Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Βιβλίον A'. 1797-1827. κεφ. 6

Ὁ Μακρυγιάννης παρουσιαζόμενος εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀναλαμβάνει ὑπηρεσίαν. - Ἀπέρχεται μετὰ τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη εἰς Κόρινθον. - Ἀρχὴ τοῦ πρώτου ἐμφυλίου πολέμου. - Ἐξασφάλισις βουλευτικῶν ἀρχείων. - Ἔρις Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Γενναῖον. - Τὰ ἐν Τριπόλει. - Ἐκστρατεία εἰς Κλημεντοκαίσαρι. - Νέα ἔρις Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Γενναῖον. - Ὁ Μακρυγιάννης μεταβαίνει πρὸς τοὺς κυβερνητικούς. - Ἐκστρατεία αὐτῶν κατὰ τῆς Τριπόλεως. - Μάχαι πέριξ αὐτῆς. - Παράδοσις αὐτῆς. - Εὐχαριστήρια πρὸς τὸν Μακρυγιάννην. - Διορισμὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς φρουρᾶς τῆς Κυβερνήσεως. - Ἐνέργειαι αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. - Ἐμφύλιος μάχη ἐν Νταλαμανάρᾳ. - Μάχη εἰς Μπολάτι. - Μάχη παρὰ τὸ Ἄργος. - Τέλος τοῦ περὶ τὸ Ἄργος ἀγῶνος. - Διορισμὸς τοῦ Μακρυγιάννη ἀντιστρατήγου. - Προσπάθειαι αὐτοῦ πρὸς εἰρήνευσιν τῶν διαμαχομένων. - Μετάβασις αὐτοῦ εἰς Ὕδραν. - Τὰ αὐτόθι συμβάντα. - Ἐπάνοδος εἰς Ἄργος. - Δεύτερος ἐμφύλιος πόλεμος. - Ἐκστρατεία εἰς Μεσσηνίαν. - Πολιορκία τοῦ Μακρυγιάννη, εἰς Μελιγαλᾶ. - Συνέντευξις αὐτοῦ μετὰ τῶν Μεσσηνίων ἀνταρτῶν. - Ἄφιξις Παπαφλέσσα. - Μάχαι περὶ τὸ Μελιγαλᾶ. - Νέα συνέντευξις καὶ συμβουλαὶ τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τοὺς ἀντάρτας. - Ἐξακολούθησις τοῦ ἐμφυλίου ἀγῶνος. - Μετάβασις τοῦ Μακρυγιάννη εἰς Τριπολιτσάν. - Ἐπάνοδος εἰς Ναύπλιον. - Ἀποστολὴ αὐτοῦ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐπάνοδος. - Συνέχεια τοῦ ἐμφυλίου ἀγῶνος ἐν Κορινθίᾳ. - Μετάβασις Μακρυγιάννη εἰς Γαστούνην. - Ἐπάνοδος αὐτοῦ εἰς Ναύπλιον συνοδεύοντος τὸν Ἰωάννην Σισίνην. - Τὰ καθ᾿ ὁδὸν συμβάντα. - Ἐπεισόδια ἐν Ναυπλίῳ. - Παρέκβασις περὶ Γκούρα καὶ Ἀνδρούτσου.

Ἦρθα ἐδῶ. Ἦταν τὸ Βουλευτικὸν σῶμα. Στάθηκα καμπόσες ἡμέρες, παρουσιάστηκα καὶ τοὺς εἶπα: «Δὲν ματαθέλομε ὅλοι ὅσοι ἤρθαμε νὰ ξέρωμε ἀπὸ καπεταναίους, ὅ,τι διαταγὲς εἶναι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐκεῖνο εἴμαστε πρόθυμοι νὰ κάμωμε, νὰ πᾶμε ὀμπρός». Εἶχα καὶ συντρόφους ὅλους διαλεμένους πατριῶτες. Ζήτησε δύναμη ὁ Κολοκοτρώνης, ὅτ᾿ ἦταν μέλος ῾στὸ Ἐκτελεστικὸ σῶμα καὶ κυβερνοῦσε τὴν πατρίδα. Ἦταν αὐτός, ὁ Πετρόμπεγης, ὁ Σωτήρη Χαραλάμπης κι᾿ ὁ Μεταξᾶς. Τότε ἔμαθα τί ἦταν φατρία, καθὼς θὰ ἰδῆτε.
Ἀφοῦ ἔμαθε ὁ Δυσσέας ὅτι πῆγα μὲ τὸν Κολοκοτρώνη, τοῦ παράγγειλε ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι μὲ τὸ πνεῦμα τῶν καπεταναίων καὶ νά ῾χη τὸ νοῦ του, νὰ μὲ κυβερνήση. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης δὲν εἶναι αἱμοβόρος καὶ μοῦ τὸ εἶπε αὐτό. Τοῦ λέγω τοῦ Κολοκοτρώνη: «Ἐγώ, ἀδελφὲ γνωρίζω τοὺς μεγαλύτερούς μου, ὅσοι δουλεύουν διὰ πατρίδα καὶ θρησκεία, δι᾿ αὐτὰ ὁποῦ σηκώσαμε τ᾿ ἄρματα». Μοῦ εἶπε νὰ σταθῶ μὲ τὸν Γενναῖον τὸν υἱγιόν του. Πῆγα, βλέπω ἕνα παιδί. Μοῦ λέγει: «Ἐσὺ ῾σαι ὁ Μακρυγιάννης; – Τοῦ λέγω, ἐγώ. Καὶ εἶσαι σὺ ὁ Γενναῖος; – Ἐγώ, μοῦ λέγει. – Χαίρομαι» τοῦ λέγω. Μὲ εἶχαν ρωτήση τί μιστὸν θέλω διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοῦ λόγου μου, νὰ μᾶς πλερώνη ἡ Κυβέρνηση. «Ὅ,τι πλερώνει καὶ τόσους ἄλλους ὁποὔχει, ἂς πλερώνη καὶ τοὺς δικούς μου, ἐγὼ δὲν θέλω τίποτας. Τὰ ταιργιάσαμε.
Σὲ ὀλίγες ἡμέρες μαθαίνω ὅτι εἰς τὴν Πελοπόννησο ἄνοιξε φατρία ὁ Κολιόπουλος κι᾿ ἄλλοι μὲ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέρος καὶ οἱ Ντεληγιανναῖγοι, Ζαΐμης, Λονταῖγοι μὲ τ᾿ ἄλλο. Ρωτᾶμε ἐμεῖς τί πράμα εἶναι αὐτὴ ἡ φατρία (δὲν τὴν ξέραμε εἰς τὴν πατρίδα μας αὐτείνη τὴν λέξη, ξέραμε ὅμως ἄλλες προκοπές, καπεταναίικες). Μᾶς λένε: «Μεράστηκαν οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ προκόψουν τὴν πατρίδα», – κι᾿ ὅλος ὁ τόπος γιομάτος Τούρκους. Μὲ διατάζουν τότε κ᾿ ἐμένα νὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους μου καὶ νὰ πάγω μὲ τὸ μέρος τῆς Κυβέρνησης, νὰ ῾περασπίζωμαι τὸ Ἐκτελεστικὸν (ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος ἦταν τὸ Βουλευτικόν). Μὲ τὸ Βουλευτικὸν ἦταν τὸ δίκιον καὶ ἡ πατρίδα. Οἱ ἄλλοι ἤθελαν νὰ ρουφοῦνε τὰ ἐθνικὰ καὶ μάλλωναν. Δὲν ἤξερε κανεὶς τί νὰ κάμη. Ἤμουν ἄμαθος ἀπὸ τέτοια. Μὲ διατάζουν νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ νὰ δοκιμάσω αὐτὸ τὸ καλό, νὰ φάγω φατρία μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου. Τοὺς εἶπα: «Δὲν ὁρκίστηκα, ὅταν ὁρκίστηκα νὰ σηκώσουμε ντουφέκι νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ νὰ πολεμήσω, μὲ Ρωμαίγους εἴπαμε; Μὲ Τούρκους. Καὶ δὲν πᾶμε». Δὲν θέλησα νὰ πάγω. Μὲ βάσταξαν ἐκεῖ, εἰς Ἀνάπλι, καὶ στείλαν ἄλλους.
Ἀφοῦ ἄναψε ἐκεῖ τὸ ντουφέκι, θέλησε κι᾿ ὁ Γενναῖος νὰ πάη νὰ πολεμήση τὸν Νοταρά, νὰ πάρη τὸ κορίτζι τοῦ γυναίκα. Μοῦ λέγει ὁ Κολοκοτρώνης νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε, νὰ πᾶμε εἰς τὴν Κόρθο, ὅτι ἔχει δουλειὰ ἐκεῖ. Ἐμεῖς δὲν ξέραμε αὐτὲς τὶς συμπεθεριές, πήγαμε εἰς Κόρθο, τὸ μάθαμε αὐτό. Συνάχτηκαν οἱ Νοταραῖοι, πήγαινε ν᾿ ἀνοίξη τὸ ντουφέκι, φοβερίζαμε ἕνας τὸν ἄλλον. Τοὺς μίλησα ἐγὼ φρόνιμα, ὅ,τι μποροῦσα, σηκωθήκαμε καὶ πήγαμε πίσου εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, ἀφοῦ γυμνώσαμε τοὺς δυστυχισμένους κατοίκους καὶ τοὺς φάγαμε τὰ σφαχτά τους.
Σὲ ὀλίγες ἡμέρες τὸ «κλειδί» τοῦ Κολοκοτρώνη, ὁ πατριώτης Μεταξᾶς ῾ρεθίζει αὐτὸν καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τοῦ Ἐκτελεστικοῦ καὶ τοὺς παίρνουν ὅλους κ᾿ ἔρχονται εἰς τ᾿ Ἄργος, ἕτοιμοι ν᾿ ἀνοίξη ὁ ἐμφύλιος πόλεμος. Ἀφοῦ τὸ φέραν γύρα, μ᾿ ἔκραξε τὸ Βουλευτικὸν καὶ μοῦ εἶπε ὅλα τὰ αἴτια καὶ πὼς οἱ ἄλλοι θέλαν νὰ τοὺς πάρουν τ᾿ ἀρχεῖα, τοῦ Βουλευτικοῦ. Μοῦ ζήτησε βοήθεια. Τότε μιλᾶμε μὲ τὸν καλὸν πατριώτη Θοδωρὴ Ζαχαρόπουλον καὶ συνφώνως καὶ οἱ δυό μας παίρνομε τ᾿ ἀρχεῖα ὅλα του Βουλευτικοῦ καὶ τὰ κρύψαμε, καὶ δὲν τὰ πῆραν οἱ ἄλλοι. Τότε ξαναπήγαμε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι. Μαθαίνοντας ὅλα αὐτὰ αὐτεῖνοι, τὸ Ἐκτελεστικό, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ αἴτιος ποὺ δὲν πῆραν τ᾿ ἀρχεῖα κι᾿ ὅτι δὲν εἶμαι πλέον μὲ τὸ πνεῦμα τους, μελέτησαν νὰ μοῦ τὴν παίξουν χερότερα κι᾿ ἀπὸ τὸν Δυσσέα καὶ τὸν Γκούρα. Μοῦ δισπάρτισε τοὺς ἀνθρώπους μου ὁ Γενναῖος, θέλησε νὰ μοῦ τοὺς πάρη μὲ ψευτιὲς – καὶ τότε χωρὶς συντρόφους μο᾿ κάναν ὅ,τι θέλαν. Κατάλαβα τὸν σκοπόν τους, πληροφόρησα τοὺς ἀνθρώπους μου, κατάλαβαν καὶ οἱ ἴδιοι ὅτι εἶναι ψευτιὲς αὐτὰ ἐκεινῶν νὰ μᾶς δισπαρτίσουνε. Ἔδιωξα τοὺς αἴτιους ὁποῦ ῾χαν ὄργανά τους καὶ διάγειραν τοὺς ἄλλους. Τοῦ εἶπα τοῦ Γενναίου: «Δὲν ἤξερες νὰ τὴν κάμῃς καλὰ αὐτείνη τὴν δουλειά, ὅπου ῾νεργοῦσες. Εἶσαι νέος ἀκόμα. Ἄσε νὰ σὲ μάθω ἐγώ, κ᾿ ὕστερα... – Μοῦ λέγει, δὲν μὲ μαθαίνεις. – Ὅποτε εἶναι καιρὸς θέλει σὲ μάθω, τότε σὲ θυμάγω καὶ τὸ βλέπεις».
Τὴν ἄλλη ῾μέρα, μάθαμε ὕστερα, τὸ Βουλευτικὸν διόρισε ἄλλο Ἐκτελεστικόν, πῆγε εἰς τὸ Κρανίδι τὸ Βουλευτικόν, διόρισε τὸν Κουντουργιώτη, τὸν Μπόταση, τὸν Σπηλιωτάκη, τὸν Κωλέττη, τὸν Λόντο, τὸν ἀδελφόν του Πετρόμπεγη. Τότε ὁ Σωτήρη Χαραλάμπης κι᾿ ὁ Μεταξᾶς μείναν εἰς τ᾿ Ἀνάπλι νὰ κυβερνήσουνε. Ἐμεῖς μὲ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Πετρόμπεγη πήγαμε εἰς τὴν Τροπολιτζὰ νὰ πολεμήσουμε. Ἀφοῦ πήγαμε εἰς Τροπολιτζά, ἄνοιξε τὸ ντουφέκι καὶ σκοτωνόμαστε σὰν τὰ σκυλιὰ εἰς τ᾿ ἀμπέλια. Μέθαγε ὁ ἀρχηγὸς Κολοκοτρώνης τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ἀναντίοι ἦταν κλεισμένοι εἰς τὰ σπίτια τοὺς κ᾿ ἐμεῖς ἀπόξω, καὶ σκοτωνόμαστε. Τότε πᾶμε μὲ τὸν Χατζηχρῆστο εἰς τὸ μισὸ Βουλευτικὸν καὶ μισὸ Ἐκτελεστικόν, τὰ δικά τους, καὶ τοὺς λέμε: «Τὴν πολιτείαν τὴν γύμνωσαν οἱ ἀνθρωποί σας». (Εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, δὲν ἄφησα τοὺς ἀνθρώπους μου νὰ πάρουν μίαν τρίχα. Ἕνας πῆρε ἕνα σαχάνι νὰ κενώσουμε τὸ φαῒ καὶ τὸν ἔδιωξα καὶ τὸ πῆγε ὀπίσου ἐκεῖ ὁποῦ τὸ πῆρε). Τοὺς εἴπαμε: «Τώρα τὴν γύμνωσαν τὴν Τροπολιτζά, οἱ ἄνθρωποί μας σκοτώνονται ὁλοένα. Ἐγώ, τοὺς λέγω, ἔχω τρακόσιους ἀνθρώπους, θὰ τοὺς δώσω τρακόσια δαβλιὰ ἀναμμένα, τὸ ἴδιον κι᾿ ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ Χορμοβίτες, καὶ θὰ κάψωμε τὰ σπίτια νὰ βγοῦνε οἱ ἀναντίοι σας ὄξω νὰ σκοτωθοῦμε μ᾿ αὐτοὺς φανερά, ὄχι νὰ σκοτώνονται οἱ ἄνθρωποι σὰν τὰ σκυλιὰ μεθυσμένοι καὶ οἱ ἀναντίοι ἀπὸ μέσα νὰ μᾶς βαροῦνε». Τότε λένε ὅλοι αὐτεῖνοι: « Δὲν γίνεται αὐτό, ὅτι καῖτε καὶ τὰ δικά μας σπίτια. – Λίγο μὲ μέλει, τοὺς λέγω, τώρα ὁποῦ γυμνώθηκαν οἱ ἄνθρωποι, τί τὰ θέλετε κ᾿ ἐσεῖς τὰ σπίτια; Ὁ Θεὸς θέλησε νὰ μείνουν ἄκαγα ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐσεῖς θέλετε νὰ τὰ κάψωμε. Αὐτείνη τὴν λευτερίαν ζητᾶτε νὰ μᾶς φέρετε, νὰ κάμετε τὰ κέφια τὰ δικά σας, νὰ χαθῆ καὶ ἡ πατρίδα μας». Σηκωθήκαμε κι᾿ ἀνχωρήσαμε. Τὸ δειλινὸ στείλαν καὶ πήγαμε ὀπίσου καὶ μᾶς εἴπανε, μὲ τὸν Χατζηχρῆστο οἱ δυό μας νὰ μιλήσουμε τῶν ἀναντίων νὰ πάψη τὸ ντουφέκι. Μιλήσαμε τότε μ᾿ αὐτοὺς καὶ ἡσυχάσαμε.
Τὸ βράδυ βλέπω ἕναν φερμένον ἀπὸ τὸ Κρανίδι, Λεωνίδα τὸν λένε, ἦταν στελμένος ἀπὸ τὴν νέαν Κυβέρνησιν. Τότε τὸ ῾μαθα αὐτό, δὲν μᾶς τὸ ῾λεγαν πρωτύτερα. Μοῦ λέγει αὐτὸς ὅτι ἔγινε νέα Κυβέρνηση, κι᾿ αὐτὴ μὲ τὸ Βουλευτικόν μου παραγγέλνουν νὰ γυρίσω μ᾿ αὐτοὺς καὶ μοῦ δίνουν διακόσες χιλιάδες γρόσια. Τοὺς παραγγέλνω: «Τὴν δικαιοσύνη ὁποὔχουν ἐτοῦτοι ἐδῶ νὰ μὴν τὴν ἔχουν κ᾿ ἐκεῖνοι ἐκεῖ, καὶ νὰ κυβερνήσουνε πατριωτικῶς, ὅτι κιντυνεύει ἡ πατρίς, κ᾿ ἐγὼ γρόσια δὲν θέλω, δὲν πουλιῶμαι διὰ γρόσια, δὲν ὁρκίστηκα δι᾿ αὐτά, ὁρκίστηκα διὰ πατρίδα. Καὶ ἂν εἶναι διὰ τὴν πατρίδα, δέχομαι νὰ τὴν βοηθήσω ἐγώ, ἀφῆτε μὲ ἐμένα νὰ τοὺς διαλύσω αὐτεινῶν ἐδῶ τὴν δύναμή τους ὅλη. Ἀλλὰ νὰ μὴν ξέρη κανένας ὅτι ἀγροικιῶνται μετ᾿ ἐμένα καὶ κιντυνέψω ἀδίκως καὶ δὲν βγάλω καὶ τ᾿ ἀποτέλεσμα». Μοῦ στείλαν ὀπίσου, ὅ,τι γνωρίζω νὰ κάμω καὶ ἡ πατρὶς θὰ μοῦ τὸ γνωρίζη πολύ.
