Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον Γ'. 1833-1843. κεφ. 3

Ὁ Βασιλεὺς Ὀθων ἀναλαμβάνει τὰς ἠνίας τὸν κράτους. - Δυσαρέσκεια ἀγωνιστῶν τίνων κατὰ τὴν ἐπίσημον ὑποδοχήν. - Στρατιωτικὸν γεῦμα εἰς Μαρούσι. - Ἐπεισόδιον μεταξὺ Μακρυγιάννη καὶ Χ. Χατζηπέτρου. - Πολιτικαὶ μεταβολαί. - Ἐπιτροπὴ ὑπὲρ τῶν ἀγωνιστῶν. - Γεῦμα τοῦ ἀρχικαγκελαρίου Ἄρμανσπεργ πρὸς τὸν Μακρυγιάννην. - Φιλόδοξοι ἀξιώσεις τοῦ πρώτου. - Σύστασις τετραρχιῶν. - Ὁ Μακρυγιάννης διοικητὴς τετραρχίας τῆς Ἀττικῆς. - Διασάλευσις τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Στερεᾷ. - Ὁ Μακρύ - γιάννης καταγγέλλων τὸν Θ. Γρίβαν πρὸς τὸν Ἄρμανσπεργ. - Ἀντιπολίτευσις τοῦ Μακρυγιάννη κατὰ τούτου. - Ἀποστασία ἐν Στερεᾷ. - Ἐκστρατεία καὶ τῆς ὑπὸ τὸν Μακρυγιάννην τετραρχίας. - Διάλυσις τοῦ κινήματος. - Ἀναχώρησις τοῦ Βασιλέως εἰς Βαυαρίαν. - Προτάσεις περὶ παρανόμου διορισμοῦ ἀξιωματικῶν. - Ἄρνησις ὑπογραφῆς τοῦ Μακρυγιάννη. - Διασάλευσις τῆς τάξεως ἐν Ἀθήναις. - Ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου περὶ πολιτοφυλακῆς. - Δυσμένεια τοῦ Ἄρμανσπεργ πρὸς τὸν Μακρυγιάννην. - Διαταγὴ περὶ συλλήψεως αὐτοῦ. - Ματαίωσις αὐτῆς. - Ἐξακολούθησις τῆς κατὰ τοῦ Ἄρμανσπεργ ἀντιπολιτεύσεως. - Ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου περὶ συντάγματος. - Πολιτικὸν γεῦμα τοῦ Μακρυγιάννη. - Διαταγὴ συλλήψεως αὐτοῦ. - Παραίτησις ἀπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ βαθμοῦ. - Διάλυσις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. - Πολιορκία τοῦ Μακρυγιάννη ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. - Ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως. - Παῦσις τοῦ Ἄρμανσπεργ. - Διορισμὸς τοῦ Ῥούδχαρτ - Ἀναφορὰ τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Βασιλέα περὶ τῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ. - Γεῦμα τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Ῥούδχαρτ. - Παραίτησις τούτου. - Νέαι δημοτικαὶ ἐκλογαί.

Εἰς τὰ 1835 Μαγίου 20 κόλλησε ὁ Βασιλέας εἰς τὸν θρόνον. Ἔγινε λαμπρὴ παράταξη· ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὡς τὸ παλάτι στρωμένος ὁ δρόμος καὶ στολισμένος. Εἰς τὸ παλάτι συνάχτηκαν οἱ πρέσβες κι᾿ ἄλλοι πολλοί, καθὼς καὶ οἱ ἀρχὲς ὅλες. Οἱ κυβερνῆταί μας διὰ νὰ δυσαρεστήσουν τὸ στρατιωτικὸν – ἦταν δικός τους ὁ φρούραρχος –παρουσίασαν ὅλες τὴς ἀρχὲς κ᾿ ἐμᾶς μᾶς καταφρόνεσαν. Τότε πιάστηκα ἐγὼ μὲ τὸν φρούραρχον. Τοῦ λέγω· «Αὐτ᾿ εἶναι ἡ ῾μέρα ὁποῦ τρομάξαμεν νὰ τὴν ἰδοῦμεν οἱ Ἕλληνες καὶ καταξοχὴ οἱ στρατιωτικοί, χύνοντας αἷμα ποταμούς· κι᾿ ἀφοῦ ἀξιωθήκαμεν καὶ εἴδαμεν τὸν Βασιλέα τοῦ ἀγῶνος μας νὰ κολλήση εἰς τὸν θρόνον, τηρᾶτε νὰ μᾶς καταφρονέσετε;» Ἀφοῦ ἐμπήκαν καὶ οἱ παραμικροὶ καὶ παρουσιάστηκαν, ἐμεῖς καθόμαστε καταφρονεμένοι. Λέγω τῶν ἀξιωματικῶν· «Σηκῶτε νὰ φύγωμεν». Κ᾿ εὐτὺς ἐβήκα ἐγὼ ἔξω. Ἀκολούθησαν καμπόσοι μαζί μου. Ἀφοῦ μας εἶδε ἡ βάρδια θυμωμένους ἐμπῆκε εἰς τὰ ὅπλα. Τὸ ῾μαθε ὁ μαρσιάλης τοῦ παλατιοῦ, ἔτρεξε κοντά μας καὶ μᾶς πρόφτασε· καὶ μᾶς παρακίνησε νὰ γυρίσωμεν ὀπίσου. Καμπόσοι γύρισαν. Μοῦ εἶπε κ᾿ ἐμένα νὰ γυρίσω· τοῦ εἴπα· «Δὲν γυρίζω!» Τὸ βράδυ ὅσοι δὲν γύρισαν ὀπίσου ἦρθαν εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοῦ λένε νὰ κάμωμεν μίαν ἐπιτροπὴ νὰ πάγη εἰς τὸν μαρσιάλη. Ἐγὼ τοὺς λέγω· «Οὔτ᾿ ἐπιτροπὴ στέλνω, οὔτε πάγω νὰ παρουσιαστῶ. Ὅταν ἦταν ἡ τάξη πήγα· δὲν θέλησαν νὰ μᾶς παρουσιάσουνε – δὲν ματαπάγω, κι᾿ ἂν τοῦ βαρύνη καὶ τοῦ ἴδιου του Βασιλέα! Σκλάβος δὲν τοῦ εἶμαι· εἰς τὸν Τοῦρκο ἤμουν σκλάβος. Κι᾿ ἂν δὲν μὲ θελήση, πηγαίνω ἀλλοῦ καὶ ζῶ. Τὴν καταφρόνεσιν ὁποῦ μᾶς κάνουν αὐτεῖνοι πάντοτες τὴν ῾στάνομαι». Τότε αὐτεῖνοι πῆγαν καὶ παρουσιάστηκαν. Σὰν δὲ μ᾿ εἴδανε κ᾿ ἐμένα, τὸ βράδυ μὲ προσκαλοῦνε νὰ πάγω εἰς τὸ τραπέζι. Σηκώθηκα καὶ πῆγα. Τρώγοντας ψωμί μου λένε οἱ ῾πασπισταί· «Τ᾿ εἶναι αὐτὸ ὁποῦ ἔκαμες σήμερα; Ἀπὸ τὸ Παλάτι τὸ βασιλικὸν ἔγινες ἀρχηγὸς καὶ πῆρες τοὺς ἀξιωματικοὺς κ᾿ ἔφυγες. – Τοὺς εἶπα, ἀρχηγὸς ἔγινα τοῦ κεφαλιοῦ μου. Ὅποιος μὲ καταφρονεῖ, ἐγὼ φέγω κι᾿ ἄλλος ἂς κάμη ὅ,τι θέλη». Πλησίασε ὁ Βασιλέας καὶ σιωπήσαμεν. Τὸ ῾μαθε ὁ Βασιλέας ὕστερα καὶ περιόρισε τὸν Γραμματέα τοῦ Στρατιωτικοῦ καὶ φρούραρχον. Καὶ παρουσιαζόμαστε κατὰ τὴν τάξη.
