχεῖς Ἀθηναῖγοι πολλὰ δεινά, σκοτωμούς, σκλαβιὲς καὶ ζημιὲς πλῆθος. Φεύγοντας ὁ Βεργιόνης συνάχτηκαν πάλε ἡ χώρα καὶ τὰ χωριὰ καὶ πολιόρκησαν τοὺς Τούρκους, κατοίκους καὶ φρουρά, ὀπίσω ῾στὸ κάστρο στενά. Καὶ σώθη τὸ νερό τους καὶ ὁ ζαϊρές τους, τῶν Τούρκων, καὶ παραδόθηκαν μὲ συνθήκη. Κ᾿ ἢ συνθήκη ἔμεινε εἰς τὸ χαρτὶ μοναχά. Ρίχτηκαν ῾στοὺς παραδομένους κ᾿ ἔσφαξαν πλῆθος γυναικόπαιδα κι᾿ ἄντρες πολλούς. Γλύτωσαν καὶ καμπόσοι διὰ τὴν συνθήκη κι᾿ ἄλλοι εἰς τὰ προξενεῖα. Τὸ βίον τοὺς τὸ ῾καμαν δυὸ μερίδια, ἕνα νὰ πάρουν ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς πολιορκοῦσαν καὶ τ᾿ ἄλλο νὰ μείνη διὰ τὸ κάστρο, νὰ πουληθῆ καὶ μὲ τὰ χρήματα νὰ τὸ ῾φοδιάσουνε ἀπ᾿ οὖλα τ᾿ ἀναγκαῖα. Κουβάλησαν τὸ βίον ἀπάνου ῾σ τὰ μαγαζειά, εἰς τὸ κάστρο. Τὸ δοκίμασαν ἕνα χέρι πρῶτα οἱ πρόκριτοι, ἦταν ὁ γέρο Ζαχαρίτζας κι᾿ ἀνιψιὸς τοῦ Νικολάκης, ἦταν οἱ Βλαχαῖγοι, ὁ Βρανᾶς κι᾿ ἄλλοι. Εἶχαν κι᾿ ἀρχηγὸν τὸν Μπατζακάτζα μ᾿ ἄλλους συντρόφους τοῦ στρατιωτικούς. Τραβήσανε οἱ νοικοκυραῖοι καὶ οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτοὺς ὅσα δὲν τράβησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τελευταῖα τοὺς ἄφησαν κι᾿ ὅλο τοὺς τὸ πράμα εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς οἱ νοικοκυραῖγοι κ᾿ ἔφυγαν διὰ τὰ νησιά. Μαζὶ μ᾿ ὅσους ἦταν τότε δημογέροντες ἦταν κ᾿ ἕνας τίμιος νοικοκύρης, τὸν εἶχαν εἰς τὸ βίον τοῦ κάστρου νὰ τὸ προσέχη, τὸν ἔλεγαν Χατζὴ Γιωργαντὰ Σκουζέ. Τοὺς ἄφησε κι᾿ αὐτὸς κρυφίως κ᾿ ἔφυγε. Καὶ τοὺς ἄφησε ἐλεύτερους νὰ κάμουν τοὺς σκοποὺς τοὺς εἰς τὸ βίον τοῦ κάστρου. Ἀφοῦ κάμαν ὅ,τι μπόρεσαν, εἶχαν ὑποψίαν ἀπὸ αὐτὸν νὰ μὴν μαρτυρήση ὕστερα τί λείπει, ὅτι ἤξερε τί βίον ἦταν. Νὰ πάρουνε αὐτεῖνοι, νὰ δώσουν κ᾿ ἐκεινοῦ δὲν ἤθελε, ὅτ᾿ ἦταν τίμιος ἄνθρωπος. Ἔφυγε. Στείλαν καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴν Κούλουρη μὲ δύναμη τ᾿ ἀρχηγοῦ τοὺς Μπατζακάτζα καὶ μὲ δική τους. ῾Στὸ δρόμο τὸ᾿ ῾κοψαν τὸ κεφάλι. Πιάσαν κι᾿ ἄλλους νοικοκυραίους, τοὺς φυλάκωσαν κι᾿ ὅ,τι ἄλλες καλωσύνες τοὺς ὑπαγόρευε ἡ ψυχὴ τοὺς τοὺς κάναν. Τότε ὅλοι οἱ τίμιοι νοικοκυραῖγοι κι᾿ ὁ Σαρρὴς καὶ οἱ Λεκκαῖγοι κι᾿ ὁ Μελέτης Χασιώτης κι᾿ ἄλλοι ἑνώθηκαν καὶ μὲ στρατήγημά τους πῆραν τὸ κάστρο καὶ διῶξαν ὅλους αὐτοὺς καὶ λευτέρωσαν καὶ τοὺς φυλακωμένους νοικοκυραίους ἀπὸ τὴν χάψη.
Ἀφοῦ πῆραν αὐτεῖνοι τὸ κάστρο, οἱ διωχμένοι πῆγαν εἰς τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα καὶ εἶπαν νὰ τοὺς παραδώσουνε τὸ κάστρο ὁποῦ ῾χαν τὰ κλειδιὰ μαζί τους, καὶ τὸ κάστρο τὸ βαστοῦσαν ἄλλοι. Πῆρε τὰ κλειδιὰ ὁ Ὑψηλάντης κι᾿ ὁ Νικήτας κ᾿ ἦρθαν μ᾿ ἀσκέρια δικά τους, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ φίλοι μαζί, καὶ τήραγαν τὸ κάστρο ἀπὸ κάτου τὴν χώρα, ποὺ τὸ βαστοῦσαν ἄλλοι κι᾿ αὐτεῖνοι βαστοῦσαν τὰ κλειδιά. Τότε συναχτήκανε ὅλοι οἱ νοικοκυραῖοι καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ὁποῦ ῾χαν τὸ κάστρο κι᾿ ἀποφάσισαν ὅλοι συνφώνως νὰ τὸ δώσουνε τοῦ Δυσσέα καὶ νὰ τὸν κάμουν ἀφέντη δικόνε τους γιὰ νὰ λευτερωθοῦν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅλο τὸ παρτίδο τοὺς ἀποφασίζουν τότε καὶ μένει ῾στὸ κάστρο ὁ Σαρρὴς κι᾿ ὁ Γιωργάκη Λέκκας κι᾿ ἄλλοι ἀπὸ τὰ χωριά, καὶ στέλνουν τὸν Μῆτρο Λέκκα καὶ Βασίλη Μελέτη Χασιώτη κ᾿ ἔρχονται γυρεύοντας κι᾿ ἀνταμώνουν τὸν Δυσσέα. Ἀφοῦ τοῦ ξηγηθήκανε τὰ αἴτια καὶ τοῦ εἶπαν πὼς τὸν θέλουν ἀφέντη, αὐτὸς γύρευε κάστρο εἰς τὸν οὐρανὸ κι᾿ ὅταν τὸ ῾βρε εἰς τὴν γῆς, ἔτρεξε σὰν τὸ ὄρνιον εἰς τὸ ψοφίμι. Ἦρθε εἰς τὴν Γραβιά, ὁποῦ ἤμαστε κ᾿ ἐμεῖς μὲ τὸν Γκούρα ἤφερε καὶ τοὺς στελμένους Ἀθηναίους διὰ νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀθήνα. Τοὺς ἀποκριθήκαμε αὐτεινῶν καὶ τοῦ Δυσσέα, δὲν ἀφίνομε τοὺς Τούρκους εἰς τὸ προσκέφαλό μας καὶ νὰ πᾶμε νὰ κλειστοῦμε εἰς ἕνα κάστρο καὶ ν᾿ ἀφήσωμε νὰ σκλαβωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Τὸ φιλονικήσαμε πολύ. Ἐγὼ ἤμουν ἀνάντιος κι᾿ ὅσους εἶχα μαζί μου ἦταν σύνφωνοι μ᾿ ἐμένα, καθὼς κι᾿ ὅλοι οἱ Σαλωνίτες. Μᾶς εἶπε ὁ Δυσσέας νὰ πᾶμε νὰ μεράσουμε τὸ βίον τοῦ κάστρου καὶ νὰ πάρωμεν τὸ μερίδιόν μας, ὅτι φυλάγαμε ἐμεῖς τὰ στενὰ καὶ δὲν πῆγαν τροφὲς ῾στοὺς κλεισμένους Τούρκους καὶ παραδόθη τὸ κάστρο, καὶ νὰ πάρωμε τὸ μερίδιόν μας. Τοῦ λέγω: «Μηνάχουμε σίγουρα τὰ κεφάλια μας κι᾿ ὅ,τι φοροῦμε, καὶ γυρεύομε νὰ πᾶμε καὶ δι᾿ ἄλλα; Ἀφοῦ ὅμως τὸ φιλονικήσαμεν καὶ μᾶς εἶπαν κι᾿ αὐτός, ὁ Δυσσέας, καὶ οἱ στελμένοι τὴν ἀκαταστασίαν τους, τῶν Ἀθηναίγων, καὶ τὸν σκοτωμὸ τοῦ τίμιου ἀνθρώπου καὶ τῶν νοικοκυραίων τὰ δεινά, κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ γένη σὰν τὸν Ἀχιλλέα μὲ τῆς Κόρθος τὸ κάστρο, καὶ εἰς τὴν Ρούμελη ἄλλο κάστρο δὲν εἴχαμε, τότε δι᾿ αὐτὸ ἀποφασίσαμε καὶ πήγαμε εἰς τὴν Ἀθήνα.
Ηὕραμε ἐκεῖ τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα. Στάθηκαν ὀλίγες ἡμέρες κ᾿ ἔφυγαν. Διόρισε ὁ Δυσσέας τὸν Γκούρα φρούραρχον κ᾿ ἐμένα νὰ προσέχω τοῦ κάστρου τὶς βάρδιες καὶ νὰ φέρνω γύρα νύχτα καὶ ἡμέρα. Αὐτὸ τὸ καψοβιὸν τὸ ῾βγαλαν εἰς τὸ παζάρι νὰ τὸ πουλήσουνε: τὸ καλύτερο λελούδι, διαμάντι, τοῦ Δυσσέα, τ᾿ ἄλλο τοῦ Γκούρα. Δία ῾φόδιασμα τοῦ κάστρου λίγα χρήματα πιάσανε. Κ᾿ ἔμεινε ἄδειον καὶ ξερὸν τὸ κάστρο. Ὅταν ἦρθαν εἰς τὴν Γραβιὰ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἀθηναίων καὶ μᾶς παρακινοῦσε ὁ Δυσσέας νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀθήνα, μᾶς ἔλεγε κιντυνεύει τὸ κάστρο καὶ δὲν ἔχομε ἄλλο εἰς τὴν Ρούμελη παρμένο καὶ νὰ πᾶμε νὰ τὸ ῾φοδιάσουμε. Ἀφοῦ ἤρθαμε εἰς τὴν Ἀθήνα, τὸ καλύτερο πράμα ὁποῦ θὰ ῾πιανε χρήματα, τζιβαϊρικό, μαργαριτάρι, ἀσήμι τὸ ῾θελαν διὰ λογαριασμό τους. Τ᾿ ἄλλα πουλήθηκαν χωρὶς τιμή, ὅτι δὲν ἄξιαζαν. Καὶ τὸ κάστρο ἀφόδιαστον. Εὐτὺς ὁποῦ ῾ρθαν καὶ περίλαβαν τὸ κάστρο, ἔβαλαν τοὺς ἀνθρώπους τους κι᾿ ἁρπάζανε ὅ,τι βρίσκανε καὶ τὸ πουλούγανε. Ὁ Μαμούρης ἦρθε τότε εἰς τὴν Ἀθήνα μὲ μίαν ξύλινη πιστιόλα καὶ εἰς τὰ χωργιά, ὁποῦ τὸν διόρισαν ντερβέναγα, τζάκιζε τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἕναν τύραγνον τοῦ Ἀλήπασσα, ὁποῦ τὸν ἔλεγαν Ἰσοὺφ Ἀράπη καὶ τζάκιζε τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ τζεκούρι, ἔτζι τζάκιζε κι᾿ ὁ Μαμούρης τοὺς χωργιάτες ὅσοι δὲν ἦταν φίλοι του. Καὶ γύμνωναν τοῦ κάστρου τὸ βίον καὶ τῶν χωριῶν. Τότε, σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, μίαν παλιοπιστιόλα εἶχε, τηρᾶτε, ρωτᾶτε τὴν ἔχει τώρα; Ρωτᾶτε καὶ διὰ τὶς τυραγνίες του. ῾Στὰ Μισόγεια, ῾στὴν Κερατιά, ἑνοῦ δημογέροντα, Ἀναγνώστη Νυδραῖον τὸν λένε, πόσες τζικουργιὲς τὸ᾿ ῾δῶσε κι᾿ ἂν εἶδε ὑγείαν εἰς τὸ ἑξῆς ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος, κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ τοιοῦτοι δαρμένοι καὶ τζερεμετισμένοι.
Ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας ἀφοῦ ἦρθαν ῾σ αὐτοὺς τοὺς στραβοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ γύρευαν ἀφεντάδες καὶ τοὺς ηὕρανε, τότε τὸ μέρος ὁποῦ τοὺς φώναξε, τοὺς νοικοκυραίους καὶ τὸν Σαρρὴ καὶ Μελέτη Χασιώτη, ὅτ᾿ ἦταν τίμιοι ἄνθρωποι, μὲ τρόπον τοὺς σκότωσαν, τοὺς Λεκκαίους κι᾿ ἄλλους πολλούς τους κατάτρεξαν καὶ τὰ πρωτεῖα τὰ εἶχαν ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς μοιάζαν εἰς τὴν ἀρετή, οἱ Ζαχαρίτζηδες, οἱ Βλαχαῖγοι. Ἔκαμε καὶ συμπεθεριὰ ὁ Μαμούρης, πῆρε τὴν ἀδελφή του Βλάχου. Ἦταν μὲ αὐτοὺς ὁ Βαρελάς, ἦταν ἕνας Σουρμελὴς λογιώτατος, ἦρθε τότε ἀπόξω ὁποῦ σπούδαζε, μπερμπάντης, κακῆς διαγωγῆς. Οἱ καπεταναῖοι μας αὐτείνη τὴν συντροφιὰ εἶχαν.
Ἔτυχε τότε καὶ ἦρθαν δυὸ χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ Μισίρι καὶ εἶχαν χρήματα κι᾿ ἄρματα καλά, ἦρθαν κι᾿ αὐτεῖνοι νὰ δουλέψουν τὴν πατρίδα, νὰ χαροῦνε τὴν προκομμένη μας λευτερίαν. Δία νὰ τοὺς πάρουν τ᾿ ἄρματα καὶ χρήματά τους οἱ ἀρχηγοί μας τοὺς λένε ὅτ᾿ εἶναι τζασίτες καὶ τοὺς βάνουν ῾στοὺς παιδεμούς, οὔτε ὁ Χριστὸς δὲν δοκίμασε ὅσα δοκίμασαν αὐτεῖνοι οἱ δυό. Καὶ σᾶς λέγω τοὺς παιδεμοὺς νὰ φωτιστῆτε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μεταγενέστεροι αὐτείνη τὴν ἀρετή, καὶ τότε εἲστ᾿ ἐλεύτεροι, ἂν ἔχετε τὴν ἀρετή μας, νὰ κάνετε τὰ ἴδια. Πρῶτα τους δέσαν, τὸ κεφάλι ἔσωσε τὸν κῶλον, καὶ ξύλο καταδίκι, κι᾿ ἄλλους τοιούτους παιδεμοὺς χερότερους, κι᾿ ἀλλοῦ κοντὰ πῆραν ἕνα μαντέρι καὶ τὸ ῾βαλαν δίπλα, τοῦ μάκρου, ψηλὰ ὡς ἕνα μπόι, ἀπάνου σὲ δυὸ φοῦρκες, κι᾿ ἀπάνου εἰς τὸ μαντέρι ξάπλωσαν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μάκρου καὶ δέσιμον καλό, κρέμονταν τὰ χέρια τους καὶ ποδάρια κάτου. Κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ κρέμονταν τὰ χέρια καὶ ποδάρια, πῆραν καὶ μεγάλες μπόμπες, τὶς μεγαλύτερες ὁποῦ ῾ταν εἰς τὸ κάστρο, τὸ λιγώτερον πήγαινε ἡ κάθε μιὰ ἀπὸ σαράντα ὀκάδες, καὶ κρέμασαν ἀπὸ τέσσερες τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἰς τὰ χέρια του καὶ ποδάρια του. Ὁ ἕνας σὲ καμπόσο διάστημα τελείωσε κι᾿ ὁ ἄλλος ἑτοιμάζεταν. Ἤμουνε εἰς τὸ παζάρι, γύρισα εἰς τὸ κάστρο καὶ εἶδα τὸν πεθαμένον καὶ τὸν ἄλλον, τὸν μισοζώντανον. Τότε ἔκοψα τὶς μπόμπες καὶ κατέβασα τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν πῆρα εἰς τὸ κονάκι μου καὶ ἤφερα τὸν Κούρταλη τὸν γιατρὸ καὶ τὸν περικάλεσα καὶ τὸν περιποιήθηκε, καὶ σακατεύτηκε, ἔσπασε καὶ μὲ καιρὸν ἀνάλαβε, μόνον ἦταν πάντα κατεβασμένος. Καὶ τὸν πῆρα καὶ τὸν εἶχα μαζί μου πολλὰ χρόνια, τιμιώτατος ἄνθρωπος, νέος ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν. Αὐτείνη τὴν λευτερίαν ηὕρανε, ὁποῦ ῾ρθανε γυρεύοντας.
Ἀφοῦ ἤρθανε οἱ ἀρχηγοί μας σὲ κάστρο καὶ σὲ πολιτεία, ὁποῦ ηὗραν ραγιάδες καὶ μπλέξανε μὲ τὴν μπερμπάντικη συντροφιὰ τῶν ντόπιων, κακομεταχειρίζονταν καὶ τοὺς συντρόφους, ὅ,τι τῖποτας, ξύλο καὶ διώξιμον, κ᾿ ἡ πρόφαση αὐτείνη νὰ τρῶνε τὸν μιστόν τους. Ἡ Διοίκηση καὶ ἡ πολιτεία πλέρωνε μιστοὺς καὶ οἱ πρόσοδοι ὅλης της Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος ἦταν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς διὰ νὰ πλερώνουν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ δούλευαν τὴν πατρίδα. Κι᾿ ὅποιος εἶχε δέκα, τοὺς ἔκανε ἑκατὸ ῾στὸν λογαριασμόν, καὶ πάλε ἐκεῖνοι οἱ δέκα ἀπλέρωτοι, κι᾿ ἂν θὰ τοὺς πλέρωναν, κάλπικα εἰκοσάρια. Ηὔραν μαστόρους καλπουζάνους καὶ τοὺς βάλαν εἰς τὸ κάστρο καὶ κόβαν μοννέδα κάλπικη. Καὶ μάθαν αὐτὰ τὰ πράματα καὶ τοὺς νοικοκυραίους, ὁποῦ πεθύμησαν τὴν ἐξουσίαν τους καὶ στείλαν καὶ τοὺς κάλεσαν δι᾿ ἀφεντάδες τους. Τοὺς φκειάσανε καθὼς ὁ Μεμεταλὴς ἔφκειασε τοὺς Ἀραπάδες καὶ τοὺς εἶχε ὑποτάξη τέλεια, ξύλο λοιπὸν καντάρι κι᾿ ἄλλα βασανιστήρια. Καὶ τραβοῦσαν ὅλα αὐτὰ οἱ δυστυχεῖς Ἀθηναῖγοι διὰ νὰ ὑπάρξουν μαζὶ μὲ τὴν ἄλλη πατρίδα ἐλεύτεροι. Καὶ θυσιάζαν τὸ ἐδικόν τους καὶ ὑπόφερναν ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά.
Ἕνα Τουρκόπουλο ἤξερε μίαν κρυψιώνα, ὁποῦ ῾χε βίον τῶν Τούρκων μέσα, καὶ τὸ Τουρκόπουλον τὸ μαρτύρησε ἑνοῦ ἀξιωματικοῦ, Μῆτρο Λελούδα τὸν λένε, βίον εἶχε πολὺ μέσα, καθώς μου εἶπε ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁ ἀξιωματικός. Αὐτὸ τὸ ῾μαθε ὁ Γκούρας καὶ φοβερίζει τὸν ἀξιωματικὸ νὰ μὴν μπερδευτῆ σὲ αὐτὸ καὶ νὰ μὴν εἰπῆ κανενοῦ τίποτας. Αὐτὸς ὅμως μου τὸ εἶπε ἐμένα. Ἐγὼ καθόμουν μαζὶ μὲ τὸν Γκούρα ῾σ ἕνα κονάκι, εἰς τὸ κάστρο, τοῦ λέγω τοῦ Γκούρα: «Τὸ βίον αὐτὸ νὰ τὸ βγάλωμε καὶ νὰ γένει τρία μερίδια, τὸ πρῶτο μερίδιον τοῦ κάστρου, νὰ τὸ ῾φοδιάσουμε, τ᾿ ἄλλο τὸ μερίδιον νὰ πάρη ὁ Δυσσέας, νὰ δώση τῶν ἀνθρώπων του, καὶ τ᾿ ἄλλο τοῦ λόγου σου, νὰ τὸ μεράσης τῶν ἀνθρώπων τῶν δικῶνε σου, νὰ τοὺς εὐκαριστήσετε καὶ μὴ μαλλώνετε καὶ δέρνετε τοὺς συντρόφους κάθε τόσον. Ὅτι οἱ Τοῦρκοι ζύγωσαν εἰς τὸν Ρωπὸ καὶ Φήβα καὶ ῾σ ἄλλα κοντινὰ μέρη. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ῾φοδιάσουμε τὸ κάστρο καὶ τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ψυχώσουμε, νὰ μὴν τὸ πάθωμε σὰν τὴν Κόρθο». Ἐνῶ τοῦ μιλοῦσα πατριωτικῶς κι᾿ ὡς φίλος του στενός, αὐτός μου λέγει: «Εἰς αὐτὰ δὲν ἔχω κανέναν σύντροφον, σὲ κρυψιῶνες καὶ τέτοια, καὶ νὰ τηράξη καθεὶς τὴν δουλειά του. Καὶ νὰ εἰπῆς τοῦ Λελούδα νὰ φύγη ἀπὸ ῾δώ, νὰ μὴ μὲ κάμη ἄπιστον καὶ τὸν σκοτώσω». Τοῦ λέγω: «Μπορεῖ νάχωμε αὐτείνη τὴν τύχη, ἐδῶ πού μας φέρατε, νὰ μᾶς σκοτώσετε ἢ νὰ εἴμαστε εἵλωτές σας». Τὸν ἄφησα κ᾿ ἔφυγα κι᾿ ἀπὸ τὸ κονάκι του καὶ πῆγα σὲ δικό μου. Σύναξα τοὺς ἀξιωματικούς του Δυσσέα, τοὺς μίλησα ὅτι ἐδῶ ὁποῦ ῾ρθαμε θὰ ντροπιαστοῦμε καὶ θὰ πάρωμε καὶ τούτους τοὺς δυστυχεῖς Ἀθηναίους εἰς τὸ λαιμό μας, ὁποῦ ξοδιάζουν καὶ τρῶμε ἐμεῖς καὶ πλερώνουν αὐτοί. Ἀλλὰ θὰ κιντυνέψη καὶ γενικῶς ἡ πατρίδα, ὅτι τὸ κάστρο εἶναι ἀνεφόδιαστο καὶ ὕστερα ἀφοῦ ἰδοῦμε Τούρκους, θὰ τ᾿ ἀφήσουμε ἀπολέμητο νὰ φύγωμε, καὶ εἶναι ἁμαρτία καὶ ντροπή μας. Ποῦ θὰ ζήσουμε ὕστερα ἀπὸ τὴν κατηγόρια τοῦ κόσμου; Μοῦ λένε ὅλοι αὐτεῖνοι: «Ἐνέργα ὅ,τι γνωρίζεις καὶ εἴμαστε ὅλοι μ᾿ ἐσένα». Τότε ἔφερα καὶ τοὺς ἀξιωματικούς του Γκούρα, τὸ ἴδιον μου εἴπανε καὶ αὐτεῖνοι. Τοὺς σύναξα ὕστερα ὅλους, τοῦ Δυσσέα τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοῦ Γκούρα, καὶ τοὺς ὅρκισα νὰ εἶναι αὐτὸ μυστικὸν καὶ ν᾿ ἀγροικηθῆ καθεὶς καὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του. Τοὺς ξαναντάμωσα, μοῦ εἴπανε ὅτ᾿ εἶναι ὅλοι σύνφωνοι. Τότε τοὺς λέγω: «Νὰ κάμωμε μίαν ἐπιτροπὴ νὰ τηράξη δι᾿ αὐτὸ καὶ νὰ μιλήση καὶ μὲ τοὺς μεγαλύτερούς μας. Μπῆκε ἡ ἐπιτροπὴ ἕξι ἀπὸ τοῦ Δυσσέα τοὺς ἀξιωματικοὺς κ᾿ ἕξι ἀπὸ τοῦ Γκούρα, κάνουν κ᾿ ἐμένα πρόεδρόν τους. Εἶχα ῾νεργήση κ᾿ ἔγιναν οἱ καλύτεροι καὶ οἱ δυνατώτεροι, ἀπὸ τὸ ῾να μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο, καὶ οἱ πειο τίμιοι πατριῶτες ἀπὸ αὐτοὺς ἂν τύχη τίποτας, νὰ μὴ μ᾿ ἀφήσουνε μοναχό μου καὶ κιντυνέψω. Τότε παίρνω τὴν ῾πιτροπή ὅλη καὶ πᾶμε εἰς τὸν Δυσσέα, στέλνομε, φωνάζομε καὶ τὸν Γκούρα, κι᾿ ὅλοι μαζί, τοὺς λέγω: «Ὅσα μας εἴπατε εἰς τὴν Γραβιὰ ὅλα ἐδῶ τὰ λησμονήσατε, τὸ βίον τοῦ κάστρου ἐχάθη, αὐτὸ εἶναι ἀνεφόδιαστον, σᾶς μιλεῖ κανένας: ξύλο καὶ διώξιμον καὶ φοβερισμοὺς διὰ σκότωμα. Δι᾿ αὐτὰ ὅλα συστήσαμε μίαν ἐπιτροπὴ καὶ εἴμαστε ὅσους λέπετε, μιλῶ ἀπὸ ὅλους της ῾πιτροπής κι᾿ ἀπ᾿ ὅσους μας στείλαν, μπουλουχτσῆδες καὶ στρατιῶτες. Πρώτη ζήτησή μας εἶναι νὰ ῾φοδιάστε τὸ κάστρο ἀπ᾿ οὖλα τ᾿ ἀναγκαῖα, ὅτ᾿ οἱ Τοῦρκοι μας τρογυρίζουν κι᾿ ἀπολέμητο κάστρο δὲν τὸ δίνομε. Ἂν θέλετε νὰ τὸ ῾φοδιάσετε ἐσεῖς, σὲ ὀχτὼ ἡμέρες νὰ εἶναι ἕτοιμο διὰ πόλεμον κι᾿ ἀπὸ αὔριον θ᾿ ἀρχίσετε νὰ μπάσετε νερό, ξύλα, δαδὶ καὶ ζαϊρέδες, εἰδὲ καὶ δὲν θέλετε, τὸ ἐφοδιάζομε ἐμεῖς μὲ τοὺς Ἀθηναίους, κι᾿ ὅποτε κάμη χρεία, κλειόμαστε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη καὶ πολεμοῦμε, καὶ δὲν τὸ παραδίνομε τῶν Τούρκων ἀπολέμητο. Τώρα, καθὼς βρίσκεται, τὸ παίρνουν οἱ Τοῦρκοι χωρὶς ντουφέκι. Νὰ μᾶς δώσετε ὡς τὸ βράδυ ἀπάντησιν δι᾿ αὐτό. Καὶ τοὺς στρατιῶτες ἄλλη βολὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς δέρνετε καὶ νὰ τοὺς διώχνετε καὶ νὰ τοὺς φοβερίζετε διὰ σκότωμα, ἂν φταίξουν, τοὺς παιδεύει ἡ ῾πιτροπή». Καὶ σηκωθήκαμε καὶ φύγαμε. Τὸ βράδυ πήγαμε, ὑποσκέθηκαν ὅσα τοὺς εἴπαμε. Κι᾿ ἐφόδιασαν τὸ κάστρο κ᾿ ἔδωσε ὁ Δυσσέος χίλιους μαμουτιέδες ἐξ ἰδίων του, ὅτι δὲν ἔσωσαν τὰ χρήματα, καὶ τοῦ λείπουν ὡς σήμερα καὶ τοὺς ζητάγει ἡ φαμελιά του. Τότε ἀρχίσαμε νὰ εἴμαστε ἥσυχοι κι᾿ ἀγαπημένοι.
Ὅλοι οἱ Ἀθηναῖγοι μὲ ζήτησαν νὰ κατεβῶ εἰς τὴν χώρα ὡς πολιτάρχης. Μὲ κατέβασαν μὲ σαράντα ἀνθρώπους κάτου, ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμιά τους νὰ λείψω ἀπὸ τὸ κάστρο. Ἀφοῦ κατέβηκα κάτω εἰς τὴν πολιτεία, τότε οἱ φίλοι πῆραν τὸ Τουρκόπουλον ὁποῦ ῾ξερε τὴν κρυψιώνα καὶ τὸ φοβέρισαν νὰ μὴ μαρτυρήση ἐκεῖνο τὸ μέρος ὁποῦ ῾ταν ἡ κρυψιώνα, ἀλλὰ νὰ εἰπῆ ψέματα καὶ νὰ μαρτυρήση ἄλλο μέρος. Τότε προσκάλεσαν τοὺς δημογέροντας καὶ πῆραν ἀργάτες καὶ πῆγαν κ᾿ ἔσκαψαν ὅλο τὸ κάστρο, καὶ ῾σ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὁποῦ ἦταν ὁ θησαυρός, δὲν τοὺς πήγαιναν νὰ σκάψουν. Μὲ καιρὸ ὅμως φάνηκε ἄδειος ὁ τόπος, τί ἦταν μέσα, τί δὲν ἦταν κανένας δὲν ξέρει.
Ὅταν κατέβηκα εἰς τὴν χώρα, γκιζεροῦσαν οἱ κάτοικοι καὶ οἱ στρατιῶτες μὲ τὰ ντουφέκια εἰς τὸν νῶμον, ἔβαλα ντελάλη ν᾿ ἀφήσουνε ὅλοι τ᾿ ἄρματα κι᾿ ἀναλαβαίνω νὰ τοὺς φυλάγω ἐγώ. Δὲν ἄκουσαν, οὔτε τοῦ πέρασε κανενοῦ ἀπὸ τὴν ἰδέα του νὰ μένη ξαρμάτωτος. Βαριώνταν ἀναμεταξύ τους, πληγώνονταν, τοὺς διάταξα ἄλλη μιὰ φορᾶ, δὲν ἄκουγαν. Τότε κάτι παντίδοι βάρεσαν μὲ τὸ μαχαίρι ἕναν νοικοκύρη. Τοὺς ἔπιασα καὶ τοὺς ἔδωσα ἕνα στυλιάρι καλὸ καὶ τοὺς ἔβαλα χάψη. Ὅσο ὁποῦ γιατρεύτηκε ὁ πληγωμένος κάθονταν κάψη. Ὕστερα πλέρωσαν τὰ ἔξοδα τῆς γιατρειᾶς του καὶ τοὺς ἀπόλυσα.
Αὐτὰ ὁποῦ εἴδανε – δὲν τοὺς ἄρεσε ἡ εὐταξία. Συναχτήκανε ὅλοι οἱ συντρόφοι καὶ γύρευαν αἰτίες τότε νὰ χτυπήσουνε δολερῶς ἐμένα. Ἐγὼ εἶχα πάγη εἰς τοὺς δημογέροντες ἕνα βράδυ, κι᾿ αὐτεῖνοι ἔπιασαν ἕνα μέρος ῾στὸ Κάτου σαντιρβάνι, ὁποῦ ῾ναι τὸ τζαμὶ καὶ καφφενέδες, εἶχαν πιάση ὅλα τὰ πόστα γύρω, νὰ περάσω, νὰ μὲ βαρήσουνε. Ἀφοῦ ἀκολουθοῦσε αὐτό, ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας γύρευαν ἀφορμὴ διὰ ὅλους αὐτούς, τοὺς παληκαράδες Ἀθηναίους. Τότε θὰ γίνεταν ἕναν κακὸν ῾στὴν πολιτείαν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν αὐτεινῶν τῶν ἀνθρώπων. Πάγω μόνος μου ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν συνασμένοι νὰ μὲ βαρήσουνε. «Ἦρθα τοὺς λέγω· καὶ κάμετέ με, ὅ,τι ἀγαπέτε. (Δὲν μιλοῦσε κανένας). Καφετζή, πάρε μίαν μπότζα ρακί, κέρασέ τους νὰ κάμουν κέφι. (Ἔπιαν τὸ ρακί). Τοὺς λέγω, ἀδελφοί, ἡ παλαβιὰ χάνει κ᾿ ἐκεῖνον ὁποῦ ὁδηγάη νὰ τὴν κάμουν κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ θὰ τὴ ῾νεργήσουνε. Δὲν βλέπετε, δυστυχισμένοι, ποῦ καταντήσετε ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν σας; Σκοτωθήκετε εἰς αὐτὸ τὸ κάστρο κι᾿ ἀφανιστήκετε διὰ νὰ γίνετε σκλάβοι ἀλλουνῶν. Αὐτὰ πάθετε ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν τὴν δική σας κι᾿ ἀπὸ ῾κείνους ὁποῦ σας ὁδηγοῦσαν. Αὐτοί σας ὁρμηνεύουν καὶ τώρα καὶ κάνετε ἄτιμα πράματα, καὶ σκοτώνεστε ἀναμεταξύ σας, κι᾿ ὅποιος θέλει τὴν ἡσυχίαν σας τὸν φοβερίζετε. Ὁρίστε ὁποῦ ῾ρθα μόνος μου, ρίξετε, βαρῆτε με... Τηρᾶτε, δύστυχοι, νὰ μὴν σᾶς μάθῃ ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας, καὶ γυρεύουν πρόφασιν νὰ σᾶς ρημάξουν». Πῆραν τὴν εὐκαρίστησιν καὶ σηκώθηκαν κ᾿ ἔφυγαν. Καὶ μὲ περικάλεσαν νὰ μὴν μαθευτῇ αὐτό, ὅτ᾿ ἦταν πιωμένοι καὶ τὰ ῾καμαν ὅλα.
Τὸ ῾μαθαν ἐκεῖνοι καὶ στέλνουν καὶ χαψώνουν ἀπὸ αὐτοὺς καμπόσους κ᾿ ἕναν ἀγωνιστῆ, Σαράντη Μπανάνα τὸν λένε. Τὸν πῆραν καὶ τὸ᾿ ῾κάμαν μαρτύρια καὶ τὸ᾿ ῾βαλαν καὶ γκιουλέδες καμένους εἰς τὸν λαιμὸν καὶ φαίνονται τὰ σημάδια ὡς σήμερον. Τὸ ῾μαθα ἐγὼ καὶ πῆγα καὶ τὸν ἔσωσα.
