Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον Γ'. 1833-1843. κεφ. 6

Ἡ περὶ τοῦ συντάγματος συνωμοσία. - Ἔναρξις καὶ τρόπος μυήσεως συνωμοτῶν ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη. - Παρασκευὴ πρακτικοῦ ὁρκωμοσίας τῶν μυουμένων. - Συστηματικὴ διάδοσις τῆς ἰδέας καθ᾿ ἅπαν τὸ κράτος. - Μύησις τοῦ Μαυροκορδάτου. - Συνέντευξις τοῦ Μακρυγιάννη μετ᾿ αὐτοῦ. - Ὑποψίαι τῆς κυβερνήσεως κατὰ τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἐπιτήρησις αὐτοῦ. - Διατριβὴ αὐτοῦ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ Δημ. Χρηστίδου. - Εἰσαγωγὴ αὐτοῦ εἰς δίκην. - Μύησις τοῦ Ἀνδρέου Μεταξᾶ. - Γνωριμία τοῦ Μακρυγιάννη μετὰ τοῦ Γάλλου περιηγητοῦ Malherbe. - Ἐχθρικοὶ διαθέσεις τῆς Τουρκίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος. - Διαγωγὴ τοῦ ἀνακτοβούλου Γκρὰφ πρὸς χήραν ἀγωνιστοῦ. - Ἔντασις τῶν ὑπὲρ τῆς συνωμοσίας ἐνεργειῶν. - Διαγωγὴ τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὰ διάφορα πολιτικὰ κόμματα. - Θαυμαστὴ διαφύλαξις τοῦ μυστικοῦ της συνωμοσίας. - Ὄνειρον τοῦ Μακρυγιάννη. - Κίνδυνος ἀποκαλύψεως τῆς συνωμοσίας. - Πρόωρος ἀπόφασις τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν αὐτῆς περὶ ἐνάρξεως τοῦ κινήματος. - Ἀντίστασις τοῦ Μακρυγιάννη. - Προδοσία τοῦ μυστικοῦ. - Ἀποσόβησις τοῦ κινδύνου. - Ἀναβολὴ τοῦ κινήματος. - Ἕτερον ὄνειρον τοῦ Μακρυγιάννη. - Ἀνακάλυψις τῆς συνωμοσίας. - Ἀποσόβησις καὶ πάλιν τοῦ κινδύνου.

Φκειάνοντας τὰ κάδρα τοῦ πολέμου ἔρχονταν ἀγωνισταὶ καὶ μὸ ῾λεγαν· «Τ᾿ εἶναι αὐτὰ τὰ κάδρα;» Τοὺς ἔλεγα· «Ὁ τάδες ὁ πόλεμος, ὁ τάδες, ὁποῦ ἀγωνιζόσασταν ἐσεῖς καὶ πληγωνόσαστε διὰ νὰ ἰδῆτε τὴν πατρίδα σας ἐλεύτερη». Κατεβαίναμεν κάτου, βλέπαν καὶ τῆς πέτρες· καὶ ὕστερα ἄλλος κουβάλαγε χώματα, ἄλλος πέτρες, ἄλλος ἔκανε χωράφι. Ἄλλος ἀναστέναζε κι᾿ ἄλλος ἔκλαιγε. Τοῦ ἔλεγα τοῦ κάθε ἑνοῦ· «Μὴν κλαῖς καὶ εἶναι τρόπος νὰ γελάσης ἐσὺ καὶ γενικῶς ἡ πατρίδα». Τὸν ἔπαιρνα εἰς τὸ σπίτι τρώγαμεν. Τότε τοῦ ἔλεγα· «Νὰ σοῦ μιλήσω φοβῶμαι ἀπὸ τὴν τζελατίνα τῶν Μπαυαρέζων, μὲ κόβουν». Τὸν ὅρκιζα, τοῦ ἔλεγα πὼς νὰ ἑνωθοῦμεν· νὰ μιλῇ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον καὶ νὰ ὁρκίζωνται κ᾿ αὐτεῖνοι. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον ὤρκισα ῾σ οὖλο τὸ κράτος· κι᾿ ὅλο ποτίζονταν αὐτό. Κι᾿ ὁ Θεὸς τὸ εὐδοκιμοῦσε χωρὶς νὰ βγῆ κάνας προδότης, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία εἶχε ξερὲς ὑποψίες. Κι᾿ ἀλλουνοῦ τοῦ ἔλεγα πὼς φροντίζομεν διὰ τὰ ἔξω, κι᾿ ἀλλουνοῦ διὰ τὰ μέσα, νὰ γένουν νόμοι κ᾿ Ἐθνικὴ Συνέλεψη. Κι᾿ ὅποιος ἤθελε τὰ ἔξω αὐτὸν τὸν ψύχωνα διὰ ἐκεῖνο. Τοιούτως ἀκολούθησα ὡς τὰ 1840.
Τότε συλλογίστηκα νὰ φκειάσω ἕναν ὅρκον νὰ τὸν ὑπογράφωμεν, ἐπειδήτις καὶ εἶδα ἄλλος ἦταν Κυβερνητικός, ἄλλος Συνταματικός, ἄλλος Ἄγγλος, ἄλλος Γάλλος, ἄλλος Ροῦσσος καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔπαιρνα ἀπὸ κάθε πολιτεία ἕνα-δυὸ τρεῖς Συνταματικοὺς κι᾿ ἄλλους τόσους Κυβερνητικοὺς καὶ τοὺς ἔνωνα· κ᾿ ἐκεῖνοι ἕνωναν τοὺς συμπολίτες τους. Ὁ ὅρκος ἤταν· «Νὰ μὴν εἴμαστε οὔτε Συνταματικοί, οὔτε Κυβερνητικοί, οὔτε σὲ ξένη δοξασία Ἄγγλοι, Γάλλοι, Ροῦσσοι. Νὰ τοὺς σεβώμαστε αὐτοὺς ὅλους διὰ τὴν εὐεργεσίαν τους – καὶ νὰ μᾶς ἀφήσουν ἥσυχους ἐμᾶς καὶ τὸν Βασιλέα μας».1 Μὲ τῆς ὑπογραφὲς ἐπῆρα ἀνθρώπους ἀπ᾿ οὖλο τὸ κράτος κι᾿ ὁ καθεὶς ἀπὸ ἐκείνους κατήχαγε κι᾿ αὐτός. Ἔπαιρνα ἀπὸ τὴν δευτέρα τάξη, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Τὴν πρώτη τάξη ὁποῦ φοβώμουν, ὅτι ἦταν μπερδεμένοι μὲ τοὺς ξένους, τοὺς ὅρκιζα τὸν ἴδιον ὅρκον, ὅμως χωρὶς ὑπογραφή· καὶ ἤμασταν οἱ δυό, ὄχι ἄλλος παρών. Οἱ ὁπλαρχηγοί, οἱ πρῶτοι, πήγαινε ὁ καθεὶς εἰς τὴν πατρίδα του καὶ κατήχαγε τοὺς συνπολίτες του, ὁποῦ ῾χε ῾μπιστοσύνη. Καὶ τοιούτως ὀργανίστη ὅλο τὸ κράτος. Ἀφοῦ ὁ Μαυροκορδάτος ἀπαρατήθη κ᾿ ἔδειξε φιλελεύτερα αἰστήματα, τὸν μπιστεύτηκα καὶ τὸ ῾δειξα τὸ σκέδιον, χωρὶς ὑπογραφή, καὶ τὸν ὅρκισα νὰ μὴν μὲ προδώση· τὸν ρώτησα ἂν εἶναι καλό, νὰ βαίνω ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ὑπογράφω. Τοῦ εἶπα ὅτι δὲν ἀρχίνησα ἀκόμα. Ὁρκίστη νὰ φάγη τὰ παιδιὰ τοῦ ἂν τὸ προδώση κι᾿ ἂν δὲν εἶναι Ἕλληνας κι᾿ ὄχι ῾σ ἄλλη δοξασία ξένη. Τότε διατάχτη ὁ Μαυροκορδάτος νὰ πάγη πρέσβυς εἰς Κωσταντινόπολη. Τοῦ εἶπα νὰ πάγη πρῶτα ν᾿ ἀνταμώση τὸν Βασιλέα πρὶν φύγη καὶ νὰ τοῦ εἰπῆ τὴν ἄχλια κατάστασιν τῆς πατρίδος – κι᾿ αὐτὸς πηγαίνει μὲ εὐκαρίστησίν του ἐκεῖ ὅπου διατάχτη. Μοῦ τὸ ὑποσκέθη καὶ ὕστερα μετάνοιωσε. Τοῦ εἴπα· «Οἱ πατριῶτες σου μένουν πολλοὶ νηστικοὶ κ᾿ ἐσένα σὸ ῾καμαν συνεισφορὰ τόσες χιλιάδες δραχμές· καὶ πάλε πλερώνεσαι καλὰ ἐκεῖ ὁποῦ πᾶς – καὶ ἡ πατρίδα δυστυχεῖ· καὶ δὲν πηγαίνεις νὰ μιλήσης; Πῆγα μίλησα ἐγὼ· νὰ πᾶς καὶ τοῦ λόγου σου, ὕστερα νὰ πάγη κι᾿ ὁ Μεταξᾶς κι᾿ ἄλλοι πατριῶτες νὰ σώσουμεν τὴν πατρίδα». Πῆγε καὶ μίλησε πολλά. Καὶ πῆγαν κι᾿ ἄλλοι πολλοί. Πηγαίνοντας πάλε κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸν Βασιλέα τοῦ μίλησα τὴν ἄχλια κατάστασιν καὶ τῆς μεγάλες κατάχρησες τῶν ὑπαλλήλων – κι᾿ ὅλο τὸ κράτος τὸ ρήμαξαν. Αὐτὸ μαθαίνοντας οἱ ὑπουργοὶ καὶ καταξοχὴ ὁ Χρηστίδης ἄρχισε νὰ μὲ πειράζη. Μοῦ βάνει κατασκόπους εἰς τὸ σπίτι μου νὰ μαθαίνη τί κάνω καὶ ποιὸς μπαίνει. Αὐτὸ βλέποντας ἐγώ, ἔφκειασα μίαν ἔκθεσιν καὶ τὴν ἔβαλα εἰς τὸν τύπον. Τότε ὁ ὑπουργὸς τοῦ Στρατιωτικοῦ μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέγει ν᾿ ἀναιρέσω ὅσα ἔγραψα. Τοῦ εἶπα ὅτι θὰ προσθέσω ἀκόμα κι᾿ ὄχι ν᾿ ἀναιρέσω· ὅτι ἡ πατρίδα θέλει ἀρετὴ κι᾿ ὄχι κατασκόπους. Μὲ φοβέρισε πολύ. Γύρεψαν νὰ μὲ κρίνουν εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Δικαστήριον. Τοὺς εἴπα· «Τὴν ἔκθεσιν τὴν ἔκαμα ὅταν σκάλιζα τὸν κῆπο μου ὡς γιωργός, δὲν τὴν ἔκαμα ὡς στρατιωτικός». Ζήτησα καὶ κρίθηκα εἰς τὸ πολιτικὸν δικαστήριον. Ἦταν μαζί μου δεκαπέντε συνηγόροι κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ ῾σαγγελέας. Καὶ τὸ δικαστήριον γιομάτο ἔξω καὶ μέσα. Καὶ οἱ περισσότεροι ἀκροαταὶ κλαίγαν, ὅταν μὲ ῾περασπίζονταν οἱ συνηγόροι. Μίλησα καὶ μόνος μου. Τότε αὐτεῖνοι ὅλοι φαρμακώθηκαν διατὶ δὲν μὲ καταδίκασαν. Σὲ ὀλίγον καιρὸν ῾νεργούνε καὶ φέρνουν κλέφτες ἀπόξω τὸ σπίτι μου εἰς τῆς Κολῶνες τοῦ Ὀλυμπίου Διός, κι᾿ ἀρχίνησαν τοὺς ντουφεκισμούς. Καὶ εἶπαν ὅτι τοὺς ἤφερα ἐγώ. Κ᾿ ἐγὼ ἂν ἤξερα ἀπὸ αὐτὸ τίποτας, νά ῾χω τὴν κατάρα τῆς πατρίδος. Χάρη εἰς τὸν Βασιλέα – ἔμαθε τὸ δίκιον καὶ τὴν ἀλήθεια, καὶ γλύτωσα.
Εἶδα ὅτι ἡ Κυβέρνησή μας ἔφυγε ὅλως διόλου ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη. Τότε ἔπρεπε ὁ κάθε ἀγωνιστὴς νὰ προσέχη διὰ τὴν πατρίδα του καὶ τοῦ λόγου του νὰ μὴν κυβερνιέται μὲ τὸ «ἔτζι θέλω». Ἀφοῦ κατήχησα ὅλο τὸ κράτος μὲ τῆς ὑπογραφές, ἔκρινα εὔλογον νὰ βάλω καὶ πολιτικοὺς εἰς τὴν πρωτεύουσα. Κανένας ἄλλος δὲν ἦταν νὰ εἶχα ῾μπιστοσύνη – ὁ Μεταξᾶς, ὅτι ἔδειξε καὶ χαραχτήρα εἰς τὴν προεδρία τοῦ Μαυροκορδάτου. Τότε ὁρκιζόμαστε ὅτι νὰ κάμωμεν Ἐθνικὴ Συνέλεψη καὶ Σύνταμα, νὰ διοικιώμαστε τοιούτως. Κι᾿ ἂν ὁ Βασιλέας ὑπογράψη, νὰ ἤμαστε ὑπέρ του, ἂν δὲν ὑπογράψη, νὰ τοῦ εἴμαστε ἀναντίοι, ὅτι τότε θὰ μᾶς σκοτώση. Σὲ αὐτὰ ὅλα μείναμεν σύνφωνοι μὲ τὸν Μεταξᾶ κ᾿ ἔδειξε μεγάλον πατριωτισμὸν καὶ πολλὴ ἐμπιστοσύνη ῾σ ἐμένα – χωρὶς ἐγὼ νὰ τοῦ εἰπῶ ὅτι ῾νεργούσα καὶ πρωτύτερα κι᾿ ὅτι γράφω κι᾿ ἀνθρώπους, ὅτι ἔχει ξένες σκέσες καὶ δὲν ξέρω τί μπορεῖ νὰ γένη. Τοῦ εἶπα νὰ μιλῆ, νὰ συνδένεται καὶ μὲ τοὺς πολιτικούς τους τίμιους, ὁποῦ ῾ναι ἐδῶ εἰς πρωτεύουσα, καὶ μιλῶ κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅσους γνωρίζω. Καὶ τοὺς ὅρκιζα καὶ τοὺς ἔστελνα τοῦ Μεταξά. Τὰ πράματα τῆς πατρίδος πήγαιναν εἰς γκάγκραινα. Τηρᾶτε ὅλες της ῾φημερίδες – μ᾿ ὅλον ὁποῦ ῾ναι καὶ καμπόσες παθητικὲς καὶ φατριαστικές, ἀλλὰ εἶναι καὶ τίμιες – κι᾿ ἀρχὴ ὡς τέλος βλέπετε τὴν ἄχλιάν μας κατάστασιν. Ὅτι ἡ δυστυχὴς πατρίδα ποτὲ δὲν εἶδε πατρικὴ Κυβέρνησιν διὰ νὰ σωθοῦνε τὰ δεινά μας καὶ διὰ νὰ μὴν χάσουνε κι᾿ αὐτὸν τὸν Βασιλέα οἱ ξένες κρεατοῦρες. Κάθε εὐαίστητος πατριώτης ἔπρεπε νὰ προσέχη, ὅτι ὁ χαμὸς αὐτεινοῦ θὰ ἦταν καὶ χαμὸς τῆς πατρίδος.
Εἰς τὰ 1842 οἱ Τοῦρκοι ὁδηγημένοι ἀπὸ τοὺς δυνατοὺς ἤθελαν νὰ κινηθοῦν ἀναντίον μας μὲ μεγάλες ἑτοιμασίες, ὅτι δὲν ἐκλίναμεν εἰς τὴν συνθήκη τοῦ Ζωγράφου· κι᾿ ἄλλες τοιοῦτες πρόφασες. Οἱ πρέσβες φέρναν τὸν κατακλυσμὸν διὰ τὸν χαμό μας· κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ μας κυβερνοῦσαν ξεψυχησμένοι, Μπαυαρέζοι Γκράφης, Ἔς, Σπὶς κι᾿ ἄλλοι τοιοῦτοι, κι᾿ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Στρατιωτικοῦ Βλαχόπουλος ὑποστράτηγος μὲ τὴν ἴδια γενναιότητα, Ὅλοι αὐτεῖνοι, Ἀντιβασιλεῖς καὶ ὑπουργοὶ ξεψύχησαν. Ἀφοῦ εἶδα αὐτό, πῆγα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τοὺς Ἀντιβασιλεῖς καὶ ὑπουργοὺς καὶ τοὺς μίλησα. Καὶ στείλαν κανόνια, ἀσκέρι, κι᾿ ἄλλες πολλὲς ἑτοιμασίες εἰς τὰ σύνορα. Ὅταν εἶδαν αὐτὰ οἱ Πρέσβες εἶπαν τῶν Τούρκων νὰ γυρίσουν ὀπίσου, τὸ ἴδιον κ᾿ ἐμᾶς, νὰ μὴν ἀνοίξη δυστύχημα.