Ὁ Φρούραρχος κι᾿ ἄλλοι ῾νεργούνε καὶ γίνεται ἕνα τραπέζι εἰς τὸ Μαρούσι· καὶ πηγαίνει ἐκεῖ ὁ φρούραρχος, οἱ ῾πασπισταί τοῦ Βασιλέως Τζαβέλας, Γενναῖος, Κατζάκος, Γριβαῖγοι, Μαμούρης, Βάσιος, Χατζηπέτρος, Μήλιος κι᾿ ἄλλοι πολλοί· ἤμαστε καμμιὰ σαρανταριά. Θέλαν νὰ διατιμήσουνε ἐμένα· νὰ δώσω αἰτίαν νὰ μὲ χτυπήσουνε. Μοῦ λέγει ἕναν λόγον πειραχτικὸν ὁ συγγενής του Κωλέτη ὁ Χατζηπέτρος ῾σ τὸ τραπέζι. «Πῶς; τοῦ λέγω· τί εἶπες; Πάρε τὸ σπαθί σου καὶ σήκου ἀπάνου νὰ σοῦ δείξω!» Δὲν σηκώθη. Πῆρα μία μποτίλλια τοῦ τὴν τίναξα εἰς τὸ κεφάλι. Πιαστήκαμεν. Εἶδαν ὅτι θὰ χοντρήνη τὸ κακὸ καὶ σηκώθηκαν ὅλοι καὶ μᾶς χώρισαν.
Ἡ Ἀντιβασιλεία ἔπαψε ἅμα κόλλησε ὁ Βασιλέας εἰς τὸν θρόνον, κ᾿ ἔγινε ὁ Ἀρμασπέρης Ἀρχικατζελάριος. Οἱ ἀγωνισταὶ ἀδικήθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη ῾πιτροπή κι᾿ ὁλημέρα φώναζαν εἰς τὸν Βασιλέα – καὶ πλῆθος ἀναφορές. Τότε διορίζουν τὸν γκενερὰλ Τζούρτζη πρόεδρον μιᾶς ἐπιτροπής· μέλη τὸν Κριτζώτη, τὸν Νικήτα, τὸν Τζαβέλα, τὸν Ὀμορφόπουλον κ᾿ ἐμένα. Ὁ Κατζελάριος, τῆς Ἀγγλικῆς φατρίας, φρόντισε πρῶτα κ᾿ ἔδιωξε τὸν Κωλέτη – τὸν ἔστειλε πρέσβυ εἰς τὴν Γαλλία· τὸν Μεταξᾶ τὸν ἔστειλε εἰς τὴν Ἱσπανία. Τὸν Μαυροκορδάτο πρὸ καιροῦ τὸν εἶχαν διώξη. Τότε ὁ Ἀρμασμπέρης παντρεύει δυὸ κορίτζα του καὶ τοὺς δίνει τὰ δυὸ παιδιὰ τοῦ Κατακουζηνοῦ. Κ᾿ ἔτζι ἐπεβαίνουν καὶ εἰς τὴν θρησκεία μας διὰ νὰ μᾶς φκειάσουνε τοῦ δόματός τους ἀπὸ λίγον κατ᾿ ὀλίγον. Κ᾿ αὐτὸ τὸ παράδειμα τὸ ἀκολούθησαν καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ παντρεύονται τοιούτως. Τότε ὁ Ἀρμασμπέρης διὰ νὰ δείξη ὅτ᾿ εἶναι ὁ ἀγαπημένος τῶν Ἑλλήνων – καὶ εἶδε ὅτι μ᾿ ἀγαποῦνε εἰς ὅλο τὸ κράτος– θέλει τὸ στρατιωτικὸν νὰ τοῦ προσφέρουν ἕνα σπαθὶ καὶ νὰ τὸν πολιτογράψουν παντοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὲ παίρνει μου κάνει ἕνα τραπέζι· ἦταν κι᾿ ὁ Τζούρτζης ἐκεῖ ὁ φίλος του. Μοῦ λέγει ὅτι μ᾿ ἀγαπάγει καὶ θὰ ῾νεργήση νὰ μοῦ δώσουν τὸν σταυρὸν μὲ τ᾿ ἄστρος κι᾿ ἄλλα πολλά. Τὴν ἄλλη ἡμέρα μου λέγει ὁ γκενερὰλ Τζούρτζης διὰ τὸ σπαθί, νὰ ῾νεργήσω, καὶ διὰ τὸ πολιτόγραμμα· κι᾿ ὅτι ὁ Κατζελάριος θὰ μὲ κάμη σημαντικὸν ἄνθρωπον. Τοῦ ὑποσκέθηκα αὐτὰ μὲ τὰ χείλη.