Ἕνας ἔκλεψε ἕναν γροῦπον μὲ χρήματα κ᾿ ἐκεῖνος ὁποῦ τὰ εἶχε χάση ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε τὸν κλέφτη. Τὸν φώναξα καὶ τοῦ εἶπα μὲ τὸ καλὸ νὰ τοῦ δώσῃ τὰ χρήματα πίσου, καὶ νὰ τοῦ δώσω καὶ τὸ παχτζίσι του. Δὲν στάθη τρόπος νὰ τὰ μαρτυρήσῃ, τὸν παίδεψα, δὲν μαρτύραγε. Λέγω τῶν ἀξιωματικῶν μου: «Θὰ τὸν δέσω εἰς τὸ κλαρὶ καὶ θὰ βγάλω τὸ τὸ μαχαίρι πὼς θὰ τὸν κόψω. Ἐσεῖς θὰ μοῦ κάμετε ριτζᾶ κ᾿ ἐγὼ θὰ σᾶς βαρέσω ἀπὸ ῾να δυὸ ξυλιὲς καὶ θὰ σᾶς βγάλω ὄξω ἀπὸ τὸ σαράγι, διὰ νὰ ἰδῇ αὐτὸς ὁποῦ βαρῶ ἐσᾶς τοὺς ἀξιωματικοὺς ν᾿ ἀπολπιστῇ ἀπὸ ριτζάδες, κι᾿ ἂν ἔχῃ κάμη τὴν κλεψιά, νὰ τὴν μαρτυρήσῃ». Ἀκολουθήσαμε αὐτό, τὸν ἔδεσα εἰς τὸ κλαρὶ καὶ τοῦ εἶπα: «Νὰ μοῦ δώσεις τὰ χρήματα καὶ νὰ σοῦ δώσω τὰ βρετικά σου, ὅτι τἅβρες, δὲν τὰ ῾κλεψες, καὶ νὰ φᾶμε ψωμὶ μαζὶ καὶ νὰ πᾶς εἰς τὴν δουλειά σου». Αὐτὸς δὲν στέργεταν μὲ κάναν τρόπον, νὰ μὴ μαθευτῇ ὅτ᾿ εἶναι κλέφτης. Τότε ἔβαλα ῾σ ἐνέργεια ὅλα αὐτά, βάρεσα τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ ῾να δυὸ ξυλιές, χωρὶς βλάβη, νὰ ἰδῇ αὐτός, τοὺς ἔβγαλα ἔξω κ᾿ ἔκλεισα τὴν πόρτα, μείναμε οἱ δυό μας. Τότε, ἀφοῦ βλέπει τὸ μαχαίρι ὁποῦ ῾λαμπε: Νὰ πάγω νὰ σοῦ τὰ δώσω, καπετᾶνε, καὶ νὰ μοῦ δώσῃς τὰ βρετικά! φωνάζει. – Καὶ τὰ βρετικὰ σοῦ δίνω καὶ ψωμὶ θὰ φᾶμε μαζὶ κ᾿ ὕστερα θὰ πᾶς εἰς τὴν δουλειά σου, ἅμα θὰ σ᾿ ἀπολύσω, καὶ τοιούτως ὁρκίστηκα». Πῆρε τοὺς ἀνθρώπους τῆς φρουρᾶς ὁποῦ τὸ᾿ ῾δωσα, πῆγε σὲ μίαν κοπριά, τά ῾χε χωμένα καὶ μαγαρισμένα ἀπὸ πάνου. Τότε κατὰ τὸν ὅρκο μου, «Ὅσο νὰ σ᾿ ἀπολύσω, τοῦ εἶπα, θὰ τρῶμε μαζί». Ἐγὼ εἶχα ἀνάγκη νὰ τὸν βαστήσω μαζί μου πέντ᾿ ἕξι ἡμέρες, νὰ μάθω γνώση αὐτόν, νὰ μὴ ματακλέψῃ ξένα χρήματα, καὶ νὰ λάβουν προσοχὴ κ᾿ οἱ ἄλλοι. Τὸ παζάρι εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποῦ συνάζονται τὰ χωριὰ κι᾿ ἄλλος κόσμος καὶ ψωνίζουν, γίνεται τὴν Δευτέρα, τὸν κλέφτη τὸν ἔπιασα τὴν Τρίτη, τὸν εἶχα ἀνάγκη ἕξι ῾μέρες ὡς τὴν Δευτέρα. Τὸν πῆρα, ἀφοῦ ἔλαβα τὰ χρήματα σωστὰ καὶ τὰ ῾δωσα τοῦ ἀνθρώπου ὁποῦ τά ῾χασε, καὶ φάγαμε ψωμὶ κατὰ τὴν συνφωνίαν μας. Τοῦ φκειάνω κ᾿ ἕνα γκιουλὲ ὡς πέντε ὀκάδες καὶ βάνω ἀπάνου εἰς τὸν γκιουλὲ αὐτά: «ὁποῖος θέλει νὰ κλέβῃ καθὼς ἡ ἀφεντειά του, ἂς τηράγῃ τὸν ἴδιον, κι᾿ ἂς κλέβη ὅποιος ἀγαπάῃ». Τοῦ πέρασα εἰς τὸν λεμὸν τὸν γκιουλέ, καὶ τὰ γράμματα ἀπάνου, τὸν πῆγα εἰς τὴν μέση τὸ παζάρι, ὁποῦ ῾ναι ἡ καμάρα τοῦ παζαριοῦ, τὸ᾿ ῾δωσα μόνος μου ἑκατὸ ξυλιὲς καὶ καμπόση ὥρα κρεμασμένος ἀπὸ τὰ χέρια ὅτι ἐκεῖνα ἔκλεψαν. Τὸν κατέβαζα, πηγαίναμε τρώγαμε ψωμί. Τὸ δειλινὸ μισὴ ὥρα κρεμασμένος καὶ δέκα ξυλιὲς ὅσο ὁποῦ ῾ρθε ἡ Δευτέρα. Τελειώσαμε, φάγαμε μαζί, ἔπιαμε ὡς ἀδελφοί, τὸ᾿ ῾δωσα καὶ τ᾿ ἀγώγι καὶ τὸν ἔδιωξα. Εἰς τ᾿ Ἀνάπλι τὸν ἀντάμωσα καὶ μὄκαμε ἕνα τραπέζι καὶ μοῦ συχώρεσε τὴν μάννα καὶ τὸν πατέρα, ὅτι ἔγινε τίμιος ἄνθρωπος καὶ καζάντησε ἀπὸ τὴν δουλειά του. Καὶ τ᾿ ἀργαστήρια τῶν Ἀθηναίων μέναν ἀνοιχτὰ τὴν νύχτα καὶ κλεψιὲς δὲν ματάγιναν.
Ἦταν καὶ κάτι ἀρχοντόπουλα κι᾿ ἀγαποῦσαν τὶς γυναῖκες, στανικῶς πιάσαν ἕνα κορίτζι νὰ τὸ διατιμήσουν. Πῆγα καὶ τοὺς ἔπιασα, τὴν εἶχαν κρυμμένη σὲ μίαν κασσέλα μέσα, μαζὶ μὲ τὴν κοντόσα, καὶ τὴν φοβέριζαν νὰ μὴν μιλήσῃ, ὅτι τὴν σκοτώνουν. Ἐψάξαμε, τὶς ηὕραμε μέσα, καὶ σὲ μία σακκούλα ηὕραμε ἀρκετὰ χρήματα. Πῆρα τὴν σακκούλα καὶ τοὺς λέγω: «Ἐσεῖς νοικοκυρόπουλα εἶστε, νὰ βοηθήσετε κ᾿ ἐσεῖς νὰ λευτερωθῇ ἡ πατρίδα, ἢ παντίδοι; Νὰ σᾶς πιάσῃ στανικῶς τὴν ἀδελφή σας τόσες ἡμέρες νὰ κάνῃ ἕνας τὸ κέφι του καλὰ σᾶς ἔρχεται; Δὲν τὸν σκοτώνετε τὸν αἴτιον; – Ναί, ἔλεγαν. – Ἐγὼ δὲν σᾶς πειράζω, οὔτε θέλω νὰ μαθευτῆτε. Τὸ κορίτζι νὰ τὸ δικιώσετε. Ὅπου βρῆτε γυναίκα ὁποῦ σᾶς θέλῃ μοναχή της, νὰ πᾶτε ἐλεύτερα, στανικῶς σκοτωνόμαστε». Παίδεψα τὴν κοντόσα.1 Πῆρα τρία γρόσια ἀπὸ τὴν σακκούλα ὁποῦ ῾χα βρῆ, τὴν δική τους, καὶ τοὺς τὴν ἔδωσα πίσου. Δὲν ματακολούθησε τίποτας ἄτιμον. Κι᾿ ἀσφαλίστη ὁ τόπος ἡσυχίαν, τιμὴ καὶ πλούτη. Καὶ ἦταν ἡ μεγαλυτέρα εὐταξία καὶ εἰρήνη. Καὶ εἶχαν πολὺ ἀγάπη ῾σ ἐμᾶς ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι κ᾿ ἐμεῖς μεγάλο σέβας εἰς αὐτοὺς τοὺς πατριῶτες.
Μίαν βραδειὰ τρώγαμε ψωμὶ εἰς τὸ κάστρο μὲ τὸν Γκούρα καὶ φαμελιάν του, ἔστειλε καὶ μὲ ζήτησε ὁποῦ τρώγοντας, ἦρθε ὁ Δυσσέας. Βῆκε ἡ γυναίκα σὲ καμπόσο ὄξω. Λέγει ὁ Δυσσέας: «Κάτι θὰ μιλήσουμε. – Ἂν ἔχετε μυστικά, τοῦ λέγω, βγαίνω κ᾿ ἐγὼ ἔξω νὰ σᾶς ἀφήσω μόνους σας. – Ὄχι, μοῦ λέγει, θὰ μιλήσουμε οἱ τρεῖς» Ἀνοίγει τὸ παλεθύρι, μοῦ λέγει: «Τήρα κάτου Μακρυγιάννη». Ἐγὼ ὑποπτεύθηκα νὰ μὴν ρίξουν κάτου ἀπὸ τὸ κάστρο. Τοῦ λέγω: «Τί νὰ τηράξω, τὸν τόπο τὸν ξέρω ἀπὸ μακρυά. – Τήραξε, τί βλέπεις; μοῦ εἶπε. – Σπίτια, τοῦ λέγω. – Καὶ κάτου, παρακάτου βλέπεις τὶς ἐλιὲς καὶ τὰ περιβόλια. Ὅλα δικά μας εἶναι, διὰ ῾κεῖνο σᾶς ἤφερα εἰς τὴν Ἀθήνα. – Τοῦ λέγω, ἂς εἶσαι καλά, καπετᾶνε, ὁποῦ μᾶς θυμᾶσαι. – Ἔχασες τὰ δικά σου, μοῦ εἶπε, παίρνεις ἄλλα περισσότερα. Διὰ νὰ τὰ πάρωμε ὅμως χρειάζεται νὰ κάμωμε ἕνα πράμα, νὰ παστρέψωμε καμμιὰν εἰκοσιαριὰ ἀγκάθια ἀπὸ τούτους τοὺς γκαγκαραίους. Ὅποτε θέλῃς ἐσύ, γίνεται. – Νὰ ἰδοῦμε ἂν εἶναι καλό, τοῦ εἶπα, νὰ τὸ στοχαστοῦμε πρῶτα. Αὐτὰ τ᾿ ἄτομα εὐτὺς κατεβαίνω κάτου καὶ χωρὶς νὰ μὲ νοιώσῃ κανένας, ὅσους γνωρίζεις μῦυ δίνεις ἕναν κατάλογον, στέλνω ἀπὸ ῾ναν ἄνθρωπον, φωνάζει τὸν κάθε ἕναν, πηγάδια εἰς τὸ Σαράι εἶναι πλῆθος, τὸν ρίχνω καὶ ὕστερα τὸν ἄλλον καὶ δὲν θὰ πάρῃ χαμπέρι ἕνας τὸν ἄλλον, οὔτε θὰ μᾶς νοιώσῃ κανένας. – Αὐτὸ εἶναι καλό, μοῦ λέγει, καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσης. – Τοῦ λέγω, τὸ ἀκολουθῶ. Ὅμως θὰ κάμωμε πατρίδα μ᾿ αὐτά, θὰ λευτερωθοῦμε ἔτζι; Αὐτὰ εἶναι τυραγνικὰ πράματα καὶ δὲν σοῦ φέρνουν ὑπόληψη. Χάνεται τ᾿ ὄνομά σου. Δὲν θὰ εἰποῦνε ὅτι ὁ Γκούρας τὸ ῾καμε, οὔτε ὁ Μακρυγιάννης, «τὄκαμε ὁ Δυσσέας», θὰ εἰποῦνε. Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀρχηγός μας καὶ διὰ σένα θὰ εἰποῦνε. Ξέρεις τί σὲ συβουλεύω; Νὰ πάρῃς χίλιους, δυὸ χιλιάδες ἀσκέρι – νὰ εἶμαι ὁ χερότερος ἐγὼ – καὶ νὰ πᾶς νὰ πολεμήσῃς διὰ τὴν πατρίδα, νὰ τὴν σώσης, καὶ ἐσὺ νὰ δοξαστῇς καὶ νὰ σὲ λένε εὐεργέτη, κατὰ τ᾿ ὄνομα ὁπόχεις. Καὶ τέτοια θέλω νὰ κάνῃς ἐσὺ κι᾿ ὄχι ν᾿ ἀκῶ τυραγνικὰ πράματα. Κι᾿ αὐτὰ νὰ μὴ μάτα τὰ εἰπῇς. Κ᾿ ἐγὼ βίον δὲν θέλω». Τότε λέγει ὁ Γκούρας: «Βρέ, τί σὲ πονεῖ τὸ κεφάλι σου καὶ μιλεῖς μὲ τὸν Μακρυγιάννη; Αὐτὸς καμμίαν ῾πιτροπὴ θέλει νὰ φκειάνῃ ν᾿ ἀνακατώνῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ μὲ τοὺς Ἀθηναίους του ἔχει τὸ εἶναι του. – Σύντροφός σας, τοῦ λέγω, εἶμαι εἰς τὰ καλά, νὰ λευτερώσουμε τὴν πατρίδα, δι᾿ αὐτείνη πῆγαν νὰ μὲ σκοτώσουν τόσες φορὲς κι᾿ ἄφησα τὴν κατάστασή μου καὶ χρήματά μου κ᾿ ἔχω ὁμολογίες παλιὲς περίτου ἀπὸ σαράντα χιλιάδες γρόσια. Κι᾿ ἀφοῦ ἔχασα ὅλα αὐτά, ὅταν παίρνετε ἐσεῖς μιστὸν κάθε μήνα ἀπὸ τοὺς πολίτες, ἐδῶ καὶ εἰς τὸ Σάλωνα, ἐγὼ κάθομαι εἰς τὴ μπάντα μου καὶ παίρνω ἀπό ῾να ντεσκερέ. Σᾶς κρένω ῾λικρινῶς κι᾿ ὡς ἀδελφός σας, ὅτι ἀπὸ σᾶς λευτερώνεται ἡ πατρὶς κι᾿ ἀπὸ σᾶς χάνεται. Καὶ τὴν ῾πιτροπή τὴν ἔκαμα διὰ τὴν δόξα τὴν ἐδική σας, κι᾿ ἄλλη βολὰ θὰ τὸ ἰδῆτε, τώρα δὲν φαίνεται. Κι᾿ αὐτὰ ὁποῦ μου εἴπετε νὰ μὴν τὰ εἰπῆτε κανενοῦ σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα.
Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν παραδοθῆ ἐξ αἰτίας τοῦ νεροῦ. Κοντὰ εἰς τὰ τείχη τοῦ κάστρου ἦταν ἕνα πηγάδι σκεπασμένο καὶ οἱ στραβοὶ δὲν τὸ ῾βλεπαν. Τὸ ηὕρανε οἱ Ἕλληνες καὶ στάθη ὁ Δυσσέας κι᾿ ὅλοι ἐμεῖς καὶ συνάξαμε τοὺς δύστυχους Ἀθηναίους κι᾿ ἀγωνίστηκαν τόσες μῆνες καὶ πλέρωναν κ᾿ ἔγινε μία ντάπια φοβερὴ κ᾿ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ κάστρο καὶ τὸ νερὸ μπῆκε μέσα. Ἦταν ῾σ αὐτὸ πηγάδι καὶ μία ἐκκλησιούλα, τὸ νερό του γλυφό, ὅμως γερό. Ἂν ἔλειπε αὐτὸ τὸ πηγάδι, θὰ τὸ παθαίναμεν ἐμεῖς χερότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
Τὸν Δυσσέα τὸν ζήλευαν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ καὶ τὸν κατάτρεχαν εἰς τὴν Ἀθήνα. Οἱ Ἀθηναῖοι κι᾿ ἄλλοι καμπόσοι ἀπὸ ἄλλες ἐπαρχίες τὸν χεροτόνησαν ἀρχιστράτηγον τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. Τότε τὸν ζήλευαν περισσότερον οἱ ὀχτροί του. Εἶναι ἀλήθεια, ἦταν γνωστικώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅμως ὅποτε εὕρισκε ἄνθρωπον νὰ τοῦ μιλήσῃ φρόνιμα καὶ πατριωτικῶς, τὸν κατάτρεχε. Ἄκουγε κι᾿ αὐτὸς κι᾿ ὁ Γκούρας τὸ κακό. Κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς πλησιάζαν ἔκαναν μὲ τὸ μέσο τὸ δικό τους τὰ κακά τους θελήματα.
Ἕνας παπὰς ἀπὸ τὰ χωριὰ τῆς Φήβας ἦταν φίλος τῶν Τούρκων πολὺ ἀγαπημένος, κ᾿ ἔκανε τὸν ἅγιον εἰς τοὺς Ρωμαίους καὶ πήγαινε σὲ ὅλα τὰ ὀρδιὰ καὶ πολιτεῖες καὶ νησιὰ κ᾿ ἔβλεπε καὶ μάθαινε ὅλα τὰ μυστικὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ πάγαινε καὶ τὰ πρόδωνε τῶν Τούρκων. Κι᾿ ἀπὸ τὶς προδοσὲς αὐτεινοῦ πολλοὶ Ἕλληνες σκοτώθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τὸν μάθαν ἔπειτα οἱ Ἕλληνες, τὸν μαρτύρησαν χριστιανοὶ ὁποῦ ῾ταν πλησίον εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ τὸν πιάσανε καὶ τὸν φέρανε εἰς τὴν Ἀθήνα εἰς τὸν Δυσσέα καὶ τὸν ἔχτισε ζωντανό, καὶ χτισμένος τελείωσε. Καὶ πῆραν μέτρα οἱ τοιοῦτοι εἰς τὸ ἑξῆς.
Τὸν Ὀκτώβριον μήνα, τὰ 1822, οἱ πρόκριτοι Ταλαντιοῦ, Λιβαδειᾶς κι᾿ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη γράφουν εἰς τὸν Δυσσέα, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὴν Ἀθήνα, καὶ τοῦ λένε: «Δώδεκα χιλιάδες Τοῦρκοι καὶ περίτου ἦρθαν καὶ ἔπιασαν τοὺς τόπους μας, χῶρες καὶ χωριά. Αὐτὸ μαθαίνοντας ἐμεῖς ἀπὸ τὶς βάρδιες ὁποῦ ῾χαμε ῾σ τὰ στενά, ἀφήσαμε ὅλο τὸ βίον καὶ ζωντανά μας, καὶ μὲ τὰ παιδιά μας πιάσαμε τὰ βουνά, καὶ τώρα ὁποῦ ἀρχινάγει ὁ χειμώνας θὰ χαθοῦμε ὅλοι ἀπὸ τὸ κρύο, τὴν γύμνια καὶ πείνα, καὶ δὲν βαστᾶμε αὐτό, κ᾿ ἐπίτηδές σου στέλνομε νὰ κοπιάσῃς μίαν ὥρα ἀρχύτερα, ὅτ᾿ εἴμαστε χαμένοι καὶ ἡ παρουσία σου θὰ μᾶς παρηγορήσῃ καὶ θὰ μᾶς σώσῃ». Εὐτὺς ὅπου τόλαβε ὁ Δυσσέος τὸ γράμμα αὐτό, σύναξε ὅλους τους Ἀθηναίους ἀπὸ χώρα καὶ χωριὰ καὶ τοὺς τὸ διάβασε. Καὶ τοὺς λέγει: «Νὰ συναχτοῦμε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι᾿ ἀπάνου νὰ πᾶμε ἐκεῖ ὁποῦ ῾ναι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, τ᾿ ὀρδί, καὶ νὰ γίνωμε ἕνα σῶμα νὰ τοὺς πολεμήσωμε. Ἀλλοιῶς ἂν κάμωμε, οἱ Τοῦρκοι εἶναι πολλοὶ κ᾿ ἔχουν καὶ τὰ χωριὰ καὶ χῶρες πιασμένες κ᾿ ἔχουν καὶ ζαϊρέδες. Καὶ δὲν θ᾿ ἀφήσουνε ποδάρι ὡς τὴν Ἀθήνα, ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη θὰ τὰ πλύνουν. Καὶ θὰ βγοῦνε κι᾿ ἀπὸ Ἔγριπον, ὁποῦ ῾ναι μία μεγάλη δύναμη, καὶ θὰ μᾶς ἀφανίσουνε. Καὶ διὰ ῾κεῖνο κινήθηκαν τὸν χειμώνα καὶ μᾶς πῆραν ὅλες τὶς τροφὲς κ᾿ ἐμᾶς μας ἔρριξαν εἰς τὰ βουνὰ καὶ δὲν θὰ νταγιαντήσουμε». Οἱ καϊμένοι οἱ φιλόπατροι οἱ Ἀθηναῖοι, χώρα καὶ χωριά, ἀποφάσισαν κ᾿ ἔδωσαν τρακόσους Ἀθηναίους κι᾿ ὁ Σαρρὴς κεφαλὴ τοὺς μ᾿ ἄλλους ἀξιωματικούς. Θὰ ῾διναν πολλὰ περισσότερους, ὅμως φυλάγαμε κι᾿ ἄλλα πόστα ἐδῶ διὰ τοὺς Ἐγριπαίους Τούρκους. Καὶ μὲ μεγάλον ζῆλον καὶ πατριωτισμὸν συνάχτηκαν εὐτὺς καὶ διόρισε κι᾿ ὁ Δυσσέας ἀνθρώπους δικούς του μὲ τὸν Γιωργάκη Λεπενιωτάκη, γενναῖον καὶ καλὸν πατριώτη. Καὶ συνάχτηκαν αὐτοί, κι᾿ ὅλοι μαζί, μὲ τοὺς Ἀθηναίους, κίνησαν τὸν ἴδιον μήνα καὶ πῆγαν εἰς τῆς Λιβαδειᾶς τὰ μέρη. Ἀνταμώθηκαν καὶ μὲ τοὺς ἄλλους δικούς μας ἐκεῖ. Οἱ Τοῦρκοι ἔγιναν δυὸ κολῶνες, μιὰ κινήθη ἀπὸ τὴν Γραβιὰ καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὸν Ζεμενὸ Ἀράχωβας καὶ μπῆκαν εἰς τὸ Σάλωνα συνχρόνως. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν γελάση τοὺς Ἕλληνες, ὅτι ἔβγαλαν καὶ λέγαν ὅτι θὰ κινηθοῦν διὰ Φήβα κι᾿ Ἀθήνα, καὶ οἱ Ἕλληνες εἶχαν τὴν προσοχὴ τοὺς αὐτοῦθε, καὶ μ᾿ αὐτείνη τὴν εὐκαιρίαν μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι ἀπολέμητοι καὶ μὲ λίγην ζημίαν τοὺς (κλέφτικο χτύπημα). Κεφαλὲς τῶν Τούρκων ὁ Μεμὲτ πασσᾶς κι᾿ ὁ Τζελαλεντίμπεγης κι᾿ ἄλλοι σερασκέρηδες. Οἱ Ἕλληνες πιάσανε ὅλοι τὸν Ἁγιλιά, μιὰ ὥρα μακρυὰ ἀπὸ τὸ Σάλωνα, θέση δυνατή. Πῆγαν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς φορὲς καὶ πολέμησαν εἰς τὸν Ἁγιλιά, καὶ τὶς τρεῖς φορὲς τοὺς χάλασαν οἱ Ἕλληνες.
Οἱ Τοῦρκοι μάθανε ὅτι ὅλες οἱ ἐπαρχίες οἱ γειτονικὲς ῾κονόμησαν τὶς φαμελιές τους καὶ συνάζονταν ὅλοι τώρα νὰ πᾶνε νὰ πολεμήσουνε συνχρόνως τοὺς Τούρκους εἰς τὸ Σάλωνα. Αὐτὸ μαθαίνοντας οἱ Τοῦρκοι, κάψαν ὅλα τὰ χωριὰ τοῦ Σαλώνου καὶ τὸ Σάλωνα καὶ φύγαν κρυφίως ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Γραβιᾶς καὶ πέσαν εἰς τὸν κάμπον ἄβλαβοι, καὶ πῆγαν πάλε εἰς τὶς θέσες τοὺς οἱ Τοῦρκοι Λιβαδειᾶς, Μπουντουνίτζας, ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη τοῦ κάμπου.
Ὁ Δυσσέος ἦταν ἀκόμα εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ τόγραψαν τὸ πάεισιμον τῶν Τούρκων εἰς Σάλωνα, καὶ κινήθη διὰ Σάλωνα μὲ πολλὰ ὀλίγους, καὶ εἰς τὸν δρόμον ἔμαθε τὸ φευγάκι τους. Ὁ Δυσσέας ἔμεινε εἰς τῆς Λιβαδειᾶς τὰ μέρη καὶ γράφει τῶν ἀνθρώπωνέ του νὰ πᾶνε εἰς τὸ Δαδὶ ν᾿ ἀνταμωθοῦν. Πάγει κι᾿ ὁ Δυσσέας ἐκεῖ (χωριὸν τῆς Λιβαδειᾶς εἰς τὰ πρόποδα τοῦ Παρνασοῦ, κεφαλοχώρι, ὡς πέντε ὧρες ἀπὸ τὴν Λιβαδειά). Ἀφοῦ πῆγε ὁ Δυσσέας εἰς τὸ Δαδί, συνάχτηκαν καὶ οἱ ἄνθρωποί του καὶ οἱ Λιβαδίτες κι᾿ Ἀθηναῖγοι. Ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τράβησε καὶ πῆγαν πανουκέφαλα τοῦ χωριοῦ, εἰς τὸ μοναστήρι ἡ Παναγιὰ (γερώτερη ἡ θέση ἐκείνη διὰ πόλεμον), καὶ εἰς τὸ Δαδὶ ἔμεινε ὁ Σαρρὴς μὲ τοὺς Ἀθηναίους. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔμεινε μόνος του ὁ Σαρρής, ἄλλοι ὅτι παθητικῶς τὸν ἄφησε ὁ Δυσσέας, ὅτι τὸν κατάτρεχε κι᾿ αὐτὸς κι᾿ ὁ Γκούρας νὰ τὸν σκοτώσουνε (καὶ τὸν σκότωσαν ὕστερα).