Εἰς τὸν Ἀντιβασιλέα τὸν Γκράφη πῆγε μία ἡμέρα ἑνοῦ πρωταγωνιστῆ ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκλαιγε τὴν γύμνειά της, τὴν πείνα της, τὴν δική της καὶ τῶν ἀρφανῶν της. Ὁ Ἀντιβασιλέας ὁ Γκράφης ὅταν ἄκουγε δικαιώματα, δὲν «εἶχε τὸ ταμεῖον». Πῆγε ἡ γυναίκα χίλιες φορὲς καὶ τὴν περίπαιζε. Ὕστερα σὲ πεθαμένον ἄνθρωπον ἔκαμε τὴν ἐπιθυμίαν του καὶ τῆς ἔδωσε τὴν ἀνταμοιβὴ – ἀπὸ τὰ αἵματα τοῦ ἀντρός της καὶ συγγενῶν της – κι᾿ ἀγόρασε παπούτζια· καὶ πῆρε καὶ τὸν ναῦλον της καὶ πῆρε τ᾿ ἀρφανά της καὶ πάει εἰς τὴν δυστυχίαν της. Δυστυχισμένη Ἑλλάς, δυστυχισμένοι Ἕλληνες! Ἀναθεματισμένοι κυβερνῆτες, ὁποῦ μας κυβέρνησαν ἀρχὴ ὡς τέλος! Ἂν πίστευε Θεὸν αὐτός, ἔφτανε ἡ ἠθική του αὐτοῦ; Αὐτὸ μαθαίνοντας ἐγὼ – πήγαινε ὁ Ἀντιβασιλέας ὁ Γκράφης μ᾿ ἕνα ἄτι νὰ κάμῃ τὸ μπάνιο του. Εἶδα τὸν Γκράφη ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν θάλασσα. Ἐγὼ ἐκεῖ σκάλιζα· καὶ ἤξερα τὴν ἠθική του, ὁπό ῾καμεν τὴν ἐπιθυμίαν του – χαζιρεύτηκα νὰ τὸν πιάσω νὰ τοῦ κόψω τὸ κεφάλι του νὰ τὸ βάλω μέσα εἰς τὸν κ… του. Συλλογίστηκα ὅτι θὰ δικιωθοῦν οἱ ἄλλοι ὅμοιοί του καὶ θὰ μᾶς κακοσυστήσουν. Περικαλέστηκα τὸν Θεὸν νὰ τὸν διώξω μὲ σάπια λεμόνια αὐτὸν καὶ τὸν Ἒς καὶ Σπὶ κι᾿ ἄλλους. (Κι᾿ ὄντως ὁ Θεὸς ὁ δίκιος – τοὺς μπαρκαρίσαμεν ὅλους καὶ χωρὶς νὰ μολύνῃ τὰ χέρια του κανένας Ἕλληνας, διὰ νὰ τοὺς ἀποδείξωμεν ὅτι ὄχι ἐμεῖς, ἀλλὰ αὐτεῖνοι καὶ οἱ συντρόφοι τους, ὁποῦ τοὺς ῾περασπίζονται, εἶναι κι᾿ ὄντως θερία, ἄνθρωποι χωρὶς ἠθικὴ καὶ πίστη, καὶ κρίμα ῾στὰ φῶτα τους· ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει τὰ φῶτα κι᾿ ὄχι τὰ φῶτα τὸν ἄνθρωπον· καὶ διὰ νὰ τοὺς δείξωμεν ποιῶν ἀπογόνοι εἴμαστε, τί μοννέδα χρυσὴ ἔλαβαν αὐτεῖνοι ἀπὸ ῾κείνους τοὺς προγόνους μας καὶ τὴν ἔχουν ὡς τὴν σήμερον καὶ μ᾿ αὐτείνη ζοῦν, καὶ τί κάλπικον δάνειον δώσαν ἐμᾶς τῶν ἀπογόνων τους, ὁποῦ κατατρέχουν ὀχτακόσιες χιλιάδες Ἕλληνες καὶ δὲν τοὺς ἀφίνουν νὰ ζήσουν κι᾿ αὐτεῖνοι ἥσυχοι εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν ἄλλων κρατῶν.
Εἰς τὰ 1843 ὁ Κωλέτης ἀπὸ τὰ Παρίσια μοῦ συσταίνει ἕναν σημαντικὸν Γάλλον περιηγητή, μύ ῾γραφε προκομμένον πολύ, ῾στορικόν, θέλει νὰ μαθαίνῃ τοὺς ἀγῶνες μας καὶ νὰ γνωρίζεται μὲ τοὺς ἀγωνιστές· κι᾿ ἄλλα πλῆθος προτερήματα μὸ ῾γραφε. Ἦταν δυὸ αὐτεῖνοι συντροφεμένοι κ᾿ ἕνας διερμηνέας τους. Τὸν μεγάλον ἄντρα αὐτὸν τὸν ἔλεγαν Μαλέρμπη. Ἦρθαν εἰς τὸ σπίτι μου, δὲν μ᾿ ηὕρανε· καὶ κατέβηκαν εἰς τὸν κῆπο μου ὁποῦ ἐργαζόμουν· καὶ ἤμουν ἀποσταμένος καὶ καθόμουν νὰ ξεκουραστῶ. Ἔρχονται μὲ ρωτᾶνε διὰ τὸν Μακρυγιάννη. Τοὺς λέγω· «Ἐγὼ εἶμαι». Μοῦ λέγει ὁ διερμηνέας τους· «Μὲ γελᾶς. – Τοῦ λέγω, σὰ σὲ γελάγω, σύρτε νὰ τὸν βρῆτε». Τότε ἀφοῦ τοὺς εἶπα «εἶμαι ἐγώ» – ἦταν κ᾿ ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ τοὺς εἴπανε καὶ τοὺς βεβαίωσαν – τότε μοῦ δίνουν τὸ γράμμα. Ἀφοῦ τὸ διάβασα τὸ γράμμα, μοῦ λέγει αὐτὸς ὁ σοφὸς ἄντρας ὄτι· «Δὲν ἔλπιζα νὰ βρῶ σὲ τοιούτη κατάστασιν ἕναν ἀγωνιστῆ τῆς Ἑλλάδος. – Τοῦ λέγω· καλὰ τὸν ηὖρες ἢ ἀχαμνά; – Ὄχι νὰ εἶναι ῾σ αὐτείνη τὴν ἀχλιότη. – Τοῦ λέγω· οἱ εὐεργέτες μας οἱ Εὐρωπαῖγοι ἔτζι θέλησαν νὰ μᾶς κάμουν ἐμᾶς τοὺς ἀγωνιστάς· ὅμως τοὺς φίλους τους καὶ κόλακές τους τοὺς εὐτύχησαν πολλὰ καλά. Οἱ τίμιοι θέλουν νὰ ζήσουν κι᾿ αὐτεῖνοι εἰς τὴν ματοκυλισμένη τους γῆς· κι᾿ ἀγωνίζονται καὶ κοπιάζουν νὰ ὑπάρξουν κι᾿ αὐτεῖνοι εἰς τὴν κοινωνία ὅσο ἔχουν τ᾿ ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ σῶμα τους καὶ εἶναι ζωντανοί. Ὅταν πεθάνῃ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτας. Μ᾿ ὅλον τοῦτο τώρα, ὁποῦ ζοῦμεν, ὅλοι οἱ τίμιοι Ἕλληνες εὐκαριστοῦμεν τοὺς Φιλέλληνας εἰς τὸν κόπον ὁποῦ ἔλαβαν διὰ νὰ μᾶς σκηματίσουν κ᾿ ἐμᾶς ἔθνος, ὁποῦ ἤμαστε τόσους αἰῶνες ῾σ ἑνοῦ λιονταργιοῦ τὰ νύχια. – Μοῦ λέγει, ἕνα θὰ σᾶς βλάψῃ ἐσᾶς, τὸ κεφάλαιον τῆς θρησκείας, ὁποῦ εἶναι αὐτείνη ἡ ἰδέα ῾σ ἐσᾶς πολὺ τυπωμένη. – Διὰ τοῦτο εἶπα κ᾿ ἐγὼ ὅτι εὐκαριστοῦμεν τοὺς ξένους προστάτες μας, ὅτι εἴδαμεν τὴν διάθεσίν τους εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον· ὅτι δὲν τοὺς δίνομεν χέρι οἱ Ἕλληνες, ὅτι δὲν κάνομεν τὴν ὄρεξή τους, καὶ μᾶς κατατρέχουν καὶ αὐτεῖνοι καὶ οἱ ἐδικοί μας ὁποῦ μας κυβερνοῦν τοιούτως κατὰ τῆς συνβουλὲς τῶν πρέσβεων κι᾿ ἀδικοῦνε ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἀγωνιστάς· καὶ σκάβομεν καὶ ταλαιπωριώμαστε· κι᾿ ἄλλοι δὲν ὑποφέρνουν τὴν καταφρόνεση καὶ πᾶνε σὲ κακὲς στράτες. Καὶ τοὺς πιάνουν αὐτεῖνοι ὁποῦ ῾χουν τὴν ἐξουσία καὶ τοὺς κρένουν μὲ τὸν νόμο τὸν δικόν τους· καὶ βάνουν τὸ κοπίδι, ὁποῦ μας ἔστειλαν οἱ φωτισμένοι καὶ ἥμεροι ἄνθρωποι τῆς Εὐρώπης, καὶ κόβουν ἐμᾶς τοὺς ἄγριους Ἕλληνας. Καὶ εἶναι τόσοι κομμένοι, κι᾿ ὅλα τὰ μπουντρούμια τῷ Βενετζάνων καὶ οἱ χάψες γιομάτες. Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτεῖνοι ὁποῦ σκοτώνονται καὶ εἶναι χαψωμένοι; Ὅλο οἱ ἀγωνισταί· ὅλο ἀπὸ ῾κείνους ὁποῦ βάστηξαν τὴν θρησκεία τοὺς τόσους αἰῶνες μὲ τοὺς Τούρκους – καὶ τοὺς κάναν τόσα μαρτύρια καὶ τὴν βάστηξαν· καὶ λευτέρωσαν καὶ τὴν πατρίδα τοὺς αὐτεῖνοι μὲ τὴν θρησκεία τους, ὁποῦ ἦταν πεντακόσιοι Τοῦρκοι εἰς τὸν ἀριθμὸν κι᾿ αὐτεῖνοι ἕνας καὶ χωρὶς τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου καὶ τὴν μάθησιν οἱ περισσότεροι καὶ τ᾿ ἅρματά τους δεμένα μὲ σκοινιά. Καὶ ἡ πίστη εἰς τὸν Θεὸν –λευτέρωσαν τὴν πατρίδα τους. Καὶ οἱ φίλοι ἐσᾶς τῶν ξένων δικοί μας κυβερνῆται, ὁποῦ μας κυβερνοῦν, θέλουν νὰ τὴν ξανασκλαβώσουν. Ὅμως ἀπὸ τοῦτο ὁποῦ ἀκούγω κι᾿ ἀπὸ τὴν εὐγενείαν σας, τοῦ κάκου κοπιάζει ἡ Εὐρώπη, ὁποῦ ἐπιστηρίζει τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους. Ὅσο νὰ καταστρέψη τὴν ἀρετή, δὲν σώνεται· ὅτι χωρὶς ἀρετὴ καὶ θρησκεία δὲν σκηματίζεται κοινωνία, οὔτε βασίλειον. Καὶ πράμα τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο, ὁποῦ τὸ βαστήξαμεν εἰς τὴν τυραγνία τοῦ Τούρκου, δὲν τὸ δίνομεν τώρα, οὔτε τὸ καταφρονοῦμεν οἱ Ἕλληνες. Ἡ εὐγενεία σου ἀπαρατιέσαι ἀπὸ τὴν θρησκείαν σου; Κι᾿ ἂν γυρίσω ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι, πῶς θὰ μᾶς θεωρήσης τίμιους ἀνθρώπους ἐσὺ ὁ τίμιος; Καὶ τί ἔχεις ἐσὺ διὰ ῾μένα τί δοξάζω ἐγώ; Καὶ διατὶ νὰ φροντίζω ἐγὼ διὰ σένα τί δοξάζεις; Ὁ Θεὸς ἂς θεωρήση τοῦ κάθε ἑνοῦ τὴν γνώμη, εἶναι φροντίδα αὐτεινοῦ. Σὲ παρακαλῶ, ἕνα παρόμοιον νὰ μὴν τὸ εἰπῆς ἀλλουνοῦ Ἕλληνα, ὅτι θὰ βλαφτῆς. Ἐμένα ὁποῦ μου τὸ εἶπες σου ῾δωσα τὴν ἀπάντηση· κι᾿ ὄχι τοῦ λόγου σου νὰ μοῦ τὸ εἰπῆς δὲν σ᾿ ἀκούγω, ἀλλὰ κι᾿ ὁ Θεὸς ὁ δικός σου νὰ μοῦ τὸ εἰπῆ, δὲν σαλεύει τὸ μάτι μου! Νὰ μὴν τὸ εἰπῆς ἀλλουνοῦ κι᾿ ἀντέσης!» Ἄρχισε νὰ κατηγοράγη τὸν βασιλέα του Φίλιππα. «Ἐγώ, τοῦ εἶπα, ῾σ αὐτὸ δὲν ἐπεβαίνω, διὰ βασιλεῖς. Τὸν δικό μου τὸν Βασιλέα τὸν σέβομαι καὶ ὑποτάζομαι, ὅτ᾿ εἶναι βασιλέας μου». Τοὺς εἶπα νὰ ῾ρθούνε νὰ φᾶμε ψωμί. Πῆρα τὸν Μεταξᾶ κι᾿ ἄλλους πολιτικοὺς κι᾿ ἀγωνιστὰς καὶ φάγαμεν. Μοῦ γύρεψε νὰ τοῦ φκειάσω καὶ μία ἔκθεσιν τοῦ ἀγῶνος μου. Εἶχα κάμη μίαν ἔκθεσιν διὰ τὸν Βασιλέα τότε καὶ εἶχα τὴν κόπια καὶ τὴν ἔδωσα. Ἤθελε κ᾿ Ἑλληνικὰ τραγούδια. Τοῦ ἔφκειασα πεντέξι. Ἀφοῦ φάγαμεν ψωμί, τὸ ῾δωσα συστατικὰ εἰς τοὺς φίλους μου σὲ ὅλο τὸ κράτος νὰ τὸν δεχτοῦνε φιλικῶς. Τοῦ εἶπα καὶ πάλε νὰ μὴ ματαειπὴ σὲ κανέναν περὶ θρησκείας. Αὐτὸς ἦρθε ὡς κατηχητής. Πῆγε εἰς τῆς ἐπαρχίες κι᾿ ἄρχισε πάλε τὴν κατήχησίν του καὶ τὸν ἔβαλαν εἰς τῆς ῾φημερίδες. Κι᾿ ἂν δὲν σωφρονίζεταν καὶ ξαναμιλοῦσε διὰ θρησκεία, θὰ ῾μεναν τὰ κόκκαλά του εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τότε θὰ ῾λεγαν θερία τοὺς Ἕλληνες – διατὶ δὲν θέλουν ν᾿ ἀλλάξουν τὴν θρησκείαν τους.
Ἔστειλα ἐπίτηδες ἀνθρώπους πιστοὺς εἰς τὴν Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο καὶ νησιὰ καὶ ἀλλοῦ σὲ ὅσους εἶχα ὁρκισμένους καὶ τοὺς εἶπα νὰ ἐνώνωνται ὅσον ἠμποροῦνε· καὶ νὰ πάψουνε οἱ διχόνοιες ἀναμεταξύ τους (καὶ εἰς τὸν ὅρκον ὁποῦ τοὺς ἔδινα ὁ πρῶτος λόγος ἦταν ἢγ ἕνωση)· καὶ νὰ περικαλοῦνε τὸν Θεὸν διὰ νὰ κάμη τὸ ἔλεός του νὰ μᾶς ἑνώση καὶ νὰ σώση τὴν πατρίδα μας καὶ θρησκεία μας, ὅτι ἡ λευτεριά μας ἀπόδιωξε ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐγίναμεν Σόδομα καὶ Γόμαρα. Εἶχα κι᾿ ἀνθρώπους ὁρκισμένους καὶ ἤξερα τί γένεταν εἰς τὸν ἴδιον Βασιλέα, ὅσα σκέδια τὸν ὁδηγοῦσαν οἱ ἀπατεῶνες καὶ κάθε κρυμμένον δόλον τους. Τότε μαθαίνοντας αὐτὰ ἀπὸ τοὺς ἀγαθοὺς ἀνθρώπους μὲ μυστικὸν τρόπον τὰ διαδίναμεν εἰς τοὺς τύπους καὶ τὰ ῾βρισκαν ὀμπροστὰ τοὺς ἐκεῖνοι ὁποῦ τὰ σκεδιάζαν· καὶ δὲν ἤξεραν πούθε βγαίνουν. Λέγω εἰς τοὺς ἀναγνῶστες τὴν μεγάλη χάρη τοῦ Θεοῦ· τόσα χρόνια κατηχοῦσα τὸ κράτος ὅλο καὶ προδότης δὲν ἐφάνη οὔτε πλούσιος, οὔτε φτωχός. Συγγενεῖς ἦταν αὐτεινῶν μέσα, ὁποῦ ἔπαιρναν τὰ μυστικά τους καὶ μοῦ τὰ ῾λεγαν καὶ τότε ἔστελνα ἐπίτηδες ἀνθρώπους εἰς Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο καὶ νησιά. Εἶχαν νὰ κάμουν καὶ κινήματα διὰ τὸ ἔξω – ξένες ὁδηγίες καὶ κακοὶ σκοποὶ νὰ μᾶς γελάσουνε μὲ τέτοιες πρόφασες· καὶ ξέροντας αὐτὰ τὰ μυστήρια τοὺς πῆρα τοὺς τουρκοκαπεταναίους ὁποῦ κάθονταν εἰς τὸ κράτος – ὁποῦ θέλαν μ᾿ αὐτοὺς κι᾿ ἄλλους τοιούτους νὰ κάμουν τοὺς κακούς τους σκοποὺς διὰ τὰ ἔξω – τοὺς πῆρα καὶ τοὺς ὅρκισα· καὶ τοὺς πῆρα καὶ τῆς ὑπογραφὲς τους· καὶ τοὺς ξηγήθηκα τοὺς κακοὺς σκοποὺς ἐκεινῶν. Καὶ τοιούτως τοὺς ἀντικόβαμεν. Κι᾿ ἄλλα ἔλεγα τῆς φατρίας τῆς Ρούσσικης (ὅτ᾿ εἶμαι μ᾿ αὐτούς), ἄλλα τῆς Ἀγγλικῆς κι᾿ ἄλλα τῆς Γαλλικῆς.