Πηγαίνει ὁ Γαρδικιώτης Γρίβας μὲ τὸ τάμα τοῦ ῾σ τὴν Δυτικὴ Ἑλλάδα καὶ ρέθιζε τοὺς κατοίκους νὰ σηκωθοῦν ἀναντίον τῆς Κυβέρνησης, τὸ ἴδιον καὶ σὲ ἄλλα πολλὰ μέρη, καθὼς κι᾿ ὁ Θοδωράκης Γρίβας ἔβγαζε ληστὲς παντοῦ κι᾿ ἄλλοι τοιοῦτοι. Κι᾿ ἀφάνιζαν τοὺς κατοίκους. Τότε ἄρχισε καὶ ἡ βαθμολογία τῆς ἐπιτροπῆς. Θέλαν νὰ βάλουν εἰς τὴν βαθμολογίαν πολλοὺς ἀνάξιους, ὁποῦ νὰ μὴν λείψουνε ποτὲς οἱ δυστυχίες ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ γενικῶς ἀπὸ τὴν πατρίδα. Τότε διὰ νὰ μ᾿ ἑλκύσουν εἶπαν νὰ μοῦ κάμουν καὶ τὸν ἀδελφό μου λοχαγόν, ὅτ᾿ εἶναι ἀδικημένος ἀπὸ τὸν Καποδίστρια. Τοὺς λέγω· «Εἶναι ὑπολοχαγός· ῾σ ἐκεῖνο νὰ μείνη. Καὶ νὰ δικαιώσουμεν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Ἀγῶνος νὰ φᾶνε κομμάτι ψωμί, νὰ μὴν ταλαιπωριῶνται ξυπόλυτοι καὶ γυμνοί. Αὐτοὺς ἔχομεν ἀδελφοὺς – νὰ σωθοῦν τὰ δεινά τους, νὰ ἡσυχάσουν καὶ αὐτεῖνοι καὶ ἡ πατρίδα καὶ ὁ Βασιλέας. – Μοῦ λένε, τὸν βάνομεν ἐμεῖς τὸν ἀδελφό σου κ᾿ ἐσὺ φώναζε ὅ,τι θέλεις. – Τὸν βάνετε ἐσεῖς, ἀπαρατιῶμαι ἐγὼ· καὶ τὸ βάνω εἰς τὸν τύπον διατὶ ἀπαρατήθηκα». Τότε τ᾿ ἄφησαν καὶ τοὺς εἴπα· «Νά ῾χωμεν δικαιοσύνη καὶ νὰ λέμεν μὲ φόβον τοῦ Θεοῦ ὅποιον ἀγωνιστῆ ξέρει ὁ καθείς». Καὶ τοιούτως ἀκολουθήσαμεν.
Τότε διορίστη ὁ γκενερὰλ Τζούρτζης καὶ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ. Ἀποφασίστη κι᾿ ὅσους βαθμολόγησε ἡ πρώτη ῾πιτροπή κ᾿ ἐμεῖς νὰ συστηθοῦν σὲ τετραρχίες καὶ νὰ γένη φάλαγξ. Κάμαν δέκα τετραρχίες. Διόρισαν κ᾿ ἐμένα τετράρχη τῆς Ἀττικῆς. Ἀστένησα. Ἔρχονταν εἰς τὸ σπίτι μου πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ μὲ ἰδοῦνε· ἔρχονταν καὶ οἱ ἀξιωματικοί της τετραρχίας μου. Δυὸ τρεῖς μου λένε· «Ἐδῶ οἱ Γριβαῖγοι ρεθίζουν τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς στέλνουν καὶ πηγαίνουν ἔξω εἰς τὸ κράτος καὶ κάνουν ληστεῖες». Τότε καὶ εἰς τὸ Κράβαρι, χωρίον Ἐλετζού, εἶχε πάγη ὁ Καλαμάτας κι᾿ ἄλλοι λησταὶ καὶ τὸ πάτησαν· χάλασαν καὶ τὸ σπίτι ἑνοῦ ἀγωνιστῆ, Καλατζαίγους τοὺς λένε. Ἐκεῖ ρωτοῦσαν οἱ λησταὶ πότε μπορεῖ νὰ βγοῦνε οἱ Γριβαῖοι ὄξω νὰ ξέρουν. Τότε ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦρθε ἕνας ἐδῶ νὰ εἰπῆ τὴν δυστυχίαν του· τὸν εἶχα φίλο· μου εἶπε αὐτά. Τότε αὐτὰ κι᾿ ὅ,τι μου εἶπαν οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ χρέος θέλησα νὰ τὰ εἰπῶ τοῦ Ἀρχικατζελάριου. Μὴν ξέροντας τὴν γλώσσα του, εἶχα τὸν Βαλέττα φίλο καὶ τοῦ τὸ εἶπα κι᾿ αὐτὸς ἤφερε τὸν γυναικάδελφό του Παναγιωτάκη Σοῦτζο καὶ τὰ εἴπαμεν νὰ τὰ εἰπῆ τ᾿ Ἀρμασπέρη. Πῆγε καὶ τοῦ τὰ εἶπε. Τότε αὐτὸς διὰ ν᾿ ἀποκοιμίση ἐμένα, μὲ προσκαλεῖ νὰ πάγω νὰ φᾶμε ψωμί. Ρωτάγω τὸν δοῦλον τοῦ ποιοὶ ἄλλοι εἶναι εἰς τὸ τραπέζι, μοῦ λέγει οἱ Γριβαῖγοι καὶ ὁ Παναγιωτάκης ὁ Σοῦτζος. Τότε λέγω τοῦ δούλου· «Σύρε καὶ πὲς τοῦ Ἐξοχωτάτου Ἀρμασπέρη δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ φάγω ψωμὶ εἰς τὸ τραπέζι του». Τότε τοῦ τὸ ῾βγαλα φόρα καὶ διὰ τὸ σπαθὶ καὶ πολιτογράψιμον. Φανερώθη κι᾿ ἀπαρατήθη ἀπὸ αὐτά.