Ἀφοῦ λοιπὸν ἔμεινε ὁ Σαρρὴς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Ἀθηναῖγοι εἰς τὸ Δαδί, ὁ τόπος ἐκτεταμένος, λίγοι οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι πολλοὶ καὶ μὲ τὸ πρῶτο τους ἔρριξαν εἰς φυγή. Σκοτώθηκαν Ἕλληνες καμμιὰ δεκαπενταριά, πιάσαν καὶ τὸν Σαρρὴ ζωντανόν.
Μὲ τὸν χαλασμὸν αὐτεινῶν ψύχωσαν οἱ Τοῦρκοι πολύ, ρίχτηκαν καὶ εἰς τὸ μοναστήρι καὶ ζῶσαν τὸν Δυσσέα στενὰ ὁποῦ ῾ταν πολλὰ ὀλίγοι ἐκεῖ καὶ οἱ Τοῦρκοι πολλοί. Τόκαμαν πολλὰ γερούσια τοῦ Δυσσέα μὲ τοὺς ὀλίγους ὁποῦ ῾χε εἰς τὸ μοναστήρι. Τοὺς βάστηξαν οἱ Ἕλληνες γενναίως. Τοὺς πῆραν ὅμως μίαν θέσιν, σκότωσαν τὸν Μήνιο Κατζικογιάννη καπετάνο τῆς Φήβας, λάβωσαν καὶ τὸν Ἀλέξη Ταργατζίκη, γενναῖον πατριώτη καὶ τίμιον. Τότε ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι μ᾿ ὁρμὴ νὰ πιάσουν τὸν Δυσσέα, τζάκισαν οἱ ἄνθρωποί του καὶ μπῆκαν εἰς φυγὴ καὶ κιντύνεψε ἀπὸ τὴν τρίχα ὁ Δυσσέας, ἔφυγε ξυπόλυτος. Τέλος κι᾿ αὐτὸς καὶ οἱ ἄνθρωποί του σώθηκαν καὶ πῆγαν εἰς τὴν Ἀράχωβα. Καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα πῆγε κι᾿ ὁ Νάκο Πανουργιᾶς μὲ τοῦ Σαλώνου τοὺς ἀνθρώπους καὶ κατέβηκαν μὲ τὸν Δυσσέα εἰς τὴν Ἁγιὰ Ρουσαλή. Οἱ Τοῦρκοι ἦταν εἰς Βελίτζα κι᾿ ὁλόγυρα ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη.
Τότε ὁ Δυσσέας, ἀφοῦ εἶδε τοὺς Τούρκους δυνατοὺς πολὺ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀδύνατοι καὶ κρύγοι, ὅτι σκόρπησαν μὲ τὶς φαμελιὲς τοὺς οἱ περισσότεροι καὶ χειμώνας, καὶ θὰ τοὺς κατασκλαβώσουνε καὶ θὰ πᾶνε οἱ Τοῦρκοι ὡς τὴν Ἀθήνα, καὶ μποροῦσε καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησο, ὅτ᾿ ἦταν κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ Τοῦρκοι εἰς Ἔγριπον, τότε, διὰ νὰ προλάβη ὅλα αὐτὰ τὰ κακά, τοὺς ἄρχισε τοὺς Τούρκους ὁ Δυσσέας μ᾿ ὁμιλίες, πὼς θὰ προσκυνήση, κ᾿ ἔστειλε τὸν γραμματικόν του καὶ τοὺς εἶπε νὰ πάψουν τὸν πόλεμο καὶ νὰ μιλήσουνε. Οἱ Τοῦρκοι ἀκολούθησαν αὐτό. Κι᾿ ὁ Δυσσέας τοὺς ἤφερνε γύρα, κ᾿ ἔστειλε παντοῦ σὲ ὅλους τους γειτόνους του νὰ ῾ρθούνε μὲ δύναμες, καὶ ἔδινε καιρὸν καὶ παραμεροῦσαν οἱ ἀδύνατοι μ᾿ ὅ,τι ζωντανά τους μέναν εἰς τὰ ψηλώματα. Τότε ὁ πασσᾶς κι᾿ ὁ Τζελαλεντίμπεγης, φίλος του Δυσσέα ἀπὸ τὸν Ἀλήπασσα, ζήτησαν ν᾿ ἀνταμωθοῦν ῾σ ἕνα μέρος μ᾿ αὐτόν. Ἀνταμώθηκαν, τοῦ εἴπανε νὰ προσκυνήση ὁ Δυσσέας μ᾿ ὅλους τους κατοίκους κι᾿ ὅ,τι θέλη τοῦ γίνεται ἀπὸ τὸν Σουλτάνο. Δολερῶς ὁ Δυσσέας τοὺς ὑποσκέθηκε αὐτά, μὲ ψευτιές. Τοὺς ζήτησε πρῶτα ἀσφάλειαν δική του καὶ τῶν κατοίκων. Μείναν οἱ Τοῦρκοι σύνφωνοι εἰς αὐτό, ὅ,τι συνφωνῖαν θέλη κάνουν, διὰ τὴν σιγουρτὰ τοὺς ὅμως νὰ προσκυνήσουνε οἱ κάτοικοι κι᾿ ὁ Δυσσέας. Μείναν σύνφωνα καὶ τὰ δυὸ μέρη. Φκειάνουν οἱ Τοῦρκοι ἕνα συνφωνητικόν, τὸ δίνουν νὰ τὸ ὑπογράψη ὁ Δυσσέας. Ἀφοῦ τὸ διάβασε, λέγει τῶν Τούρκων: «Αὐτὸ δὲν σημαίνει, νὰ τὸ ὑπογράψω ῾γω μόνος μου, θέλει νὰ εἶναι καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι, νὰ κάμωμε σίγουρα πράματα, νὰ μὴν ἔβγω ψεύτης οὔτε εἰς τὸν Σουλτάνο, οὔτε εἰς τοῦ λόγου σας. Καὶ διὰ νὰ γένουν αὐτὰ πρέπει νὰ συναχτοῦν οἱ κάτοικοι ἐδῶ, νὰ θαρρύνουν. Λοιπὸν νὰ φύγετε οἱ Τοῦρκοι διὰ τὸ Ζιτούνι καὶ σᾶς δίνω ρεέμια». Καὶ βάλαν καὶ μία διορίαν εἰς αὐτό, ὅσο νὰ τελειώση. Καὶ τοὺς ἔδωσε τρία ἀσήμαντα ρεέμια, τοὺς εἶπε ὁ Δυσσέας τί νὰ λένε τῶν Τούρκων, τί μεγάλοι ἄνθρωποι καὶ σημαντικοὶ εἶναι. Καὶ μὲ ταῦτο μείναν εὐκαριστημένοι οἱ Τοῦρκοι καὶ πῆγαν ὅλοι εἰς τὸ Ζιτούνι καὶ κάθισαν κάνα δυὸ μήνους ἐκεῖ. Καὶ διαλύθηκαν. Φύγαν καὶ τὰ ρεέμια κρυφὰ καὶ ἦρθαν εἰς τὸν Δυσσέα. Καὶ οἱ κάτοικοι συνάχτηκαν πίσου εἰς τὸν τόπο τους καὶ τήραγαν τὴν δουλειά τους. Εἶχε μιλήση ὁ Δυσσέος τῶν Τούρκων ὅ,τι ζωντανά, καματερὰ κι᾿ ἄλλα, πῆραν τῶν κατοίκων νὰ τ᾿ ἀφήσουνε ὀπίσου, νὰ θαρρύνουν οἱ κάτοικοι διὰ νὰ προσκυνήσουνε. Κι᾿ ἄφησαν πολλά. Αὐτοὺς λένε ἀνθρώπους σημαντικούς, καὶ καλὸ κάν᾿ νε καὶ κακό. Εἶναι ὅμως λιγώτερον τὸ κακὸ αὐτεινῶν καὶ πολὺ τὸ καλό, σώνουν πατρίδα, ῾στὸ καλό, ῾στὸ κακό, βλάβουν ἄτομα. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ διὰ τὸ καλὸ καὶ διὰ τὸ κακό. Ὅταν κάνη λίγο κακὸ καὶ μεγάλο καλό, ὁ Θεὸς τὸν συχωράγει.
Ὅταν ἀνταμωθήκαμε μὲ πολλοὺς ἀξιωματικούς του Δυσσέα καὶ κατοίκους, ὁποῦ ἦταν ὅλοι παρόν, μοῦ τὰ εἶπαν αὐτὰ κι᾿ ἀπὸ γράμματα ποὺ μόστειλαν τὰ γράφω ὅλα. Μάλιστα ἕνας ἀξιωματικός του Δυσσέα ἀγαπημένος του, γενναῖος, τίμιος (τὸν εἶχα ὁρκισμένον μέλος τῆς ῾πιτροπής) μοῦ εἶπε κι᾿ αὐτὸς αὐτά, τὸν λέγαν Χρῆστο Τζάμη, καὶ μοῦ εἶπε, ὅταν ἦταν ὁ Δυσσέος εἰς τὴν Ἀθήνα, εἶπε τοῦ Γκούρα νὰ προσέχη ἀπὸ ῾μένα νὰ μὴν τοῦ πάρω τὸ κάστρο μὲ τὴν ῾πιτροπή μου. Καὶ μὲ πρόσεχαν πολύ. Θὰ μ᾿ ἔπαιρνε μαζί του ὁ Δυσσέος, κι᾿ ὡς ἀγαπημένος τῶν πολιτῶν μ᾿ ἄφησε διὰ τὴν ἡσυχίαν.
Ὁ Σαρρής, ὁποῦ ῾ταν σκλάβος, ἔφυγε ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν χάψη μὲ τὰ σίδερα εἰς τὰ ποδάρια, ἀπὸ τὴν Λάρσα. Ἄξιον καὶ γενναῖον παληκάρι, γλύτωσε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὸν φάγαν οἱ ἄλλοι, τὸν σκότωσαν. Τὸν κιντύνευαν καὶ πρωτύτερα νὰ τὸν σκοτώσουν κ᾿ ἔβαλαν κ᾿ ἐμένα νὰ τὸν σκοτώσω. Ἐγὼ ὡς παληκάρι τὸν σεβόμουν καὶ τὸν ἀγαποῦσα ὡς ἀδελφό μου καὶ τοῦ τὸ εἶπα κ᾿ ἔφυγε δυὸ τρεῖς μῆνες εἰς τὰ νησιά. Τὸ ῾μαθαν αὐτεῖνοι ὅτι τοῦ εἶπα ἐγὼ κ᾿ ἔφυγε. Σὲ τρεῖς μῆνες γύρισε πίσου εἰς τὴν πατρίδα του. Μ᾿ ἔστειλαν ἐμένα καὶ βήκα διὰ δουλειὰ εἰς τὰ χωριά, ἦρθα καὶ τὸν ηὗρα σκοτωμένον. Καὶ τοῦ πῆραν καὶ τὸν βίον του. Ὑστερώτερα βρέθη σκοτωμένος κι᾿ ὁ Μελέτης Βασιλείου Χασιώτης, ὁποῦ ῾ρθε εἰς τὴν Γραβιὰ νὰ μᾶς πάρη εἰς τὴν Ἀθήνα. Πολέμαγαν νὰ σκοτώσουνε καὶ τοὺς Λεκκαίους καὶ σώθηκαν εἰς τὴν Πελοπόννησο. Καὶ ῾περασπίζομουν ἐγὼ τὶς φαμελιές τους. ῾Νεργοῦσαν καὶ διὰ ῾μένα μὲ τρόπον νὰ μὲ σκοτώσουνε. Πάντοτες εἶχα τὸ νοῦ μου. Κι᾿ ὁ Θεὸς μὲ γλύτωσε.