Ἀφοῦ κυβερνήσαμε τὴν Τροπολιτζὰ καὶ σκοτώθηκαν καὶ τόσοι ἄνθρωποι, κινήσαμε μὲ τὸν Γενναῖον ὡς δυὸ χιλιάδες στράτεμα Πελοποννήσιοι, Χατζηχρῆστος, Χορμοβίτες κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ ξένοι κ᾿ ἐγὼ μὲ τὸ σῶμα μου καὶ βήκαμε σὲ κάτι χωριὰ ἀπόξω ἀπὸ τὴν Τροπολιτζά. Συνκατοικοῦσα ἐγὼ μὲ τὸν Γενναῖον, ἀποφάγαμε ψωμί, μὲ πιστεύτηκε καὶ μοῦ εἶπε: «Πᾶμε, Μακρυγιάννη, νὰ πατήσουμε τὰ Τρίκκαλα, τώρα ἔμαθα ὅτι δὲν εἶναι πολλὴ δύναμη ἐκεῖ, ἐσεῖς νὰ πάρετε τὸ βίον τοῦ Νοταρᾶ κ᾿ ἐγὼ νὰ πάρω τὸ κορίτζι του, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀναντίος τῆς πατρίδος». (αὐτεῖνοι ἦταν κλοί, θὰ διόρθωναν ἔτζι τὴν πατρίδα). Ἐγὼ ἀκούγοντας αὐτό, θέλησα ῾λικρινώς νὰ τὸν συβουλέψω, τοῦ εἶπα: «Γυναίκα θὰ τὴν πάρεις ἢ μορόζα; – Μοῦ λέγει, γυναίκα. – Σὰ θὰ τὴν πάρης γυναίκα, πάρε καὶ μίαν καντιποτένια, φτάνει νὰ εἶναι ὄμορφη νὰ σὲ εὐκαριστάγη, ὅτι σὰν πάρωμε ἐμεῖς τὸ βίον κ᾿ ἐσὺ ἐκείνη ξερή, τί τὴν θέλεις καὶ τί ζωὴ θὰ ζήσης μ᾿ αὐτείνη καὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς της καὶ μὲ τοὺς χωργιανούς της; Κάλλιον ν᾿ ἀποχτᾶς φίλους καὶ νὰ μετρᾶς, κι᾿ ὄχι τοιούτους. Πρόσεξε νὰ μὴν φύγωμε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ γενοῦμε ἄλλοι τοιοῦτοι χερότεροι». Μ᾿ ἄκουσε ὁ Γενναῖος σ᾿ αὐτά, κι᾿ ἀντίς– νὰ πᾶμε νὰ χαλάσουμε τὰ Τρίκκαλα καὶ τὸν Νοταρὰ (καὶ θὰ τοὺς χαλάγαμε, ὅτι δὲν ἦταν δύναμη τελείως ἐκεῖ, ἦταν ὁ Νοταρᾶς μὲ τὸ παιδί του καὶ μὲ τὸν Λόντο), σηκωθήκαμε καὶ πήγαμε εἰς τὰ Κλημαντοκαίσαρα καὶ φάγαμε τὸ χωριὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους τόσες ἡμέρες. Ἐκεῖ πλησίον ἦταν καὶ καμμιὰ δεκαργιὰ χιλιάδες πράματα τοῦ Νοταρᾶ καὶ Τρικκαλιώτων. Μοῦ εἶπε πάλε ὁ Γενναῖος, ὁ Τζόκρης κι᾿ ἄλλοι νὰ πάγω νὰ πάρω τὰ μισά, νὰ τὰ βαστήξω ἐγώ, καὶ τ᾿ ἄλλα νὰ τὰ δώσω νὰ ῾φοδιάσουνε τὰ κάστρα ὁποῦ ῾χαν εἰς τὸ χέρι τοὺς αὐτεῖνοι. Ἐγὼ οὔτε καὶ τὸ καζάντι τοὺς ἤθελα, νὰ γυμνώσω ἀθώους ἀνθρώπους, οὔτε καὶ τὰ κάστρα νὰ εἶναι ῾φοδιασμένα – νὰ μένουν εἰς τὴν δικαιοσύνη αὐτεινῶν καὶ τῆς συντροφιᾶς τους. Μοῦ λένε: «Νὰ πᾶς νὰ τὰ πάρης, ὅτι ῾στὴν Τροπολιτζᾶ δὲν πήρετε πλιάτζικα, καὶ νὰ πάρης αὐτὰ νὰ φκαριστηθῆς ἐσὺ καὶ οἱ ἄνθρωποί σου, (ξένα πράματα δικά μας καζάντια). – Τοὺς λέγω, πάγω». Καὶ τοὺς εὐκαρίστησα ὅπού μας ἀγαποῦνε καὶ θὰ μᾶς καζαντήσουνε. Στέλνω ἕναν ἐπίτηδες καὶ τοὺς εἶπα τῶν χωριανῶν καὶ τράβησαν τὰ ζωντανὰ ἀπὸ ἐκεῖ. Πῆγα ἐγὼ ὕστερα δὲν τὰ ῾βρα γύρισα ἄδειος ὀπίσου. Τότε αὐτὸ μαθεύτηκε, ὅτι ἐγὼ παράγγειλα αὐτό. ῾Γγιχτήκαμε μὲ τὸν Γενναῖον καὶ τοὺς ἄλλους. Πρόσμεναν ἀκόμα τρεις– χιλιάδες ἀσκέρι ἀπὸ Καρύταινα κι᾿ ἄλλα μέρη νὰ πᾶμε νὰ βαρέσουμε τὸ Κρανίδι ὁποῦ ῾ταν τὸ Βουλευτικὸν καὶ ἡ νέα Κυβέρνηση. Καὶ σηκωθήκαμε καὶ πήγαμε εἰς τὸ Μπότζικα κι᾿ ὁλόγυρα ῾σ ἐκεῖνα τὰ χωριὰ νὰ προσμείνωμε καὶ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ πᾶμε ἀναντίον τῆς νέας Κυβέρνησης καὶ τοῦ Βουλευτικοῦ. ῾Στὸ Κουτζοπόδι πιάστηκα μὲ τὸν Γενναῖον ὅτι δὲν θέλομε νὰ βαρέσουμε τὸ Βουλευτικόν. Εἶχα κουβεντιάση μὲ τὸν Χατζηχρῆστο κι᾿ ἄλλους καὶ ἤμαστε συντρόφοι καὶ σύνφωνοι. Ἀφοῦ μάλλωσα ἀρκετά, σηκώθηκα πῆγα εἰς τὸ κονάκι μου. Αὐτεῖνοι μίλησαν πολλῶν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τους καὶ τοὺς ἔδωσαν χρήματα νὰ τάξουν τῶν συντρόφωνέ μου, νὰ γυρίσουνε μ᾿ αὐτοὺς καὶ νὰ μὲ βαρέσουν μὲ δόλο ἐμένα. Ἕνας μπαϊραχτάρης τοῦ Γενναίου, καλὸ παληκάρι, ἦταν παρὼν κι᾿ ἄκουγε τὰ σκέδιά τους καὶ ἦρθε καὶ μοῦ τὸ εἶπε. Πῆγα εἰς τὸν Γενναῖον, τοῦ εἶπα ὅτι ἐγὼ ἀπὸ αὐτοὺς δὲν τραβάγω χέρι, θὰ πεθάνω μ᾿ αὐτούς. Τότε ἀγαπήσαμε, καθίσαμε ὡς τὰ μεσάνυχτα, φάγαμε, σηκώθηκα νὰ φύγω, μοῦ εἶπε μπονόρα νὰ πάγω νὰ φᾶμε τηγανίτες. Ὁ στραβοραγιᾶς ἂς δουλεύη διὰ ῾μάς, ἐκεῖνος τρώγει λάχανα ἀνάλατα, ἐμεῖς τηγανίτες κι᾿ ἀρνάκια. Καὶ τοὺς λευτερώσαμε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀπὸ σένα, χάρε, φεύγω, σετ᾿ ἐσένα καὶ χερότερα κατανταίνω. Τοῦ εἶπα μπονόρα θὰ πάγω νὰ φάγω τὶς τηγανίτες. Εὐτὺς ὁποῦ πῆγα εἰς τὸ κονάκι μου ἔστειλα τὸν τζαγούση μου καὶ σύναξε ὅλους τους ἀνθρώπους μου καὶ πῆρα καὶ καμπόσους δικούς του τοῦ Γενναίου. Ἦταν μία μεγάλη βροχὴ καὶ κοντέψαμε νὰ σωθοῦμε ἀπὸ ῾να παλιόρεμα. Βήκαμε καρσὶ εἰς τὴν ράχη κι᾿ ἀνάψαμε φωτιές. Τὴν αὐγὴ στέλνει ὁ Γενναῖος νὰ φᾶμε τὶς τηγανίτες, δὲν βρίσκει κανέναν. Τοῦ παράγγειλα: «Αὐτείνη εἶναι ἡ τέχνη, πολέμαγες νὰ μοῦ πάρης τοὺς ἀνθρώπους μου εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ τοὺς δισπάρτισες, διὰ νὰ μὲ κάμης ὅ,τι θέλης χωρὶς συντρόφους. Ἐγὼ ξόδιαζα ἐξ ἰδίων μου διὰ τοὺς συντρόφους κ᾿ ἐσὺ τοὺς ἀνακάτευες ἀναντίον μου. Αὐτείνη εἶναι ἡ τέχνη ποὺ ἤθελες νὰ μὲ μάθης, κι᾿ ὅ,τι ἤθελες νὰ μοῦ κάμης τὸ ῾παθες». Ἀφοῦ μάθαν ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ ἄλλοι ὅτι ἔφυγα ἐγώ, σὲ δυὸ ὧρες ἦρθαν ὅλοι εἰς τὸν Ἅγιον Γιώργη, εἰς τὸ χωριόν, ἦταν ἐκεῖ τῆς νέας Διοίκησης τ᾿ ἀσκέρια, ὁ Νοταρᾶς, Λονταῖγοι κι᾿ ἄλλοι. Ἔμεινε ὁ Γενναῖος μὲ σαράντα ἀνθρώπους μόνον καὶ πῆγαν εἰς Τροπολιτζά.
Ὁ Γενναῖος πῆγε εἰς τὴν Τροπολιτζά, ὁποῦ ῾ταν ὁ πατέρας του. Ἀφοῦ μιλήσαμε τὶς προκοπὲς τῶν καπεταναίων, ὁποῦ θὰ λευτερώσουνε τὴν πατρίδα, πᾶμε καὶ εἰς τοὺς εὐγενεῖς, τοὺς ἀφεντάδες. Ὅταν φτάσαμε εἰς τὸν Ἁγιώργη, ἦταν ἐκεῖ ὁ Νοταρᾶς κι᾿ ὁ Λόντος κι᾿ ὁ θεῖος τοῦ ὁ Ἀντρέας. Εἶχαν τῆς Κόρθος τᾶς προσόδους κ᾿ ἔπρεπε νὰ πλερώσουνε τὰ στρατέματα. Σὰν ἔφυγα ἀπὸ τοὺς Κολοκοτρωναίους, ἡ νέα Διοίκηση διάταξε τὸν Νοταρὰ τὸν Γιάννη νὰ μᾶς πλερώση. Πάγω μίαν ἡμέρα εἰς τὸ κονάκι του, τὸν βρίσκω καὶ τυραγνοῦσε ἕναν πολίτη, τέτοιον τυραγνισμὸν δὲν τὸν ξέραν νὰ τοῦ κάμουν μήτε οἱ Κατζαντωναῖοι ὁποῦ ῾ταν λησταί. Δεμένος ὁ πολίτης, κεφάλι κι᾿ ὁ κῶλος ἕνα, καὶ τοῦ γύρευαν χρήματα. Τότε σιχάθηκα ὅλως διόλου τὸ Ρωμαίικο, ὅτι μάθαμε ὅλοι τὴν ληστείαν γενικῶς. Τοῦ μίλησα αὐτεινοῦ τοῦ εὐγενῆ ὅτι δὲν εἶναι καλὰ τὰ τοιούτα: «Ὅτι ὅταν βλέπουν ἐσᾶς ὁποῦ κάνετε τοιούτα οἱ ἄλλοι, οἱ μικροί, θὰ φᾶνε ζωντανοὺς ἀνθρώπους». Σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, εἶχα ὡς τότε μεγάλο σέβας καὶ ῾σ αὐτοὺς καὶ τοὺς σιχάθηκα νὰ μὴν τοὺς βλέπω, κι᾿ ἀναθεμάτισα τὴν λευτερίαν, ὁποῦ θὰ κάμωμε μ᾿ αὐτοὺς ὅλους. Τότε ἀπολπίστηκα καὶ γύρεψα νὰ φύγω διὰ ἔξω, μὲ βάσταξαν κ᾿ ἔμεινα. Ἀπὸ ἐκεῖ πήγαμε εἰς τὰ χωριά, σταθήκαμε κάνα δυὸ ἡμέρες κ᾿ ἤρθαμε εἰς Ἄργος κι᾿ ἀπὸ ῾δώ πήγαμε εἰς Τροπολιτζὰ καὶ πολιορκήσαμε Κολοκοτρώνη, Πετρόμπεγη, Γριβαίους, ὁποῦ ῾ταν μὲ τὸν Πετρόμπεγη κι᾿ ὅλη τὴν συντροφιά, καὶ βαστούσαμε ἀπόξω τὰ τείχη τῆς χώρας, ὁποῦ ῾ταν κάτι χωριά, καὶ πολεμούσαμε νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ σκοτωνόμαστε ἀπὸ τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τ᾿ ἄλλο. Οἱ Κολοκοτρωναῖγοι φοβέριζαν ἐμένα, ἂν μὲ πιάσουνε, θὰ μὲ γδάρουνε ζωντανόν. Ἔβγαιναν πάντοτες καὶ πολεμούσαμε ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη.
Μίαν ἡμέρα ἔγραψαν ἀπὸ μέσα ἔξω εἰς τοὺς δικούς τους, Κολιόπουλο κι᾿ ἄλλους, τοὺς λέγανε: «τὴν αὐγή, δυὸ ὧρες νὰ φέξη, νὰ πιάσετε ὅλοι τὰ Τρίκορφα κι᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς θέσες καὶ βγαίνομε κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ μέσα κ᾿ ἐσεῖς ἀπόξω, νὰ ριχτοῦμε ὅλοι συνχρόνως, νὰ μὴν ἀφήσουμε γλώσσα ἀπὸ τοὺς ἀντιπατριῶτες». ῾Στὸ ἴδιον χαρτὶ ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι ὀπίσου, ὅτι δὲν εἶχαν ὡς φαίνεται, ἄλλο χαρτί, κ᾿ ἔλεγαν: «Εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ δυνατοὶ καὶ κατὰ τὸ γράφει᾿ σας πιάνομε τὶς θέσες, καὶ νὰ τοὺς ριχτοῦμε συχρόνως νὰ μὴν ἀφήσουμε ποδάρι ἀπὸ τοὺς ἀποστάτες». (Ἐμεῖς ἤμαστε ἀποστάτες, ἐκεῖνοι νόμιμοι!). Ἐγὼ ὁ δυστυχὴς ὅλο πρόσεχα τὶς ἀναγκαῖες θέσες, ὅτι ὅλοι αὐτεῖνοι ἐμένα φοβέριζαν, ὁποῦ τοὺς ἔγινα ἄπιστος. Ἤμουνε ἀπὸ κάτου τὰ Τρίκορφα μέσα ῾σ ἕνα ρέμα καὶ φύλαγα, νὰ ἕνας καλόγερος καὶ διαβαίνει, εὐτὺς ὁποῦ μας εἶδε ἐμᾶς πέταξε τὸ γράμμα (δὲν τὸ ῾δαμε). Τοῦ λέγω: «Καλόγερε, ποῦ πᾶς; – Πάγω εἰς τ᾿ Ἄργος. – Ποῦ ῾ναι τὸ γράμμα; τοῦ λέγω ψέματα, τὸ ξέρω ὁποῦ ῾χεις γράμμα. – Δὲν ἔχω, μοῦ λέγει. – Πάρτε τὸν, σύρτε νὰ τὸν σκοτώσετε! λέγω διὰ φόβο. – Μοῦ λέγει, στέκα, μὴ μὲ σκοτώνετε, ῾λάτε νὰ σᾶς δώσω τὸ γράμμα». Πᾶμε καὶ τὸ παίρνομε, ἀνάβομε κερὶ καὶ τὸ διαβάζομε. Εἴδαμε ὅλα αὐτά. Εὐτὺς κατέβηκα εἰς τὸ Λόντο καὶ Νοταρὰ καὶ τοῦ Ζαΐμη τοὺς ἀνθρώπους κι᾿ ἀφήσαμε ἀπὸ λίγους εἰς τὰ πόστα. Κ᾿ εὐτὺς πῆρα τὸ Νάση Φωτομάρα καὶ πήγαμε ὀμπρὸς καὶ πιάσαμε τὰ Τρίκορφα κι᾿ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πόστα. Ἤρθανε οἱ φίλοι, τὰ ῾βραν πιασμένα. Μᾶς γύρεψαν νὰ τοὺς ἀφήσουμε λεύτερη εἴσοδον νὰ πᾶνε νὰ μιλήσουν εἰς τὴν Τροπολιτζά, νὰ μᾶς τὴν παραδώσουνε καὶ νὰ φύγουν. Ἔτζι ἀκολουθήσαμε. Καὶ τὸ δειλινὸ φύγαν ὅλοι αὐτεῖνοι καὶ τὴν πήραμε ἐμεῖς.
Πήγαμε εἰς τὴν Τροπολιτζὰ τὸν Μάρτιον μήνα τὰ 1824. Καθίσαμε ὡς εἴκοσι μέρες, τὸ Μεγάλο Σαββάτο κατεβήκαμε εἰς τ᾿ Ἄργος. Ἀφήσαμε εἰς Τροπολιτζὰ τὴν ἀναγκαῖα φρουρά. Εἰς τ᾿ Ἄργος ἦταν τὸ Βουλευτικὸν ὅλο, μᾶς καρτέρεσε ὁποῦ πήγαμε νικηταὶ – ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τὸ Ἐκτελεστικὸν τὸ νέον ἦταν εἰς τοὺς Μύλους τ᾿ Ἀναπλιοὺ μέσα εἰς τὸ καράβι. Τότε τὸ Βουλευτικὸν μόκανε μίαν μεγάλη ὑποδοχή, μὄδωσε κ᾿ ἕνα εὐκαριστήριον καλὸ καὶ μὲ διόρισε τὸ Βουλευτικὸν σῶμα καὶ ἡ νέα Διοίκηση ἀρχηγὸν τῆς φρουρᾶς της νὰ προσέχω διὰ τὴν ἀσφάλειάν της. Οἱ καπεταναῖοι τῆς Ρούμελης ἦταν ὅλοι ἑνωμένοι μὲ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ συντροφιά τους νὰ γένη σύστημα καθὼς τὸ θέλαν αὐτεῖνοι, κ᾿ ἑτοιμάζονταν νὰ μποῦνε ὅλοι μέσα. Ἔφτασε ὁ Δυσσέας εἰς τὸ Κουτζοπόδι κ᾿ ἕνα σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη, κι᾿ ὅταν ἔμαθαν ὁποῦ παραδόθη ἡ Τροπολιτζὰ ἐνέκρωσαν.
Μίαν ἡμέραν ἔλαβα ἕνα καψομηνιάτικον νὰ πλερώσω τοὺς ἀνθρώπους μου. Παίρνω τοὺς ἀξιωματικούς μου καὶ τοὺς λέγω: «Νὰ λέτε ὅτι ἐμεῖς κάθε εἰκοσιοχτῶ τοῦ μηνὸς πλερωνόμαστε ἀπὸ τὴν νέαν Διοίκησιν». Εἶχαν ἔρθει μέσα οἱ ἀξιωματικοί του Δυσσέα, τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Γκούρα. Τοὺς πῆρα καὶ τοὺς ἔκαμα ἕνα τραπέζι ὁλουνῶν. Εἶπα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν δικῶνε μου, νὰ μοῦ χαλέψουν τὸν μιστὸν καὶ νὰ μοῦ εἰποῦνε ὅτι «ἔχομε εἰκοσιοχτῶ ἡμέρες ἀπλέρωτοι καὶ θέλομε τοὺς μιστούς μας», νὰ μοῦ εἰποῦνε. Κ᾿ ἐγὼ θὰ τοὺς μαλλώσω. Τὸ μηναῖον ὁποῦ ῾χα ἦταν ὅλο τάλλαρα, πῆρα μίαν κασσέλα καὶ τὴν γιόμωσα χῶμα κ᾿ ἔβαλα ἕνα πανὶ νὰ μὴ φαίνεται τὸ χῶμα, καὶ βάνω ἀπὸ πάνου τὰ τάλλαρα, ὅτι ἦταν ἡ κασσέλα γιομάτη χρήματα. Φάγαμε ψωμὶ ὅλοι οἱ μουσαφιραῖοι, ἐκεῖ οἱ ἀξιωματικοί μου γυρεύουν ἄγρια τοὺς μιστούς τους. Τοὺς λέγω: «Τί μὲ φοβερίζετε διὰ τοὺς μιστούς, ὅπου ἔχετε νὰ πλερωθῆτε εἴκοσι ὀχτὼ ῾μέρες; Μηνᾶ εἶναι ἐδῶ ὁ Δυσσέας, ὁ Γκούρας, ὁ Καραϊσκάκης νὰ μή σας πλερώνουν ποτές; Ἐδῶ εἶναι Κουντουριώτης, ὁποῦ ῾φερε ἕνα καράβι γιομάτο τάλλαρα. Νόμους θέλει καλοὺς νὰ γένουν διὰ τὴν πατρίδα καὶ χρήματα ξοδιάζει ὅσα θέλη κάθε Ἕλληνας. Μίαν κασσέλα γιομάτη τάλλαρα μὄδωσε, σπαθί, ἄλογο, μουλάρια (αὐτὰ τὰ εἶχα ἀγοράση μόνος μου). Γυρίζω καὶ λέγω, τῶν ἴδιων μισαφιραίων: «Φέρτε μου, ἀδελφοί, αὐτείνη ἐκεῖ τὴν κασσέλα νὰ τοὺς πλερώσω, ὁποῦ μας χάλασαν τὸ φαεῖ μας». Πᾶνε ἐκεῖνοι οἱ καϊμένοι νὰ σηκώσουνε τὴν κασσέλα, ποῦ σηκώνεταν ἀπὸ τὰ χώματα; Τοὺς λέγω: «Ἀφῆστε τὴν κ᾿ ἔρχομαι μόνος μου». Πῆγα τοὺς πλέρωσα. «Σύρτε εἰς τὰ κονάκια σας, τοὺς λέγω, κι᾿ ὅποιος θέλει καὶ παραπανισμένα χρήματα, νὰ τοῦ δώσω». Τότε ἀκοῦνε ὅλοι αὐτεῖνοι: «Νἄρθομε μαζί σου κ᾿ ἐμεῖς, καπιτᾶνε, μὲ τοὺς συντρόφους μας, μοῦ λένε, νὰ γνωρίσουμε τὴν Κυβέρνησιν! – Νὰ ῾ρθετε, παιδιά μου». Ἀφίνουν τὸν Δυσσέα μοναχὸν καὶ τοῦ μένουν κάτι ὀλίγοι, καὶ οἱ ἄλλοι ἦρθαν ὅλοι μαζί μου, τὸ ἴδιον κ᾿ ἐκεῖνοι τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Γκούρα. Καὶ γράφω ἕνα γράμμα τοῦ Γκούρα καὶ τοῦ λέγω: «Μὲ τὸν Κολοκοτρώνη τελειώσαμε ἐδῶ, καλῶς νὰ μᾶς δεχτῆς εἰς τὴν Ἀθήνα. Νὰ ῾ρθης νὰ ὑποταχτῆς καὶ νὰ ἑνωθῆς μὲ τὴν Διοίκησιν μπροστὰ καὶ ὕστερα ἦρθε κι᾿ αὐτός, ἦρθε κι᾿ ὁ Γκριτζώτης, καὶ τοὺς πῆρα καὶ πήγαμε εἰς τὸ καράβι καὶ εἰς τὸ Βουλευτικὸν καὶ γνώρισαν τὴν Διοίκησιν.