Τότε ἄρχισε ἡ ἀποστασία εἰς τὴν Δυτικὴ κι᾿ Ἀνατολικὴ Ἑλλάδα. Ὁ Βασιλέας εἶχε πίστη ῾σ ἐμένα· μοῦ στέλνει τὸν Μιαούλη καὶ μοῦ λέγει θὰ διορίσουνε ἀρχηγοὺς διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀνταρτῶν καὶ ληστῶν καὶ νὰ μὲ διορίσῃ κ᾿ ἐμένα. Τοῦ εἶπα, δὲν μοῦ τὸ συχωρεῖ μήτε ἡ ὑγεία μου, μήτε ἡ συνείδησή μου νὰ χτυπήσω τοὺς ἀγωνιστάς, ὁποῦ ἄλλοι ἦταν οἱ αἴτιοι. Καὶ διόρισαν τὸν Βάσιο, τὸν Μαμούρη, τὸν Τζαβέλα καὶ τὸν ῾νεργητὴ Γρίβα κι᾿ ἀδελφὸν τοῦ Γαρδικιώτη. Καὶ κινήθηκαν ἀναντίον ἐκεινῶν, ὁποῦ παρακινοῦσαν νὰ σηκωθοῦνε «κ᾿ εἶναι κι᾿ αὐτεῖνοι σύνφωνοι», τοὺς λέγαν. Καὶ τοὺς πῆγαν ἀναντίον τους δολερῶς κι᾿ ἀπίστως· καὶ σκοτώθηκαν τόσοι ἀγωνισταὶ κι᾿ ἀρφάνεψε ἡ πατρὶς ἀπὸ αὐτούς. Ὅτι μίαν ἡμέρα θὰ τοὺς χρειαστῇ καὶ ποῦ νὰ τοὺς εὕρῃ; Τά ῾φαγαν τὰ περισσότερα καὶ καλύτερα παληκάρια οἱ δολεροὶ καὶ οἱ κακοὶ ἀνθρῶποι. Διόρισαν ὕστερα καὶ τὸν γκενεράλη Τζούρτζη νὰ πάγη ἐπὶ κεφαλῆς αὐτεινών· πῆρε κ᾿ ἐμένα μὲ τὴν τετραρχίαν καὶ τὸ πεζικὸ τῆς γραμμῆς καὶ καβαλλαρία καὶ Γαρδικιώτη μὲ τὸ τάμα του καὶ πήγαμεν εἰς Μισολόγγι. Καὶ μάθαμεν ὅτι διαλύθηκαν οἱ ἀντάρτες, ὅταν μάθαν τὸν δόλο καὶ τὴν ἀπάτη τῶν συντρόφωνέ τους. Οἱ κάτοικοι πῆγαν εἰς τὰ σπίτια τους, οἱ σημαντικοὶ ἔπαθαν σκοτωμοὺς καὶ φυλακές· καὶ οἱ λησταὶ πῆγαν εἰς τὸ Τούρκικον. Καὶ τότε ὁ Γρίβας ἔστελνε κεφάλια τῶν συντρόφωνέ του εἰς τὴν Κυβέρνηση, καθὼς ἔστελνε ἕνας ντερβέναγας τοῦ Ἀλήπασσα, τὸν ἔλεγαν Ἰσοὺφ Ἀράπη.
Εἰς τὸ Βραχώρι μάθαμεν ὅτι ὁ Βασιλέας μας πάγει εἰς τὴν Μπαυαρία νὰ παντρευτῇ. Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ Ξερόμερον κι᾿ ἀλλοῦ μάθαμεν τῆς ἐνέργειες τῶν Γριβαίων κι᾿ ὅλης της συντροφιᾶς. Ἤρθαμε ἐδῶ εἰς Ἀθήνα, ἀφοῦ κάμαμεν ὅλη τὴν περιοδεία. Τότε ὁ Γρίβας τούρκεψε τοὺς ἀνθρώπους. Ἦρθαν οἱ κάτοικοι φωνάζοντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἔφυγαν καὶ καμπόσες φαμελιὲς καὶ πῆγαν εἰς τὴν Τουρκιά. Τότε ὅσους ἦταν ἄξιοι διὰ παλούκι, ὅλους τους ληστάς, τοὺς σύναξε ὁ Γρίβας καὶ προστάζει ὁ Κατζιλέρης ὁ Ἀρμασπέρης, διορίζει κ᾿ ἐμᾶς τὴν ῾πιτροπὴ κατὰ τὸ ριπόρτο τοῦ Γρίβα, ἀφοῦ τοὺς ἔστειλε διαταγὴ νὰ μποῦνε μέσα εἰς τὸ κράτος, ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Τουρκιά, κι᾿ ἀφοῦ ἦρθαν διατάττει τὴν ῾πιτροπὴ ὁ Ἀρμπασμπέρης νὰ τοὺς κάμωμεν ἀξιωματικούς. Ὁ σύντροφός του ὁ γκενερὰλ Τζούρτζης ἦταν ἕτοιμος· ἐγὼ τοὺς εἶπα· «Τὰ χέρια μου καὶ τὰ δυὸ νὰ τὰ κόψετε, ὑπογραφὴ δὲν βάνω νὰ βαθμολογήσω ληστάς, ὁποῦ κάψαν τῆς ἐθνικὲς καζάρμες καὶ σκότωσαν καὶ τὴς φυλακὲς τῶν συνόρων!» Τότε γγιχτήκαμε δι᾿ αὐτό· μάλλωσα μὲ τὸν γκενεράλη. Πῆρα τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη εἰς τὸ σπίτι μου καὶ φάγαμεν καὶ τοὺς εἶπα· «Δὲν θὰ σκοτωθοῦμεν ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστάς; Ἐκεῖνοι νὰ περπατοῦνε δυστυχισμένοι, καὶ τοὺς ληστὰς νὰ τοὺς φκειάσουμεν ἀξιωματικούς;» Τότε ὁρκιστήκαμεν καὶ δὲν θέλησε κανένας ἀπὸ ῾μᾶς. Καὶ τοὺς ἔκαμεν μόνος του ὁ Ἀρμασμπέρης. Καὶ διάταξε νὰ ῾ρθῇ ὁ Γρίβας εἰς τὴν Ἀθήνα. Κ᾿ ἦρθε μὲ καμμιὰ ἑκατοστὴ τέτοιους. Κι᾿ ὁ Ἀρμασμπέρης διόρισε τοὺς φίλους του καὶ γαμπρούς του καὶ πῆγαν καὶ τὸν δέχτηκαν. Οἱ κάτοικοι ἔλπιζαν νὰ τοὺς παλουκώσουνε, κι᾿ ὁ Κατζελάρης τοὺς ἔκανε τέτοιες ἐπίδειξες. Τό ῾δωσε καὶ τὸν σταυρὸ τοῦ λαιμοῦ, καὶ ἡ γυναίκα του τοῦ χάρισε ἕνα ῾ρολόγι. Τότε ἔγινε ἡ Ἀθήνα σπίτι τῶν ληστῶν· δὲν κόταγαν νὰ βγοῦνε οἱ ἄνθρωποι ἔξω· βρίσκονταν σκοτωμένοι, γυμνωμένοι, ἀπὸ αὐτὰ πλῆθος. Ἔδειρε ὁ Γρίβας καὶ τὸν φίλο του τὸν Σκοῦφο, ὁποῦ πείραζε μὲ τὴν ῾φημερίδα του αὐτοὺς ὅλους.