Ἀφοῦ ἦταν ὁ Μαμούρης ἔξω ντερβέναγας (καὶ τζάκιζε τοῦ φίλους του μὲ τὸ τζεκούρι, ὁποῦ τὸν ἔφεραν ἐδῶ), εἶχε καὶ κολτζῆδες εἰς τὰ χωριὰ ὁποῦ περιέρχονταν. Πῆγαν εἰς τὸ Μενίδι αὐτεῖνοι, μέθυσε ὁ ἀξιωματικός, γράφει τοῦ Γκούρα ὅτι οἱ Μενιδιάτες θὰ κάμουνε ἐπανάστασιν ἀναντίον του. Τότε στέλνει μὲ φωνάζει σουρουπώνοντας νὰ πάγω ῾στὸ Μενίδι. Μὄδωσε κι ἀνθρώπους, πῆρα καὶ τοὺς δικούς μου νὰ πιάσω τοὺς αἴτιους ὁποῦ θὰ μοῦ εἰπῆ ὁ ἀξιωματικός, νὰ τοὺς δέσω, κι᾿ ἂν δὲν σταθοῦν, σκότωμα καὶ κάψιμον ὅλο τὸ χωριόν. Πῆρα τοὺς ἀνθρώπους ὅπως διατάχτηκα καὶ πῆγα τὴν νύχτα. Βλέπω ἀπ᾿ ὅσους ἀνθρώπους μου ῾χε δομένους ὁ Γκούρας εἶχαν καὶ ζῶα καμπόσοι καὶ σακκιά. Κοντὰ εἰς τὸ χωριὸν τοὺς ρωτάγω: «Τάχουμε, μοῦ λένε, νὰ φορτώσουμε πλιάτσικα. Τί ῾ναι αὐτεῖνοι, τοὺς λέγω, ὁποῦ θὰ – Τ᾿ εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς λέγω, ὅπου θὰ γυμνώσουμε, Τοῦρκοι; Αὐτεῖνοι εἶναι Ἕλληνες, συναγωνισταί μας, κι᾿ ἂν πορευτοῦμε τοιούτως, τί Ρωμαίικον θὰ κάμωμε; Δὲν σώθηκαν οἱ Τοῦρκοι ἀκόμα καὶ θὰ μᾶς κάμουν πλιάτσικα ἐμᾶς. Καὶ τί στοχάζεστε, θὰ μπορέσουμε νὰ γυμνώσουμεν τοὺς Μενιδιάτες; Αὐτὸ εἶναι τόσα ντουφέκια, κεφαλοχώρι. Ν᾿ ἀκούσετε ἐμένα ὡς μεγαλύτερον, κι᾿ ὅπως ἰδῶ ἐγὼ τὰ πράματα, θὰ σᾶς ὁδηγήσω, ὅτι δὲν σκοτώνομαι ἐγὼ μ᾿ Ἕλληνες, τοὺς ἀδελφούς μου». Τοὺς κακοφάνη καμποσουνῶν, τοὺς εἶπα: «Σύρτε μόνοι σας κ᾿ ἐγὼ γυρίζω πίσω». Τότε κλίναν νὰ μ᾿ ἀκούσουνε. Ἅμα ἔφτασα ῾στὸ χωριό, διὰ νυχτὸς πῆγα εἰς τὸ κονάκι τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν παίρνω κρυφὰ καὶ τοῦ λέγω: «Τ᾿ εἶναι τὸ λάθος ὁποῦ ῾καμες κ᾿ ἔγραψες αὐτὰ τὰ ψέματα τοῦ Γκούρα καὶ μ᾿ ἔστειλε νὰ ξετάξω καὶ νὰ σὲ πιάσω; – Ἤμουν μεθυσμένος, μοῦ λέγει, κ᾿ ἔκαμα αὐτὸ τὸ λάθος. – Δό᾿ μοῦ τὸ ἐνγράφως νὰ πάγω νὰ τοῦ κάμω ριτζᾶ, νὰ τοῦ μιλήσω ἐγὼ νὰ σὲ συχωρέση». Τὸ παίρνω ἐνγράφως, βάνω μάρτυρες κι᾿ ὅσους ἦταν ἐκεῖ, ἔστειλα καὶ εἰς τὸ χωριὸν μὲ τρόπον κ᾿ ἔπιασα καμμιὰ δεκαριὰ χωριάτες, τοὺς πῆρα διὰ νυχτὸς χωρὶς νὰ μάθη κανένας, τοὺς ἤφερα εἰς τὴν Ἀθήνα, τοὺς διάταξα τί νὰ εἰποῦνε τοῦ Γκούρα κι᾿ ὅτι τοὺς ἀφάνισα ἀπὸ τὸ ξύλο καὶ παιδεμοὺς κι᾿ ἀπὸ τὸ πολὺ δέσιμον. Κι᾿ ὅταν παρουσιαστοὺν εἰς τὸν Γκούρα, νὰ φωνάζουν ἀναντίον μου. Τοὺς ἀφίνω εἰς τὸ Κονάκι, στέλνω τοῦ Γκούρα καὶ σμίγομε ὁληνύχτα, τοῦ δίνω τὸ γράμμα, τὸ διαβάζει, τοῦ μιλῶ καὶ καμπόσα, τοῦ λέγω: «Τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἔχω δεμένους ὅλους καὶ νὰ σοῦ τοὺς φέρω καὶ κᾶμε τοὺς ὅ,τι θέλης. – Σὲ περικαλῶ, μοῦ λέγει, κᾶμε ὅ,τι μπορέσης καὶ μ᾿ ὅ,τι τρόπον νὰ τοὺς στείλης πίσου, νὰ μὴ μαθευτῆ αὐτό». Πῆγα, ηὗρα τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔλυσα καὶ τὴν ἴδια νύχτα πῆγαν εἰς τὰ σπίτια τους.
Ἔρχονται καὶ τοῦ λένε ἕνα παρόμοιον σὲ καμπόσον καιρὸν διὰ τὴν Χασιά, τὸ χωριόν, ὅτι οἱ Χασιῶτες σήκωσαν κεφάλι. Πήγανε ὁ Μαμούρης κι᾿ ὁ Κατζικογιάννης, ὅτι ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τὰ τοιούτα, καὶ πιάνουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀφανίζουνε, καὶ τοὺς πῆραν τὸ βίον τους, πάτησαν κορίτζα καὶ τόσα ἄλλα κακά.
Ὅταν ἦρθε ὁ Κιτάγιας, ηὖρε ἀνθρώπους φορτωμένους λιθάρια εἰς τὰ χωριά, ὁποῦ τοὺς τυραγνοῦσαν αὐτεῖνοι διὰ χρήματα, καὶ τοὺς ξεφόρτωσε ὁ Κιτάγιας καὶ στουπίρησε κι᾿ αὐτός, ὁποῦ ἦταν Τοῦρκος. Καὶ δι᾿ αὐτὰ προσκύνησαν τὰ χωριὰ τῆς Ἀθήνας καὶ βαστάχτη ὁ Κιτάγιας καὶ σκοτώθηκαν τόσος κόσμος κι᾿ ἀφανίστη ὁ τόπος ὅλως διόλου καὶ ξανὰ τὸν ἀγοράσαμε πίσω ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἂν δὲν προσκυνοῦσαν οἱ χωριάτες, δὲν μποροῦσαν οἱ Τοῦρκοι νὰ κάμουν τίποτας. Αὐτεῖνοι ξέραν ὅλους τους τόπους καὶ παίρναν τοὺς Τούρκους καὶ πήγαιναν κι᾿ αὐτεῖνοι μαζὶ καὶ πολεμοῦσαν καὶ νταγιάνταγαν τοὺς Τούρκους ἀπὸ ζαϊρέ, καὶ τοὺς ψύχωναν καὶ τοὺς ὁδηγοῦσαν σὲ ὅλα τὰ μονοπάτια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικόν.
Τοιοῦτοι ἄνθρωποι θέλουν νὰ πλουτήνουν, ὅταν δὲν εἶναι καιρὸς διὰ πλούτη, ἀλλὰ εἶναι καιρὸς ν᾿ ἀγωνιστοῦν καὶ ὕστερα ἔρχονται τὰ πλούτη καὶ ἡ δόξα μαζί. Ἐμεῖς τοὺς συντρόφους μας τοὺς δένομε καὶ τοὺς φορτώνομε λιθάρια κ᾿ ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς ξεφορτώνουν. Ἐμεῖς τοὺς τίμιους φίλους μας καὶ καλοὺς πατριῶτες τοὺς σκοτώνομε, τοὺς παντίδους τοὺς σεβόμαστε, κι᾿ ἀφίνομε τὸ Στραβοσουρμελὴ νὰ κλέβη τὴν ντογάνα, νὰ μᾶς δίνη κ᾿ ἐμᾶς καὶ νὰ τρώγη καὶ αὐτός, καὶ νὰ γράφη ψευτιὲς κ᾿ ἐπαίνους. Καὶ μὲ τοὺς κόλακας καὶ κλέφτες κι᾿ ἀπατεῶνες βέβαια ἡ πατρὶς κιντύνεψε καὶ θὰ κιντυνέψη. Τὰ σημειώνω κ᾿ ἐγὼ ἐδῶ ἴσως ἐσεῖς οἱ μεταγενέστεροι, σὰν ἰδῆτε τὴν ἀρετή μας, θὰ εἶστε ῾λικρινώτεροι διὰ τὴν πατρίδα. Γλυκώτερον πράμα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία. Ὅταν δι᾿ αὐτὰ τὸν ἄνθρωπον δὲν τὸν τύπτη ἡ συνείδησή του, ἀλλὰ τὰ δουλεύη ὡς τίμιος καὶ τὰ προσκυνή, εἶναι ὁ πλέον εὐτυχῆς καὶ πλέον πλούσιος.
Τὸν ἀδελφό μου τὸ Γκούρα τὸν ἔπιασα μία ἡμέρα καὶ τοῦ εἶπα, ὡς ἀδελφός του ῾λικρινής, καμπόσες διάτες, ὅ,τι μο᾿ ῾κόβε τὸ κεφάλι μου. Τοῦ εἶπα: «Ἐδῶ εἰς τὴν Ἀθήνα εἶναι πλούτη καὶ δόξα συντροφεμένα, εἶναι κι᾿ ἀτιμία κι᾿ ἁρπαγή, κι᾿ ὅποιο ἀπ᾿ αὐτὰ ἀγαπάγη μπορεῖ νὰ πάρη ὁ καθείς, καὶ καταξοχὴ ἐσὺ ὁποῦ μπορεῖς νὰ ὠφελήσης καὶ νὰ ζημιώσης εἰς τὴν θέσιν ὁποῦ ῾ναι ἡ πατρίδα. Ἡ πατρίς μας (τοῦ εἶπα) ἔχει μεγάλον ἀγώνα κ᾿ ἔχει τὴν ἀνάγκη μας νὰ τὴν δουλέψωμε τώρα καὶ νὰ μᾶς δοξάση, ὅταν ἡσυχάση, ἀναλόγως τὸν καθέναν κατὰ τὴν θέσιν ὁποῦ βρίσκεται καὶ τὴν ἰκανότη ὁποῦ ἔχει καὶ τὴν ἀρετὴ ὁποῦ θὰ δείξη. Τώρα ἡ πατρὶς εἶναι εἰς αὐτείνη τὴν κατάστασιν, κ᾿ ἐδῶ εἰς τὴν Ἀθήνα φαίνεται καὶ ἡ δούλεψη τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἡ κατάχρηση, ὅτι καθημερινῶς ἔρχονται ξένοι ἄνθρωποι καὶ παρατηροῦνε τοὺς σημαντικοὺς ἀνθρώπους, ἂν πατριωτικῶς δουλεύουν ἢ δολερῶς. Κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ φωτίζονται οἱ ξένοι, ἂν δουλεύωμε διὰ λευτεριά, μᾶς βοηθοῦνε οἱ φιλάνθρωποι, κι ἂν δουλεύωμε διὰ ληστείαν, μᾶς μουτζώνουν. Κι᾿ ἂν φερθῆς πατριωτικῶς καταξοχὴ ἐσύ, ὁποῦ ῾σαι κεφαλὴ ἐδῶ, νὰ ἡ δόξα σου, νὰ ἡ εὐτυχία τῆς πατρίδος – νὰ καὶ ἡ δυστυχία αὐτεινῆς κ᾿ ἐμᾶς, ἂν φερθῆς ἀλλοιώτικα». Κάμποσον καιρὸ μὲ ἄκουσε. Ὕστερα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν τρογύριζαν εἶχαν ἀνάγκη νὰ βαίνουν νὰ ψήνη αὐτὸς τὸ σφαχτὸ κι᾿ αὐτοὶ χαζίρι νὰ τὸ τρῶνε. Πιάστηκα δι᾿ αὐτά, μαλλώσαμε, ἦρθε νὰ μὲ πολεμήση, κλείστηκα κάτου εἰς τὸ σπίτι μου, ἦρθαν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι, πολλοί, μ᾿ ἐμένα νὰ μοῦ βοηθήσουν, ἂν μ᾿ ἀκολουθήση τίποτας. Δὲν ἤθελα νὰ βάλω τοὺς ἀνθρώπους σὲ κακὴ θέση, καὶ ὕστερα νὰ πάθουν αὐτεῖνοι γιὰ ῾μένα. Ἦρθε ὁ Ζαχαρίτζας ὁ Νικολάκης κι᾿ ἄλλοι, τοὺς κατάλαβαν ὕστερα ὅτι οὔτε φίλους σέβονται, οὔτε ὀχτρούς.