Ὕστερα παρουσιάστη ὁ Δυσσέας ὡς πολιτικὸς μὲ τὸ καλαμάρι εἰς τὸ ζουνάρι, κ᾿ ἔλεγε: «Ἐγὼ εἰς τὸ ἑξῆς εἶμαι πολιτικός». Ὁ κολοκοτρώνης καὶ ἡ συντροφιὰ τοῦ ἑτοιμάζονταν νὰ ῾ρθούνε ἀναντίον μας εἰς Ἄργος διὰ νὰ διαλύσουνε τὸ Βουλευτικὸν καὶ τὴν Κυβέρνηση. Τ᾿ Ἀνάπλι τὸ βαστοῦσαν αὐτεῖνοι κ᾿ ἐμεῖς τοὺς πολιορκούσαμε ἀπόξω. Μοῦ παραγγέλνει ὁ Νικήτας (ὅτι φύλαγα εἰς τὸ κεφαλόβρυσον, εἰς τοὺς Μύλους), μοῦ παραγγέλνει ὅτι θὰ ῾ρθῆ καὶ θὰ μὲ πάγη κυνηγώντας ὡς τὴν Ρούμελη κι᾿ ὅπου θὰ μὲ πιάση, θὰ σκίση τὰ νεῦρα τῶν ποδαριῶν μου νὰ μὲ κρεμάση ἀνάποδα. Ἐγὼ τοῦ εἶπα νὰ κοπιάση, κι᾿ ἂν τὸν πιάσω ἐγώ, δὲ θὰ τοῦ κάμω αὐτά, θὰ φᾶμε καὶ θὰ πιοῦμε μαζί, ὅτ᾿ εἶναι ἀγαθὸς ἀγωνιστῆς καὶ πατριώτης. Σὲ δυὸ ἡμέρες μας πλάκωσαν ὅλοι, ὁ Νικήτας, ὁ Κολιόπουλος, ὁ Γενναῖος, ὁ Τζόκρης, ὁ Ἀποστόλης Κολοκοτρώνης κι᾿ ἄλλοι πολλοί. Πολεμήσαμε, αὐτεῖνοι ἤθελαν νὰ πιάσουνε τὴν κούλια τῆς Νταλαμανάρας, βαρεθήκανε ἐκεῖ ἀπὸ ῾μάς, σκοτωθήκανε καμπόσοι. Ἔπιασα τὴν κούλια μαζὶ μὲ τὸν Χατζηχρῆστο, τὴν βαστήξαμε ἕνα μερόνυχτον, πολεμούσαμε νύχτα καὶ ἡμέρα. Ἐκεῖνοι ἦταν πολλοί, καὶ σκοτωθήκανε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη. Τότε ἔβαλα ἕνα πάτερον ῾στὴν κούλια καὶ κολλήσαμε ἀπάνου, ὅτι δὲν εἶχε πάτωμα, καὶ κολλώντας ἀπάνου τοὺς βαρούγαμε εἰς τὸ κρέας, κι᾿ ἄφησαν τὸ χωριόν, ὅτ᾿ ἤθελαν νὰ τὸ βαστοῦνε, νά ῾χουν τὴν εἴσοδον ἀπὸ τὸ Κούτζι εἰς τ᾿ Ἀνάπλι νὰ μπάζουνε ζωοτροφὲς τῶν δικῶνε τους. Σὰν τοὺς χτυπήσαμε, ἄφησαν τὸ χωριὸν τὴν Νταλαμανάρα εἰς τὴν ἐξουσίαν μας κι᾿ αὐτεῖνοι ὅλοι πῆγαν εἰς τὸ Μέρμπακα καὶ ῾σ ἐκεῖνα τὰ χωριὰ ὁλόγυρα. Πῆγα κ᾿ ἐγὼ πλησίον τοὺς κ᾿ ἔπιασα τὸ Λάλουκα. Κινήθηκαν τότε αὐτεῖνοι μὲ τὸν ζαϊρὲ νὰ μποῦνε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι. Πῆγε ὁ Χατζηχρῆστος ἀναντίον τους, τὸν μπλοκάραν. Σηκώθηκα ἐγὼ νὰ πάγω μιντάτι τοῦ Χατζηχρήστου, εἰς τὸν δρόμον ὁποῦ ῾ναι τὸ χωριὸν τοῦ Χατζηχρήστου, τὸ Μπολάτι, τὸ ῾χε πιασμένο ὁ φίλος μου ὁ Νικήτας νὰ μᾶς βαρέση.
Τοὺς ριχτήκαμε ἀπάνου τους καὶ τοὺς τζακίσαμε καὶ τοὺς πήγαμε κυνηγώντας ὡς κοντὰ εἰς τὸ Μέρμπακα, κοντέψαμε νὰ φᾶμε τὸ βράδυ ψωμὶ μὲ τὸν ἀδελφόν μου Νικήτα, ἀπὸ τρίχα γλύτωσε. Σκοτώθηκαν κι᾿ ἀπὸ ῾κείνους κι᾿ ἀπὸ τοὺς δικούς μου καὶ πληγώθηκαν καμπόσοι. Χάλασε καὶ τοὺς ἄλλους ὁ Χατζηχρῆστος καὶ δὲν ἔμπασαν ζαϊρὲ ῾σ τ᾿ Ἀνάπλι. Πῆρα τοὺς σκοτωμένους καὶ τοὺς ἔθαψα, καὶ τοὺς λαβωμένους τοὺς ἤφερα ἐδῶ καὶ τοὺς ἔβαλα εἰς τὸν γιατρόν.
Τὸ βράδυ ὁ Γενναῖος καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ πλέρωσαν ἕναν σαράντα ρουμπιέδες νὰ ῾ρθῆ νὰ καταπατήση εἰς τὸ Λάλουκα, ὁποῦ καθόμουν, πούθε ἔχει χαβαλὲ τὸ κονάκι μου, νὰ ῾ρθούνε ὅλοι νὰ μοῦ ριχτοῦν ἢ νὰ μὲ σκοτώσουνε, ἢ νὰ μὲ πιάσουνε ζωντανόν. Τὸν γνώρισε ὁ νοικοκύρης ὁποῦ ῾ταν τζασίτης, τὸν ἔπιασαν τὰ παιδιά, πῆγα κ᾿ ἐγὼ ὁποῦ ἤμουν ἐδῶ, εἰς τ᾿ Ἄργος, μὲ τοὺς λαβωμένους, τὸν σφίξαμε καὶ μαρτύρησε αὐτά. Τότε ἀντὶς νὰ ῾ρθούνε αὐτεῖνοι ῾σ ἐμένα, πῆγα ἐγώ, καὶ τοὺς τὸ ῾πιασα ὀμπρὸς ῾σ ἕνα ρέμα καὶ τοὺς πρόσμενα. Τοὺς εἶπαν ἀπὸ τὸ χωριόν, ὁποῦ πιάσαμε τὸν τζασίτη, καὶ σηκώθηκαν καὶ πήγανε ἀπ᾿ ὄξω ἀπὸ τὰ χωριὰ νὰ μποῦνε εἰς τ᾿ Ἄργος νὰ διαλύσουνε τὴν Βουλή, ὅτ᾿ ἦταν μόνοι τους ἐκεῖ οἱ βουλευταί. Ἀπὸ τὸ ῾να τὸ μέρος αὐτεῖνοι κι᾿ ἀπὸ τὴν μέση ἐγώ, καὶ μπλατζαστήκαμε ῾στὴν Παναγιὰ τοῦ Ἄργους, εἰς τὸ διάσελον – ἕτοιμοι νὰ μποῦνε μέσα. Ἐκεῖ βαρεθήκανε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη, ὅμως τοὺς τζακίσαμε καὶ τοὺς πήραμε ὀμπρός, τοὺς πιάσαμε ὅλα τους τὰ φορτώματα καὶ τοὺς κολλήσαμε εἰς τὸ πέρα βουνὸ ὅλους, ὁποῦ ῾ναι ἀντίκρυα ἀπὸ τὸ κάστρο. Ἐγὼ ἀπόστασα, ἔσκασα ἀπὸ τὸ κάμα. Πλέρωσα παιδιὰ ἐλεύτερα καὶ κεφάλωσαν ἀπὸ πάνου τους. Ἦρθε κι᾿ ὁ Νοταρᾶς στὸ πέρα μέρος κι᾿ ὁ Χατζηχρῆστος, ἀρχίσαμε τὸν πόλεμον. Ταίνιασαν ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν δίψα, ὅτι δὲν εἶχαν νερό. Τοὺς ἔκαμε πλάτη ὁ Νοταρᾶς καὶ φύγαν. Πιαστήκαμε, μαλλώσαμε οἱ δυό μας, καὶ ἤμαστε μαζὶ κι᾿ ἀναχώρησα. Τότε πῆραν τὸ φύσημά τους εἰς τὸ βασίλειόν τους, εἰς τὴν Καρύταινα. Τότε παραδόθη τ᾿ Ἀνάπλι μὲ τὸ Παλαμήδι καὶ πᾶνε κι᾿ αὐτεῖνοι γυρεύοντας τοὺς ἄλλους εἰς τὴν Καρύταινα. Τότε ἡ Διοίκηση καὶ τὸ Βουλευτικὸν μ᾿ ἔκαμαν ἀντιστράτηγον καὶ μοῦ χάρισαν κ᾿ ἕνα ἄλογον. Κι᾿ ὡς φρουρὰ τοὺς πῆρα καὶ πήγαμε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, Βουλευτικὸν κ᾿ Ἐκτελεστικόν.
Θέλω νὰ σημειώσω τὸν πατριωτισμὸν τῶν συντρόφωνέ μας Μεταξά, Ζαΐμη, Ντεληγιανναίγων, ὅλοι αὐτεῖνοι, ἡ συντροφιὰ ἡ Κολοκοτρωναίγικη καὶ οἱ Λονταῖγοι καὶ οἱ Νοταραῖγοι ἔγιναν ἕνα καὶ διὰ ῾κεῖνο τοὺς ἔκαμε πλάτη ὁ Νοταρᾶς καὶ φύγαν ἀπὸ ῾κεῖ ὁποῦ τοὺς εἴχαμε κλεισμένους. Ὅτι ἔκαμαν νέες συντροφιὲς νὰ διορθώσουνε τὴν πατρίδα – νὰ σκοτωθοῦμε μ᾿ αὐτούς, νὰ μηνκοπιάσουν δι᾿ αὐτὸ οἱ Τοῦρκοι. Ἅμα μπήκαμεν εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, γύρισαν ὅλοι αὐτεῖνοι κ᾿ ἔγιναν ἕνα, καὶ εἶχαν πρόφασες μεγάλες. Καὶ ἡ μεγαλύτερη ἦταν ὅτι πῆγε εἰς τὸ καράβι ὁ Ζαΐμης καὶ δὲν προσηκώθη ὁ Κουντουργιώτης, καὶ δι᾿ αὐτὸ τὸ μέγα ἔγκλημα πρέπει νὰ σκοτωθοῦμε ὅλοι καὶ νὰ χαθῆ καὶ ἡ πατρίς.
Ἕνα βράδυ μαζώχτηκαν ὅλοι αὐτεῖνοι εἰς τοῦ Νοταρᾶ τὸ σπίτι, ἔστειλαν καὶ πῆγα κ᾿ ἐγώ, κι᾿ ἀκῶ τὰ νέα παγγύρια: «Τ᾿ εἶναι αὐτὰ ὅπου κάνετε, ἀδελφοί; τοὺς λέγω. Ἐσὺ ῾σαι ὁ Ζαΐμης, ἐσεῖς εἴσαστε οἱ Λονταῖγοι, οἱ Νοταραῖγοι καὶ οἱ ἄλλοι σημαντικοί της πατρίδος; Δὲν χορτάσετε τόσους μήνους σκοτώνοντας τοὺς καλύτερους Ἕλληνες διὰ τὰ κέφια σας, διὰ τοὺς νόμους σας; Τί ἁμαρτίες εἴχαμε ἐμεῖς οἱ δυστυχισμένοι Ρουμελιῶτες νὰ σκοτωθοῦμε ὅλοι διὰ τὸ κέφι σας; Ἐγὼ ἔθαψα τόσους Ρουμελιῶτες, καὶ οἱ ἄλλοι τὸ ἴδιον, κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ σκοτώθηκαν καὶ πληγώθηκαν κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο τὸ μέρος οἱ περισσότεροι ἦταν Ρουμελιῶτες. Ἐγὼ ἀπὸ δικό μου μέρος θὰ πάρω τοὺς συντρόφους μου νὰ πάγω εἰς τὴν πατρίδα μου νὰ σκοτωθῶ μὲ τοὺς Τούρκους κι᾿ ὄχι μὲ τοὺς ἀδελφούς μου». Τότε μὲ παίρνει ὁ Ζαΐμης καὶ πᾶμε ῾σ ἕναν ὀντὰ καὶ μοῦ λέγει μὴ φωνάζω κι᾿ ἀκούσουνε καὶ οἱ ἄλλοι Ρουμελιῶτες καὶ φωνάζουν κι᾿ αὐτοί, καὶ ν᾿ ἀκολουθήσω τὴν συντροφιά τους καὶ νὰ μοῦ δώσουνε χίλια γρόσια τὸν μήνα μιστὸν «Πενήντα χιλιάδες νὰ μοῦ δώσετε, κρέας διὰ ἐμφύλιον πόλεμον δὲν πουλῶ!» Καὶ σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα.
Ἦρθαν στερνὰ ὁ Δυσσέας, ὁ Γκούρας, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Καλτζοδῆμος, ὁ Σαφάκας καὶ οἱ ἄλλοι, ἀνταμωθήκαμε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης καί, οἱ ἄλλοι μὲ φιλιῶσαν μὲ τὸν Δυσσέα καὶ Γκούρα καὶ φιληθήκαμε ὅλοι κ᾿ ἑνωθήκαμε, κι᾿ ἀποφασίσαμε νὰ μὴν μείνη εἰς Πελοπόννησον Ρουμελιώτης, κι᾿ ὅποιος μείνη νὰ τὸν κατατρέχωμε ὅλοι. Τοὺς εἶπα καὶ τὶς νέες συντροφιὲς – τὶς ἤξεραν κ᾿ ἐκεῖνοι – καὶ τί μου εἶπε ὁ Ζαΐμης.
Τότε ἐκρίθη εὔλογον ἀπὸ τὴν Διοίκησιν νὰ μοῦ δώση κι᾿ ἄλλο σῶμα καὶ μαζὶ μὲ τοὺς δικούς μου νὰ ἔβγω ἔξω, ὅτι, μάθαμε, ἔρχονταν νέγοι Τοῦρκοι. Ὁ Δυσσέας, ἤθελε νὰ πάγω μαζί του, δὲν ἤθελα. Ἔμεινα σύνφωνος νὰ πάγω μὲ τὸν Καραϊσκάκη – ἤμαστε ἀγαπημένοι ἀπὸ τὴν Ἄρτα. Ἀφοῦ ἑτοιμαζόμαστε δι᾿ αὐτό, νὰ βγοῦμε ἔξω, ἦρθε εἴδηση ὅτι τὰ Ψαρὰ τὰ κυρίεψε ὁ Καπετὰν πασσᾶς καὶ φοβερίζουνε μὲ τὰ καράβια οἱ Τοῦρκοι νὰ ἔρθουν μὲ στρατέματα νὰ χαλάσουνε καὶ τὴ Νύδρα καὶ Πέτζες. Τότε ἡ Κυβέρνηση λέγει ὁλουνῶν αὐτείνων τῶν καπεταναίων νὰ πάρουν ἀσκέρια καὶ νὰ πᾶνε εἰς Νύδρα καὶ Πέτζες. Δὲν θέλησε νὰ πάγη κανένας. Μὲ διατάζουν ἐμένα νὰ πάγω, μοῦ λένε αὐτεῖνοι νὰ μὴν πάγω, ὅτ᾿ εἶναι νησιὰ καὶ θὰ χαθῶ: «Οὖθε ἔχει ἀνάγκη ἡ πατρίδα, τοὺς λέγω, πρέπει νὰ πᾶμε καὶ καταξοχὴ ῾σ αὐτὰ τὰ νησιὰ ὁποῦ ἔλυωσαν πολεμώντας μὲ τοὺς Τούρκους, κι᾿ ἄνθρωποι καὶ καράβια καὶ κατάστασή τους. Ἐγὼ θὰ πάγω ν᾿ ἀγωνιστῶ». Τότε πῆρα τὸ σῶμα μου καὶ πῆγα εἰς τὴ Νύδρα. Οἱ ἄλλοι ὅλοι, οἱ Ρουμελιῶτες, πῆγαν ἔξω, εἰς τὴν Ρούμελη.
Εἰς τὴ Νύδρα διάταξαν καὶ ἦρθε ὁ Καρατάσιος μὲ τὸ σῶμα του κι᾿ ἄλλοι ὁπλαρχηγοὶ Βάσιος, Χατζηχρῆστος, Γριβαῖγοι, καὶ καθίσαμε ἐκεῖ πέντε μῆνες. Εἶχα τὴν ἀγάπη ὁλουνῶν τῶν Νυδραίων ἐγὼ καὶ οἱ συντρόφοι μου καὶ πάντοτες μ᾿ εἶχαν εἰς τὰ τραπέζα τους καὶ συναστροφές τους.