Τότε ἤμουν μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συνβουλίου· ὁ Καλλεφουρνᾶς πρόεδρος, φίλος μου. Μιλήσαμεν εἰς τὸ σπίτι μου τὴν κατάστασιν τῆς πρωτεύουσας καὶ εἴπαμεν νὰ συνάξωμεν τὸ Δημοτικὸν Συνβούλιον καὶ νὰ γυρέψωμεν νὰ γένῃ μία πολιτοφυλακή. Τὸ συνάξαμεν· ἀρχίσαμεν τὴν πρότασιν οἱ δυό μας. Ηὕραμεν σύνφωνο ὅλο τὸ Συνβούλιον νὰ γένη αὐτό, κ᾿ ἐμένα μὲ διόρισαν ἀρχηγόν. Τοὺς εἶπα· «Ἡ ὁμιλία δὲν εἶναι διὰ δόξες, εἶναι διὰ προφύλαξή μας, καὶ δὲν θέλω ἀρχηγίες· ὅποτε εἶναι ἡ ἀράδα μου, ὡς ἁπλὸς πολίτης φυλάγω κ᾿ ἐγώ». Ἔγιναν ὅλα αὐτά. Τὸ ζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση· βῆκαν δυὸ ἀναντίοι ὁ Κοκκίδης κι᾿ ὁ Γεννάδιος σύβουλοι. Τότε ὁ Ἀρμασμπέρης πειράχτηκε. Πῆραν καὶ τὴν πράξη τὴν βάλαν εἰς τὸν τύπον. Ἐγὼ καθὼς γύρισα ἀπὸ τὴν περιοδεία δὲν εἶχα πάγῃ τελείως εἰς τὸν Ἀρχικατζελάριον· μὲ ζήτησε εἰς τὸ τραπέζι του, δὲν ζύγωσα. Τότε ἄρχισε νὰ μὲ βαρῇ. Ζητῶ νὰ παρουσιαστῶ νὰ τοῦ μιλήσω μὲ διαρμηνέα δικόνε μου. Παίρνω τὸν Βενθύλο καὶ πῆγα. Ἦταν καμμιὰ ἐβδομηνταργιὰ Ἕλληνες ἀπόξω, στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοί. Καὶ εἰς ὅλα εἶχε τὸν Παναγιωτάκη Σοῦτζο ὁποῦ συβουλεύεταν. Ἀφοῦ γλύτωσε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, μπῆκα μέσα· πῆρα καὶ τὸν Βενθύλο. Μοῦ λέγει ὁ Ἀρχικατζελάριος· «Πολὺν καιρὸ δὲν σ᾿ εἶδα· μου φαίνεται, εἶσαι ἀστενής; – Ὄχι, τοῦ λέγω, εἶμαι ὑγιής. Ἐξ αἰτίας ὁποῦ καταγένεσαι εἶπα ὅτι ἡ παρουσία μου σοῦ δίνει βάρος καὶ δι᾿ αὐτὸ δὲν σ᾿ ἐνόχλησα. –Κύριε, μοῦ λέγει, τ᾿ ἦταν ἐκεῖνο ὁποῦ ῾κανες εἰς τὸ Συβούλιον; – Ἔκανα ὡς πατριώτης ὁρκισμένος εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ νὰ προφυλάξω τὴν πολιτεία μας· ὅ,τι ἔκαμα τὸ ῾καμα μαζὶ μ᾿ ἄλλους δεκαπέντε. Δικαιοσύνη θέλουν οἱ Ἕλληνες, Ἐξοχώτατε! Ὅτι χύσαμεν ποταμοὺς αἵματα καὶ τὴν δικαιοσύνη δὲν τὴν λέπουμεν. Καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα κανεὶς δὲν κρύβεται, ὅτι τὰ σπίτια εἶναι μεϊντάνια».
Βγάζει ἔξω ὅτι γένεται μιὰ φατρία νὰ σκοτώσουνε τοὺς σημαντικοὺς κι᾿ αὐτόν, κι᾿ ἀρχηγὸς αὐτεινῆς τῆς φατρίας εἶμαι ἐγώ. Τότε θέλει νὰ στείλῃ νὰ μὲ πιάσουνε. Ἀποφάσισα ν᾿ ἀντισταθῶ. Ἦρθε ὁ Νότης, ὁ Βαλτηνὸς μοῦ λένε· « Τ᾿ εἶναι αὐτὰ ὁποῦ ἀκοῦμε; καὶ θὰ πάθης. – Σκαλίζω τὸν κῆπο μου, τοὺς λέγω· ὅποιος θελήση νὰ μὲ πειράξῃ – ὁ ἀδύνατος ἔχει τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμη εἰς τὸ δίκιον του», τοὺς εἶπα. Τότε πᾶνε καὶ τὰ λένε αὐτὰ τοῦ Ἀρμασπέρη καὶ σιώπησε τὸ κίνημα καὶ μὸ ῾στειλε νὰ ἡσυχάσω. Ἔγραψα αὐτὰ τοῦ Βασιλέως, πὼς ἔγινε ἡ ἀνταρσία τῆς Ρούμελης, ποὺ κατήντησαν οἱ ὑπήκοοί του, πὼς ἔγιναν οἱ βαθμολογίες, πὼς ῾νεργούν ἀναντίον του καὶ νὰ ῾ρθῆ νὰ κυβερνήση τὸ κράτος του. Καὶ νὰ βαστάξη καὶ τὴν ἀναφορά μου· κι᾿ ἂν τὸν ἀπατῶ, δὲν εἶναι δίκιος Βασιλέας ἂν δὲν μὲ καταδικάση εἰς θάνατον. Τότε κάνω κ᾿ ἕνα τραπέζι καὶ παίρνω ὅλους τους Μπαυαρέζους, ὁποῦ ἦταν φίλοι τοῦ Βασιλέως κι᾿ ἀναντίοι τοῦ Ἀρμασπέρη, καὶ τρῶμεν εἰς τὸ σπίτι μου· καὶ τοὺς παρακινῶ νὰ φκειάνουν κι᾿ αὐτεῖνοι μίαν ἀναφορὰ καὶ ξεστόριζαν τὰ κακὰ ὁποῦ τρέχουν