Τὰ κακὰ ἄξαιναν εἰς τὸ κράτος. Πολλὲς κατάχρησες γένονταν. Τότε γύρεψαν καὶ οἱ δανεισταί μας τὸ χρεώλυτρο· καὶ οἱ Πρέσβες μας βιάσαν πολύ. Κι᾿ ἔγινε ῾κονομία εἰς τὸ πολιτικό μας καὶ στρατιωτικὸ καὶ εἰς τ᾿ ἄλλα τῆς παλαβομάρας μας. Τὸ μυστήριον ὕστερα ἔπεσε ῾σ ἀνθρώπους κακούς, ἀλλὰ ἡ σωτηρία ἦταν ὁποῦ δὲν ξέραν τὸν ὀργανισμὸν καὶ τῆς ὑπογραφὲς καὶ τοὺς συντρόφους μας. Ὅτι πάντοτες εἶχα ὑποψίαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ κάνουν τὴν τύχη τους μὲ τοὺς ξένους καὶ κάθε ἕναν τὸν κουβέντιαζα κατὰ τὴν φατρίαν τοῦ κ᾿ ἐπιθυμιά του. Ἄλλος ἤθελε νὰ διώξωμεν τὸν Βασιλέα, ἄλλος νὰ τὸν σκοτώσωμεν· ἐγὼ κι᾿ ὅσοι ἦταν τίμιοι κι᾿ ἀγαθοὶ πατριῶτες ὁρκισμένοι μιλούσαμεν μὲ φρονιμάδα καὶ θέλαμεν μὲ γνώση κ᾿ ἕνωση νὰ κάμωμεν Ἐθνικὴ Συνέλεψη καὶ νὰ γένουν νόμοι ἐθνικοί· κι᾿ ὁ Ὄθωνας βασιλέας νὰ εἶναι, ἂν τοὺς ὑπογράψη, κ᾿ ἔτσι νὰ σωθοῦνε τὰ δεινὰ ὁποῦ ἔπαθε ἡ πατρίδα μας κι᾿ ἀπὸ ῾μας τοὺς ἀγωνιστᾶς σκοτώθηκαν περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Τούρκους, σκοτώθηκαν κι᾿ ἀφάνισαν τὴν πατρίδα τοὺς διὰ τὰ θελήματα τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Κωλέτη, τοῦ Μεταξᾶ καὶ συντροφιές τους. Αὐτεῖνοι ὅλοι πάντοτες καὶ τώρα ἤξεραν τὰ συνφέροντά τους καὶ δι᾿ αὐτὰ κουβέντιαζε καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τοὺς ξένους τους συντρόφους του. Οἱ νοικοκυραῖοι ἤξεραν τὴν πατρίδα τοὺς μοναχὰ πὼς νὰ ὑπάρξη. Δι᾿ αὐτὸ οἱ Πρέσβες καὶ οἱ ἄλλοι οἱ φίλοι τους δὲν ἤξεραν τίποτας, αὐτεῖνοι ὁποῦ ψάχουν εἰς τὸν πάτο τῆς θάλασσας καὶ βρίσκουν τὸ βελόνι.2 Κι᾿ ἑνώθη ὅλο τὸ κράτος μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν φώτισίν του· κ᾿ ἐγκολπώθη γενικῶς ἡ πατρίδα αὐτὸ τὸ θεῖον ἔργον τὴν τρίτη Σεπτεβρίου, ὁποῦ θέλω τὴν ξεστορήση.
Τὴν εἶχα τὴν ἰδέα αὐτείνη εἰς τὸ νοῦ μου καὶ μὸ ῾γινε μιὰ ὑποκοντρία· κι᾿ ὅλο ἡ ψυχή μου ἦταν εἰς αὐτὸ νύχτα καὶ ἡμέρα, ἀφοῦ ἔβλεπα τὴν κακὴ κυβέρνησιν καὶ τὸν κίντυνον τῆς πατρίδας. Μίαν βραδειὰ – ὅτι ἔχω ἕνα σύστημα· θέλω ἕναν φίλο εἰς τὸ σπίτι μου νὰ τρῶμε ψωμὶ μαζὶ – εἶχα εἰπῆ ἑνοῦ ἀγωνιστῆ νὰ ῾ρθῆ νὰ φάμεν· ὁποῦ τρώγοντας κάναμεν πολλὲς ὁμιλίες. Στοχαζόμουν νὰ τὸν βάλω καὶ εἰς τὸν ὅρκον, ὅτ᾿ ἦταν ἄξιος καὶ εἶχε κ᾿ ἐπιρρογή, κι᾿ ὅλο ἀποκοβόμουν χωρὶς νὰ τοῦ εἰπῶ τὸ μυστήριον. Ἐκεῖ ὁποῦ κουβεντιάζαμέν μου λέγει ὄτι· «Εἶχα ὑποψίαν ἀπὸ ῾ναν ἄνθρωπον ὅτι θὰ μὲ σκοτώση καὶ πῆρα κ᾿ ἕναν ἄλλον καὶ τὸν σκοτώσαμεν· καὶ διὰ νὰ μὴ μὲ προδώση αὐτὸς ὁποῦ μὲ βόηθησε, φαρμάκωσα κ᾿ ἐκεῖνον». Τότε τοῦ μίλησα καμπόσα, ὅμως τὸν σιχάθηκα, κι᾿ ἀποφάσισα νὰ μὴν τοῦ εἰπῶ τίποτας διὰ τὸ μυστικόν. Φέραμεν τὸν λόγον διὰ τὸν Καΐρη ὅτι ἀθέισε (καὶ τοιοῦτος εἶναι ὡς τὴν σήμερον). Ἐγὼ μιλοῦσα ἀπελπισμένα πὼς ἕνας σοφός, γερωμένος ἄνθρωπος εἶπε αὐτό· καὶ πικραινόμουν εἰς αὐτὸ πολύ. Εἰς τὴν φιλονικία βλέπω τὸν φίλον νὰ μοῦ ῾περασπίζεται τὸν Καΐρη καὶ νὰ εἶναι μὲ τὸ φρόνημά του. Μοῦ λέγει· «Ὅλα μπόσικα· καὶ πὼς ὁ Θεὸς θὰ πήγαινε σὲ μίαν γυναίκα καὶ νὰ μείνη ἐννιὰ μῆνες εἰς τὴν κοιλιά της;» Ἦταν κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ ὁποῦ μας ἄκουγαν. Τοῦ λέγω· «Τοῦτα τοῦ Θεοῦ τὰ ποιήματα καὶ τὴν τάξη τὴν βλέπεις· εἶναι διὰ νὰ θαμαίνεται ὁ καθείς; – Μοῦ λέγει, ναί. – ῾Μπρος ῾σ αὐτὰ εἶναι τὸ μικρότερον αὐτό, ὁποῦ σκοτώνεις τὸ νοῦ σου διὰ νὰ πιστέψης ἐσὺ ὁ μωρὸς ἄνθρωπος. Θέλησε ὁ Θεὸς νὰ γένη διὰ νὰ δοξάζωμεν οἱ ἄνθρωποι τὰ μεγάλα του κατορθώματα καὶ τὴν παντοδυναμία του· καὶ διὰ νὰ γένη αὐτὸ «εἶπε» κ᾿ ἔγινε, λόγον εἶπε κι᾿ ὄχι ἀνθρώπινον ἔργον. Τέτοια μυαλά, τοῦ εἶπα, σὰν τὰ δικά σου ἔχει κι᾿ ὁ Καΐρης. Καὶ διὰ νὰ φρονῆς τοιούτως διὰ ῾κεῖνο τρῶς τοὺς ἀνθρώπους διὰ μικρὴ ὑποψίαν». Δὲν ματάρθε εἰς τὸ σπίτι μου. Ἔκοψα τὴν σκέση του καὶ δὲν τὸν πλησίαζα.
Μίαν βραδειὰ ἔκανα τὴν προσευκή μου, λυπημένος πολὺ διὰ τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος, κ᾿ ἔπεσα καὶ κοιμήθηκα. Βλέπω εἰς τὸν ὕπνο μου ὅτι ἀπὸ πάνου τὸ σπίτι μου ἦταν ἕνα πλῆθος περιστέρια κ᾿ ἕνα ὄρνιον τὰ κυνηγοῦσε καὶ τὰ ῾τρωγε· κι᾿ ἄλλα τὰ ξεκλοῦσε καὶ τὰ πέταγε κάτου. Αὐτὸ βλέποντας συνάχτηκαν πλῆθος ἄνθρωποι καὶ μοῦ φώναζαν· «Μακρυγιάννη, βάρε αὐτὸ τὸ ὄρνιον ὁποῦ καταφάνισε τὰ περιστέρια!» Τοὺς ἔλεγα· «Εἶναι πολὺ ψηλά, τί νὰ τοῦ κάμω;» Ἀλλοῦ ὕστερα παίρνει τὸ ὄρνιον ἕνα περιστέρι εἰς τὰ νύχια του καὶ κατεβαίνει κάτου· καὶ ἦταν ἕνας γκρεμνὸς καὶ εἰς τὰ χείλια τοῦ γκρεμνοῦ κάθεταν καὶ τὸ ῾τρωγε. Τότε ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος μὲ φωνάζουν νὰ πάγω νὰ τὸ πιάσω. Τοὺς λέγω· «Νὰ πάγω νὰ τὸ πιάσω μου βγάζει τὰ μάτια μὲ τὰ νύχια του». Τοὺς εἶπα κ᾿ ἔφκειασαν ἕνα μεγάλο παλούκι καὶ τὸ ῾μπηξαν εἰς τὴν γή· καὶ τοὺς εἶπα καὶ μὸ ῾φεραν καὶ μίαν χοντρὴ τριχιὰ καὶ τὴν ἔβαλα καὶ τὴν πέρασα εἰς τὸ παλούκι καὶ τὴν ἔδεσα καλά· καὶ τότε ἔδωσα τὴ μία ἄκρη ἑνοῦ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ τὴν ἄλλη τὴν ἄκρη τὴν πῆρα ἐγὼ καὶ τοὺς εἴπα· «Τώρα ὁποῦ τρώγει τὸ περιστέρι, ἔχει τὸ νοῦ τοῦ ἐκεῖ νὰ πάμεν νὰ τοῦ δέσουμεν τὰ ποδάρια του μὲ τὴν τριχιά· τὸ παλούκι θὰ τὸ βαστήση». Τοῦ περάσαμεν τῆς ἄκρες του σκοινιοῦ, τὸ δέσαμεν χωρὶς νὰ μᾶς νοιώση. Ἀφοῦ τελείωσε αὐτὸ τὸ περιστέρι, κάνει νὰ πάρη φτερὸν κρεμάστη κάτου μὲ τὸ κεφάλι καὶ βαροῦσε τὰ φτερά του. Τότε ξύπνησα· καὶ εἶπα θὰ δέσουμεν τὸν Βασιλέα μὲ νόμους. Αὐτὸ τὸ ὄνειρον τὸ εἶδα πρὶν τὴν τρίτη Σεπτεβρίου ὡς πέντε μῆνες.