Μίαν ἡμέρα ἦταν ἕτοιμα νὰ κινήσουν ὅλα τὰ καράβια νὰ πᾶνε νὰ προφτάσουνε τὴν Σάμο, ὅτι κιντύνευε, ἦρθε ἐπίτηδες ἄνθρωπος καὶ εἶπε τὸν κίντυνό της. Τὰ στρατέματα τὰ δικά μας ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴ Νύδρα, τὴν χώρα, καὶ φύλαγαν εἰς τὴν ἄκρη τὴν νῆσο ὁλόγυρα, νὰ μὴν γένη ντισμπάρκο πουθενά. Τὸ σῶμα τὸ δικό μου τὸ ῾χα εἰς τὸν Ἁγιλιὰ – ὁποῦ ῾κάνε χρεία, νὰ κινηθοῦμε. Ἑτοιμάζονταν τὰ καράβια νὰ προφτάσουνε τὴν Σάμον, καὶ ἦταν ὁ κόσμος ὅλος κάτου εἰς τὸν γιαλό, εἰς τὸ παζάρι, νὰ ψωνίσουνε, ἐκεῖ ἔρριξε ἕνας Νυδραῖος καὶ σκοτώνει ἕναν Στεργιανόν, ρίχνει ἕνας ἄλλος Στεργιανός, σκότωσε τὸν αἴτιον, σούμα σκοτώνονται ἕξι. Ἐγὼ μ᾿ εἶχαν οἱ πρόκριτοι καὶ καθόμουν εἰς τὸ μοναστήρι ῾στὴν Παναγιά, ὁποῦ συνάζονταν ἐκεῖ καὶ οἱ πρόκριτοι, μοῦ ῾χαν ὀντά, κι᾿ ὅταν ἐρχόμουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μου, ἔμενα ῾στὸ μοναστήρι. Ἀκούγοντας αὐτὸν τὸν καυγά, πῆγα νὰ τὸν ἡσυχάσω καὶ κιντύνεψα καὶ τὴν ἴδιαν μου ζωή, καὶ οἱ καπεταναῖγοι καὶ οἱ νοικοκυραῖοι μὲ σώσαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κίντυνο τῶν Νυδραίων, ὁποῦ παντήχαιναν ὅτ᾿ ἤμουν ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ ἐγώ. Πάγω ὕστερα εἰς τὸ μοναστήρι ῾στὴν Παναγιά, σύναξα ἐκεῖ κι᾿ ὅσους ἦταν ἀπ᾿ οὖλα τὰ σώματα εἰς τὴν πολιτεία – ἦταν περίτου ἀπὸ ἑκατὸ ἄνθρωποι – τοὺς ἔβαλα μέσα νὰ μὴν κάμουν νέον καυγὰ ὄσο– νὰ φύγουν τὰ καράβια. Ἔκλεισα τὸ μοναστήρι, μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα. Σὲ ὀλίγον πλάκωσαν ὅλοι οἱ Νυδραῖοι μὲ τὰ μαχαίρια καὶ τρομπόνια καὶ μοῦ φέρνουν τοὺς σκοτωμένους ἀπ᾿ ὄξω τὴν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ. Μιλλιούνια βρισὲς ἐμένα, γύρευαν νὰ ριχτοῦνε ἀπὸ τοὺς τοίχους νὰ μποῦνε μέσα νὰ μᾶς πάρουν. Οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ ῾ταν μέσα ἤθελαν νὰ ρίξουν ἀπάνου τους, ἐγὼ ἤθελα νὰ ἡσυχάσω αὐτὸ τὸ κακό, ὅτι θὰ κιντύνευε ἡ Νύδρα, ὅτ᾿ ἦταν ἀπάνου εἰς τὸ νησὶ Στεργιανοὶ ἀπὸ ῾μάς περίτου ἀπὸ πέντε χιλιάδες, καὶ θὰ λυώναμε κ᾿ ἐμεῖς καὶ οἱ Νυδραῖγοι – καὶ ὕστερα κιντύνευε καὶ γενικῶς ἡ πατρίδα. Ἐκεῖνοι μὲ βρίζαν, ἐγὼ τοὺς διάταζα. Τρεῖς βολὲς μόκαμαν γιρούσι. Τοὺς ἡσύχαζαν καὶ οἱ νοικοκυραῖοι. Τότε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας μὲ φωτίζει καὶ βγάζω ἕναν ἄνθρωπο κρυφίως μὲ ντεσκερέδες σὲ ὅλους τους ἀρχηγούς, τοὺς Στεργιανούς, καὶ τοὺς λέγω πὼς ἀκολούθησε αὐτὸς ὁ καυγᾶς, κ᾿ ἔρριχνα τὸ βάρος τῶν Στεργιανῶν, ὅτι αὐτεῖνοι ἦταν οἱ αἴτιοι (καὶ οἱ αἴτιοι ἦταν οἱ Νυδραῖοι, ὅμως διὰ νὰ σβύσω τὸ κακὸ ἔλεγα αὐτά). Τοὺς ἔλεγα: «Ἀφοῦ οἱ δικοί μας ἔκαμαν αὐτὸν τὸν σκοτωμὸν καὶ μείναν τὰ καράβια καὶ ἡ πατρὶς εἶναι σὲ κίντυνον, νὰ μὴν κινηθῆ κανένας σας ἀπὸ τὰ πόστα του, οὔτε ἄνθρωπος νὰ ῾ρθῆ μέσα ὅσο νὰ ἰδοῦμε τί θὰ γένη». Γράφω κι᾿ ἕνα τεσκερὲ τοῦ Κουντουργιώτη., τοῦ κὺρ Λάζαρου, καὶ τοῦ λέγω: «Ὅσοι ντεσκερέδες εἶναι τόσους ἀνθρώπους γλήγορους νὰ βγάλης, νὰ τοὺς πάνε εἰς τὴν θέσιν τοῦ κάθε ἑνὸς ἀρχηγοῦ, νὰ μὴ μάθουν τὸν καυγὰ καὶ κινηθοῦν τ᾿ ἀσκέρια. Ἔγινε αὐτό. Ἀπὸ τὴν ἄκρη τὴ χώρα εἶχαν πλησιάση οἱ δικοί μου οἱ ἄνθρωποι, ὅτι μάθαν ὅτι μ᾿ ἔκλεισαν, κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ διάβασαν τὸν τεσκερέ μου μείναν, τὸ ἴδιον καὶ οἱ ἄλλοι. Ἂν μπαίναν μέσα, θὰ ῾πιαναν ὅλη τὴν χώρα, ὅτ᾿ ἦταν ἄδεια ἀπὸ Νυδραίους – ἦταν ὅλοι κάτου εἰς τὸ μοναστήρι – καὶ τότε σὰν πιάναν τὴν χώρα καὶ σπίτια, θὰ τοὺς σκότωναν καὶ θὰ γύμνωναν καὶ τὴν πολιτεία.
Τώρα θὰ σᾶς γράψω καὶ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ κὺρ Λάζαρου Κουντουργιώτη καὶ τῶν ἄλλων νοικοκυραίων, ὅμως πρῶτα αὐτεινοῦ. Κολλάγει ὁ Λάζαρος ῾σ ἕνα ψήλωμα καὶ τοὺς βάνει ἕναν λόγον (καὶ εἶχε συναχτῆ ὅλος ὁ λαός). Τοὺς εἶπε τ᾿ ἀντραγαθήματά τους καὶ τὴν γενναιότητα καὶ πατριωτισμὸν ὁποῦ δεῖξαν σὲ τόσους πολέμους καὶ σώσαν τὴν πατρίδα. Σήμερα ὅλα αὐτὰ τ᾿ ἀντραγαθήματα χάνονται, μαζὶ καὶ ἡ πατρίς. Τοὺς εἶπε πολλὰ ἀπὸ αὐτά. Ἐκεῖνοι εἶπαν: «Δὲν θέλομε τὰ ξένα στρατέματα εἰς τὸ νησί μας!». Τοὺς ἀποκρίθηκε ὅτ᾿ εἶναι ἀναγκαῖα. «Καὶ διὰ τὴν εὐταξίαν, εἶπε, διορίζομε τὸν Μακρυγιάννη κ᾿ ἕναν δικό μας Νυδραῖον νά ῾χουν ἀνθρώπους δικούς μας κι᾿ ἀπὸ τοὺς ξένους ν᾿ ἀγρυπνοῦν διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ τιμή μας». Μείναν σύμφωνοι ὅλοι εἰς αὐτό. Κι᾿ ὅσο νὰ κάμη τὸν σταυρὸ τοῦ ὁ ἄνθρωπος, δὲν πέρασαν δυὸ ὧρες, πότε βάλαν τὰ καράβια ῾σ ἐνέργειαν; Καὶ κινήθηκαν καὶ πῆγαν καὶ πρόφτασαν τὴν Σάμον κι᾿ ἀφάνισαν τὸν στόλον καὶ χάθηκαν τόση Τουρκιά. Τότε μὲ διόρισαν ἐμένα καὶ πῆρα κι᾿ ἀπ᾿ οὖλα τὰ σώματα στρατιῶτες, διορίστηκε κι᾿ ἕνας Νυδραῖος ἀπὸ πολίτες. Καὶ βαστάξαμε τὴν εὐταξίαν.
Γυρίζοντας ὀπίσου οἱ μπουρλοτιέρηδες, ὁποῦ κάψαν καράβια τῶν Τούρκων, μίαν ἡμέρα πέρναγε ἀπὸ τὸ κονάκι μου ἕνας μπουρλοτιέρης (εἶχα κονάκι ἔξω πιασμένο, παραπάνου ἀπὸ τὴν Παναγιά), εἶχα εἰς τὸ κονάκι μου ἀφημένους πεντέξι ἀνθρώπους τίμιους νὰ φέρνωνται φρόνιμα εἰς τὸν μαχαλά, ἐγὼ ἤμουν εἰς τὸ μοναστήρι μὲ τοὺς προκρίτους (πήγαινα κάθε ἡμέρα ἐκεῖ καὶ μιλούσαμε, μ᾿ ἀγαποῦσαν κ᾿ ἐγὼ τοὺς σεβόμουν ὡς μεγαλύτερους), ῾στὸ κονάκι εἶχα ἕνα μικρὸ παιδὶ κ᾿ ἔπλυνε τὰ πιάτα. Ἔκαμε νὰ ρίξη τὸ νερὸ κάτου εἰς τὸν δρόμον, ἡ κακὴ τύχη – πέρναγε ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ μπουρλοτιέρης, ὁποῦ τότε ῾σ ἐκείνη τὴν περίστασιν ὁ κάθε μπουρλοτιέρης ἦταν μισὸς θεός, τὸ νερὸν ὁποὔρριψε τὸ παιδὶ ἔπεσε ἀπάνου εἰς τὸν μπουρλοτιέρη, χωρὶς νὰ τὸν ἰδῆ τὸ παιδί. Τότε κολλάγει εἰς τὸ κονάκι ὁ μπουρλοτιέρης μ᾿ ἄλλους συντρόφους του, θέλουν νὰ σκοτώσουνε τοὺς αἴτιους, μαζώνεται ἡ μισὴ Νύδρα, γίνεται ἕνας καυγᾶς, ἄλλοι ὑπὲρ κι᾿ ἄλλοι κατὰ τοῦ μπουρλοτιέρη καὶ συντροφιᾶς του. Ἔρχονταί μου τὸ λένε ἐμένα, πάγω καὶ βρίσκω αὐτὸν τὸν θόρυβον, ἀναντιώνονται καὶ ῾σ ἐμένα, χωρὶς ἐγὼ νὰ ξέρω. Τοῦ λέγω τοῦ μπουρλοτιέρη τὸ λάθος καὶ τί κάνουν τὰ σκουτιὰ νὰ τὰ πλερώσω νὰ πάψη τὸ κακό. «Τριακόσια γρόσια»! Βγάζω, μετράγω τὰ χρήματα, παίρνω τὰ σκουτιά. Μάλλωναν καμπόσοι ὅτι μὲ ζήμιωσε καὶ δὲν κάναν οὔτε ἑκατὸ γρόσια. Ἀφοῦ τὰ πῆρα, τὰ σιδέρωσα, τὰ ῾στειλα μὲ τὸν γραμματικόν μου εἰς τοὺς προκρίτους, ὅποιος κάμη ἀντραγάθημα, μπουρλοτιέρης, νὰ τὰ προσφέρουν ἀπὸ ῾μένα, ὅτι ἐγὼ δὲν φορῶ τέτοια σκουτιά. Καὶ εἶπε ὁ γραμματικὸς τὰ αἴτια πὼς ἔτρεξαν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴ φοβερίζη ὁ μπουρλοτιέρης καὶ οἱ συντρόφοι του, καὶ τοὺς ἀκολουθήση κάνα δυστύχημα. Ἀφοῦ οἱ πρόκριτοι ἄκουσαν αὐτό, πικράθηκαν πολὺ κ᾿ ἔστειλαν καὶ πῆραν τὸν μπουρλοτιέρη καὶ συντρόφους του νὰ τοὺς παιδέψουν. Τὸ ῾μαθα ἐγὼ αὐτὸ καὶ πῆγα καὶ τοὺς ῾περασπίστηκα. Καὶ ἡσύχασαν εἰς τὸ ἑξῆς οἱ Νυδραῖοι, καὶ μ᾿ εἶχαν τὸν στενώτερό τους φίλον (καὶ εἴμαστε φίλοι ὡς τὴν σήμερον).
Δὲν ἦταν πλέον ὑποψία εἰς τὴ Νύδρα καὶ ἦρθε διαταγὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ νὰ περάσω μὲ τὸ σῶμα μου εἰς Ἄργος κι᾿ ὁ Καρατάσιος μὲ τὸ σῶμα τοῦ εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ οἱ ἄλλοι ἀλλοῦθεν. Εἰς τὴ Νύδρα ὁποῦ ῾μαστε ἔφερνα ὅλο τὸ σέβας εἰς τὸν Καρατάσιον, ὡς ἀρχηγὸν ὁποῦ τὸν εἴχαμε ὅλοι κι᾿ ὡς γεροντότερον, καὶ μ᾿ ἀγαποῦσε κι᾿ αὐτὸς ὡς παιδί του. Κι᾿ ὅλοι του οἱ καπεταναῖοι ἦταν μ᾿ ἐμένα ὡς ἀδελφοί, γενναῖοι ἄντρες. Τοῦ εἶπα τοῦ Καρατάσιου κι᾿ ὁλουνῶν τῶν καπεταναίων του ὅτι: «Ἐμεῖς ὁ τόπος μας ἐχάλασε, τοῦ κάθε ἑνοῦ, καὶ καταξοχὴ ὁ δικός σας, ὁποῦ ῾στε ἀπόξω. Τὸ λοιπόν, ἐπειδὴ τὶς κι᾿ ὁ τόπος σας ἔμεινε ἔξω, ὁ Δυσσέας, ὁ Γκούρας καὶ οἱ ἄλλοι οἱ Ρουμελιῶτες, καθὼς καὶ οἱ Πελοποννήσιοί σας θέλουν νὰ σᾶς ἔχουν ὡς δούλους, μὲ τὴν δύναμή σας νὰ τηρᾶνε τὰ νιτερέσια τους, νὰ γυμνώνουν τὴν πατρίδα, καθὼς τὸ λέπετε, νὰ παίρνουν τὰ καλύτερα ὑποστατικὰ καὶ νὰ κάνουν συχνοὺς ἐφύλιους πολέμους. Καὶ διὰ νὰ χαίρωνται αὐτὰ ὁποῦ ἄδραξαν ὅλοι αὐτεῖνοι, κάθε ὀλίγον ἐφύλιους πολέμους φέρνουν εἰς τὴν πατρίδα καὶ φατριασμούς, καθὼς τὸ εἴδαμε ὡς τώρα πόσοι ἄνθρωποι σκοτώθηκαν ἀπὸ ῾μάς διὰ τὰ κέφια ἐκεινῶν. Καὶ ἡ πατρὶς κιντυνεύει, κ᾿ ἐμᾶς θὰ μᾶς κάμουν κοπέλια τους. Καὶ διὰ νὰ δυναμώση ἡ πατρὶς πρέπει νὰ ἑνωθοῦμε στενὰ ἐμεῖς καὶ μ᾿ ὅσους ἄλλους μπορέσουμε. Καὶ νὰ εἴμαστε μὲ τὴν Διοίκησιν καὶ μὲ τοὺς νόμους, νὰ δυναμώνουμε αὐτά, ὅτι ἔτζι δυναμώνει γενικῶς ἡ πατρίδα κι᾿ ὄχι τὰ ἄτομα». Ὁρκιστήκαμε εἰς αὐτὸ ὁ Καρατάσιος, ὁ Γάτζος κ᾿ ἐγὼ νὰ εἴμαστε σύνφωνοι κι᾿ ἀχώριστοι διὰ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία κατὰ τὸν ὅρκον ὁποῦ κάμαμε ὅταν πρωτοσηκωθήκαμεν διὰ τὴν λευτερὶάν μας. Μίλησα ξεχωριστὰ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους καπεταναίους του καὶ καταξοχὴ μὲ τὸν γενναῖον κι᾿ ἀγαθὸν Βελέτζα κι᾿ ἄφησα αὐτὸν νὰ τοὺς βαστάγη, νὰ μὴν τοὺς διαγείρη κανένας καὶ τοὺς ἀπατήση, ὅτι εἶναι ἀγαθοὶ ἄνθρωποι καὶ μποροῦν ν᾿ ἀπατηθοῦν. Φιληθήκαμε, καὶ πᾶνε αὐτεῖνοι εἰς τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἐγὼ ἦρθα εἰς τ᾿ Ἄργος. Καὶ συνφωνήσαμε ὅ,τι μαθαίνω ν᾿ ἀγροικιώμαστε συχνά. Κι᾿ ἀκολουθούσαμε αὐτό, χωρὶς νὰ μᾶς παίρνουν χαμπέρι οἱ ἐπίβουλοί της πατρίδος καὶ οἱ ῾διοτελείς.
Ἅμα ἦρθα ἐδῶ, εἰς Ἄργος, μὲ διατάζει ἡ Διοίκηση νὰ πάρω τὸ σῶμα μου κι᾿ ἀπ᾿ οὖλα τ᾿ ἄλλα σώματα ὁποῦ ῾ταν εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, τοῦ Χατζηχρήστου κι᾿ ἀλλουνῶν, νὰ γένουν ὅλοι αὐτεῖνοι ὡς χίλιοι διακόσοι ἄνθρωποι κι᾿ ἀρχηγὸς νὰ εἶμαι ἐγὼ ῾σ αὐτοὺς κι᾿ ὁ Παπαφλέσσας εἰς τὰ πολιτικά, νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀρκαδιᾶν, ὅτι ῾ρέθισαν τοὺς κατοίκους ἐκεῖ ὁ Κολοκοτρώνης μὲ τὸν συβουλάτορά του Μεταξᾶ κι᾿ ὅλοι οἱ συγγενεῖς του Κολοκοτρώνη καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ οἱ νέοι, ὅλοι της Πελοπόννησος οἱ κοτζαμπασῆδες. – Ἀφοῦ θέλησε ὁ Θεὸς νὰ γίνωμε κ᾿ ἐμεῖς ἔθνος, δι᾿ αὐτὸ σκλαβώθηκαν οἱ σημαντικοί της Ρούμελης, σκοτώθηκαν, θυσιάστηκαν, ἦταν νοικοκυραῖοι, ἔγιναν διακοναραῖοι, κι᾿ ἄλλοι διὰ τὴν πατρίδα ἔλειψαν καὶ χάθηκαν ὁλότελα. Αὐτοὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν βάσταγαν τὴν πατρίδα ὅσο ναύρη μίαν ἡμέρα ἁρμόδια νὰ λευτερωθῆ, καθὼς ὁ Θεὸς φώτισε κ᾿ εὑρέθη. Ποιοὶ ἦταν αὐτεῖνοι; Ἦταν ὁ Ἀλέξης Νοῦτζος, ὁποῦ ξεκρέμαγε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Τούρκων τοὺς χριστιανοὺς καὶ θυσιάστηκε καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Ἔδωσε περίτου ἀπὸ ῾να μιλιούνι γρόσια καὶ βασανίζονταν εἰς τὰ στρατόπεδα Σουλιού, Ἄρτας κι᾿ ἀλλοῦ. Οἱ Νακαῖγοι θυσιάσαν εἰς τὴν ἐπανάστασιν πραματικῶς, ὁ Φίλων, ὁ Λογοθέτης καὶ οἱ ἄλλοι. Οἱ Σαλωνίτες, οἱ Φηβαῖγοι, οἱ Ταλαντιναῖγοι, οἱ Λιδορικιῶτες, οἱ Κραβαρίτες, οἱ Μισολογγίτες, ὁποῦ ῾γιναν στάχτη, οἱ Ἀποκουρίτες, οἱ Βραχωρίτες, ὅλο τὸ Κάρελι κι᾿ ὁ Βάλτος – οἱ Μεγαπαναῖγοι, οἱ Μαυροματαῖγοι, οἱ Καραγιανναῖγοι–, οἱ Καρπενησιῶτες καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη τῆς Ρούμελης, πλούσιοι νοικοκυραῖοι καὶ κάτοικοι καὶ πολλοὶ γενναῖοι ὁπλαρχηγοί. Εἰς τὴν Ρούμελη, ἀφοῦ ὁ Τοῦρκος κοιμάταν μὲ τὴν γυναίκα τοῦ εἰς τὴν Λάρσα, τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ ἦταν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ρουμελιώτη. Τὸν κατασκότωνε, τὸν κατασκλάβωνε καὶ τὸν ἔκαιγε. Πέστε μου ἕνα σπίτι παλιὸν εἰς τὴν Ρούμελη ὁποῦ νὰ μὴν εἶναι χτίριον μοναχά. Πέστε μου πολιτείαν νὰ μὴν κάηκε καὶ οἱ γὲς ἔρημες καὶ μπαΐρια ὡς τὴν σήμερον. Σᾶς εἶπα τὶς θυσίες τῆς Ρούμελης. Κι᾿ ἀδικημένη εἶναι κι᾿ ἀφανισμένη. Νόμους γυρεύει καὶ σύστημα νὰ πάγη ἡ πατρὶς ὀμπρός. Ὁ Κολοκοτρώνης ὅμως κι᾿ ὁ Μεταξᾶς καὶ οἱ ἄλλοι οἱ τοιοῦτοι καθημερινοὺς ἐφύλιους πολέμους θέλουν καὶ φατρίες αὐτεῖνοι τὶς γέννησαν κι᾿ ἀπὸ αὐτοὺς προχώρεσαν κ᾿ οἱ Ἀράπηδες.