εἰς τὸ κράτος του. Τότε ὁ Βασιλέας διάβασε τῆς ἀναφορὲς μὲ τὸν πατέρα του. Τοῦ εἶπε ὁ Βασιλέας ὅτι ἔχει πολλὴ πίστη ῾σ ἐμένα. Τότε εἰς Μπαυαρίαν ἔστειλε ὁ Ἀρμασπέρης τὸν γαμπρὸ τοῦ τὸν Κατακουζηνόν. Ἔμαθε ὁ Κατακουζηνὸς τὴν ἀναφορά μου, γράφει τοῦ πεθεροῦ τοῦ αὐτά. Τότε ἄρχισε ὁ Ἀρμασμπέρης νὰ λαβαίνη μέτρα πὼς νὰ μ᾿ ἐξαλείψη. Ἤμουν πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συνβουλίου. Μαζώνεται ὅλο τὸ Συνβούλιον καὶ φκειάνομεν ἕνα ψήφισμα καὶ λέγαμεν· «Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν διοικιώμαστε, μὲ τὸ «ἔτζι θέλω» τοῦ κάθε ἑνοῦ· θέλομε νόμους κατὰ τοὺς ἀγῶνες μας καὶ θυσίες μας». Πρὶν βγάλωμεν τὴν ἀναφορὰ ἔξω νὰ μαθευτῆ, κάνω ἕνα τραπέζι καλὸ καὶ παίρνω ὅλους τους σημαντικοὺς ἀγωνιστᾶς. Παίρνω τὸν Κουντουργιώτη, τὸν Μπόταση κι᾿ ἄλλους πολιτικούς, παίρνω τὸν Κολοκοτρώνη, Νότη, Βαλτηνό, Βάσιο κι᾿ ἄλλους πολλοὺς στρατιωτικούς, παίρνω τὸν Δήμαρχον κι᾿ ὅλο τὸ Δημοτικὸν Συβούλιον. Ἤμαστε ῾σ τὸ τραπέζι περίτου ἀπὸ ἑξήντα. Ἀφοῦ φάγαμεν κι᾿ ἀρχίσαμεν νὰ σηκώσουμε τὰ γιομάτα, σηκώθηκα ἐγὼ κ᾿ εἴπα· «Ζήτω τοῦ Βασιλέως μας καὶ τῆς Βασίλισσάς μας καὶ νὰ τοὺς δώση ὁ Θεὸς καὶ βασιλόπαιδα, καὶ νὰ τοὺς φωτίση νὰ μᾶς κυβερνήσουνε μὲ συνταματικοὺς νόμους κατὰ τῆς θυσίες τῆς πατρίδος». Ἔπιαν ὅλοι τὸ γιομάτο. Τὴν αὐγὴ τὸ ῾μαθε ὁ Ἀρμασπέρης αὐτό, τοὺς πῆρε ὅλους εἰς τὴν ὀργὴ τοῦ κ᾿ ἐμένα διὰ παλούκωμα. Τότε τοῦ στείλαμεν καὶ τὸ ψήφισμα, ὁποῦ φκειάσαμεν τὸ Δημοτικὸν Συβούλιον· τὸ βάλαμεν καὶ εἰς τὸν τύπον. Τότε γύρεψε νὰ μὲ κάμη ἐξορίαν. Ἦρθε ὁ κομαντάντης τῆς πιάτζας στελμένος ἀπὸ τὸν φρούραρχον νὰ γένω χαζίρι σὲ δυὸ ὧρες νὰ φύγωμεν – θὰ ῾ρθουν νὰ μὲ πάρουν· καὶ νὰ εἶμαι εἰς τὴν θέλησίν τους, νὰ μὲ ξορίσουνε εἰς τὰ νησιά. Τοὺς εἴπα· «Εἶμαι ἀστενὴς ἐξ αἰτίας τῶν πληγῶν καὶ θὰ κάτζω μὲ τὴν φαμελιά μου νὰ μὲ συγυρίση εἰς τὸ σπίτι μου. Κι᾿ ἂν ἔφταιξα, ἂς μὲ κρίνη ἡ Κυβέρνηση μὲ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου· καὶ νὰ μὲ παιδέψη κατὰ τὸ ἔγκλημά μου». Τότε στείλαν γιατρούς· κι᾿ ἀπὸ τὸ γινάτι μου μ᾿ ἔπιασε μία μεγάλη κάψη. Μὲ γύμνωσαν, εἶδαν τῆς πληγές. Τότε λέγω τοῦ κομαντάντη καὶ τῶν γιατρών· «Ἐπειδήτις ἡ Κυβέρνηση δὲν ἔχει πίστη ῾σ ἐμένα, ὅτι τῆς λέγω εἶμαι ἀστενῆς καὶ μὲ γυμνώσετε ὡς σουλντάτον, δὲν ματαθέλω νὰ εἶμαι εἰς τὴν ῾πηρεσίαν της· ὡς ἀξιωματικὸν δὲν μὲ γνωρίζει, κ᾿ ἐγὼ δὲν τὴν γνωρίζω· κι᾿ ἀπαρατιώμαι· καὶ εἶμαι εἰς τὸ ἑξῆς ἁπλὸς πολίτης. Καὶ νὰ λάβη καὶ τὴν ῾πηρεσίαν τῆς τετραρχίας καὶ τὸ γραφεῖον». Ἦρθαν μου μίλησαν πολλοὶ νὰ μὴν ἀπαρατηθὼ· δὲν στρέχτηκα κι᾿ ἀπαρατήθηκα. Τότε στέλναν ὁληνύχτα πεζούρα καὶ καβαλλαρία καὶ μὲ φύλαγαν. Ἔρχονταν καὶ οἱ ἀγωνισταὶ κρυφίως καὶ μὲ φύλαγαν ῾στὸ σπίτι μου κ᾿ ἔξω εἰς τῆς ἐλιές. Ὅτι ἤθελαν νὰ μὲ πάρουν διὰ νυχτός. Ὅτι ὁ Ἀρμασπέρης δὲν ξέχανε τὴν ἀναφορὰ ὁποῦ ῾γραψα εἰς τὸν Βασιλέα. Τότε διάλυσαν καὶ τὸ Δημοτικὸν Συνβούλιον, ἔπαψαν καὶ τὸν Δήμαρχον καὶ ξέκλησαν καὶ τὸ πρωτόκολλον νὰ μὴν φαίνωνται αὐτὲς οἱ πράξες, οὔτε ἐκείνη διὰ τὴν πολιτοφυλακή, οὔτε ἡ ἄλλη διὰ τὸ σύνταμα. Μ᾿ εἶχαν κλεισμένον εἰς τὸ σπίτι μου ὅσο ὁποῦ ῾ρθε ὁ Βασιλέας – κι᾿ ὡς τώρα νὰ μὴν ἔρχεταν, ἐγὼ θὰ ἤμουν ἀκόμα φυλακωμένος. Εἰς τὴν Μπαυρίαν τοῦ εἶπε ὁ πατέρας τοῦ τοῦ Βασιλέα κ᾿ ἔφερε μαζί του τὸν Ρουντχάρτη νὰ τὸν βάλη εἰς τὸν τόπον τοῦ Ἀρμασπέρη. Τὰ 1837 Φλεβαρίου 3 ἦρθε ὁ Βασιλέας καὶ ἡ ἀγαθὴ Βασίλισσα. Πῆγαν οἱ πρέσβες εἰς τὴν φεργάδα· τοὺς εἶπε ὅτι ὁ Ἀρχικατζελάριος εἶναι παμένος κ᾿ εὐτὺς ν᾿ ἀναχωρήση ἀπὸ τὸ κράτος. Τότε πέθανε κι᾿ ὁ Κατζελάριος κι᾿ ὁ φίλος του ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας. Πάσκισε νὰ τὸν βαστήξη· τοῦ κάκου. Πήγαμε καὶ συνοδέψαμε τοὺς Βασιλεῖς μὲ μεγάλη παράταξη κι᾿ ὅλοι οἱ πολίτες. Σὲ δυὸ ἡμέρες φκειάνω μίαν ἀναφορὰ τῆς Μεγαλειότης του καὶ τοῦ ξηγῶμαι διὰ τὴν ἀναφορὰ ὁποῦ ῾στειλα εἰς τὴν Μπαυαρίαν τί δοκίμασα καὶ τί ἀντενέργειες τοῦ κάναν διὰ νὰ μὴν ματαγυρίση ὀπίσου εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἡ Ἀγγλία τί σκοποὺς ἔχει καὶ πὼς ρήμαξε τὸ ταμεῖον ὁ Ἀρμασπέρης κι᾿ ὁ ὑπουργὸς τῆς ῾μπιστοσύνης του, τῆς Οἰκονομίας· τί πῆραν μαζί· καὶ τὰ καλύτερα ὑποστατικά, σταφίδες, μύλους κι᾿ ἄλλα τὰ μέρασαν (τὰ ὁποῖα φαίνονται ὡς σήμερα)· καὶ γύμνωσαν τὴν δυστυχισμένη πατρίδα. Καὶ εἰς τὸ Κράτος τοῦ μένει ἡ δυστυχία. Χάλευε ὁ Ἀρμασπέρης καὶ ἡ συντροφιά του νὰ κάμουν τὸν Λασσάνη συνταματάρχη, καὶ διαμαρτυρήθηκα κ᾿ ἔμεινε. Τοὺς βαθμοὺς τοὺς δώσαν τῶν ληστῶν καὶ οἱ ἀγωνισταὶ μείναν δυστυχεῖς. Παρουσιάστηκα καὶ μίλησα αὐτὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ ῾δωσα καὶ τὴν ἀναφορά μου καὶ τοῦ ἔλεγα· ῾στὸ ἑξῆς δὲν εἶμαι ἄξιος τοιούτως νὰ δουλέψω, ὅτι δὲν μοῦ τὸ συχωράει ἡ ὑγεία μου καὶ νὰ μοῦ δώση τὴν ἄδεια νὰ βάλω τὴν κόπια τῆς ἀναφορᾶς μου εἰς τὸν τύπον. Μοῦ εἶπε νὰ μὴν τὴν βάλω. Τότε, ἀφοῦ ἔμαθε αὐτὰ ὁ Ἀρμασπέρης ῾νέργησε νὰ μὲ καταδικάσουνε. Τοῦ παραγγέλνω εἶμαι ἕτοιμος σὲ ὅ,τι ἀγαπάη, εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου νὰ κριθῶ, καὶ δὲν θέλω κι᾿ ἀβοκάτους, ὅτι ἔχω τὴν ἴδια μου ἀλήθεια ἀβοκάτο. Τότε σιώπησε κ᾿ ἔμεινε. Τό ῾δωσε ὁ Βασιλέας ἑκατὸ χιλιάδες δραχμὲς τοῦ Ἀρμασπέρη, πῆρε καὶ κάνα μιλλιούνι τάλλαρα καὶ πάγει ῾στὴν δουλειά του. Ἦταν ψειργιασμένος κόντης κ᾿ ἔγινε πραματικός. ῾Στὸ φευγάκι του ἔκαμεν ἕνα τραπέζι μεγάλο καὶ κάλεσε τοὺς συντρόφους του Κριτζώτη, Γριβαίγους, Μαμούρη, Ρούκη, Κολιόπουλον, Γενναῖον, Τζόκρη κι᾿ ἄλλους τοιούτους, ὁποῦ τοὺς ἔκαμεν μὲ ὑποστατικὰ καὶ μὲ χρήματα – τοὺς ἔδινε ἕνα αὐτεινῶν κ᾿ ἔπαιρνε αὐτὸς ἑκατό. Τοὺς πῆρε καὶ φάγαν ψωμί· σηκώθη κ᾿ ἔπγε ἕνα γιομάτο καὶ λέγει· «Εἰς ὑγείαν ἐσᾶς τῶν ἀγαθῶν Ἑλλήνων ὁποῦ συντρῶμεν σήμερα κι᾿ ἀποχαιρετιώμαστε». Ἄρχισαν κ᾿ ἔκλαιγαν ὅλοι. Τοὺς εἶπε πολλὰ τοιαῦτα παραπονευτικὰ λόγια. Τέτοιοι εἴμαστε ἐμεῖς. Ὅταν φεύγουν οἱ τύραννοι, οἱ κλέφτες, ἐκεῖνοι ὁποῦ θέλουν νὰ βουλιάξουν τὴν πατρίδα, κλαῖμεν καὶ λυπώμαστε· κι᾿ ὅταν τὴν γυμνώνουν, γελάμεν καὶ χαιρόμαστε. Ὅταν ἤμουν φυλακισμένος, ὅλοι αὐτεῖνοι μὲ βρίζαν καὶ μὲ κακοσύσταιναν· κι᾿ ἂν κάθεταν ὁ Ἀρμασπέρης πίσου, ἤμουν χαμένος. Ὅτ᾿ ἡ ἀλήθεια κατατρέχεται. Τότε ἔφυγε ὁ Ἀρμασπέρης καὶ τὸν συντρόφεψαν ὅλοι οἱ φίλοι του κάτου εἰς τὸ καράβι.