Βλέπω μίαν ἄλλη νύχτα, ὡς τέσσερες μῆνες πρωτύτερα ἀπὸ τὴν τρίτη Σεπτεβρίου, ὅτι ὁ Δεσπότης Ἀττικῆς μ᾿ ὅλον τὸν λαὸν θὰ ῾κάνε μίαν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ συνάζονταν πλῆθος λαγὸς ἀπὸ παντοῦ. Ἀφοῦ συνάχτη ὅλος ὁ λαὸς μὲ τὸν Δεσπότη ἐκεῖ, παρουσιάζεται ἕνα χαντάκι μπροστά τους. Κάνει νὰ περάσει πρῶτος ὁ Δεσπότης, τοῦ πέφτει τὸ ρωλόγι του καὶ γένεται κομμάτια· καὶ χάλασαν ὅλες οἱ ὄπερες. Τὸ πῆρε ὁ ἀδελφός του Δεσπότη, πολεμοῦσε νὰ τὸ φκειάση, δὲν μποροῦσε. Τοῦ λέγω· «Δό᾿ μοῦ τό, κὺρ Γιώργη, νὰ τὸ φκειάσω ἐγώ. – Μοῦ λέγει, ποῦ ξέρεις ἐσύ; – Μ᾿ ἔμαθε ὁ μάστορας, τοῦ λέγω, τώρα». Τὸ πῆρα καὶ τὸ ῾φκειασα καθὼς ἦταν. Καὶ ξύπνησα. Τὴν αὐγὴ πῆρα τὸ σκαλιστήρι μου, πῆγα εἰς τὸ περιβόλι μου καὶ δούλευα· κι᾿ ἀπόστασα καὶ καθόμουνε καὶ συλλογώμουν ὅλα αὐτά. Ἔρχεται ὁ σεβάσμιος ἀγαθὸς δεσπότης Μπουντουνίτζας – ἔρχεται πάντοτες· μὲ ξεμολογάει ἐμένα καὶ τὴν οἰκογένειάν μου – ἐγὼ ἤμουν συλλογισμένος. Μοῦ λέγει· «Τί εἶσαι ἔτζι, τέκνο μου; – Ἀπόστασα, τοῦ λέγω. Καὶ τοῦ ξηγῶμαι τὸ ὄνειρον. Μοῦ λέγει· «Κάτι ἐργάζεσαι νὰ κάμης καὶ θὰ τὸ εὐλογήση ὁ Θεός· καὶ ῾σ αὐτὸ μέσα συμμετέχεται καὶ ἡ θρησκεία· καὶ θὰ στερεωθή· καὶ θὰ γένης ὁ αἴτιος ἐσύ. – Τοῦ λέγω, τί ἄξιος εἶμ᾿ ἐγὼ διὰ τὴν θρησκεία; Ἔργον δικό σας εἶναι αὐτό. – Μοῦ λέγει, τὸ ὄνειρον αὐτὸ δείχνει». Κι᾿ ὄντως, δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Εἶχα κατηχήση κι᾿ ἀπὸ τὸ γερατεῖον διαλεμένους, ἀπὸ μοναστήρια κι᾿ ἀλλοῦ, νὰ μὴν εἶναι διαφερμένοι μὲ τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς, ὁποῦ ῾χουν ξένες σκέσες, καὶ προδοθοῦμεν.3
Τὸ μυστικὸν πάγαινε πολὺ κακὰ καὶ θὰ προδόνεταν ἐξ αἰτίας – ἀφοῦ μιλήσαμε μὲ τὸν Μεταξᾶ νὰ κατηχοῦμεν τίμιους πολιτικοὺς κι᾿ ἄλλους, αὐτὸς ἔβαλε καὶ τὸν Ἀντρέα Λόντο εἰς αὐτό· κι᾿ αὐτὸς ἔχει ἀδυναμία πολλὴ εἰς τοὺς νέους· καὶ τοὺς νέους δὲν τοὺς ἀδικῶ ὅτι εἶναι κακοί, ἀλλὰ εἶναι πολὺ ῾θουσιασμένοι, καὶ τὸ μυστικὸν γένεται κοινόν, καὶ τότε ἂν θά...4 τὰ φρύδια, βγαίνουν τὰ μάτια. Κι᾿ ἀλήθεια κοντέψαμεν νὰ τὰ βγάλωμεν. Αὐτεῖνοι συνάζονται, ὁ Μεταξάς, ὁ Λόντος, ὁ Ζωγράφος καὶ οἱ ἄλλοι καὶ σκεδιάζουν καὶ βρίσκουν κ᾿ ἕναν ἀνθυπολοχαγὸν νὰ βαρέσουμεν ντουφέκι εἰς τὴν Ἀθήνα – μ᾿ ἑνοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ δύναμη κ᾿ ἐπιρρογή! Καὶ μέσα εἰς τὴν Ἀθήνα ἦταν πλῆθος στρατέματα ταχτικὰ κι᾿ ἄταχτα καὶ τὸ ἱππικὸ καὶ πολλοὶ χωροφύλακες. Καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ ταχτικοῦ κι᾿ ἄταχτου καὶ οἱ ἄλλοι σημαντικοὶ στρατιωτικοὶ δὲν ξέραν τίποτας. Τότε ἡ Κυβέρνηση μ᾿ αὐτεινοὺς ὅλους θ᾿ ἀφάνιζαν κ᾿ ἐμᾶς τοὺς ῾νεργητάς κι᾿ ὅλη ἡ πολιτεία θὰ γένεταν γῆς Μαδιάμ. Τὴν ἄλλη ῾μέρα στείλαν καὶ πῆγα κι᾿ ἀνταμωθήκαμε· καὶ μοῦ λένε αὐτό. Τοὺς λέγω ὅλα αὐτά· «κ᾿ ἐγὼ δὲν μπαίνω εἰς αὐτό, ὅτ᾿ εἴμαστε χαμένοι· καὶ θὰ μᾶς ἀναθεματοῦν ὁ κόσμος. Καὶ ἡ πατρίδα χάνεται διὰ πολὺν καιρό». Ἀφοῦ τοὺς πολέμησα τὴν ἰδέα τους, δὲν στάθη τρόπος νὰ ῾περισκύσω, ἀλλὰ μὲ πείραξαν εἰς τὴν φιλοτιμία μου, μὲ εἶπαν καὶ δειλό. Τότε τοὺς λέγω· «Δι᾿ αὐτὸν τὸν λόγον κλίνω· καὶ νὰ ἔχετε εἰς τὸν λαιμό σας πρῶτα του λόγου σας καὶ τὴν πολιτεία κι᾿ ὅλους τους ἀθώους, ὁποῦ θὰ χαθοῦν ἐξ αἰτίας τῆς στραβῆς σας ἰδέας, καὶ ὕστερα ἐμένα. Στρέγω, τοὺς εἶπα στανικῶς μὲ μίαν παρατήρησιν, νὰ βαστήξετε νὰ στείλω τοῦ Κριτζώτη, ὁποῦ τὸν ἔχω ὁρκισμένον, νὰ μπορέση νὰ ῾ρθῆ μὲ καμμιὰ τρακοσιαριὰ ἀνθρώπους ν᾿ ἀνθέξωμεν». Μείναμεν σύνφωνοι εἰς αὐτό. Στέλνω ἐπίτηδες ἄνθρωπον διὰ νυχτὸς εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ τοῦ μίλησε καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ῾ρθῆ. Ὁ ὑπολοχαγὸς ὁ φίλος τους τὸ λέγει ἀλλουνοῦ φίλου του κ᾿ ἐκεῖνος τὸ εἶπε ἀλλουνοῦ. Καὶ ἡ σωτηρία μας ἦταν ὅτι αὐτὸς τὸ εἶπε τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη ῾πασπιστή τοῦ Βασιλέως, κι᾿ αὐτός, φίλος του Μεταξά, πῆγε καὶ τοῦ τὸ εἶπε. Καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους ὁ Μεταξᾶς ἔκαμεν ὅτι δὲν ἐνέχεται ῾σ αὐτὰ καὶ εἶπε τοῦ Γενναίου νὰ μείνη μυστικὸ ὅσο νὰ μάθωμεν τί τρέχει. Κ᾿ ἔτζι ἔμεινε. Πάγω τὴν ἄλλη ῾μέρα καὶ τοὺς βρίσκω ὅλους πεθαμένους. Καὶ μοῦ λὲν αὐτό· καὶ χάλευαν ποὺ νὰ σωθοῦνε. Τότε τοὺς λέγω· «Πῆρα καὶ τὸν Κριτζώτη εἰς τὸν λαιμό μου». Καὶ τοῦ στέλνω ἐπίτηδες πάλε ἄνθρωπον καὶ τοῦ λέγει αὐτά· καὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ σύναζε νὰ εἰπῆ ὅτι λησταὶ βήκαν νὰ συνάξουν κι᾿ ἄλλους ἀπὸ ῾δω καὶ νὰ βγοῦνε νὰ ταράξουν τὴν Τουρκιά. Ἀκολούθησε...5 καὶ τὸ βάλαμεν εἰς τὸν τύπο καὶ σιωπήθη.6 Τότε οἱ φίλοι ὅλοι πάγωσαν καὶ γύρευαν τόπο νὰ τρυπώσουν. Κι᾿ ἄφησαν παγωμένα τὰ σκέδια τους.