Τὰ 1824 Ὀκτωβρίου 14 ἔλαβα τὴν διαταγὴ νὰ περιλάβω τοὺς ἀνθρώπους ῾στὴν ὁδηγίαν μου καὶ νὰ πάγω – ὅτι δὲν προσηκώθη ὁ Κουντουργιώτης εἰς τὸν Ζαΐμη, ὅτ᾿ εἶχε ἄλλη δουλειὰ καὶ δὲν προσηκώθη εἰς τὸ καράβι, ἀντάρτης ὁ Ζαΐμης. Πήγαμε ῾στὴν Τροπολιτζά, ἐκεῖ συναχτήκαμε ὅλοι νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀρκαδιὰ κι᾿ ὁ Παπαφλέσιας μαζί. Ὅμως κι᾿ αὐτεινοῦ τοῦ μακαρίτη ὁ χαραχτήρας ἦταν σὰν ἐκεινῶν. Εἴχαμε πιαστῆ πρωτύτερα καὶ βριστήκαμε ὀμπρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἤθελαν νὰ στείλουν καὶ πρωτύτερα ἐμένα ῾σ αὐτείνη τὴν ἀνταρσίαν καὶ δὲν θέλησα, καὶ στείλαν τὸν Χριστόδουλον Ποργιώτη καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ ἀντάρτες ζωντανὸν μ᾿ ὅλους του τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Καὶ ἤθελε κ᾿ ἐμένα ὁ ἅγιος Ἀρχιμανδρίτης νὰ μὲ στείλη, (ἤθελε νὰ κάνη τοὺς πατριῶτες τοῦ παληκάρια) κ᾿ ἐγὼ τοῦ εἶπα νὰ κοπιάση νὰ πᾶμε μαζί, ὅτι ἐγὼ δὲν γνωρίζω οὔτε τὶς θέσες, οὔτε τοὺς ἀνθρώπους. Ἀφοῦ πήγαμε εἰς τὴν Τροπολιτζά, ὁ Σταϊκούλης (ἦταν ἐκεῖ, ἤμαστε φίλοι) μοῦ εἶπε ὅτι οἱ Κολοκοτρωναῖγοι ἔχουν πάθος ῾σ ἐμένα καὶ θὰ μὲ πιάσουνε ζωντανὸν ἢ σκοτωμένον. Ὅτι ἐγὼ τοὺς βήκα ἄπιστος κ᾿ ἔφυγα ἀπὸ τὰ ὀτζάκια αὐτά, ἀπὸ Δυσσέα καὶ Κολοκοτρώνη, καὶ τώρα μὲ διατάττει ἡ Κυβέρνηση καὶ τοὺς πάγω ἀναντίον τους. Κι᾿ ὅσα μπορέσουνε, μοῦ εἶπε, θὰ ξοδιάσουνε ἢ μὲ δικούς μου ἀνθρώπους, ἢ μὲ δικούς τους θὰ μὲ ξεμπερδέψουνε. Ὁ Σταϊκούλης εἶχε μίαν ἀνιψιὰ καὶ ἤθελε νὰ μὲ κάμη γαμπρὸ καὶ δὲν τοῦ ῾λεγα τὸ ὄχι κ᾿ ἔλπιζε. Ἦταν κι᾿ αὐτός, καθώς μου ῾λεγε, παρὼν ῾στὴν ὁμιλίαν τοὺς ἐκεινῶν, ὁποῦ μιλοῦσαν ἀναντίον μου. Ἐγὼ τοῦ εἶπα: «Δὲν πάγω πουθενὰ νὰ γυμνώσω ἢ νὰ διατιμήσω κανέναν, ἡ πατρίς μου χωρὶς νόμους καὶ διοίκησιν κιντυνεύει. Πάγω δι᾿ αὐτείνη κι᾿ ὁ Θεὸς εἶναι ἀρχηγὸς καὶ προστάτης τοῦ καλοῦ». Τοῦ εἶπα τοῦ Σταϊκούλη ὅ,τι μαθαίνη, νὰ μοῦ στέλνη μὲ σίγουρον ἄνθρωπον.
Ὁ Παπαφλέσιας πῆρε μίαν γυναίκα μ᾿ ἕνα ντέφι κ᾿ ἕναν μὲ βιολὶ καὶ πήγαμε εἰς Λιοντάρι. Ἀπὸ τὰ σώματα, τοὺς χίλιους διακόσους ἀνθρώπους, δὲν ἀκολούθησαν μαζί μας μήτε ἑξακόσοι, δὲν θέλαν νὰ ῾ρθουν, τοὺς ἀνακάτωναν οἱ ἀναντίοι καὶ τοὺς δείλιαζαν, σὰν χάλασαν οἱ Μεσσήνιοι τὸν Ποργιώτη εἰς τοὺς Λάκκους. Σηκωθήκαμε μ᾿ αὐτοὺς πήγαμε εἰς Λιοντάρι. Κρατεῖ αὐτὸ τὸ μεγαλύτερο σῶμα ἐκεῖ ὁ Παπαφλέσιας, κ᾿ ἐμένα μὲ διακόσους πενήντα, ὁποῦ ῾χα δικούς μου, μοῦ εἶπε νὰ κατέβω εἰς τοὺς Λάκκους ὅσο νὰ συνάξη πατριῶτες του ὁ Παπαφλέσιας καὶ τὴν αὐγὴ ἔρχονται κι᾿ αὐτεῖνοι. Μπιστεύτηκα, πῆρα τοὺς ἀνθρώπους μου καὶ κατέβηκα εἰς τοὺς Λάκκους. Τὸ βράδυ τὸ μαθαίνουν οἱ Ἀρκαδηνοί, οἱ λεγόμενοι Ντρέδες, καὶ διὰ νυχτὸς αὐτεῖνοι κι᾿ ἄλλοι ἀπὸ τὰ κοντινὰ μέρη ἔρχονται καὶ μὲ κλείνουν ὁλόγυρα καὶ πιάνουν ὅλα τὰ τριγυρινὰ χωριά. Μαθαίνοντας ἐγὼ αὐτό, μπονόρα – ἦταν καρσὶ τὸ Μελιγαλὰ κ᾿ ἔχει καμπόσες κούλιες, ἔστειλα καὶ τήραξα, δὲν τὶς εἶχαν πιασμένες ἀκόμα– σηκώθηκα καὶ πῆγα καὶ τὶς ἔπιασα αὐτὲς καὶ τὸ χωριόν, καὶ δυναμωθήκαμε ἀπὸ κάτου. Πλάκωσαν πεζούρα, καβαλλαρία πλῆθος, μοῦ παραγγέλνουν ν᾿ ἀδειάσω τὸ χωριόν, ὅτι θὰ μποῦνε αὐτεῖνοι, ὁποῦ λευτέρωσαν αὐτοὺς τοὺς τόπους, καὶ θὰ φᾶνε αὐτεῖνοι κόττες καὶ γάλλους καὶ πῆτες, κ᾿ ἐγὼ νὰ φύγω νὰ πάγω ἀπὸ ῾κεῖ ὁποῦ ῾ρθα, ὅτι πῆγα καὶ τοὺς πάτησα τὰ γερὰ τοὺς χώματα. Κι᾿ ἂν δὲν φύγω, νὰ τοὺς καρτερέσω, καὶ θὰ μοῦ ριχτοῦνε, καὶ θὰ τὸ πάθω χερότερα ἀπὸ τὸν Ποργιώτη. Ἐκείνους τοὺς ἐσπλαχνίστηκαν καὶ τοὺς πῆραν τ᾿ ἅρματά τους καὶ τοὺς ἀπόλυσαν, ἐμᾶς καὶ τ᾿ ἅρματά μας θὰ μᾶς πάρουν καὶ τὰ κόκκαλά μας θὰ μείνουν ἐκεῖ. Τότε στοχάστηκα κι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀποστάτες τῆς πατρίδος ν᾿ ἀπατήσω, διὰ νὰ μὴν πάθωμεν καμμίαν ντροπή, ξένοι ἄνθρωποι κι᾿ ὀλίγοι, σὲ τόση δύναμιν ὁποῦ ῾ταν αὐτεῖνοι, καὶ τὸν γενναῖον Παπὰ Φλέσια, ὁποῦ γλεντάγει εἰς τὸ Λιοντάρι μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ λαλούμενα – καὶ διὰ νὰ γλεντάγη βάσταξε κι᾿ ὅλους τους ἀνθρώπους (διὰ νὰ πάθω ἐγὼ μὲ τοὺς συντρόφους μου), πρέπει νὰ φέρω καὶ τὴν ἁγιωσύνην τοῦ ἐδῶ νὰ μιλήση μὲ τοὺς πατριῶτες τοῦ τοὺς Ἀρκάδιους, ὁποῦ γνωρίζουν τὸν πατριωτισμὸ καὶ τὴν ἀρετὴ ἕνας του ἄλλου. Λέγω τῶν Ἀρκάδιων ὁποῦ ῾ρθαν πλησίον μου, ἀφοῦ ρώτησα πὼς λένε τοὺς ἀρχηγούς, τὸν καθένα, τοὺς λέγω νὰ βγοῦνε ἀλάργα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς αὐτεῖνοι ὅλοι, οἱ ἀρχηγοί, ὅτι θέλω νὰ τοὺς μιλήσω, ὅτ᾿ εἶμαι διαταμένος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Συνάχτηκαν ὅλοι ῾σ ἕνα μέρος, δυνάμωσα τὸ χωριὸν καλά, πῆρα κι᾿ ἀνθρώπους μαζί μου καὶ πῆγα.
Ἐκεινῶν ὁποῦ ἄφησα εἰς τὸ χωριὸν τοὺς εἶπα, ἂν ἔρθω μαζὶ μ᾿ ἐκείνους καὶ τοὺς κάμω τὸ σινιάλο, νὰ τοὺς βαρέσουνε, ὅταν πλησιάσω ἀπὸ κάτου τὴν κούλια, ἂν θελήσουνε νὰ ῾ρθουν μαζί μου νὰ μποῦνε εἰς τὸ χωριόν, ὅπως ἔλεγαν νὰ τ᾿ ἀδειάσουμε ἐμεῖς νὰ μποῦνε ἐκεῖνοι. Πῆγα μὲ πεντέξι κάτου, ἐκεῖ ὁποῦ ἦταν οἱ ἀρχηγοί, τοὺς χαιρέτησα, τοὺς εἶπα: «Ποιὸς εἶναι ὁ ἀρχηγός; – Ὃ Μῆτρος». Μοῦ τὸν δεῖξαν, τὸν πῆρα καὶ πήγαμε οἱ δυό μας παραπέρα. Τοῦ εἶπα: Ἡ Κυβέρνηση διὰ τὴν γενναιότητα κι᾿ ἀγῶνες ὅπου ῾χεις πρὸς τὴν πατρίδα ἔστειλε τὸν ἅγιον Παπαφλέσιαν, τὸν πατριώτη σας, κ᾿ ἔχει τόσες λίρες γιὰ σένα. (Ὅτι τότε μας δώσαν τὶς λίρες νὰ λευτερωθοῦμε κι᾿ ὄχι ὅποιοι εἶναι κεφαλὲς νὰ τὶς φάνε. Μοῦτζες καὶ στροῦτζες νά ῾χουν καὶ τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τ᾿ ἄλλο). Τοῦ εἶπα τοῦ γενναίου ἀντρὸς τὶς λίρες ὁποῦ ῾χει ὁ Παπαφλέσιας καὶ τὸν βαθμό του καὶ διὰ τὰ παληκάρια τοῦ ἄλλες λίρες. (Ἀφοῦ σκότωσαν τοὺς ντόπιους Τούρκους αὐτεῖνοι, πῆραν τὸ βίον τους. Κι᾿ ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτεῖνοι τὰ εἶχαν, κι᾿ ὅλο ἐφύλιους πολέμους κάναν). Αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τὸν ηὗρα πολλὰ φτωχὸν καὶ τὸν πλούτηνα μὲ χρήματα καὶ βαθμοὺς – λόγια τῆς ὄρεξης τοὺ– ὁποῦ τά ῾χει ὁ ἅγιος Παπαφλέσιας, ὁ πατριώτης του (κι᾿ αὐτὸς δὲν εἶχε ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὰ παιγνίδια ὁποῦ πῆρε ἀπὸ τὴν Τροπολιτζὰ καὶ γλένταγε μὲ τὶς συμπατριώτισσές του. Ἀφοῦ διόρθωσα τὸν ἀρχηγόν, τὸν ρώτησα τί γενναιότητα ἔχει ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τί πρέπει νὰ μεσιτέψω εἰς τὸν ἅγιον Παπαφλέσια. Μοῦ σύστησε ἐκείνους ὁποῦ ῾θελε. Πῆρα τὸν καθέναν, τὸ᾿ ῾δωσα ἀπὸ ῾να ἀσκὶ μ᾿ ἀγέρα – ὅσο νὰ ῾ρθῆ ὁ ἅγιος Παπαφλέσιας, τοὺς ἀνάπαψα ὅλους. Γύρευαν νὰ μείνω ῾στὸ μισὸ χωριὸ ἐγώ, ῾στὸ Μελιγαλά, καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλο μισὸ νὰ μποῦνε κι᾿ ἀπὸ ῾κείνους. Τοὺς περικάλεσα νὰ πᾶνε ῾σ ἄλλα χωριὰ νὰ μείνουν μίαν βραδειὰ ὅσο νὰ ῾ρθῆ ὁ Παπαφλέσιας νὰ λάβουν τὰ δίκια τους, κι᾿ ὅπως μείνουν σύνφωνοι, γίνεται ὕστερα. Τοὺς ἡσύχασα, πιάσαν τὰ χωριὰ τοῦ Ριζοῦ καὶ Μπούγα καὶ μέρος ἀπὸ τοῦ Κάμπου καὶ τοὺς Κωσταντίνους. Ἐκεῖ εἴχανε καὶ τὴν διοίκησίν τους, τὰ πρωτόκολλά τους κι᾿ ὅλα τους τ᾿ ἀναγκαῖα, ὡς κεντρικὸν χωριὸν καὶ δυνατό.
Ἀφοῦ ἔφυγα ἀπὸ αὐτούς, φκειάνω ἕνα γράμμα τοῦ ἅγιου Παπαφλέσια καὶ τοῦ λέγω: «Ἐδῶ μαθαίνοντας τὸν καλό σου ἐρχομό, ὅλοι οἱ Ἀρκαδηνοὶ καὶ τὰ κοντινὰ μέρη ἦρθαν μικροὶ μεγάλοι καὶ προσμένουν τὸν πατριώτη τους, τὸν σωτήρα τους, καὶ ἤθελαν νὰ ῾ρθούνε αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀλκότησα, τοὺς εἶπα ὅτι ἀπόψε εἶσαι ῾δώ, καὶ μείναν. Νὰ μὴν χάσης καιρό, μίαν ὥρα ἀρχύτερα νὰ κοπιάσης, ὅτ᾿ εἶναι καὶ πολλοὶ σημαντικοὶ ὁποῦ σὲ προσμένουν». Τὸ γράμμα τὸ ῾δωσα ἑνοῦ ἀνθρώπου μου ὁποῦ νὰ ῾ναι τέτοιος ψεύτης, νὰ ψυχώνη τὸν Παπαφλέσια νὰ ῾ρθῆ. Εὐτὺς ὁποῦ τὸ ῾λαβε ἄφησε ὅλα του τὰ παιγνίδια καὶ ξημέρωσε εἰς τὸ χωριὸν Σαντάνι. Βρέθη εὔλογον ἀπὸ τοὺς Ἀρκάδιους νὰ σταθῆ ἐκεῖ νὰ εἶναι σὲ κεντρικὸν μέρος, ἀλάργα ἀπὸ μέναν καὶ πλησίον σ αὐτούς. Ὅταν ἤμαστε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι ἔλεγε ὁ ἅγιος Παπαφλέσιας τῆς Κυβέρνησης ὅτι θὰ φέρη τὸν ἀδελφό του Νικήτα κι᾿ ἄλλους συγγενεῖς του περίτου ἀπὸ δυὸ χιλιάδες, χωριστὰ τὸ σῶμα ὁποῦ μου βάσταξε ἐμένα, κ᾿ ἐγὼ ἔμεινα μὲ διακόσους πενήντα ἀνθρώπους. Ἦρθε ὁ ἀδελφός του μ᾿ ὀχτῶ μόνον ἀνθρώπους.
Ὁ ἅγιος Παπαφλέσιας ξημέρωσε εἰς τὸ Σαντάνι, νὰ τὸν δεχτοῦνε οἱ πατριῶτες του, μόνον μὲ τὸ σῶμα ὁποῦ τ᾿ ἄφησα, κι᾿ ὁ ἀδελφός του καὶ οἱ ἄλλοι οἱ συγγενεῖς του ὅλοι ὀχτώ. Πᾶνε οἱ γενναῖοι Ντρέδες διὰ τὰ βραβεῖα τῶν ἀντραγαθημάτωνέ τους, διὰ χρήματα καὶ βαθμούς, νὰ τοὺς τὰ δώση ὁ Παπαφλέσιας. Ὁ Παπαφλέσιας γύρευε τὶς ἐπιδέξες, ὅτι ἄφησε τὰ παιγνίδια καὶ ἦρθε ὁληνύχτα, οἱ Ἀργάδιγοι ὅλο τὰ βραβεῖα. Δὲν εἶχε κανένας τίποτα ἀλήθεια νὰ δώση τοῦ ἄλλου. Τότε στέλνουν ἐπίτηδες νὰ πάγω ἐγὼ νὰ τοὺς ξηγήσω τὴν ὑπόθεσιν. Τοὺς ἀποκρίθηκα: Ἐγὼ εἶμαι ξένος ἄνθρωπος, δὲν γνωρίζω ἀπὸ αὐτά. – «Ντουφέκι!» τοῦ λένε οἱ Ἀρκάδιγοι τοῦ Παπαφλέσια κι᾿ ἄρχισε τὸ ντουφέκι. Κινιῶνται καὶ διὰ ῾μένα ὂσ᾿ ἦταν εἰς τὸ Μπούγα καὶ ῾σ τὰ Ριζοχώρια κι᾿ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη, περισσότερη κι᾿ ἀντρειότερη δύναμη, ἕνα ὅτι τοὺς ἀπάτησα καὶ τ᾿ ἄλλο ὅτι τοὺς μόλυνα τὰ γερὰ τοὺς χώματα – τ᾿ ἀπολέμητα. Πῆρα ἑκατὸ ἀνθρώπους διαλεμένους δικούς μου καὶ καμμιὰν πενηνταριὰ Μελιγαλιῶτες διὰ νὰ τοὺς τραβήσω ἀπὸ τὸ χωριὸ νὰ μή μου κάμουν καμμίαν ἀπιστιά, καὶ πῆγα κ᾿ ἔπιασα τὸ παλιὸ Ἀλειτρούγι, τὸ ῾χαν καμένο οἱ Ντρέδες καὶ σώζονται μία παλιοκούλια καὶ χαλάσματα. Ὅλα αὐτὰ τὰ χωριὰ ρωτοῦσαν πόσοι εἴμαστε κι᾿ ἂν ἔχομε καὶ καλὰ ἄρματα, νὰ τὰ πρωτοπάρη ὁ καθείς, ὅποια κολώνα μας κυργέψη. Ἀπὸ τοῦ Ριζοῦ τὸ μέρος ἦταν ὁ Μῆτρο Πέτροβας, ὁ Γκρίτζαλης κι᾿ ὁ Καλαμπόκης, ἀπὸ τὸ Μπούγα ἦταν πολλὲς κεφαλὲς κι᾿ ὡς χίλιοι ἄνθρωποι, ὅλοι ἐλεύτεροι εἰς τὰ ποδάρια. Μᾶς ρίχτηκαν ἐκεῖνοι καὶ τόσο μας πλάκωσαν – τὸ μπαγιράκι τὸ δικό μας κ᾿ ἐκεινῶν πλησιάσαν, ἤμαστε χαμένοι. Βγάλαμε τὰ μαχαίρια, σκοτώσαμε τὸν μπαϊραχτάρη τους, πήραμε τὸ μπαγιράκι τους, σκοτώσαμε καὶ ἄλλους πεντέξι, πιάσαμε καὶ καμπόσους ζωντανοὺς καὶ τοὺς κυνηγήσαμε πέρα ἀπὸ τὸ Μπούγα. Μ᾿ ἐκείνη τὴν ὁρμὴ ριχτήκαμε καὶ τῶν ἀλλουνῶν καὶ τοὺς βγάλαμε καμπόσο ἀπάνου. Τὸν Παπαφλέσια τὸν ἔμασαν πολλοὶ εἰς τὸ γιοφύρι τοῦ Σαντανιοῦ καὶ τὸν πῆγαν ὡς τὸ Σαντάνι, καὶ σκότωσαν δυὸ τρεῖς δικούς του καὶ τὸν Χατζῆ Ἠλία, ἕνα παληκάρι σπάνιον. Τότε, διὰ νὰ ξεθυμάνωμε τὸν πόλεμον τοῦ Φλέσια, πᾶμε εἰς τὸ Μπούγα καὶ τοὺς δίνομε ἕνα τζάκισμα καὶ τοὺς πήγαμε κυνηγώντα ὡς τὸ Καλυβοχώρι, ὁποῦ ῾ναι λωβιασμένοι κ᾿ ἐκεῖ τοὺς ἀφήσαμε. Οἱ ἄνθρωποί μου πῆραν λάφυρα πολλά, ὅταν τοὺς χαλάσαμε, κι᾿ ἀπὸ ῾κείνους κι᾿ ἀπ᾿ ὅσους δὲν φταίγαν, δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς βαστήσω τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν ἀγανάχτησιν ὁποῦ ῾χαν ἀναντίον τῶν Ἀρκάδιων, ὅτι μας φοβέριζαν νὰ μᾶς σκοτώσουνε ὁποῦ τοὺς πατήσαμε τὰ γερὰ τοὺς χώματα. Μοῦ λαβώθηκαν κι᾿ ἀπὸ τοὺς δικούς μου καμπόσοι.
Χαλάγοντας αὐτοὺς ριχτήκαμε καὶ εἰς ἐκείνους ὁποῦ ἦταν εἰς τὸν Παπαφλέσια, τοὺς πήραμε τὶς πλάτες καὶ τζακίστηκαν. Καὶ σουρούπωσε, καὶ πῆρα τοὺς πληγωμένους καὶ πῆγα εἰς τὸ Μελιγαλά. Καὶ διὰ νυχτὸς συνάχτηκαν οἱ Ἀρκάδιγοι πίσου εἰς τὸ Μπουγὰ καὶ Κωσταντίνους. Καὶ τ᾿ ἀριστερὰ χωριὰ ἔπιασαν καὶ δυνάμωσαν κατὰ τῆς Καρύταινας τὸ μέρος, νά ῾χουν τὸν τόπον ἀνοιχτὸν ἀπὸ ῾κεῖνο τὸ μέρος, ὅτι πρόσμεναν μιντάτι ἀπὸ ῾κεῖθε τὴν αὐγή, τὴ δύναμή τους τὴν πολλή τους ἦρθε κι᾿ ἄλλη δύναμη διὰ νυχτὸς καὶ πιάσαν ἀπὸ τὸ Μπούγα καὶ Κωσταντίνους κ᾿ ἐκείνη τὴ ράχη ὡς τὰ πρόποδα τοῦ γεφυριοῦ ῾στὸ Σαντάνι. Τότε πῆγα κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸ Σαντάνι καὶ πῆρα τοὺς ἀνθρώπους, κ᾿ ἔστειλα καμμιὰ ἑκατοστὴ καὶ τοὺς πῆραν τὶς πλάτες, καὶ συχρόνως τοὺς χτύπησα κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ ῾μπρός κ᾿ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὶς πλάτες καὶ τοὺς χαλάσαμε ἀπ᾿ οὖλα ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ τοὺς ριχτήκαμε μέσα εἰς τοὺς Κωσταντίνους. Τοὺς χαλάσαμε κ᾿ ἐκεῖ καὶ πιάσαμε ζωντανούς, τοὺς πήραμε τὰ πραχτικά τους κι᾿ ὅλα τους τ᾿ ἀναγκαῖα καὶ τοὺς πήγαμε κυνηγώντα ὡς τὴν ἀλλοῦ ψηλότερη ράχη, ὁποῦ ῾ναι ἀπὸ πίσου τοὺς Κωσταντίνους. Ὅταν χαλάστηκαν αὐτεῖνοι εἰς τοὺς Κωσταντίνους, ἄφησαν καὶ τὸ Μπούγα καὶ κόλλησαν ὅλοι ῾σ ἐκεῖνο τὸ μέρος.
Τότε τοὺς μίλησα καὶ τοὺς ἔδωσα λόγον τῆς τιμῆς καὶ κατέβηκαν κι᾿ ἀνταμωθήκαμε οἱ ἀρχηγοί τους καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς. Τοὺς εἶπα: «Αὐτὸ τὸ ἔθνος σήκωσε ντουφέκι τοῦ Σουλτάνου – καὶ δὲν τὸ ὑπόταξε. Ἐσεῖς θὰ τὸ ὑποτάξετε καὶ δὲν θέλετε Διοίκησιν; Καὶ ποῖον ἔθνος χωρὶς διοίκησιν καὶ νόμους εὐδοκίμησε καὶ δὲν ἐχάθη; Κ᾿ ἐμεῖς χωρὶς νόμους δὲν πᾶμε ὀμπρός, καὶ δὲν μᾶς γνωρίζουν καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ ἔθνη. Θὰ μᾶς λένε κλέφτες καὶ παντίδους. Καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν χάθηκαν μὲ τοὺς ντόπιους ἐκείνους ὁποῦ σκοτώσετε ἐσεῖς κ᾿ ἐμεῖς, ἦρθαν εἰς τὴν Ρούμελη νέγοι Τοῦρκοι καί, καθὼς τρωγόμαστε, θὰ μποῦνε κ᾿ ἐδῶ, καὶ θὰ σᾶς πατήσουνε αὐτεῖνοι τὰ γερά σας χώματα, ὁποῦ φωνάζετε ὁποῦ σας τὰ πατήσαμεν ἐμεῖς. Ἐμεῖς εἴμαστε συνάδελφοί σας κ᾿ Ἕλληνες. Κι᾿ ἂν δὲν μάθετε γνώση, θὰ τὰ πατήσουν αὐτεῖνοι καὶ θὰ χαθῆτε κ᾿ ἐσεῖς κ᾿ ἐμεῖς. – Εἶναι ἡ Πελοπόννησο, μοῦ λένε, ὅλη ἀναντίον σας καὶ θὰ κάμωμε δική μας Διοίκηση. – Στοχάζεστε; τοὺς λέγω. Σᾶς κουβεντιάζω ὡς χριστιανός, ὅτι θὰ πάθετε, ὅτι ἡ Κυβέρνηση ἔχει τόσα στρατέματα, Καρατασσαίους, Καραϊσκάκη, Σουλιῶτες κι᾿ ἄλλους πολλοὺς κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη τὰ ἔξω. Ὅτι δὲν κάψαν τὰ σπίτια τοὺς ἐκεῖνοι κι᾿ ὅλη ἡ Ρούμελη διὰ νὰ σκοτώσετε ἐσεῖς δυὸ ψωρότουρκους ντόπιους καὶ νὰ μᾶς κάνετε κάθε στιμὴ νόμους κ᾿ ἐφύλιους πολέμους καὶ φατρίες δικές σας. Καὶ θὰ μποῦνε μέσα ὅλοι αὐτεῖνοι κι᾿ ἂν δὲν βαίνετε ἐσεῖς γνώση, θὰ σᾶς βάλωμε ἐμεῖς. Συναχτῆτε ῾σ ἕνα μέρος κ᾿ ἔρχομαι μ᾿ ἕναν ἄνθρωπον μόνον νὰ σᾶς μιλήσω καὶ εἶστε νοικοκυραῖοι νὰ κάμετε ὅ,τι ἀγαπᾶτε».
Μείναμεν σύνφωνοι εἰς αὐτό, ὅτι νύχτωσε, καὶ τὴν αὐγὴ νὰ πάγω ῾στὸ Λιάτανι. Ἐκεῖ πλησίον εἶναι καὶ ἡ Ἀρκαδιὰ καὶ τὰ χωριὰ τῆς κ᾿ ἐκεῖ συνάζονται, καὶ νὰ πάγω νὰ μιλήσουμε. Κι᾿ ἀναχωρήσανε αὐτεῖνοι κ᾿ ἐμεῖς. Πῆγα εἰς τοὺς Κωσταντίνους, μίλησα αὐτὰ καὶ μὲ τὸν Φλέσια, νὰ μποῦμε μὲ τρακόσιους ἀνθρώπους εἰς τὴν Ἀρκαδιὰ (καὶ τόσοι μείναμε πραματικῶς τοῦ ντουφεκιοῦ, ὅτι πῆραν πλιάτζικα ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾ταν ἀπὸ τὰ σώματα κι᾿ ἀναχώρησαν οἱ περισσότεροι). Τὴν ἄλλη ἡμέρα πῆρα ἕναν ἄνθρωπον κ᾿ ἕναν ὁδηγὸν καὶ πῆγα ῾στὸ Λιάτανι. Ἦταν μαζωμένοι ἀπ᾿ οὖλα τὰ μέρη, τοὺς τὰ μίλησα παρουσία μὲ λύπη τῆς ψυχῆς μου κ᾿ ἔκλαψα, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ καλοὶ ἄνθρωποι μ᾿ ἄκουσαν ὅ,τι τοὺς εἶπα. Τοὺς εἶχε σηκώση τὸ νοῦ τοὺς ἕνας κερατοκαλόγερος, τὸν λέγαν Πρωτοσύγκελον, τζιράκι τῶν Κολοκοτρωναίων κι᾿ αὐτὸς ὁ ἄτιμός τους ῾ρέθισε, ὅτ᾿ ἦταν εἰς τὸ ποδάρι τοῦ δεσπότη καὶ σηκώθηκαν, κι᾿ ὁ Θανάσης Γληγοριάδης ἕνας συνάδελφος τοῦ Πρωτοσύγκελου καὶ κλεφτοαλευρᾶς. Εἴχαμε τ᾿ ἀλεύρια διὰ τ᾿ ἀσκέρι, διὰ τοὺς Τούρκους νὰ τοὺς πολεμήσουμε, κι᾿ αὐτὸς ἔκλεβε τ᾿ ἀλεύρια κι᾿ ἄφινε τὸ στρατόπεδο νηστικό. Αὐτοὶ ῾ρέθισαν τοὺς ἀνθρώπους κι᾿ ἄλλοι ὅμοιοί τους. Μείναμε σύνφωνοι νὰ μποῦμε εἰς τὴν Ἀρκαδιὰ μὲ τρακόσιους ἀνθρώπους, καὶ γνωρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μὲ περικάλεσαν νὰ γράψω μὲ τὸν Παπαφλέσια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς συχωρέση. Εὐκαριστήθηκαν οἱ ἄνθρωποι ὅλοι ἀπὸ ῾μένα κι᾿ ἐγὼ ἀπὸ αὐτούς. Πῆρα τοὺς ἀρχηγούς τους νὰ μιλήσουμε καὶ μὲ τὸν Παπαφλέσια νὰ μποῦμε μέσα εἰς τὴν χώρα, καθὼς συνφωνήσαμε. Πήγαμε ἀπόξω τοὺς Κωσταντίνους εἰς τὴν ράχη, ἦρθε κι᾿ ὁ Φλέσιας μείναμε σύνφωνοι ὅ,τι μίλησα μὲ τοὺς Ἀρκάδιους ἐγὼ νὰ γίνη.
Πῆρε νὰ σουρουπώση, ἔρχονται εἰς τοὺς Ἀρκάδιους, ὁποῦ ῾ταν ἐκεῖ, οἱ ἀρχηγοί, τοὺς λένε ὅτι τοὺς ἔγραψε ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Ζαΐμης, οἱ Ντεληγιανναῖγοι κι᾿ ἄλλοι πολλοί, ὅτι μία μεγάλη δύναμη ἀπ᾿ οὔλους αὐτοὺς τοὺς συντρόφους ἔρχονται πρὸς βοήθειάν τους καὶ νὰ μὴν τελειώσουνε τίποτας ὁμιλίες διὰ συβιβασμόν. Εἶχε πάγη ὁ ἅγιος Πρωτοσύγκελος κι᾿ ὁ Γληγοριάδης ῾σ αὐτούς, ὅταν τοὺς χαλάσαμε εἰς τ᾿ Ἀλειτρούγι, καὶ εἶπαν αὐτὰ τοῦ ἀρχηγοῦ Κολοκοτρώνη καὶ διόρισε τὰ φουσάτα τοῦ ἀναντίον μας, καὶ τοὺς εἶπε μὲ θέλει ζωντανὸ νὰ μὲ γδάρη σὰν πρόβατο. (Ὅτ᾿ ἦταν χασάπης εἰς τὴν Ζάκυθο καὶ γνώριζε τὴν τέχνη αὐτείνη, κι᾿ ἀφοῦ ἦρθε γυμνὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πλούτηναν κ᾿ ἔγιναν Κιαμιλμπέηδες αὐτὸς καὶ οἱ συντρόφοι του, καθημερινῶς δουλεύουν τὴν πατρίδα μ᾿ ἐφύλιους πολέμους καὶ νέες φατρίες.) Τότε ἀναχώρησαν οἱ Ἀρκάδιοι οἱ ἀρχηγοὶ ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μας. Σὲ ὀλίγον σουρουπώνοντας ἀκοῦμε ἕναν μεγάλον ντουφεκισμόν, νὰ ψυχώσουνε οἱ ἐδικοί τους, ἀπάνου εἰς τὴν ράχη τὸ μέρος τῆς Καρύταινας. Τότε γυρέψαμε ἐμεῖς νὰ κλειστοῦμε εἰς τοὺς Κωσταντίνους κ᾿ ἑτοίμαζα τὰ σπίτια, τηράγω διὰ φουσέκια, γυρεύω τοῦ ἅγιου Φλέσια, μοῦ δίνει ὡς εἴκοσι τεστέδες, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλα καὶ προσμένει ἀπὸ τὴν Καλαμάτα. Ἀφοῦ μο᾿ ῾δῶσε αὐτὰ τὰ φουσέκια, μοῦ παίρνει κρυφίως τ᾿ ἀσκέρι καὶ φεύγει. Ἐγὼ εἶχα πάρη καμμίαν σαρανταριὰ ἀνθρώπους καὶ ντουφεκιώμουνε μὲ κάτι ἀναντίους, γυρεύω φουσέκια, δὲν βρίσκω μήτε κι᾿ ἀνθρώπους. Τότε μὲ τρόπο βγῆκα ῾στὴν ράχη, εἶναι ἕνα παλιόκαστρον, καὶ δὲν ξέραμε καὶ τὸν τόπον πούθε νὰ πᾶμε, ἤμαστε ὅλοι ξένοι, καὶ νύχτα. Τότε ὁ ἀρχηγὸς Κολοκοτρώνης θὰ ῾βαινε τὴν θέλησίν του ῾σ ἐνέργειαν, θὰ μᾶς πιάναν τοὺς ὀλίγους νὰ μᾶς κάμουν ὅ,τι ἡ συνείδησή τους τοὺς ὑπαγόρευε. Μέσα εἰς τὸ Σαντάνι ἦταν τὴν νύχτα κρυφίως μπασμένοι ὁ Πάνος Κολοκοτρώνης κι᾿ ὁ Κανέλλος Ντεληγιάννης καὶ ὅταν θὰ περάσουμε ἀπὸ τὸ γιοφύρι, κ᾿ ἐκεῖ εἶναι τὸ χωριόν, νὰ μᾶς χτυπήσουν. Αὐτὸ ἔμαθε ὁ Παπαφλέσιας καὶ πῆρε τοὺς συντρόφους κ᾿ ἔφυγε χωρὶς νὰ μοῦ εἰπῆ τίποτας ῾λικρινής σύντροφος (– πεθαμένος διὰ τὴν πατρίδα. Δὲν θέλω κατηγορήση τὴν διαγωή του, ἡ τύχη μου καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ μὲ φύλαξε, ὅτι ἐγὼ δούλευα διὰ τὴν πατρίδα ἀθώα). Ἐκεῖ ὁποῦ βήκαμε εἰς τὸ παλιόκαστρο μὲ τοὺς ὀλίγους, κι᾿ ὡς ξένοι δὲν ξέραμε πούθε νὰ κάμωμε, καὶ θὰ κατανταίναμε εἰς τὸ Σαντάνι εἰς τὰ χέρια τῶν ἀναντίων μας, τότε ἐκεῖ ὁποῦ συλλογιώμαστε νὰ κινηθοῦμε, ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος μ᾿ ἕναν τεσκερὲ ἀπὸ τὸν Σταϊκάκη καὶ μοῦ ῾γραφε μυστικῶς ὅτι ἦρθαν διὰ νυχτὸς ἐκεῖ καὶ οἱ φίλοι φοβερίζουν χωρὶς ἄλλο ἐμένα καὶ νὰ πάρω μέτρα. Τότε παίρνω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ εἰς τὸν δρόμον ηὗρα κ᾿ ἕναν ντόπιον ἀπὸ τὸ Σαντάνι, τὸν δένω καλὰ νὰ μή μου φύγη, κι᾿ ὅλο μέσα τὸ ποτάμι, ὅτι τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη τὰ ῾πιασαν οἱ ἀναντίοι, βήκαμε εἰς τὸ Μελιγαλά. Ἐκεῖ μας πλάκωσε ὁ Μητροπέτροβας, μᾶς ντουφέκισε τὸν πήραμε μὲ τὰ μαχαίρια καμπόσο κυνηγώντας. Ἔπιασα μὲ τρόπον τοὺς σημαντικούς του χωριοῦ καὶ τοὺς ἔδεσα κ᾿ ἐκείνους, πῆρα τοὺς λαβωμένους ὁποῦ ῾χα εἰς τὶς κούλιες τοῦ Μελιγαλᾶ, ἔστειλα ἕναν χωργιάτη καὶ εἶπε τοῦ Μητροπέτροβα, ἂν ἔβγουν καὶ μᾶς ντουφεκίσουνε, θὰ τοὺς κόψω ὅλους τους δεμένους. Τότε δὲν μᾶς πείραξαν, κι᾿ ὁληνύχτα πήγαμε εἰς τὴν Σκάλα τὸ χωριόν. Ἦταν ὁ ἅγιος Φλέσιας ἐκεῖ καὶ οἱ συντρόφοι, τοὺς εἶπα ὅσα τοὺς τύχαιναν, καὶ διὰ νυχτὸς ἀναχωρήσαμε ἀπὸ ῾κεῖ, ἀπὸ τὰ Σαμπάσικα μέσα τῶν βουνῶν τὸν δρόμον, καὶ πέσαμε εἰς τὰ Καλύβια τῆς Τροπολιτζᾶς. Ἐκεῖ ἄφησα τοὺς ἀνθρώπους μου, ἦταν ὁ Βάσιος ἐκεῖ. Θέλησε νὰ τοὺς πολεμήση ὁ Πάνος ὁ Κολοκοτρώνης καὶ τὸν σκότωσαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα ὁποῦ χύθηκε Κολοκοτρωναίικον διὰ τὴν λευτεριὰ τῆς Ἑλλάδος.