Πῆγα κι᾿ ἀντάμωσα τὸν Ρουντχάρτη, ὁποῦ ἔμεινε εἰς τὸ ποδάρι ἐκεινοῦ. Τοῦ εἶπα ὅλα αὐτά. Τὸν ζήτησα νὰ ῾ρθῆ εἰς τὸ σπίτι μου νὰ φάμεν. Μοῦ εἶπε· «Σου μιλῶ δι᾿ αὐτό». Ρώτησε τὸν Βασιλέα, τοῦ εἶπε νὰ ῾ρθη· «ὅτι πῆγα κ᾿ ἐγώ, τοῦ εἶπε, εἰς τὸν Μακρυγιάννη». Μοῦ εἶπε ὅτι ἔρχεται. Κάλεσα καὶ τὸν μαρσιάλη τοῦ παλατιοῦ κι᾿ ὅλους τους αὐλικοὺς καὶ Κουντουργιώτη, Κολοκοτρώνη κι᾿ ἄλλους πολλοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Τοὺς ἔκαμα ἕνα τραπέζι πολλὰ καλό. Τότε ἔπιαμεν ὑπὲρ τῆς Μεγαλειότης του καὶ τοῦ Ρουντχάρτη ὕστερα καὶ εἴπα· «Ἀπὸ δικαιοσύνη διψάγει ἡ πατρίδα καὶ ῾λικρίνεια· ὅποιοι τὴν κυβερνοῦνε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς φωτίση καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήση εἰς αὐτό. Ἔπγε κι᾿ ὁ Ρουντχάρτης διὰ ῾μένα. Εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅσον καιρὸν κυβέρνησε αὐτὸς μεγάλη δικαιοσύνη καὶ ῾λικρίνεια εἴδαμεν· καὶ ξόδιαζε κ᾿ ἐξ ἰδίων του πολλά. Ἀλλὰ τὴν ἀρετὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ῾διοτέλεια τὴν κάνει κακία. Δὲν τὸν θέλει τὸν καλὸν ἄνθρωπον ὁ Λάγινης, δὲν τὸν θέλουν οἱ ἄλλοι πρέσβες, δὲν τὸν θέλουν οἱ ἐδικοί μας οἱ ἀπατεῶνες. Καθὼς τὸ ῾λεγαν αὐτεῖνοι νὰ κυβερνήση δὲν τοὺς ἔκανε τὸ κέφι τους· ἔδωσε τὴν ἀπαραίτησίν του. Τὸν Βασιλέα τὸν ἀπάτησαν οἱ ἄλλοι οἱ Μπαυαρέζοι ὁποῦ ἦταν στρωματίδες τῶν ξένων· ἀντενεργοῦσαν ὅλοι κ᾿ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα μας ὁ καλὸς κι᾿ ἀγαθὸς ἄνθρωπος· καὶ εἰς τὸν δρόμον πέθανε ἀπὸ τὴν πίκρα του. Ὁ Θεὸς νὰ τὸ ῾χη τὴν ψυχὴ τοῦ αὐτεινοῦ τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου· καὶ τῶν ἀλλουνῶν ὅσοι ἤρθανε εἰς τὴν πατρίδα μας νὰ τὴν χάσουνε νὰ τὴν δώση τὴν ψυχὴ τοὺς τοῦ ἀναθεματισμένου καὶ νὰ τοὺς δικιώση· καὶ νὰ τοὺς κάμη τὴν ἀνταμοιβὴ τῆς κακίας τοὺς διὰ ὅσα ἔκαμαν γενικῶς εἰς τοὺς Ἕλληνες καὶ εἰς τὸν ἀθῶον τὸν Βασιλέα μας οἱ ἐπίορκοι.1
Κάμαμεν νέγες ἐκλογὲς καὶ βάλαμεν δήμαρχο τὸν Καλλεφουρνὰ καὶ μπῆκα κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ἄλλους σύνβουλος ἀπὸ τὸ μέρος τῶν τίμιων πολιτῶν. Τότε μπῆκε καὶ τὸ χαρτόσημον καὶ ῾πιτηδέματα ῾σ ἐνέργεια διὰ νὰ βασταχτοῦμεν. Ὅτι τὰ δάνεια ἐμεῖς δώσαμεν ὑπόσκεση ὅτι τὰ δανειστήκαμεν καὶ ἡ Μπαυαρία τὰ ρούφηξε μὲ τὸν Ἀρμασπέρη καὶ συντροφιά. Εἰς τὴν Πάτρα τὸν ζωγράφισαν καὶ τὸν ἔκαψαν σὰν τὸν Γιούδα γιὰ τὴν καλωσύνη ὁποῦ ῾καμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κι᾿ ὁ Θεὸς ξέρει τὰ ὑστερνά μας. Ὅμως ἡ καλὴ ῾μέρα φαίνεται ἀπὸ τὴν αὐγή. Πατρίδα, πατρίδα, ἤσουνε ἄτυχη ἀπὸ ἀνθρώπους νὰ σὲ κυβερνήσουν! Μόνος ὁ Θεός, μόνος ὁ ἀληθινὸς αὐτὸς κι᾿ δίκιος κυβερνήτης σὲ κυβερνεῖ καὶ σὲ διατηρεῖ ἀκόμα!

ΣHMEIΩΣH

1. Ὅταν πῆρα τὸν μακαρίτη Ρουντχάρτη κι᾿ ἄλλους καὶ φάγαμε ψωμί, τοὺς παρουσίασα καὶ εἰκοσιπέντε εἰκονογραφίες ἱστορικές, ὁποῦ ῾καμα τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων. Θέλω ξηηθῶ αὐτὸ ἀλλοῦ, ὅτ᾿ εἶμαι ἀστενὴς τώρα καὶ δὲν μπορῶ νὰ γράψω.