Βλέπω πάλε εἰς τὸν ὕπνο μου ἕνα βράδυ ὅτι ἦρθε ὁ Κριτζώτης εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ γυρεύει ἐμένα νὰ πάγω ν᾿ ἀνταμωθοῦμεν, ὅτ᾿ ἦταν μία μεγάλη στέρνα, νὰ βγάλωμεν νερὸ οἱ δυό μας νὰ ποτίσουμεν ἕναν μεγάλον τόπο. Ἀφοῦ πῆγα ἐκεῖ, ἄφησε τὴν στέρνα κ᾿ ἔφυγε κατὰ τὸν τόπο του καβάλλα. Ἐγὼ ῾στ᾿ ἄλογο πήγαινα τρέχοντας νὰ τὸν σώσω. Μὴν ξέροντας τὸν δρόμον μου παρουσιάζεται ἕνας βαθὺς γκρεμνὸς καὶ εἰς τὸν πάτο ἦταν πλῆθος νερὸ μαῦρο. Ἐγὼ καθὼς πήγαινα μ᾿ ὁρμή, πᾶνε καὶ τὰ τέσσερα ποδάρια τοῦ ἀλόγου ῾στὰ χείλια τοῦ γκρεμνοῦ κ᾿ εὐτὺς ὁποῦ εἶδα αὐτὸ τράβησα τὸν χαλινὸν καὶ στέκεται σούζα τὸ ἄλογον καὶ μὲ τὸ ῾να μοῦ τὸ ποδάρι ἔφκειασα ἕνα χαράκωμα εἰς τὸν γκρεμνὸν καὶ ὕστερα μὲ τ᾿ ἄλλο μου ποδάρι ἔφκειασα κι᾿ ἄλλο καὶ στάθηκα· κ᾿ ἔβαλα τῆς πλάτες μου κι᾿ ἀπὸ τὸ στῆθος τοῦ ἀλόγου, τοῦ ἔδωσα μία καὶ τὸ κόλλησα ἀπάνου. Καὶ τὸ καβαλλίκεψα τρέχοντας νὰ σώσω τὸν Κριτζώτη νὰ τὸν γυρίσω ὀπίσου. Ἐκεῖ ὁποῦ πάγαινα τρέχοντάς μου παρουσιάζεται ἕνας πολὺ μεγάλος πλάτανος καὶ εἶχε ἕναν κλῶνο πολὺ μεγάλον κι᾿ ἀπάνου ἦταν ἕνα χρυσὸ πουλί. Τόσο τὸ ζήλεψα! Στάθηκα νὰ τὸ κάμω σίγρι· καὶ στάθηκα ἀρκετά. Θὰ πέρναγα ἀπὸ κάτου τὸν κλῶνο ὁποῦ ῾ταν τὸ πουλί. Ζύγωσα κοντά του· αὐτὸ εἶχε τὸ κεφάλι του εἰς τὰ φτερά του καὶ κοιμάταν. Ἔρριξα τὸ χέρι μου καὶ τὸ ῾πιασα. Τοῦ ἔλεγα· «Τέτοιο ὄμορφο πουλὶ καὶ ἤσουν νυστασμένο καὶ σ᾿ ἔπιασα!» Καὶ τὸ λιμπίζομουν καὶ τὸ λυπώμουν. Τὸ βαστοῦσα εἰς τὸ χέρι μου κ᾿ ἔτρεχα διὰ τὸν Κριτζώτη. Ἐκεῖ μου παρουσιάζεται ἕνας μ᾿ ἕνα κάρρο καὶ εἶχε καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ μέσα. Σὰν εἶδα τὰ παιδιά· «θὰ μοῦ γυρέψουν τὸ πουλί» εἶπα καὶ τὸ ῾κρυψα εἰς τὴν τζέπη μου. Καὶ μ᾿ αὐτὸ ξύπνησα. Τὸ πρωὶ πῆγα εἰς τοὺς φίλους μου Μεταξᾶ κι᾿ ἄλλους καὶ τοὺς ηὗρα πεθαμένους κι᾿ ἄλυωτους. Τοὺς λέγω· «Κάμετε κουράγιο καὶ ῾νεργάτε μὲ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ κερδέσουμε. Τοὺς λέγω τὸ ὄνειρο κι᾿ ὅτι ὁ Βασιλέας καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ τοὺς τυφλώνει ὁ Θεὸς καὶ κοιμώνται· καὶ τὸν Βασιλέα τὸν ἔπιασα καὶ τὸν ἔχω εἰς τὴν τζέπη. Αὐτεῖνοι εἶναι ἄπιστοι καὶ δὲν πιστεύουν.
Εἶχα καὶ τὸν Θοδωράκη Γρίβα εἰς τὸν ὅρκον, τὸν ὅρκισα μαζὶ μὲ τὸν Κριτζώτη, καὶ πῆγε εἰς τὴν πατρίδα του, εἰς τὸ Ξερόμερο, πῆγε φαντασμένα, ἀνόγητα καὶ μαθεύτηκε εἰς τὴς ἀρχές. Ὁ Μῆτρο...7 ἦταν σὲ ὅλη τὴν Ἀκαρνανία ἀρχηγὸς τοῦ μεταβατικοῦ μὲ μίαν μεγάλην δύναμιν· ἔμαθε ὅλα τὰ σκέδια τοῦ Γρίβα καὶ τῶν φίλωνέ του καὶ τῆς ἑτοιμασίες κι᾿ ἀπὸ δῶ ὅσοι ῾νεργούσαν καὶ τὸν Κώστα Μπότζαρη εἰς τὸ Μισολόγγι κι᾿ ἄλλους καὶ ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἦρθε μόνος του νὰ τὰ εἰπῇ ὅλα αὐτὰ νὰ πάρουν μέτρα. Τότε αὐτὸ μαθαίνοντας ἐμεῖς νεκρώσαμεν ὅλοι, ὅτι χαθήκαμεν. Ἡ Θεία Πρόνοια τί κάνει! Τὸν ἀνταμώνω εἰς τὸ παζάρι· τοῦ εἴπα· «Πῆγα χαλεύοντάς σε εἰς τὸ κονάκι σου νὰ σὲ ἰδῶ· δὲν σ᾿ ηὗρα». Ψέματα τοῦ εἶπα διὰ τὸ κονάκι του· εἶχε λίγη ὥρα ὁποῦ ῾ρθε. Ἦταν κάνα δυὸ ὧρες νὰ νυχτώση· τοῦ εἶπα νὰ πάμεν εἰς τὸ σπίτι μου νὰ φάμεν. Μοῦ λέγει· «Δὲν ἔρχομαι, ὅτι θὰ πάγω νὰ παρουσιαστὼ πρῶτα». Ἐγὼ αὐτὸ δὲν ἤθελα· τὸν χρειαζόμουν ἐγὼ πρῶτα. Τέλος τὸν ἔβιασα καὶ τὸν πῆρα καὶ ἦρθε καὶ φάγαμεν. Σηκωθήκαμεν ἀπὸ τὸ τραπέζι, κάτζαμεν σὲ μίαν κάμαρη· ἀρχίσαμεν οἱ δυό μας μὲ τὰ φροῦτα τὸ κρασί. Ἐγὼ τὸ ῾πινα νερωμένο, ὅτ᾿ εἶμ᾿ ἀστενής. Τὸ βάλαμεν καλὰ εἰς τὸ κέφι. Ὡς τὰ μεσάνυχτα κοντὰ ἄρχισα νὰ τὸν ρωτάγω διὰ χαμπέρια ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν. Μοῦ λέγει αὐτὰ ὁποῦ σημείωσα· «καὶ θὰ τὰ εἰπῆ ὅπου ἀνήκει· ὅτι κιντυνεύομεν». Τότε ἀφοῦ ἔμαθα ὅλα αὐτὰ λύθηκαν τὰ κόκκαλά μου ὅλα. Γιομίζω δυὸ κοῦπες κρασί, τοῦ λέγω· «Νὰ τὸ πιοῦμεν εἰς συχώριον ἐκεινῶν ὁποῦ σκοτώθηκαν διὰ τὴν πατρίδα παράγωρα κι᾿ ἄφησαν χῆρες γυναῖκες κι᾿ ἀρφανὰ παιδιά· οἱ γριὲς τῶν σκοτωμένων διακονεύουν, οἱ νιὲς – στανικῶς τοὺς πατοῦνε τὴν τιμή τους· ὅσοι ἀγωνισταὶ μείναν, οἱ περισσότεροι νηστικοὶ καὶ δυστυχισμένοι, μὴν ὑποφέρνοντας τὴν δυστυχίαν πᾶνε λησταὶ καὶ τοὺς πιάνει ἡ δικαιοσύνη μὲ τὴν δύναμή