Ἀφοῦ ἄφησα τὸ σῶμα μου εἰς τὰ Καλύβια τῆς Τροπολιτζᾶς, πῆγα εἰς Ἀνάπλι τοὺς λαβωμένους καὶ εἶπα τὰ τρέχοντα κι᾿ ὅτι τὸ μέρος τῆς Κυβέρνησης ἀδυνάτισε καὶ τ᾿ ἀναντίον ἀξάνει. Εἶχαν στείλη εἰς Ἀθήνα, ὅταν ἔμαθαν ὅτι σηκώθη ἡ περισσότερη Πελοπόννησο ἀναντίον τῆς Κυβέρνησης, εἶχαν στείλη τὸν Ἀδάμη Δούκα νὰ φέρη εἰς τὴν Πελοπόννησον τὸν Γκούρα καὶ Καρατάσιον μ᾿ ὅλους τους καπεταναίους. Σὰν δὲν ἔκαμε τίποτας ὁ Δούκας (δὲν ἤθελε νὰ ῾μπη ὁ Γκούρας, τὸ εἶχε γυρίση μὲ τοὺς ἀναντίους, δὲν κόταγε νὰ κάμη καὶ κίνημα ἐξ αἰτίας τῶν Καρατασσαίων ὁποῦ ῾ταν εἰς τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἐμεῖς ἀγροικιώμαστε μὲ τὸν Καρατάσιον καὶ Γάτζο κατὰ τὸν ὅρκον ὁποῦ ῾χαμεν εἰς τὴ Νύδρα, ὅταν ἤμαστε ἐκεῖ), μὲ προστάζει ἡ Κυβέρνηση νὰ πάγω εἰς Ἀθήνα νὰ μπάσω τ᾿ ἀσκέρια μέσα τοῦ Καρατάσσου καὶ Γκούρα, ἐγὼ δὲν θέλησα. Ἤμουν ῾γγισμένος ἐξ αἰτίας τοῦ Παπαφλέσια, εἰς τὴν ἀπάτη ὁποῦ μο᾿ ῾κᾶμε καὶ μοῦ πῆρε τοὺς ἀνθρώπους εἰς τοὺς Κωσταντίνους, καὶ κιντύνεψα νὰ χαθῶ καὶ νὰ ντροπιαστώ, καὶ μ᾿ ἄφησε καὶ χωρὶς πολεμοφόδια, κι᾿ αὐτὰ ἦταν δολερὰ κινήματα ῾σ ἐμένα. Μὲ περικάλεσε πολὺ ἡ Κυβέρνηση – ἤξερε ὅτ᾿ εἶμαι φιλιωμένος μὲ τοῦ Καρατασσαίους– καὶ μο᾿ ῾δῶσε καὶ χρήματα νὰ μ᾿ ἑλκύση. Τοὺς εἶπα: «Θὰ πάγω, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι πραματευτὴς νὰ κάνω πραμάτεια τὴν πατρίδα μου διὰ χρήματα, δὲν ἔχω κρέας διὰ τὸ μακελλειόν. Δία τὴν στερέωση τῆς πατρίδος μου καὶ νόμους, διὰ ῾κεῖνο πεθαίνω, ὄχι διὰ ἄλλο. Καὶ οἱ Γύφτοι νά ῾χουν τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ θὰ ὑποτάζωμαι. Χρήματα μάτα μου στείλετε κι᾿ ὅταν ἤμουν μὲ τὸν Κολοκοτρώνη, δὲν τὰ δέχτηκα, ὅμως παραπονιῶμαι ὅτι ἐγὼ δουλεύω ῾λικρινώς κι᾿ ἄλλοι μ᾿ ἐπιβουλεύονται». Μὲ παρακάλεσαν πολύ. Ἔλαβα τὴν διαταγὴ καὶ κίνησα δι᾿ Ἀθήνα τὶς 16 Νοεβρίου 1824.
Πῆγα εἰς Ἀθήνα, μίλησα πρῶτα τοῦ Γκούρα, ὡς φίλος μου παλιός, τοῦ εἶπα τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος. Δὲν δέχτη τελείως. Δὲν τὸ ῾κρινα ἄλλο, νὰ τὸν βιάσω. Ἐφάγαμε εἰς τὸ κάστρο καὶ κατέβηκα κάτου, καὶ τοῦ εἶπα: «Ξαναμιλοῦμε». Ἀντάμωσα τοὺς ἀγαθοὺς πατριῶτες. Ἀφοῦ τοὺς ξηγήθηκα πὼς εἶναι ἡ πατρὶς ῾σ ἄχλιαν κατάστασιν κι᾿ ὅσα μιλήσαμε ῾στὴν Νύδρα ὅλα αὐτεῖνοι οἱ ἐγωιστὲς τὰ βαίνουν ῾στὴν ἐνέργεια, καὶ ἡ πατρὶς κιντυνεύει, καὶ χύνεται ἀθῶον αἷμα, τότε προθύμως ἀποφάσισαν νὰ μποῦνε. Φέραμε καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς καπεταναίους ἐκεῖ, τοῦ Καρατάσιου κι᾿ αὐτεῖνοι ἦταν πρόθυμοι ὅλοι, οἱ ἀθάνατοι, Ντουμπιώτης, Πηνειός, Βελέτζας, Ἀποστολάκης, Ζορμπὰς κι᾿ ἄλλοι πολλοί. Ἀφοῦ ἑτοιμάζονταν αὐτεῖνοι νὰ φύγουν, μοῦ στέλνει ὁ Γκούρας νὰ σμίξωμε, δὲν πῆγα. Τότε ἔρχεται κι᾿ ἀνταμωνόμαστε. Τοῦ λέγω: «Σὰν δὲν θέλεις, μεῖνε». Μὲ περικάλεσε νὰ μὴν μαθευτῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούση εἰς τὴν διαταγήν της καὶ μπαίνει κι᾿ αὐτός. Κ᾿ ἑτοιμάστηκαν. Καὶ πᾶνε ἀπόξω– ἀπὸ τὴν Λεψίνα, διὰ τὴν Κόρθο.
Εἰς τὸν Ἁγιώργη, χωριὸ τῆς Κόρθος, ἦταν συνασμένοι πολλοὶ ἀναντίοι, οἱ Λονταῖγοι, οἱ Νοταραῖγοι, τοῦ Ζαΐμη, ὁ Νικήτας κι᾿ ἄλλοι πολλοί. Αὐτεῖνοι ὅλοι οἱ δικοί μας, Καρατασσαῖοι κι᾿ ὁ Γκούρας, πῆγαν διὰ ἐκεῖ κ᾿ ἐγὼ τοῦ πελάγου δι᾿ Ἀνάπλι. Πηγαίνοντας εἰς Ἀνάπλι, διόρισε ἡ Διοίκηση τὸν Κωλέτη διευτυντὴ κ᾿ ἐμένα φρουρά του νὰ φυλᾶμε τὰ χρήματα τῶν ἀνθρώπων, ὁποῦ ῾χε μαζί του ὁ Κωλέτης διὰ τοὺς μιστούς. Πήγαμε εἰς τὸν Ἁγιώργη, εἶχαν κάμη δυὸ τρεῖς πολέμους οἱ δικοί μας μὲ τοὺς ἀναντίους καὶ τοὺς χάλασαν τοὺς δικούς μας, ὅτι ἦταν κ᾿ ἐκεῖνοι δυνατοὶ καὶ μέσα εἰς τὸ χωριόν, καὶ οἱ ἐδικοί μας ἔξω εἰς τὸ χιόνι. Ἔπιασαν καὶ μίαν μεγάλη διχόνοιαν οἱ Καρατασσαῖοι μὲ τὸν Γκούραν καὶ γύρευαν νὰ γυρίσουν μὲ τοὺς ἀναντίους. Ὅτι ὁ Γκούρας τὸν Καρατάσσιον καὶ Γάτζο τοὺς ἄφησε πεζοὺς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὡς τὸν Ἁγιώργη κι᾿ αὐτὸς εἶχε ἄλογα ἄδεια καὶ τὰ τράβαγε γεντέκια. Καὶ ἤθελαν νὰ γυρίσουνε μὲ τοὺς ἀναντίους, νὰ τοὺς πολεμήσουνε. Τότε πήγαμε ἐκεῖ μὲ τὸν Κωλέτη. Μαθαίνοντας ἐγὼ αὐτό, εἶχα ἕνα ἄτι δικό μου, τὸ χάρισα τοῦ Καρατάσιου. Τοὺς ἔκαμα ἕνα σκέδιον, τοὺς εἶπα: «Ἐδῶ οἱ ἀναντίοι εἶναι μέσα σὲ χωριόν, σὲ φωτιά, σὲ κρασὶ κι᾿ ἄλλα, ἐμεῖς ἔξω εἰς τὸ χιόνι – καὶ σὲ πολλὴ διχόνοια». (Ἤξερα τοὺς τόπους ἀπ᾿ ὅταν ἤμουν μὲ τὸν Κολοκοτρώνη). Τοὺς εἶπα νὰ ῾ρθῆ ὁ Γκούρας κι᾿ ὁ Καρατάσιος μ᾿ ἐμένα καὶ οἱ ἄλλοι νὰ σταθοῦν μὲ τὸν Κωλέτη. Κ᾿ ἐγὼ μὲ τὸν Γκούρα νὰ πᾶμε νὰ πιάσουμε τὰ Κλημαντοκαίσαρα, «κ᾿ ἐσεῖς, ἀφοῦ κινηθοῦμε, νὰ εἰπῆτε »πᾶμε εἰς τὰ Τρίκκαλα καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη τῶν Λονταίων κι᾿ ἀλλουνῶν» καὶ τότε οἱ ἀναντίοι, μαθαίνοντας αὐτό, θὰ φύγουν διὰ νὰ πᾶνε διὰ προφύλαξιν τῶν σπιτιῶν τους. Καὶ τότε αὐτεῖνοι θὰ κινηθοῦν ὀμπρός, κ᾿ ἐσεῖς ἀπὸ πίσου τοὺς κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ ῾μπροστά, τοὺς χορεύομε εἰς τὸν κάμπον, κι᾿ ὄχι νὰ μᾶς σκοτώνουν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σπίτια». Τότε βάλαμε τὸ σχέδιον σ᾿ ἐνέργειαν. Πῆρα τὸν Γκούρα μὲ συνφωνίαν νὰ πᾶμε μαζὶ μέσα, εἰς τὰ Κλημαντοκαίσαρα, χωρὶς νὰ γυμνώση ἀνθρώπους τ᾿ ἀσκέρι του. Πήγαμε μέσα, αὐτὸν τὸν ἄφησα μ᾿ ἀνθρώπους μου εἰς τὰ Κλημαντοκαίσαρα, ὅτι δὲν ξέραν, δὲν ματάειχαν ἔρθη εἰς Πελοπόννησον, κ᾿ ἐγὼ ἔπιασα τὸ Ντούσια. Ἀφοῦ μας εἶδαν οἱ ἄνθρωποι ἄφησαν τὰ σπίτια τους ῾στὴν διάκρισίν μας καὶ πῆραν τὰ χιόνια καὶ τὰ βουνά. Μία γυναίκα εἶχε τὸ παιδὶ μισογεννημένον καὶ τὸ ῾βγαλαν παράωρα καὶ ἡ λεχώνα πῆρε τὰ βουνὰ μὲ τοὺς ἄλλους, καὶ τελείωσε εἰς τὸ χιόνι. Τὴν ἄλλη ἡμέρα πῆγα μόνος μου ῾στὸ βουνὸ καὶ τοὺς ὁρκίστηκα ὅτι δὲν θέλω τοὺς πειράξη. Καὶ ἦρθαν εἰς τὰ σπίτια τους. Καθίσαμε δεκαπέντε ἡμέρες ἐκεῖ. Καὶ δὲν μᾶς ἄφιναν νὰ φύγωμε, ὅτι μάθαιναν τί τράβαγαν τ᾿ ἄλλα τὰ χωριὰ ἀπὸ ῾κείνους ὁποῦ ῾ταν μέσα.
Ὁ Νοταρᾶς μαθαίνοντας τὸν Γκούρα εἰς Κλημαντοκαίσαρα, πῆγε καὶ τὸν ἔφερε εἰς Τρίκκαλα. Τὸν ἔπιασε αὐτὸς καὶ τοῦ πῆρε καμπόσες χιλιάδες γρόσια, κι᾿ ὁ Σοφιανόπουλος, ὁ συβουλάτορας τοῦ Γκούρα (ὅτ᾿ εἶναι κι᾿ αὐτός, ὁ καλὸς ἄνθρωπος, εἰς τὸν Γκούρα καθὼς ὁ κόμητας Μεταξᾶς ὁποῦ ῾ναι τοῦ Κολοκοτρώνη) πῆρε, ὡς διερμηνέας τοῦ χίλια βενέτικα. Ἀφοῦ εἶδαν τὸ κίνημα διὰ Κλημαντοκαίσαρα, ὁποῦ πήγαμε μὲ τὸν Γκούρα, εὐτὺς ἄφησαν τὴν θέσιν τοῦ Ἁγιωργιοῦ καὶ πῆγε ὁ καθεὶς διὰ τὸ σπίτι του· καὶ διαλύθηκαν. Τὸ Νοταρόπουλον πῆγε εἰς Τρίκκαλα καὶ τὸ ῾στειλε ὁ Γκούρας εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
Μπῆκαν κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης, Σαφάκας, Πανουργιᾶς, Καλτζοδῆμος, Δυοβουνιώτης, Σουλιῶτες, ἀφοῦ μάθαν ὅτι τῆς Ἀθήνας τὰ στρατέματα μπῆκαν μέσα, τότε μπῆκαν κι᾿ αὐτεῖνοι, καὶ πέρασαν τὴν Βοστίτζα καὶ πῆγαν εἰς τὴν Κερπινή, εἰς τὸ σπίτι τοῦ κυρίου Ζαΐμη, καὶ ὁ Καραϊσκάκης τὸ κυβέρνησε, ὁποῦ δὲν τοῦ ἄφησαν οἱ ἄνθρωποί του οὔτε στάχτη μέσα, καὶ οἱ ἄλλοι πῆγαν εἰς τ᾿ ἄλλα σπίτια καὶ χωριά.
Ὁ Καρατάσιος ἔκαμε μὲ τὸ σῶμα τοῦ κατὰ τὰ Λαγκάδια, κι᾿ ὁ Κωλέτης, ὁ Γκούρας κ᾿ ἐγὼ κι᾿ ὁ Γκριτζώτης κατ᾿ τὸ Γαστούνι. ῾Στὸν δρόμον ἀνταμώσαμε τὸν Χρύσαντον Σισίνη μὲ καμπόσους ἀξιωματικούς. Τοὺς δώσαμε λόγον τῆς τιμῆς, ὁρκίστη ὁ Γκούρας ὅτι δὲν θέλει τοὺς πειράξωμε, (ὅτι αὐτὸς δὲν συμμετέχεταν εἰς αὐτὰ τὰ κινήματα· ὁ πατέρας τοῦ ἦταν καὶ οἱ ἄλλοι. Αὐτὸς ἦταν εἰς τ᾿ ὀρδὶ τῆς Πάτρας ἀναντίον τῶν Τούρκων). Πρῶτος πῆγα ἐγὼ καὶ μπῆκα μὲ τὸ σῶμα μου εἰς τὸ Γαστούνι, πῆγα εἰς τὸ σπίτι τοῦ Σισίνη, εἶχε ὅλο τοῦ τὸ βίον μέσα. Μὰ τὴν πατρίδα, ἕνα κοντύλι πῆρα νὰ γράψω κ᾿ ἕνα μπάλωμα τζαρουχιῶν ἄφησα ἕναν στρατιώτη μου καὶ πῆρε. Σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὸ παζάρι νὰ ἡσυχάσω τοὺς ἀνθρώπους καὶ ν᾿ ἀνοίξουν τ᾿ ἀργαστήρια τους, καὶ βαστοῦσα τὴν ἡσυχίαν. Μπῆκε ὁ Γκούρας μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Σισίνη καὶ τοῦ πῆραν ὅλο τοῦ τὸ βίον καὶ τὰ ζωντανά του καὶ τὰ πῆγαν εἰς τὴν Ἀθήνα. Καὶ τὰ μαγαζειὰ μὲ τὰ γεννήματα αὐτεινῶν κι᾿ ὅλης της συντροφιᾶς τὰ πῆραν ὅλα. ῾Γγιχτήκαμε δι᾿ αὐτὰ μὲ τὸν Γκούρα – ἦταν καὶ συβουλὲς τοῦ Σοφιανόπουλου. Τότε γύρεψα ν᾿ ἀναχωρήσω μὲ τὸ σῶμα μου, ὅτι τέτοιοι νόμοι δὲν μ᾿ ἀρέσουνε, νὰ γυμνώνουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ πλούτη καὶ τιμή. Ἐκρίθη εὔλογον νὰ πάγω καὶ τὸ Σισινόπουλον εἰς τ᾿ Ἀνάπλι εἰς τὴν Κυβέρνηση, περνώντας τὸ κι᾿ ἀπὸ τὰ Λαγκάδια, ὁποῦ ῾ταν ὁ Κωλέτης. Μὲ συβουλεύει ὁ Σοφιανόπουλος κι᾿ ὁ Γκούρας ῾στὸν δρόμον νὰ γυμνώσω αὐτὸ κι᾿ ὅλους τους ἀξιωματικούς του καὶ νὰ τὰ κάμωμε μερίδια, ἕνα ὁ Κωλέτης, ἕνα ὁ Φλέσιας, ἕνα ὁ Γκούρας, ἕνα ὁ Σοφιανόπουλος, ὁ συνβουλάτοράς του, κ᾿ ἕνα ἐγώ. Καλά, τοὺς εἶπα, ὅ,τι θέλουν τὰ κάνω. Τὸν πῆρα νὰ φύγω διὰ νὰ ἀκολουθήσω ὅ,τι μὲ συνβοῦλεψαν. Καὶ ὅ,τι μο᾿ λεγαν τοὺς ὑποσκόμουν. Ὅτι γύρευα νὰ μὴν εἶμαι μ᾿ αὐτούς, ὅτι αὐτὰ ὁποῦ ἔβλεπα μὲ πείραζαν. Ὅτι τὴν ἐπανάστασίν μας θὰ τὴν καταντήσουμε ληστεία, καὶ ἡ πατρὶς κατάντησε ἡ παλιόψαθα τῶν ἀτίμων.