Τότε, νὰ μὴν γένη κάνα δυστύχημα, πῆρα καμμιὰ ἑκατὸν πενηνταριὰ ἀνθρώπους καὶ πῆγα εἰς τὴν Κούλουρη νὰ περάσω εἰς τὴν Διοίκησιν, ν᾿ ἀκούσω τὶς διαταγές της. Ἔστειλε ὁ Γκούρας εἰς τὴν Κούλουρη νὰ μὲ γυρίσουν ὀπίσου, μοῦ μίλησαν οἱ Ἀθηναῖοι, οἱ Φηβαῖγοι, οἱ Λιβαδίτες, δὲν γύρισα. Μὲ περικάλεσαν, ἦρθε κι᾿ ὁ Νικήτας μὲ Πελοποννήσιους. Γύρευαν νὰ βγοῦνε ἔξω καὶ νὰ μὴν πάγω ἐγὼ μὲ στρατέματα μέσα εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ δειλιάζουν ὂσ᾿ ἦταν μὲ τὸν Νικήτα νὰ βγοῦνε εἰς τὴν Ρούμελη. Τότε διὰ νὰ μὴ γένη καὶ αὐτό, σηκώθηκα καὶ πῆγα κι᾿ ἀνταμώθηκα μὲ τὸν Δυσσέα. Πιάσαμε τὴν Βελίτζα. Ἔρχονταν ἕνα πλῆθος Τοῦρκοι μὲ ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια, μὲ γκαμήλια, μ᾿ ἄλλα φορτηγὰ καὶ ρίξαν ὀρδὶ τὸ βράδυ εἰς τὸν κάμπο τῆς Λιβαδειᾶς, εἰς τοῦ Κατίκου τὸ χάνι, νὰ μείνουν ἐκεῖ. Τοὺς ριχτήκαμε τὴν νύχτα καὶ τοὺς δώσαμε ἕνα ντουφεκίδι καὶ τοὺς πήραμε γκαμήλια πλῆθος, ἄλογα καὶ ζαϊρέδες. Καὶ κατασκορπίστηκαν οἱ Τοῦρκοι. Ὕστερα πιάστη ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς συντρόφους τοῦ διὰ τοὺς μιστούς, ἤθα τὸν σκοτώσουνε. Τοὺς ἔφυγε καὶ κόλλησε εἰς τὴν σπηλιά του. Μ᾿ ἔστειλαν ὅλοι οἱ σύντροφοι καὶ τοῦ μίλησα, δὲν θέλησε νὰ κάμη τίποτας. Κι᾿ ἀναχώρησαν διὰ τὸ Σάλωνα, καὶ μείναμε πολλὰ ὀλίγοι μ᾿ αὐτόν. Κι᾿ αὐτὸς ἔκατζε εἰς τὴν σπηλιὰ κ᾿ ἐμεῖς βάναμε ἕναν γεροντότερον κεφαλή, Μαργετίνη τὸν ἔλεγαν, καὶ βαρούσαμε κλέφτικα τοὺς Τούρκους ὁποῦ ῾ρχονταν μὲ ζαϊρέδες διὰ μέσα. Ὕστερα πήγαμε εἰς τὴν Πέτρα καὶ ρίξαμε ὀρδὶ πανουκέφαλα κι᾿ ὅταν διάβαιναν Τοῦρκοι μὲ ζαϊρέδες, τοὺς χτυπούσαμε. Καὶ σταθήκαμε καμπόσον καιρὸν ἐκεῖ.
Γράφουν τοῦ Δυσσέα φίλοι του ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὅτι τὸν Γκούρα τὸν γύρισε ὁ Κωλέτης καὶ οἱ ἄλλοι καὶ εἶναι ἀναντίος του. Μὲ φωνάζει ὁ Δυσσέας καὶ μοῦ λέγει αὐτὸ καὶ νὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους μου καὶ νὰ μοῦ δώση κι᾿ ἄλλους δικούς του νὰ πάγω εἰς τὴν Ἀθήνα, νὰ κάμω καὶ παρτίδο μυστικὸν ἐκεῖ, νὰ εἴμαστε ἀναντίον τοῦ Γκούρα. Κι᾿ ἂν μπορέσωμε, νὰ τοῦ πάρωμε καὶ τὸ κάστρο. «Αὐτὰ δὲν μπορῶ νὰ τὰ κάμω ἐγώ, τοῦ λέγω, δὲν ῾πιτηδεύομαι, ν᾿ ἀνοίξη κάνα δυστύχημα ῾στὴν Ἀθήνα νὰ κιντυνέψουν οἱ ἀθῶοι, ὁποῦ τοὺς κυβέρνησε ὁ παγιωμός μας εἰς τὴν πατρίδα τους, ὁποῦ ὅσα τραβοῦν μ᾿ ἐμᾶς δὲν τράβησαν μὲ τοὺς Τούρκους». Μοῦ ἔπεσαν, «Δὲν θέλω νὰ πάγω!» Νὰ μὴν εἰπῶ κανενοῦ τίποτας, – τὸ βάσταξα μυστικόν, «Ἐγώ μου λέγει τότε ὁ Δυσσέας, στέλνω τὸν Στάθη Κατζικογιάννη» (τὸν εἶχε καὶ συγγενῆ). Πηγαίνοντας εἰς τὴν Ἀθήνα, τὸν γύρισε ὁ Γκούρας καὶ οἱ συντρόφοι του μὲ τὸ πνεῦμα τους. Καὶ τὸν πάντρεψε ὁ Γκούρας καὶ τὄδωσε καὶ τὴν γυναικαδέλφην τοῦ γυναίκα. Αὐτὰ μαθαίνοντας ὁ Δυσσέας, ἀπολπίστη, καὶ δούλευε ἀναντίον τοῦ πολιτικὴ Βλάχικη (δολεροὶ συνβοῦλοι τοῦ Γκούρα, ἀπὸ τοὺς συντρόφους τοῦ Κωλέτη καὶ συντροφιά). Τότε ἔρχεται ὁ Δυσσέας εἰς τὴν Πέτρα καὶ μᾶς πῆρε ὅλους καὶ πήγαμε εἰς τὴν Κούλουρη. Ἦταν ἐκεῖ τὸ Βουλευτικὸν σῶμα κ᾿ Ἐκτελεστικόν. ῾Γγίχτηκε ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς ἀνθρώπου τοῦ ἐκεῖ διὰ τοὺς βαθμούς. Γύρευαν νὰ τὸν σκοτώσουνε, ὅτι τοὺς ἀδίκησε. Ἔπεσα ἐκεῖ, τοὺς μίλησα καὶ ἡσύχασαν.
Ἤθελα νὰ φύγω ἀπὸ κοντά του. Τότε ἦταν ὁ Τουμπάζης ἐκεῖ καὶ σύναζε ἀνθρώπους διὰ τὴν Κρήτη. Μὲ σύστησαν ἐμένα εἰς αὐτόν, μοῦ εἶπε νὰ μὲ κάμη ἀρχηγὸν τῆς ἐκστρατείας εἰς τὴν Κρήτη καὶ νὰ συνάξω χίλιους πεντακόσιους ἀνθρώπους, νὰ μοῦ δώση χρήματα νὰ τοὺς συνάξω. Τοῦ ὑποσκέθηκα, μίλησα μὲ πολλοὺς ἀξιωματικούς του Δυσσέα κι᾿ ἀλλουνῶν. Μὲ μαρτύρησαν εἰς τὸν Δυσσέα, μοῦ παραπονεύτηκε κι᾿ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ὅτι θὰ τοὺς πάρω τοὺς ἀνθρώπους. Πῆγαν εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ μίλησε τοῦ Τουμπάζη ἡ Διοίκηση, κ᾿ ἔμεινε διὰ τὸ παρόν.
Τότε ἡ Διοίκηση κι᾿ ὁ Δυσσέας ἔστειλαν τὸν Νικήτα κ᾿ ἐμένα καὶ πήγαμε εἰς Κόρθο νὰ μιλήσουμε τῶν Τούρκων ὁποῦ βαστοῦσαν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος, νὰ μᾶς τὸ δώσουν. Οἱ Τοῦρκοι μας ἔβαλαν εἰς τὸ κανόνι, ὁποῦ δὲν εἴδαμε πούθε νὰ κάμωμε. Δὲν ἦταν ὁ Ἀχιλλέας, ὁ φρούραρχος τῆς Διοίκησης, ὁποῦ τ᾿ ἀφίνει ῾φοδιασμένο καὶ φεύγει, εἶναι Τοῦρκος, πολεμάγει διὰ τὴν πίστη του. Ὁ Τοῦρκος ἔτρωγε ποντίκια καὶ μᾶς γάμησε τὸ κέρατο μὲ τὰ κανόνια καὶ μπόμπες. Ὁ Ἀχιλλέας, ἀρνιὰ καὶ κριάρια μέσα, τ᾿ ἀφίνει ὅλα καὶ πάγει νὰ ῾βρη τοὺς συντρόφους τοῦ ὁποῦ τὸν διορίσαν.
Ὁ Νικήτας πῆγε διὰ τ᾿ Ἀνάπλι κ᾿ ἐγὼ γύρισα καὶ εἶπα αὐτὰ εἰς τὴν Διοίκηση καὶ ὕστερα πῆγα εἰς τὴν Ἀθήνα. Σὲ καμπόσες ἡμέρες ἀκολούθησε μία ταραχὴ εἰς τὴν Κούλουρη ἀναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Δυσσέας ἔστειλε ἐμένα νὰ τοὺς βοηθήσω, ἐγὼ πῆγα καὶ ἡσύχασα τὰ πράματα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦ κακοφάνη τοῦ Δυσσέα. Τότε σηκώθηκα κ᾿ ἐγὼ μίαν νύχτα, πῆρα τοὺς ἀνθρώπους μου κι᾿ ἄλλους καμπόσους αὐτεινοῦ καὶ τοῦ Γκούρα καὶ διὰ νυχτὸς πῆγα εἰς τὸν Δράκον κι᾿ ἀπὸ κεῖ ἔπιασα εὐτὺς καΐκια καὶ μπαρκαριστήκαμε καὶ πέρασα εἰς τὴν Πιάδα τὰ 1823 Ὀκτωβρίου 25. Ἐβήκα εἰς τὴν Πιάδα. Ἔστειλε ὁ Δυσσέας κοντά μου νὰ γυρίσω κι᾿ ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ δώση, ὅτ᾿ ἦταν ἀδύνατος. Τοῦ εἶπα ἐκείνου ὁποῦ ἦρθε νὰ τοῦ εἰπῆ νὰ κάτζη μὲ τὸν Κάρπον του. Αὐτὸς ἦταν ἕνας παπὰς (ἦρθε ἀπὸ τὴν Ρουσσία), ὅλους τους ἀνθρώπους τοὺς ἀνακάτωνε εἰς τὸν Δυσσέα. Τὸ᾿ ῾δίωξε ὅλον τὸν ταϊφά του, δόλιος καὶ αἱμοβόρος, ὁποῦ τὸ᾿ ῾λεγες νὰ κάμη κάναν Τοῦρκον χριστιανόν, αὐτὸν τὸν Τούρκευε χερότερα. Ἀφοῦ κυβέρνησε τ᾿ ἀσκέρι τοῦ Δυσσέα καὶ τὸν ἔκαμε νοικοκύρη μὲ τὶς διάτες του, μπῆκε ὕστερα εἰς τὸ ταχτικὸ κ᾿ ἔκοψε τὰ γένια του. Μ᾿ ἀνακάτεψε εἰς τὴν Ἀθήνα μὲ τὸν Δυσσέα, καὶ κοντέψαμε κάποτε νὰ σκοτωθοῦμε οἱ δυό μας εἰς τὸ παζάρι διὰ τὸ ψωμί, τὸ ταΐνι, κι᾿ ἂν δὲν μό᾿ ῾δινε τὰ ταΐνια, (ὅτι τὰ μέραζε μόνος του ὁ Δυσσέας) θὰ σκοτωνόμαστε ἐξαιτίας αὐτεινοῦ τοῦ ποταποῦ. Κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ ἔφυγα.

ΣHMEIΩΣH

1. Ὕστερα ἔκαμε παρόμοια καὶ τὴν κρέμασε ὁ Γκούρας.