της, βάνει τὴν τζελατίνα καὶ τοὺς κόβει. Καὶ γιομάτες οἱ φυλακὲς τοῦ Κράτους. Πιε, τοῦ λέγω, εἶναι διὰ τὴν τζελατίνα καὶ παλούκι τῶν ἀγωνιστῶν, ἐκεινῶν ὁποῦ τοὺς ἀδικοῦνε καὶ χάθηκαν, τὸ ἄνθος τῆς πατρίδος! Καὶ θὰ τοὺς χρειαστῆ μία ἡμέρα καὶ ἡ πατρίδα κι᾿ ὁ Βασιλέας. Θυμήσου τί τραβήσαμεν κ᾿ ἐμεῖς οἱ δυό. Δὲν ἀδίκησαν ἐσένα, ὅταν γύρευαν νὰ σὲ βάλουν ὑποταματάρχη εἰς τὴν ὁδηγίαν τοῦ Κουτζονίκα καὶ μάλλωσα δι᾿ αὐτὸ καὶ διὰ ἄλλους μὲ τὸν Ἁγιντὲκ καὶ μὲ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας; Καὶ μᾶς ἔστειλαν ῾πιτροπή ἐσένα κ᾿ ἐμένα νὰ ὀργανίσουμε τοὺς ἀγωνιστάς – καὶ νὰ τοὺς δώσουμε μιστὸν δώδεκα γρόσια; Τί θὰ τὸ ῾κάνε αὐτὸ τὸ μισὸ τάλλαρο ἐκεῖνος ὁ καταπληγωμένος ἀγωνιστής· αὐτὸς νὰ ντυθῆ, ἡ γυναίκα ἢ τὰ παιδιά του ἢ οἱ γέροι οἱ γονέοι του; Διὰ τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ καὶ διὰ ῾κείνους ὁποῦ θυσιάσαν τὸ ἐδικό τους εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος, καὶ ἦτον νοικοκυραῖοι καὶ τώρα εἶναι διακονιαραῖοι, δὲν ἔχει ψωμὶ ἡ πατρίδα δι᾿ αὐτοὺς ὅλους, εἶναι φτωχή, καὶ διὰ τὸν Ἀρμασπέρη ἔχει, ὁποῦ ῾ρθε ψωργιασμένος κόντης κ᾿ ἔφυγε μ᾿ ἕνα μιλλιούνι τάλλαρα κι᾿ ἀγόρασε εἰς τὴν πατρίδα του ἕναν τόπον καὶ τὸν ἔβγαλε Ἑλλὰς καὶ μουτζώνει ἐμᾶς τοὺς ἀνόητους Ἕλληνες αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι οἱ Μπαυαρέζοι καὶ οἱ φίλοι τους οἱ ἐδικοί μας; Ποῦ ῾ναι τόσα μιλλιούνια δάνεια, ποὺ εἶναι οἱ πρόσοδοι, ποὺ ῾ναι οἱ καλύτερες γές, ποὺ ῾ναι οἱ μύλοι, ποὺ ῾ναι τ᾿ ἀργαστήρια τῶν Τούρκων καὶ σπίτια, ποὺ εἶναι τὰ περιβόλια καὶ οἱ σταφιδότοποι; Ποιὸς τά ῾χει παρμένα; Ὁ Ἀρμασπέρης μὲ τοὺς ἄλλους Μπαυαρέζους ἔδιναν τῶν δικῶν μας τῶν χαραμοταϊσμένων αὐτὰ ὅλα καὶ τοὺς στράβωναν, κι᾿ αὐτεῖνοι πῆραν τὰ χρήματα καὶ τὰ παίρνουν ὁλοένα. Ποιοὺς θὰ ἐπιστηρίξης ἐδῶ ὁποῦ ῾ρθες καὶ ποιοὺς θὰ προδώσης; Ποῦ τὸ τζάκισες αὐτὸ τὸ χέρι; – ῾Στὸ Μισολόγγι, μοῦ λέγει. – Ποῦ τὸ τζάκισα ἐγὼ αὐτό; – ῾Σ τοὺς Μύλους τοῦ Ἀναπλιοῦ. –Διατί τὰ τζακίσαμεν; – Διὰ τὴν λευτεριὰ τῆς πατρίδος. – Ποὺ ῾ναι ἡ λευτεριὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη; Σήκου ἀπάνου! Τὸν παίρνω καὶ πάμεν καὶ τὸν ὁρκίζω. Τοῦ παρουσιάζω καὶ τὸν ὅρκον καὶ τὸν διάβασε· καὶ τὸν ὑπόγραψε ὁ ἀγαθὸς καὶ γενναῖος πατριώτης.
Τότε τοῦ εἶπα νὰ κάμη τὸν ἄρρωστον καὶ νὰ μὴν πάγη πουθενὰ νὰ παρουσιαστῆ. Κι᾿ ἂν παρουσιαστή, νὰ εἰπῆ ἄλλα. Καὶ τοῦ ξηγήθηκα ὅλα τὰ τρέχοντα. Εἴχαμεν κι᾿ ἄλλη φορᾶ ἀγροικηθῆ καὶ δι᾿ ἄλλα τῆς πατρίδας καὶ δὲν προδοθήκαμεν, καθὼς καὶ διὰ τοῦ Παλαμηδιοῦ ὁποῦ σημειώνω. Ὕστερα τὸν κακομεταχειρίστη ὁ Ἀρμασπέρης καὶ τὸν εἶχε ρέστο· καὶ μάλλωσα δι᾿ αὐτὸν μὲ τὸν Ἀρμασπέρη καὶ τὸν ἀπόλυσε. Καὶ στάθη ὡς τίμιος κι᾿ ἀγαθὸς πατριώτης σὲ ὅσα ὁρκιστήκαμεν καὶ μιλήσαμεν. Καὶ τοῦ εἶπα κ᾿ ἔφυγε· καὶ τὸ ῾δωσα γράμμα κι᾿ ἀγροικήθη μ᾿ ὅλους αὐτούς. Κι᾿ ἀπὸ τότε μας βόηθησε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον· ὅτ᾿ εἴμαστε καὶ στενοὶ φίλοι ἐξ ἀρχῆς.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Αὐτὸν τὸν ὅρκον θέλετε τὸν ἰδῆτε ἐδῶ καὶ τῆς ὑπογραφὲς τῶν ἀνθρώπων· καὶ φαίνεται ἡ βαρύτητα τοῦ κάθε ἑνοῦ ὁποῦ ῾χει εἰς τὴν πατρίδα του.
2. Ὕστερα εἶδαν τὸν ὅρκον ὁποῦ ῾βαλα εἰς τὸν τύπον, ὁποῦ λέγει νὰ μὴν εἴμαστε οὔτε Συνταματικοί, οὔτε Κυβερνητικοί, οὔτε σὲ καμμιὰ ἄλλη ξένη δοξασία, οὔτε Ἄγγλοι, οὔτε Γάλλοι, οὔτε Ρούσσοι· νὰ τοὺς σεβώμαστε αὐτοὺς ὡς εὐεργέτες μας, ἀλλὰ μόνον μ᾿ Ἑλληνικοὺς νόμους νὰ κυβερνιώμαστε. Διὰ τοῦτο δὲν τοὺς ἀρέσω τώρα καὶ μὲ κατατρέχουν ὅλες οἱ φατρίες.
3. Ὅταν μπήκαμεν εἰς τὴν Συνέλεψη ἔστειλα καὶ ἦρθαν ἀπ᾿ ὅλο τὸ Κράτος γερωμένοι καὶ τοὺς σύναξα εἰς τὸ σπίτι μου καὶ φκειάσαμεν διάφορα ἔνγραφα διὰ τὴν Συνέλεψη. Ἔκαμα κ᾿ ἐγὼ μίαν πρότασιν καὶ πρῶτος μίλησα διὰ τὴν θρησκεία· καὶ πῆραν τὴν γνώμη μου κι᾿ ἄλλοι ἀγαθοὶ πατριῶτες πληρεξούσιοι· κ᾿ ἔγινε δεκτὸ πανψηφεῖ. Πάσκισαν ἀναντίον μας ἄλλοι, τοῦ κάκου κοπιάσαν ὅλοι. Καὶ καταφαρμακώθηκαν.
4. Μία ἢ δυὸ λέξεις φθαρμένες.
5. Μία ἢ δυὸ λέξεις φθαρμένες.
6. Μία ἢ δυὸ λέξεις φθαρμένες.
7. Μία λέξη φθαρμένη, Ντεληγιώργης, βεβαίως.