Πῆρα τὸ Σισινόπουλον μὲ τοὺς ἀξιωματικούς, καμμίαν τριανταριὰ ὅλοι, ὁποῦ ἀγωνίζονταν μὲ τοὺς Τούρκους νὰ λευτερώσουν τὴν πατρίδα κ᾿ ἐμεῖς νὰ τοὺς γυμνώσουμε ἀδίκως καὶ παραλόγως! Θέ, δῶσε μας γνώση κι᾿ ἀρετὴ νὰ σωθοῦμε, νὰ μὴν χαθοῦμε παράωρα! Τοὺς πῆρα ὅλους αὐτοὺς – εἶχα τὸ σῶμα μου, ὡς τρακόσους πενήντα ἀνθρώπους, τίμια παληκάρια καὶ καλοὶ πατριῶτες, καὶ τοὺς εἶχα σὲ μίαν καλῆ τάξη. Εἶπα καὶ τοῦ Σισίνη κι᾿ ἀξιωματικῶν του νὰ μὴν ἔχουν καμμίαν ὑποψίαν ὅτι ἐγὼ θὰ τοὺς πειράξω μίαν τρίχα. Καὶ τοὺς ὁρκίστηκα ὡς τίμιος ἄνθρωπος. Οἱ ἄνθρωποί μου ἀφοῦ εἶδαν τ᾿ ἀσκέρια τοῦ Γκούρα κι᾿ ἀλλουνῶν ὁποῦ γύμνωναν τοὺς κατοίκους κ᾿ ἐγὼ αὐτοὺς δὲν τοὺς ἄφινα, τότε κι᾿ αὐτεῖνοι δὲν μ᾿ ἄκουγαν εἰς τὸν δρόμον. ῾Σ ἕνα χωριὸν πλησίον εἰς τὸ Τριπόταμον καμπόσοι ἀπὸ αὐτοὺς γυμνώνουν τὸ χωριὸν χωρὶς νὰ μὲ στοχάζωνται ὡς μεγαλύτερόν τους. Φοβήθηκα μή μου γυμνώσουνε καὶ τὸ Σισινόπουλο κι᾿ ἄλλους καὶ φανῶ ψεύτης κι᾿ ἄπιστος. Τοὺς εἶπα νὰ πᾶνε εἰς ἄλλο χωριὸν καὶ ν᾿ ἀκολουθοῦν ἀχώρια ἀπὸ ῾μάς. Ἀφοῦ γύμνωσαν αὐτεῖνοι τὸ χωριόν, καὶ οἱ δυστυχισμένοι οἱ κάτοικοι παρουσιάζονταν ῾σ ἐμένα καὶ κλαίγαν κ᾿ ἐγὼ δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς βοηθήσω, αὐτὸ ἦταν θάνατος διὰ ἐμένα. Πῆρα τὸ μπαγιράκι μου καὶ καμμίαν εἰκοσαριά, ὁποῦ εἶχα μάγκα εἰς τὸ κονάκι μου, κ᾿ ἔφυγα κρυφίως, χωρὶς νὰ μάθουνε αὐτεῖνοι οἱ ἄτιμοι στρατιῶτες μου, καὶ κατεβαίνομε εἰς τὸ ποτάμι. Ἦταν κατεβασμένο, ὅτ᾿ ἦταν χειμώνας, τῶν Χριστουγεννῶν, ἐγὼ μὲ τὸ ἄτι μου κι᾿ ἄλλα ζῶα δυνατά, κιντυνέψαμε νὰ περάσουμε. Ἀφοῦ οἱ στρατιῶτες μάθαν ὁποῦ ῾φυγα κρυφίως, ἀκολούθησαν κοντά μου. Εἰς τὸν δρόμον ηὕρανε τέσσερους Πελοποννήσιους καὶ τοὺς πιάνουν καὶ μὲ τὴν ἀράδα πέρασαν τοὺς μισοὺς ἀπὸ τ᾿ ἀσκέρι εἰς τὸ νῶμο τοὺς (οἱ ἄλλοι εἶχαν ζῶα καὶ πέρασαν). Ἀφοῦ τοὺς πέρασαν πέρα ἀπὸ τὸ ποτάμι – ἤμουν κ᾿ ἐγὼ καὶ εἶχα φωτιὰ ἀναμμένη μὲ τὴν μάγκα μου καὶ τρώγαμε ψωμὶ – βλέπω ὅλη αὐτείνη τὴν τυραγνίαν ὁποῦ κάναν αὐτεινῶν τῶν τέσσερων ἀνθρώπων, ὁποῦ τοὺς ἀφάνισαν εἰς τὸ ποτάμι καὶ καταμαύρισαν σὰν Ἀράπηδες ἀπὸ τὸ κρύγιο καὶ διὰ τὸ σπολλάτη ὁποῦ τοὺς σῶσαν ἀπὸ τὸ ποτάμι, εἶχαν καὶ κάτι ἄρματα καὶ τοὺς τὰ πῆραν κ᾿ ἐκεῖνα καὶ τοὺς ἄφησαν γυμνούς, καὶ κλαίγαν σὰν μικρὰ παιδιά, καὶ τρέμαν ἀπὸ τὸ κρύον. Τοὺς λυπήθηκα πολὺ καὶ εἶπα ὅτι τὸ θερίον εἶπαν θερίον κι᾿ ὁ ἄνθρωπος εἶναι χερότερος. Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι εἶδαν ἐμένα, σκούζαν κι᾿ ἀγαναχτοῦσαν ἀναντίον μου καὶ μό᾿ λεγαν: «Μαθαίνοντας ὅτι περνᾶς ἐσύ, ὁ Μακρυγιάννης, ὁποῦ ῾χεις τὴν μεγαλύτερη εὐταξίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους σου, μπιστευτήκαμε κι᾿ ἀφήσαμε τὸ πράμα μας καὶ δὲν τὸ κρύψαμε, καὶ μᾶς γυμνώσετε, καὶ εἰς τὸ ποτάμι κιντυνέψαμε διὰ νὰ τοὺς περάσουμε, καὶ μᾶς πήρανε καὶ τ᾿ ἅρματά μας καὶ σκουτιά μας καὶ τρέμομε, καὶ θὰ πουντιάσωμε». Περιποιήθηκα τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς εἶπα νὰ μοῦ δείξουν ἐκείνους ὁποῦ τοὺς γύμνωσαν. Ἀποφάσισα νὰ σκοτωθῶ μ᾿ αὐτούς. Βάρεσα τ᾿ ἄλογον, τοὺς ἔπιασα μὲ τὰ πράματα τῶν ἀνθρώπων, τοὺς πῆρα μαζί μου ἐκείνους ὁποῦ ῾ταν γυμνωμένοι καὶ τοὺς αἴτιους, πῆγα εἰς τὸ χωρίον τὸ βράδυ, ὁποῦ θὰ κόνευα. Στέλνω καὶ κόβω βέργες καλὲς γερὲς κ᾿ ἔστειλα καὶ ἦρθαν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί. Τοὺς εἶπα: «Σᾶς ἔχω τόσα χρόνια τους περισσότερους, σᾶς ἄφησα ποτὲς ἀπλέρωτους ἢ νηστικούς; Ὅταν κάναμε ὡς πατριῶτες τὰ χρέη μας, καὶ οἱ πολίτες μᾶς τίμαγαν καὶ μᾶς τάιζαν μ᾿ εὐκαρίστησίν τους καὶ μᾶς δίναν κ᾿ εὐκαριστήρια ῾στὴν Κυβέρνησή μας καὶ μᾶς πλέρωνε. Ὅταν φέρνεσταν τιμίως, ἤμουν κ᾿ ἐγὼ ἀρχηγός σας, τώρα ὁποῦ γενήκετε τοῦ κεφαλιοῦ σας καὶ γυμνώσετε τὸ χωριόν, ὁποῦ μᾶς καρτέρεσαν οἱ ἄνθρωποι ὡς ἀδελφούς τους, οἱ χριστιανοὶ τοὺς χριστιανούς, τοὺς γυμνώσετε ἀπὸ τὸ βίον τους, τὰ ζωντανά τους κ᾿ ἔχετε κοπάδια μαζί σας. Δὲν γένομαι ἐγὼ ἐσᾶς πιστικός, σύρτε νὰ βρῆτε ἄλλον ἀρχηγόν, εἴτε τὸν βίον τοῦ χωριοῦ καὶ ζωντανὰ νὰ ῾ρθοῦνε οἱ χωργιάτες νὰ τοὺς τὰ δώσετε χωρίς– νὰ τοὺς λείψῃ τίποτας, κι᾿ ὅταν μοῦ δώσουνε οἱ χωργιάτες αὐτείνη τὴν ἀπόδειξιν, τότε καθίστε μαζί μου. Εἰδέ, βρῆτε ἄλλον ἀρχηγόν. Κι᾿ ὅ,τι λείπει ἀπὸ τὸ χωριὸν θὰ εἰπῶ τῆς Κυβέρνησης νὰ τὰ κρατήσῃ ἀπὸ τοὺς μιστούς σας, νὰ πλερωθοῦν οἱ ἄνθρωποι». Τότε στείλαμε καὶ ἦρθαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ καὶ πῆραν τὸ πράμα τους καὶ πῆρα ἀπόδειξη ἀπὸ τοὺς ἴδιους.
Τότε φέρνω ἐκείνους ὁποῦ γύμνωσαν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ ποτάμι, βάνω τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ πέντε καὶ βάσταγαν τὸν καθέναν. Ἐγὼ ἔδερνα. Σήκωσα τὶς πιστιόλες καὶ εἶπα: «Ὅποιος ἀπολύσῃ ἀπὸ αὐτοὺς ὅπου κρατοῦνε κανέναν, ἢ θέλει νὰ τοὺς ῾περασπιστή, νὰ σιάσῃ τ᾿ ἅρματά του νὰ σκοτωθοῦμε, ὄχι νὰ γένουν ζῶα οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸ ποτάμι νὰ τοὺς περάσουνε εἰς τὸ νῶμον καὶ ὕστερα διὰ τὴν καλωσύνη νὰ τοὺς γυμνώσουνε!». Τοὺς ἔβαλα κάτου τοὺς τέσσερους καὶ τοὺς βαστοῦσαν ἁπλωμένους. Μὲ τὴν ἀράδα τοὺς ἔδερνα ὅλους ὅσο ὁποῦ τοὺς πάγαινε τὸ αἷμα ἀπὸ τὸν κῶλον. Ἐγὼ γίνηκα χερότερα ἀπὸ αὐτούς, μάτωσαν τὰ χέρια μου, ἔκαμα τόσες ἡμέρες ἀστενής. Τότε τοὺς ἔβαλα εἰς τὶς προβιές, τοὺς πλέρωσα τὰ μηναῖα τους, τοὺς ἔδωσα καὶ τὸ διαβατήριόν τους, τοὺς ἄφησα εἰς τὸ χωριόν, ὅσο ν᾿ ἀναλάβουν νὰ τοὺς συγυρίζουν. Ἀπὸ τότε σᾶς λέγω, ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, ποτέ μου ὡς τὴν σήμερον ἄτιμον κι᾿ ἅρπαγον ἄνθρωπον δὲν εἶδα, κι᾿ ὅπου πᾶνε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μου, τοὺς δέχονται οἱ κάτοικοι ὡς ἀδελφούς τους.
Τὸ Σισινόπουλον τὸ πῆγα εἰς τὰ Λαγκάδια. Μοῦ εἶπε ὁ Κωλέτης νὰ τοὺς γυμνώσω καὶ ν᾿ ἀκολουθήσω καθὼς μοῦ εἶπε κι᾿ ὁ Σοφιανόπουλος κι᾿ ὁ Γκούρας νὰ γίνουν τὰ μερίδια, ὅμως τ᾿ ἄλογα τὰ καλύτερα θέλουν αὐτεῖνοι. Τοῦ ὑποσκέθηκα ὅτι θ᾿ ἀκολουθήσω αὐτὸ καὶ μὲ μάλλωσε διατὶ ἀκόμα δὲν τὸ ῾καμα. Τοῦ εἶπα: «Εἰς Νταούλη τὸ χάνι εἶναι ἕνα ρέμα, ἐκεῖ τοὺς γυμνώνω, εἶναι δυνατὸς καὶ παράμερος τόπος». Μείναμε συνφωνοι, πῆρα τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπ᾿ ὄξω τ᾿ Ἀνάπλι εἶπα καὶ δώσαν τ᾿ ἅρματά τους τῶν ἀνθρώπωνέ τους καὶ μπήκανε μέσα εἰς τ᾿ Ἀνάπλι ξαρμάτωτοι, καὶ τοὺς παρουσίασα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς εἶπα ποὺ ἦταν εἰς τ᾿ ὀρδὶ τῆς Πάτρας καὶ πὼς ἀδίκως κατατρέχονται, «κι᾿ ἐγώ, τοὺς εἶπα, τοὺς ἔφερα χωρὶς νὰ τοὺς πειράξω. Ἂν φταῖνε, ἂς τοὺς κάμουν οἱ νόμοι ὅ,τι θέλουν». Τοὺς ξηγήθηκα καὶ τὶς ὁδηγίες ὁποῦ ῾χα ἀπὸ τὸν Γκούρα καὶ Σοφιανόπουλον. Αὐτεῖνοι ὅ,τι μου εἴπανε δὲν μοῦ κακοφάνη, ὅμως ὁ Κωλέτης μὲ ψύχρανε καὶ μ᾿ ἀπόλπισε, ὅτι ἔτζι δὲν θὰ κάμωμε νόμους. Ὅτι οἱ νόμοι θὰ παλουκώσουν τοὺς κακούς, καὶ κρίμα ὁποῦ σκοτωνόμαστε, κι᾿ ἀνάθεμα τοὺς αἴτιους τοῦ ἐφύλιου πολέμου καὶ τῆς φατρίας, ὁποῦ κατάντησαν τὸ Ἔθνος σὲ ἄχλιαν κατάστασιν.
Πῆρα ὅλους αὐτούς, τὸ Σισινόπουλον κι᾿ ἀξιωματικούς, εἰς τὸ κονάκι μου καὶ συνκατοικούσαμε μαζὶ καὶ τρώγαμε. Εἶπα τῆς Κυβέρνησης ὅτι ἐγὼ σὲ ἐφύλιον πόλεμον, καὶ νόμους φκειάνοντας, δὲν ματαμπαίνω, μπεζέρισα, νὰ μοῦ δώσουνε μίαν διαταγὴ νὰ πάγω εἰς Ρούμελη ν᾿ ἀγωνιστῶ διὰ τοὺς Τούρκους, εἰδὲ νὰ διαλύσω τὸ σῶμα μου, «ἢ βάλτε ἄλλον κ᾿ ἐγὼ κάθομαι ὡς ἁπλὸς πολίτης, ὅμως διὰ ἐφύλιον πόλεμον διαταγὴ δὲν μάτα ἀκούγω». Μοῦ εἶπαν νὰ λάβουν σκέψη δι᾿ αὐτό, καὶ τὸ σῶμα μου νὰ τὸ τοποθετήσω εἰς τὰ χωριά, εἰς τ᾿ Ἄργος.
Τὸν Κολοκοτρώνη καὶ συντροφιὰ τοῦ τοὺς πιάσανε ὅλους καὶ τοὺς στείλαν εἰς τὴ Νύδρα, εἰς τὸν Ἁγιλιά. Φέραν καὶ τὸν Γεροσισίνη. Ἐγὼ ἔλειπα εἰς τὰ χωριὰ μὲ τὸ σῶμα μου. Πιάνει τὸν Γεροσισίνη καὶ Σισινόπουλον ὁ ἅγιος Παπαφλέσιας ὑπουργὸς (εἶδε ὅτι ἔλειπα ἐγώ) καὶ τοὺς βάνει ῾σ ἕνα παλιοκάικον μὲ χωρὶς δοῦλο καὶ σκουτιὰ καὶ τοὺς στέλνει διὰ τὴ Νύδρα, πιάνει πρῶτα καὶ τοὺς γυμνώνει αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀξιωματικούς τους. Τοὺς πῆραν τὸ βίον τους καὶ τ᾿ ἄλογά τους, μοῦ τὸ παράγγειλαν ἐμένα. Πῆγα εἰς Ἀνάπλι, ἔμαθα αὐτό, πῆγα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς μίλησα χοντρὰ καὶ πατριωτικά: «Ἐγώ, τοὺς εἶπα, μικρὸς ἄνθρωπος δὲν καταδέχτηκα νὰ γυμνώσω αὐτούς, ἀλλὰ ξοδιάζω ἐξ ἰδίων μου ὡς ἀδελφός τους καὶ τοὺς ἔχω εἰς τὸ κονάκι μου κι᾿ αὐτὸ τὸ κάνω, ὅτ᾿ εἶναι ξένοι ἄνθρωποι ἐδῶ, Εὐρωπαῖγοι ὁποῦ μας παρατηροῦν, καὶ θέλω νὰ βλέπουν ὅτι κι᾿ ὄντως διψᾶμε διὰ λευτεριὰ καὶ νόμους, κι᾿ ὄχι ὅτ᾿ εἴμαστε ἅρπαγες». Τοῦ κακοφάνει τοῦ Φλέσια καὶ τῶν ἀλλουνῶν ὁποῦ δὲν τοὺς ἄκουσα νὰ γυμνώσω τοὺς συναγωνιστᾶς, καὶ τοὺς γύμνωσε αὐτὸς ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τῆς Κυβέρνησης. Τότε, εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὁ Κουντουργιώτης δὲν ἤξερε αὐτὸ καὶ διατάττει τὸν Παπαφλέσια νὰ δώση πίσου τὰ εἰδίσματα ὁλουνῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὸ᾿ ῾δῶσε βρισές, ὁποῦ δὲν τὶς ἔδινε τοῦ δούλου του. Κ᾿ εὐτὺς τὰ ῾δωσε ὅλα τὰ εἰδίσματά τους. Καὶ πιαστήκαμε μὲ τὸν Παπαφλέσια οἱ δυό μας, ὅπου γενήκαμε ἀπὸ ἀσπροῦ. Κ᾿ ἔπεσα σὲ ὁλουνῶν αὐτεινῶν τὴν ὀργή.
Ὅσα χρήματα πήγαμε ἔξω νὰ πλερώσουμε τοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ τὰ εἶχε ὁ κύριος Κωλέτης, ἔβαλε φύλακά τους τὸν μπατζανάκη τοῦ Γκούρα τὸν Κατζικοστάθη, καὶ γιόμωσε τὸν Γκούρα ὁ Κωλέτης λίρες, τοῦ γιόμωσε τὸ δισάκκι του ἀπὸ αὐτὲς κι᾿ ἀπὸ τὰ λάφυρα τοῦ Νοταρᾶ καὶ Σισίνη κι᾿ ἀλλουνῶν. Τὸ ἴδιον καὶ τὸν Κατζικοστάθη. Ἀφοῦ τοὺς ἔκαμε αὐτείνη τὴν καλωσύνη ὁ Κωλέτης, τὸν πουλημένον ἄνθρωπον κι᾿ ἅρπαγον τὸν ἔκαμε ἀρχηγὸν νὰ πάγη ἀναντίον τοῦ Δυσσέως – κι᾿ ὁ Σοφιανόπουλος συνβουλάτορας. Αὐτὸ μαθαίνει ὁ Δυσσέας, ἄλλο δὲν εἶχε καταφύγιον νὰ σταθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, σηκώνεται καὶ πάγει εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ γίνεται μὲ τὸ στανιὸν Τοῦρκος νὰ γλυτώση. Καθὼς ἔκαμε ὁ Μαυροκορδάτος τὸν Βαρνακιώτη κι᾿ ἄλλους καὶ πῆγαν εἰς τοὺς Τούρκους καὶ γλύτωσαν, ἔτζι πάγει κι᾿ ὁ δυστυχὴς Δυσσέος. Ἦρθε τοῦτες τὶς ἡμέρες ἐδῶ ὁ Γκούρας, γιόμωσε τὸ δισάκκι τοῦ λίρες, ἐπικύρωσε καὶ εἰς τὴν Κυβέρνηση ἄλλες ὀχτακόσες χιλιάδες γρόσια, ὅτι κάνει νὰ λάβη ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση ἀκόμα, κι᾿ ἀχώρια μουκατάδες Ἀθήνας, Φήβας, Λιβαδειᾶς καὶ τὰ ἑξῆς. Κι᾿ ὅλο τὸ φουσάτο ὁποῦ πλερώνει ποτὲς δὲν εἶναι διακόσιοι πενήντα ἄνθρωποι, τὸν ἕναν εἰς τὴν πλερωμὴ τὸν κάνει δέκα.
Πήγανε ἀναντίον τοῦ δυστυχῆ Δυσσέα. Ἀκούγοντας ὅτι ἔρχεται ἀναντίον τοῦ ὁ δικός του ὁ Γκούρας, τὸ παιδί του, ὁποῦ αὐτὸς τὸν δόξασε, μπιστεύτηκε καὶ βῆκε καὶ παραδόθη εἰς τὸ παιδί του. Τὸν πῆγε εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ τὸν σκότωσε. Τελείωσε πλέον ὁ κύριος Κωλέτης κι᾿ ἀπὸ τὸν τρίτον ἀντίζηλόν του. Δυσσέα Ἀντρίτζο, Ἀλέξη Νοῦτζο, Χρῆστο Παλάσκα καὶ τοὺς τρεῖς τοὺς σκότωσε.
Ἡ Κυβέρνηση, ὅταν πήγαμε διὰ τοὺς ἀναντίους νὰ τοὺς πολεμήσουμε, μᾶς εἶπε, διὰ νὰ τοὺς ἀδυνατίσουμε, ὅσους ἀνθρώπους μπορέσουμε νὰ τοὺς τραβοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς πλερώνωμε ἐξ ἰδίων μας καὶ ὕστερά μας πλερώνει ἡ Κυβέρνηση καὶ τοὺς βαστάγει ἀπὸ τοὺς καταλόγους τῶν ἀναντίων. Πῆρα κ᾿ ἐγὼ καμπόσους τοῦ Νοταρᾶ ἀνθρώπους καὶ τοῦ Σισίνη. Ὁ Κουντουργιώτης πῆγε εἰς τὴ Νύδρα κι᾿ ἄφησε εἰς τὸ ποδάρι του τὸν Ἀναγνώστη Οἰκονόμο Νυδραῖο. Τοῦ εἶπα νὰ μοῦ δώση αὐτοὺς τοὺς μιστοὺς νὰ πλερώσω τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ λάβω κι᾿ ὅ,τι ἔδωσα. Λέγει τοῦ Παπαφλέσια, μοῦ δίνει τοὺς παράδες, ὅ,τι μό᾿ κανε, ὅμως νὰ τοῦ χαρίσω τὶς πιστιόλες μου, ὅτι τὶς λιμπίστη. Τοῦ παράγγειλα κ᾿ ἐγὼ νὰ τοῦ γαμήσω τὸ κέρατο, ὄχι θὰ τοῦ δώσω τ᾿ ἅρματά μου, ὁποῦ τά ῾χω ἀπὸ δεκοχτῶ χρονῶν παιδί. Τὸν μούτζωσα καὶ δὲν τοῦ ξαναμίλησα. Πῆγε κι᾿ ὁ Κωσταντὴς Λευκάδιος καὶ τοῦ ζήτησε τοὺς μιστούς, καὶ τοῦ πῆρε τὶς πιστιόλες του. Κ᾿ εἶχε ξύλινες ῾στὸ ζουνάρι του, τὸν ρώτησα καὶ μοῦ τὸ εἶπε. Ὁρίστε κι᾿ Ἀρβανίτικη ἀρετή. Ὡς τώρα εἴχαμε Βλάχικη, Κεφαλλωνίτικη, Φαναργιώτικη ὁρίστε κι᾿ Ἀρβανίτικη. Νὰ δικαιοσύνη, νὰ κυβερνῆται τῶν νέων Ἑλλήνων!